ΤΟ ΜΕΙΖΟΝ ΕΠΙΤΕΥΓΜΑ ΤΟΥ ΤΡΙΚΟΥΠΗ: Η ΔΙΟΛΟΥ ΑΥΤΟΝΟΗΤΗ ΕΠΙΚΡΑΤΗΣΗ ΤΟΥ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΕΥΤΙΣΜΟΥ

Νίκος Κ. Αλιβιζάτος

Για το βιβλίο:

Λύντια Τρίχα, Χαρίλαος Τρικούπης, Ο πολιτικός του «Τις πταίει» και του «Δυστυχώς επτωχεύσαμεν», εκδ. Πόλις, Αθήνα 2016, 598 σ.

τχ. 136

 

Αν εξαιρέσει κανείς την Επανάσταση του 1821 και τα πρώτα χρόνια του «προτύπου Βασιλείου» –αυτά τα τελευταία, μάλιστα, χάρη κυρίως στην πρόωρα χαμένη Έλλη Σκοπετέα και τον ελληνοαμερικανό ιστορικό John Petropulos– ο 19ος αιώνας ήταν και παραμένει ο φτωχός συγγενής της νεοελληνικής ιστοριογραφίας. Σε αντίθεση με τον 20ό, που με τους διχασμούς και τους εμφυλίους του, εξακολουθεί να προσελκύει –σχεδόν να μονοπωλεί, θα προσέθετα– το ενδιαφέρον των νεότερων ιστορικών, ο 19ος –αν εξαιρέσει κανείς ορισμένες σημαντικές αλλά ευάριθμες εργασίες– δεν συγκινεί, δεν «παθιάζει». Διότι, κατά το κοινώς λεγόμενο, θεωρείται «ομαλή» περίοδος, η οποία, με την «κανονικότητά» της, δεν προκαλεί, ούτε διεγείρει. Και τούτο, παρά το γεγονός ότι από το 1864 ως το Γουδί, τέθηκαν οι βάσεις και διαμορφώθηκαν, για καλό και για κακό, μερικά από τα μονιμότερα χαρακτηριστικά του νεοελληνικού κράτους, αρκετά από τα οποία –όπως, για παράδειγμα, η μακρόχρονη κοινοβουλευτική μας παράδοση– επηρεάζουν, όπως πιστεύω, σπουδαίες πτυχές της σημερινής πορείας της χώρας μας, πολύ βαθύτερα απόσο οι κρίσεις του 20ού αιώνα.

Αφιερώνοντας στον Χαρίλαο Τρικούπη τη διεξοδικότερη και πληρέστερη βιογραφία που έχει μέχρι στιγμής γραφτεί για πολιτικό της νεότερης Ελλάδας, η Λύντια Τρίχα καλύπτει εν μέρει αυτό το κενό. Διότι δεν περιορίζεται στα δημόσια και τα ιδιωτικά του μεσολογγίτη πολιτικού, αλλά εκτείνεται και στα συμφραζόμενα, δηλαδή το ιστορικό πλαίσιο της εποχής του. Ο αναγνώστης αποκτά έτσι μια γενικότερη εικόνα για τα πρώτα βήματα του ελληνικού κοινοβουλευτισμού, για την εποχή δηλαδή που, χάρη και στον Τρικούπη, απέκτησε τα ειδοποιά χαρακτηριστικά του. Ποια ήταν όμως αυτά; Και το κυριότερο, πού οφείλεται η επικράτηση του πολιτεύματος αυτού στη χώρα μας, ενόσω δεν ευδοκίμησε σε καμιά άλλη χώρα των Βαλκανίων;

Θα ξεκινήσω με το δεύτερο από τα ερωτήματα αυτά, γιατί είναι το λιγότερο μελετημένο. Θυμίζω, εν πρώτοις, ότι οι άλλες χώρες των Βαλκανίων –Σερβία, Μαυροβούνιο, Βουλγαρία, Ρουμανία– έγιναν ανεξάρτητες 50 σχεδόν χρόνια μετά από μας, εξαιτίας μάλιστα ενός πολέμου, του Ρωσοτουρκικού (1877-1878), τον οποίο δεν προκάλεσαν οι ίδιες. Έκτοτε, παρ’ ότι και αυτές το επιδίωξαν υιοθετώντας φιλελεύθερα Συντάγματα, δεν κατάφεραν να εγκαθιδρύσουν κοινοβουλευτικά πολιτεύματα και  κυβερνήθηκαν αυταρχικά. Το ίδιο βέβαια συνέβη και στη φθίνουσα Οθωμανική Αυτοκρατορία, παρά τις μεγάλες μεταρρυθμίσεις του  Τανζιμάτ και, αργότερα, της επανάστασης των Νεοτούρκων.

Πού οφείλεται άραγε αυτή η αποτυχία; Θα την εντόπιζα σε δύο κυρίως παράγοντες: την ανεπαρκή, εν πρώτοις, διάδοση του Διαφωτισμού στη νοτιοανατολική αυτή εσχατιά της Ευρώπης (κάτι που δεν άφησε βέβαια ανεπηρέαστη ούτε και τη νεότερη  Ελλάδα) και, κατά δεύτερο λόγο, σε έναν παράγοντα που δεν έχει, όπως πιστεύω, μελετηθεί επαρκώς: τη μεγάλη απήχηση που γνώρισε στην περιοχή αυτή του κόσμου το πολιτειακό μοντέλο του Μπίσμαρκ και του Β΄ γερμανικού  Ράιχ. Η μόνη χώρα όπου αυτό δεν συνέβη ήταν η Ελλάδα.

Θυμίζω, κατ’ αρχάς, ότι η γερμανική ενοποίηση δεν πραγματοποιήθηκε το 1848, μετά από τις φιλελεύθερες επαναστάσεις του ίδιου έτους, αλλά το 1871, υπό την ηγεσία της μιλιταριστικής Πρωσίας, και μετά τη συντριβή της Γαλλίας στον γαλλοπρωσικό πόλεμο. Το Σύνταγμα του Μπίσμαρκ, που υιοθετήθηκε τον ίδιο χρόνο, μπορεί να αναγνώριζε, θεωρητικά, κεντρική θέση στο Ράιχσταγκ, όμως ο κοινοβουλευτισμός που εγκαθίδρυε ήταν κολοβός. Κατ’ ουσίαν, εξωτερική πολιτική, άμυνα και ασφάλεια ανήκαν στην αποκλειστική αρμοδιότητα του Κάιζερ και του καγκελαρίου που αυτός διόριζε, ο οποίος δεν λογοδοτούσε για τα θέματα αυτά στο κοινοβούλιο, αλλά αποκλειστικά στον εντολέα του. Καθιερώνονταν έτσι, στην πράξη, η διάκριση μεταξύ «υψηλής πολιτικής» αφ’ ενός, η άσκηση της οποίας ανήκε στην αποκλειστική αρμοδιότητα της εκτελεστικής εξουσίας, και «τρέχουσας διακυβέρνησης», αφ’ ετέρου, για την οποία η κυβέρνηση και η πλειοψηφία της Βουλής είχαν κάποιο λόγο. Η διάκριση αυτή εμπεδώθηκε επί καγκελαρίας Μπίσμαρκ και διατηρήθηκε άθικτη και μετά την απομάκρυνση του τελευταίου, το 1890, δηλαδή επί Κάιζερ Γουλιέλμου Β΄, κεντρικός άξονας της πολιτικής του οποίου ήταν η αυτονόμηση των ενόπλων δυνάμεων από την τρέχουσα πολιτική αντιπαράθεση και η ανάθεση της διοίκησής τους σε ένα επιτελείο αποκλειστικά της δικής του επιλογής και ευθύνης. Όπως ο ίδιος έγραψε στο βιβλίο επισκεπτών του Δημαρχείου του Μονάχου, όταν το επισκέφθηκε τον Νοέμβριο του 1891, «suprema lex Regis voluntas», δηλαδή «ανώτατος νόμος είναι η βούληση του μονάρχη». Με επιμονή, αυτό το μοντέλο ο Γουλιέλμος επιχείρησε –και πέτυχε– να το εξαγάγει και στο εξωτερικό, με πρώτο αποδέκτη την Οθωμανική Αυτοκρατορία. Πιστεύω ότι μετά την επώδυνη και επονείδιστη ήττα του 1897, αυτό το μοντέλο επιχειρήθηκε επίμονα να μεταφυτευθεί και στην Ελλάδα, επί διαδόχου και εν συνεχεία βασιλιά Κωνσταντίνου, και ότι αν αυτό δεν κατέστη τελικά δυνατό δεν οφείλεται μόνο στο Γουδί και τον Ελευθέριο Βενιζέλο –όπως γενικά υποστηρίζεται– αλλά στην κοινοβουλευτική παράδοση που είχε ως τότε επικρατήσει χάρη στον Τρικούπη.

Θα πρέπει κανείς να έχει κατά νου ότι ο Τρικούπης έζησε ως εικοσάρης στο Λονδίνο για μια σχεδόν δεκαετία, από το 1854 ως το 1863. Όπως δείχνει η Λύντια Τρίχα, ήταν τα χρόνια που ως γραμματέας της ελληνικής πρεσβείας, συνδέθηκε με τον υποκόμη Palmerston και τον λόρδο Russel και παρακολούθησε από κοντά την ίδρυση του Φιλελεύθερου Κόμματος και την άνοδο του Γλάδστονος, δηλαδή του ηγέτη με τον οποίο πολλοί παρομοίασαν στην Ελλάδα αργότερα τον Τρικούπη. Εκείνα τα χρόνια, όπως φαίνεται, ο νεαρός Τρικούπης παρακολουθούσε συστηματικά τις συνεδριάσεις της Βουλής των Κοινοτήτων. Ήταν τα χρόνια που ο βρετανικός κοινοβουλευτισμός αποκτούσε βαθμιαία το σταθερότερο χαρακτηριστικό του, δηλαδή τον πλειοψηφικό του χαρακτήρα, αυτό που στην Ελλάδα συνήθως ονομάζουμε δικομματισμό. Σύμφωνα με τον τελευταίο, ο κοινοβουλευτισμός για να λειτουργήσει απρόσκοπτα και, επομένως, για να υπάρξει αποτελεσματική διακυβέρνηση, δεν αρκεί να στηρίζεται σε ελεύθερες και ανόθευτες εκλογές, ούτε στις καλές προθέσεις του ανώτατου άρχοντα και των κυβερνώντων, αλλά σε έναν παράγοντα δομικού χαρακτήρα: την εναλλαγή δύο κατ’ αρχήν κομμάτων –ή έστω παρατάξεων– στην εξουσία. Μόνον έτσι περιορίζονται τα περιθώρια άνωθεν παρεμβάσεων και η Βουλή αντικατοπτρίζει πιστότερα τις μεγάλες διακυμάνσεις του εκλογικού σώματος. Χαρακτηριστικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα από το γνωστότερο άρθρο του Τρικούπη, το «Τις πταίει;», το οποίο ορθά αναδεικνύει η Λύντια Τρίχα στο κεφάλαιο για την καθιέρωση της αρχής της δεδηλωμένης: «Πρέπει να γίνει ειλικρινώς αποδεκτή η θεμελιώδης αρχή της κοινοβουλευτικής κυβερνήσεως, ότι τα υπουργεία [δηλαδή οι κυβερνήσεις] λαμβάνονται εκ της πλειονοψηφίας της Βουλής», έγραφε. Για να προσθέσει ευθύς αμέσως την ακόλουθη σκέψη, στην οποία δεν αποδίδουμε, οι περισσότεροι, εξίσου μεγάλη σημασία: «θεμέλιον του κοινοβουλευτικού πολιτεύματος είναι η ύπαρξις δύο κομμάτων εν τη Βουλή».

Με την ευφυία που τον διέκρινε και τη μοναδική ικανότητά του να προσαρμόζεται στις μεταβαλλόμενες καταστάσεις, ο Γεώργιος Α΄, ο μακροβιότερος καθότι και σοφότερος βασιλιάς της δυναστείας των Γλυξβούργων, δεν αντιτάχθηκε σε αυτήν την αντίληψη. Αντίθετα, ως έναν βαθμό την ευνόησε, με αποτέλεσμα η χώρα να γνωρίσει μια περίοδο δίχως άλλο ανοδική, με την επικράτηση του δικομματισμού Τρικούπη-Δηλιγιάννη. Τότε ήταν που εμπεδώθηκε το κοινοβουλευτικό σύστημα και η Ελλάδα, χάρη και σε μια σειρά μεγάλων θεσμικών παρεμβάσεων του Τρικούπη και την κατασκευή σημαντικών δημόσιων έργων,  εκσυγχρονίσθηκε.

Ποτέ οι σχέσεις του Τρικούπη με τη Γερμανία δεν ήταν θερμές. Σε αυτό δεν συνετέλεσε μόνο η έλξη, που ασκούσε πάνω του, από τα παιδικά του χρόνια, η Αγγλία. Ήταν, ακόμη, ο ανταγωνισμός της Γηραιάς Αλβιώνος με τη Γερμανία, τον οποίο επέτεινε ο σταθερός γεωπολιτικός προσανατολισμός του Βερολίνου προς την Κωνσταντινούπολη, μέσω της οποίας επεδίωκε να αυξήσει την επιρροή της προς τη Μέση Ανατολή. Έτσι, προτού ο Κωνσταντίνος εισβάλει στο πολιτικό προσκήνιο της χώρας, το 1895, είναι χαρακτηριστικό το επεισόδιο της παρασημοφόρησης του Τρικούπη από τον Κάιζερ, το 1889 στην Αθήνα, επ’ ευκαιρία του γάμου του διαδόχου με την πριγκίπισσα Σοφία, την αδελφή δηλαδή του Κάιζερ. Στον πρωθυπουργό Τρικούπη ο 29χρονος τότε Γουλιέλμος απένειμε κατώτερο παράσημο από εκείνο που είχε απονείμει λίγο πρωτύτερα στον πρωθυπουργό της Ιταλίας Κρίσπι και από εκείνο που επρόκειτο να απονείμει λίγες μέρες αργότερα, στον Μεγάλο Βεζύρη, στην Κωνσταντινούπολη. Επιπλέον, όπως μας υπενθυμίζει η Λύντια Τρίχα, ο Κάιζερ ήταν ο μόνος από τους εστεμμένους και τους πρίγκιπες που βρέθηκαν τότε στην Αθήνα, ο οποίος δεν τον επισκέφθηκε στην κατοικία του, κάτι που σχολιάσθηκε τότε από τον τύπο ως εξόχως υποτιμητικό.

Στα χρόνια που ακολούθησαν, μια προκλητική ενέργεια του διαδόχου –η εμφάνισή του, έφιππου, σε αντιτρικουπικό συλλαλητήριο στο πεδίο του Άρεως τον Ιανουάριο του 1895– ήταν η αφορμή της παραίτησης του συντάκτη του «Τις πταίει» από την πρωθυπουργία, καθώς ο Γεώργιος κάλυψε, τότε, τον γιό του. Έχοντας σπουδάσει στην Πρωσική Στρατιωτική Ακαδημία του Βερολίνου επί 2,5 χρόνια, αλλά και διοικήσει, αργότερα, μονάδα του αυτοκρατορικού στρατού, ο Κωνσταντίνος είχε αφομοιώσει και εγκολπωθεί το βιλχελμιανό μοντέλο του βασιλιά-στρατηλάτη. Παρά την ατυχή αρχιστρατηγία του στον πόλεμο του 1897, επιχείρησε –και πέτυχε–, πρώτα με τον θεσμό της Γενικής Διοίκησης το 1900 και, εν συνεχεία –μετά την επαναφορά του στο στράτευμα από τον Ελ. Βενιζέλο, το 1911– με τον θεσμό της Γενικής Επιθεώρησης, να δημιουργήσει μια παράλληλη στρατιωτική ιεραρχία, μη λογοδοτούσα στη δημοκρατικά εκλεγμένη κυβέρνηση, με επικεφαλής τον ίδιο. Χάρη σε ένα επιτελείο εμπίστων και ικανών στρατιωτικών (Β. Δούσμανης, Ιω. Μεταξάς, Ξεν. Στρατηγός, Ιω. Παπαβασιλείου), δημιούργησε έτσι τις προϋποθέσεις για τον διαχωρισμό –και στην Ελλάδα– της «υψηλής» πολιτικής από την «τρέχουσα», με την πρώτη να ανήκει στον βασιλιά και τη δεύτερη μόνο, στον πρωθυπουργό. Για το ό,τι διάκριση αυτή θεωρήθηκε ευθύς εξαρχής από την πλειοψηφία του ελληνικού λαού –και, εν πάση περιπτώσει, από το ζωντανότερο τμήμα του– αναχρονιστική και αντίθετη προς την αρχή της δεδηλωμένης και το Σύνταγμα, νομίζω ότι κυρίως «υπεύθυνος» ήταν ο Χαρ. Τρικούπης.

Στην παράδοση, εξάλλου, των ελεύθερων εκλογών, που διεξάγονται κατά τακτά διαστήματα και λειτουργούν ως ασφαλιστική δικλείδα για την απορρόφηση των μεγάλων κραδασμών –μια παράδοση στην οποία, όπως έχει δείξει και ο Γ. Σωτηρέλης, συνέβαλε όσο κανένας άλλος ο Τρικούπης– οφείλεται, κατά τη γνώμη μου, και κάτι ακόμη σημαντικότερο: το ότι, δηλαδή, στον 20ό αιώνα, δεν δημιουργήθηκε ποτέ αντικοινοβουλευτικό πλειοψηφικό ρεύμα στην Ελλάδα υπέρ της ιδεολογίας είτε του ενός είτε του άλλου άκρου του πολιτικού φάσματος, ακόμη και σε περιόδους που αυτό ήταν τρόπον τινά της μόδας (όπως επί 4ης Αυγούστου) ή όταν οι εξαιρετικές συνθήκες ευνοούσαν την ανάπτυξη τέτοιων ιδεολογιών (όπως π.χ. επί Κατοχής ή επί Μνημονίων, σήμερα). Και αυτό, σε αντίθεση με άλλους λαούς της Ευρώπης, οι οποίοι συνήθως θεωρούνται «ωριμότεροι». Αυτά όμως είναι θέμα για μια άλλη συζήτηση.

Θα τελειώσω με δυο παραθέματα από το βιβλίο που μας απασχολεί σήμερα, τα οποία, υπό τις παρούσες συνθήκες, τα βρίσκω εξαιρετικά επίκαιρα. Το πρώτο ανήκει σε έναν αμερικανό σχολιαστή, τον Ιερεμία Jenks, και προέρχεται από άρθρο που αφιέρωσε στον Τρικούπη, το 1894. Αφορά το πολυσυζητημένο ζήτημα του λαϊκισμού, μόνο που τότε δεν είχε ανακαλυφθεί ακόμη ο όρος:

[Δ]εν μπορεί κανείς παρά να θαυμάσει την ανεξαρτησία του χαρακτήρα του Χαρ. Τρικούπη και την απαξία που αισθάνεται για τα δημοκοπικά τεχνάσματα, έγραφε ο Jenks· και συνέχιζε: δεν είναι όμως απαραίτητο να αδιαφορεί κανείς για τα συναισθήματα του λαού για να είναι ευθύς και τίμιος. Και επί πλέον, αν κανείς εξαρτάται από τον λαό, δεν μπορεί να προπορεύεται πολύ έναντι εκείνου.

Το δεύτερο παράθεμα ανήκει στον ίδιο τον Τρικούπη και προέρχεται από δήλωση που έκανε τον Νοέμβριο του 1891, επιστρέφοντας από μακρύ ταξίδι στο εξωτερικό. Υπενθυμίζεται ότι στις εκλογές που είχαν προηγηθεί, τον Οκτώβριο του 1890, το τρικουπικό κόμμα είχε καταποντισθεί, αλλά, ένα χρόνο αργότερα, είχε πλήρως αντιστραφεί η κοινή γνώμη, μπροστά στις ανεπάρκειες της κυβέρνησης Δηλιγιάννη, κάτι που ο Τρικούπης είχε βεβαίως πληροφορηθεί. Απευθυνόμενος λοιπόν προς τους χιλιάδες υποστηρικτές του, που είχαν συγκεντρωθεί στον Πειραιά για να τον υποδεχθούν με βεγγαλικά και πυροβολισμούς, είπε:

«Ο ελληνικός λαός επλανήθη [το 1890], όπως πλανώνται κατά περιόδους πάντα τα ελευθέρως πολιτευόμενα έθνη. Αλλά τα ελεύθερα πολιτεύματα, ανοικτόν αφήνοντα στάδιον εις την πλάνην, παρέχουσι και τα μέσα προς θεραπείαν».

Ο Νίκος Αλιβιζάτος είναι συνταγματολόγος, ομότιμος καθηγητής του Πανεπιστημίου Αθηνών

Tags  

ΕΙΔΟΠΟΙΗΣΕΙΣ

Εισάγετε το email σας για να ενημερώνεστε για τα νέα άρθρα