Το συναπάντημα του Τούρκου με τη Γενοκτονία

Χ. Σουκρού Ιλιτζάκ

τχ. 142

Η προετοιμασία των Επιστολών Κοτζαγιάν για έκδοση υπήρξε για μένα μια προσωπική και εξαιρετικά συγκινητική εμπειρία. Το πιο σημαντικό, ωστόσο, ήταν ότι η συνάντησή μου με τις επιστολές αυτές το 2001 ξεκαθάρισε τις προσλαμβάνουσες παραστάσεις μου για τους Αρμένιους και το Αρμενικό ζήτημα, διαλύοντας και τις τελευταίες αμφιβολίες που υπήρχαν στο μυαλό μου. Αφηγούμαι αυτήν τη διαδικασία, θέλοντας να καταθέσω στην ιστορία μια προσωπική υποσημείωση για το πώς γίνεται αντιληπτό στην Τουρκία το Αρμενικό ζήτημα.

Γεννήθηκα το 1971 στην Άγκυρα, γόνος μιας μορφωμένης μεν αλλά απολίτικης τουρκικής οικογένειας της ανώτερης-μεσαίας τάξης. Στην πόλη αυτή μεγάλωσα. Ως παιδί δεν θυμάμαι ούτε μια φορά να γίνεται λόγος περί Αρμενίων στο σπίτι ή στους κύκλους των συγγενών και των οικογενειακών φίλων. Οι σημαντικότερες αιτίες γι’ αυτό –πέρα από το ότι η οικογένειά μου δεν είχε κανένα ιδιαίτερο ενδιαφέρον για την ιστορία και την πολιτική– ήταν ότι στα 1970 πλέον οι Αρμένιοι και οι άλλοι μη μουσουλμάνοι ήταν ολοκληρωτικά σχεδόν άφαντοι στη γεωγραφία των παιδικών μου χρόνων.

Σήμερα, στην Άγκυρα των 4,5 εκατομμυρίων κατοίκων, υπολογίζεται ότι ζουν περίπου 300 Αρμένιοι. Στα παιδικά μου χρόνια ο αριθμός αυτός πιθανότατα ήταν κάπως μεγαλύτερος. Ο σημερινός ρωμαίικος πληθυσμός της Άγκυρας θα πρέπει να αποτελείται από πέντε-δέκα άτομα που έχουν έρθει από την Πόλη για να εργαστούν εδώ. Αντίθετα με τους συνομηλίκους μου Σταμπουλιώτες, στους δρόμους της Άγκυρας, όταν ήμουν παιδί, δεν υπήρχε κάποια εκκλησία ούτε ένα μη μουσουλμανικό νεκροταφείο ή σχολείο για να δω, μήτε επομένως άνθρωποι που μπαινόβγαιναν στα μέρη αυτά, ζωές και κουλτούρες που βιώνονταν διαφορετικά. Η φυσική και πολιτισμική ύπαρξη των Αρμενίων και των Ρωμιών, οι οποίοι έως το 1914 αποτελούσαν το ένα τέταρτο του πληθυσμού της Άγκυρας, είχε στα 1970 σβηστεί σε τέτοιον βαθμό από την πόλη και τη μνήμη της, ώστε ούτε εγώ ούτε τα άλλα παιδιά της γειτονιάς είχαμε το παραμικρό ψήγμα γνώσης που θα μπορούσε να μας φέρει στον νου πως ο Βίκτορ και η Ανζελίκ, τα δύο αδέλφια που ζούσαν στη γειτονιά μας και παίζαμε μαζί, ήταν εντόπιοι μη μουσουλμάνοι. Επειδή στη συνοικία μας υπήρχαν πολλές πρεσβείες, είχαμε σκαρφιστεί κιόλας διάφορες θεωρίες, όπως ότι τα παιδιά αυτά με τα διαφορετικά ονόματα ήταν ξένα που είχαν μάθει άπταιστα τουρκικά ή ότι οι γονείς τους τα είχαν ονομάσει έτσι, επηρεασμένοι από ξένες κινηματογραφικές ταινίες.

[…]

Ο Χ. Σουκρού Ιλιτζάκ είναι διδάκτωρ Ιστορίας στο Πανεπιστήμιο Χάρβαρντ.

ΕΙΔΟΠΟΙΗΣΕΙΣ

Εισάγετε το email σας για να ενημερώνεστε για τα νέα άρθρα