ΒΟΡΕΙΑ ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ, ΕΘΝΟΤΗΤΑ ΚΑΙ ΙΣΤΟΡΙΑ: ΜΙΑ ΔΙΑΣΤΑΥΡΩΣΗ ΤΩΝ ΕΘΝΙΚΩΝ ΜΥΘΩΝ ΚΑΙ ΕΠΙΧΕΙΡΗΜΑΤΩΝ

Αθηνά Σκουλαρίκη

τχ. 143-144

Η Συμφωνία των Πρεσπών ως συνέχεια και ως ρήξη

Η ψήφιση από την ελληνική Βουλή της Συμφωνίας των Πρεσπών αποτελεί ένα σημαντικό ορόσημο για τα λεγόμενα «εθνικά μας θέματα»: είναι η πρώτη φορά, μετά από δεκαετίες, που ένα κρίσιμο ζήτημα επιχειρείται να λυθεί με ολοκληρωμένο και μακροπρόθεσμο τρόπο, στη βάση διμερούς προσέγγισης και συμβιβασμού. Η επιτυχία της Συμφωνίας θα κριθεί από την εμπέδωση ενός κλίματος εμπιστοσύνης και συνεργασίας μεταξύ των δύο χωρών, και κατ’ επέκταση από τη δημιουργία επαφών και ανταλλαγών σε κοινωνικό, πολιτιστικό, ακαδημαϊκό και θεσμικό επίπεδο.

Το ερώτημα που πρέπει να μας απασχολήσει είναι γιατί η αντιπαράθεση γύρω από τη Συμφωνία δημιούργησε μια τόσο ακραία πολιτική πόλωση, κινητοποίησε τμήματα του πληθυσμού σε εκδηλώσεις εθνικού φανατισμού και έφερε στην επιφάνεια μια οξεία ρητορική που θεωρείτο ξεχασμένη μετά τη δεκαετία του 1990.

Μελετώντας το θέμα διαχρονικά, διαπιστώνει κανείς πως το Μακεδονικό, αν και ζήτημα εξωτερικής πολιτικής, δεν εξαρτιόταν ποτέ πρωτίστως από τη διαχείριση διπλωματών και ειδικών. Ο λόγος είναι ότι το ζήτημα της ταυτότητας, το αίσθημα του «ανήκειν», η αναφορά στην ιστορία και στη γλώσσα, ήταν εξαρχής διαστάσεις συνδεδεμένες με το κατεξοχήν πρόβλημα που ήταν αυτό του ανταγωνισμού των εθνικών κινημάτων στη Μακεδονία, της νομιμοποίησης των συνόρων και της εθνικής ομογενοποίησης των πληθυσμών.[1] Καθώς κινητοποιούσε το λαϊκό συναίσθημα, το Μακεδονικό προσφερόταν ανέκαθεν για πολιτική εκμετάλλευση στο εσωτερικό.[2] Η εθνική προπαγάνδα, η οργάνωση δημόσιων εκδηλώσεων εθνικοφροσύνης, οι διαξιφισμοί αδιάλλακτων και ρεαλιστών και οι κατηγορίες για «εθνική προδοσία» είναι μέρος της κουλτούρας της υπόθεσης.[3]

Συνέπεια των παραπάνω είναι ότι πολιτικοί και πολίτες τοποθετούνται επί του θέματος με όρους πίστης και πεποίθησης, ενώ αγνοούν βασικές πτυχές της πολιτικής ιστορίας του Μακεδονικού. Οι δημόσιες δηλώσεις και τα συνθήματα αναπαράγονται από τα ΜΜΕ και διαιωνίζουν τους κοινούς τόπους του κυρίαρχου λόγου. Ειδικότερα, η απόσταση που χωρίζει τον πολιτικό λόγο από τις επίσημες θέσεις της ελληνικής διπλωματίας πριν και μετά το 1992 ελάχιστα έχει αναδειχθεί.[4]

Όπως φάνηκε τον τελευταίο χρόνο, η δημόσια αντίληψη έχει εγκλωβιστεί στα συνθήματα «Όχι Μακεδονία και παράγωγα» και «Η Μακεδονία είναι μία και ελληνική», τα οποία δεν έχουν καμία σχέση με την ιστορική πραγματικότητα των δύο τελευταίων αιώνων.[5] Αν και μετά το 1995 οι επίσημες ελληνικές θέσεις για το όνομα απομακρύνθηκαν από τη μαξιμαλιστική γραμμή της περιόδου Σαμαρά, η πολιτική ηγεσία δεν φρόντισε να εξηγήσει γιατί ήταν λάθος οι βασικές παραδοχές των συλλαλητηρίων για το Μακεδονικό.

Έτσι, η Συμφωνία των Πρεσπών κρίνεται με γνώμονα τα εθνικά στερεότυπα και όχι το προηγούμενο των συζητήσεων και τις θέσεις που υποστήριζαν οι διαδοχικές κυβερνήσεις στο πλαίσιο της επίσημης διαπραγμάτευσης στον ΟΗΕ. Ωστόσο, όσοι λίγοι παρακολουθούσαν το ζήτημα από διπλωματική σκοπιά, δύσκολα θα διαφωνήσουν στα εξής σημεία, ανεξαρτήτως της κρίσης τους για τη Συμφωνία:

α) Το ελληνικό κράτος αποδεχόταν τη διαίρεση των εδαφών της ευρύτερης Μακεδονίας με τη Συνθήκη του Βουκουρεστίου το 1913 και έως το 1992 χρησιμοποιούσε τις ονομασίες «Σερβική ή Γιουγκοσλαβική Μακεδονία» και «Βουλγαρική Μακεδονία».[6]

β) Όλες οι προσπάθειες λύσης και οι προτάσεις της ελληνικής πλευράς στο πλαίσιο του ΟΗΕ αφορούσαν έναν συμβιβασμό με σύνθετη ονομασία. Καμία πιθανότητα για μη συμπερίληψη του όρου «Μακεδονία» δεν υπήρξε, ούτε έφτασε ποτέ σε διαπραγμάτευση.

γ) Η ονομασία «Βόρεια Μακεδονία» ήταν μία από τις λύσεις που είχαν προταθεί εξαρχής και που η ελληνική πλευρά δεχόταν να συζητήσει.

δ) Οι διαπραγματεύσεις δεν συμπεριλάμβαναν ως επί το πλείστον τη γλώσσα και την ιθαγένεια στο πακέτο λύσης (άρα οι ονομασίες αυτών θα έμεναν εκκρεμείς σε διμερές επίπεδο, αλλά ως έχουν διεθνώς, δηλαδή «Macedonian»).

ε) Ως επί το πλείστον, οι λύσεις που δεχόταν να συζητήσει η άλλη πλευρά δεν αφορούσαν μια erga omnes χρήση της ονομασίας του κράτους, στο εξωτερικό και στο εσωτερικό, παρά μόνο μια διπλή ονομασία ειδικά για την Ελλάδα και τους διεθνείς οργανισμούς.

Καθώς η σύνθετη ονομασία είχε γίνει επισήμως αποδεκτή εδώ και μία δεκαετία τουλάχιστον από όλα τα κόμματα πλην της Χ.Α., η πολιτική διαφωνία επικεντρώθηκε στο θέμα της ιθαγένειας και της γλώσσας. Λόγω της ακραίας πόλωσης και της κομματικής αντιπαράθεσης με άξονα τη θέση απέναντι στη Συμφωνία, είναι δύσκολο να διαχωρίσει κανείς τις ειλικρινείς επιφυλάξεις από την εργαλειακή κινδυνολογία, που στόχο είχε να καταρρίψει τα επιχειρήματα των κομματικά αντιπάλων. Επιπλέον, μεταξύ των βουλευτών και των στελεχών της αντιπολίτευσης, η διάκριση ανάμεσα στην αντίρρηση για την «παραχώρηση της εθνότητας και της γλώσσας» και στην πλήρη άρνηση κάθε ονομασίας που περιέχει τον όρο «Μακεδονία» ήταν δυσδιάκριτη.

Η στάση αυτή έριχνε νερό στον μύλο όσων αρνούνται εκ προοιμίου κάθε λύση και κάθε συμβιβασμό, εμφορούμενοι από ιδέες αγώνων μέχρι τέλους (συνήθως μάταιων) ή και επιθετικές διαθέσεις επιβολής του δικαίου του ισχυρού (εν προκειμένω της Ελλάδας).

Το ενδιαφέρον της υπόθεσης είναι ότι η Συμφωνία των Πρεσπών έχει εξοργίσει εξίσου τους «αδιάλλακτους» και τους εθνικιστές και των δύο πλευρών. Πώς εξηγείται λοιπόν αυτό το παράδοξο; Αν τους «εκχωρήσαμε το όνομα» (σαν να ήταν ποτέ όλο δικό μας), γιατί η Συμφωνία δεν έγινε δεκτή με ενθουσιασμό στο σχετικό δημοψήφισμα; Τι ακριβώς δεν καταλαβαίνουμε;

Η οδυνηρή μετονομασία του κράτους

Ας προσπαθήσουμε να δούμε τη Συμφωνία με τα μάτια των άλλων. Παρά την καθυστερημένη εθνοποιητική διαδικασία και τις παλινδρομήσεις μεταξύ βουλγαρικής και (τοπικής ή εθνοτικής) μακεδονικής ταυτότητας έως το τέλος του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, το εθνικό όνομα «Μακεδόνες» και η (Λαϊκή, Σοσιαλιστική ή ανεξάρτητη) Δημοκρατία της Μακεδονίας μετρούν ήδη 75 χρόνια. Τρεις γενιές (όσο η βιωματική μνήμη των ανθρώπων) έχουν μεγαλώσει σε αυτήν τη χώρα με το συγκεκριμένο όνομα και με εμπεδωμένη πλέον τη μακεδονική εθνική ταυτότητα.

Καλούνται τώρα, υπό την πίεση μιας ξένης χώρας, της Ελλάδας, να αλλάξουν το όνομα του κράτους τους, της πατρίδας τους. Ακόμα και οι πλέον πεπεισμένοι υποστηρικτές της Συμφωνίας δεν το δέχονται με ενθουσιασμό. Η προοπτική της μετονομασίας δημιουργεί μούδιασμα και θα αργήσει να περάσει στη χρήση του καθημερινού λόγου, ανεξάρτητα από την ταχύτητα προσαρμογής των κρατικών θεσμών και του επίσημου-κυβερνητικού λόγου.

Η πολιτική ηγεσία και η κοινή γνώμη δεν ήταν προετοιμασμένες για αυτήν τη μείζονα παραχώρηση στις ελληνικές απαιτήσεις, καθώς επί δεκαετίες οι διαδοχικές κυβερνήσεις θεωρούσαν πως μια συμβιβαστική λύση θα αφορούσε μια διπλή ονομασία, δηλαδή χρήση του νέου ονόματος στους διεθνείς οργανισμούς και διατήρηση της συνταγματικής ονομασίας στις διμερείς σχέσεις και στο εσωτερικό. Η αποδοχή της αλλαγής της ονομασίας του κράτους για όλες τις χρήσεις, και μάλιστα με συνταγματική αναθεώρηση, ήταν ένας οδυνηρός συμβιβασμός για την άλλη πλευρά.

Ενδεικτική των αντιδράσεων ήταν η καταγγελία της Συμφωνίας από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας Γιόργκε Ιβάνοφ (ο οποίος πρόσκειται στο αντιπολιτευόμενο κόμμα VMRO-DPMNE) από το βήμα του ΟΗΕ στις 27 Σεπτεμβρίου 2018: «η Συμφωνία των Πρεσπών δίνει στην Ελλάδα την υπεροχή να επεμβαίνει στην πολιτική ανεξαρτησία της Μακεδονίας, παραβιάζει το δικαίωμα του αυτοπροσδιορισμού των Μακεδόνων και υποβαθμίζει την κυριαρχία του κράτους και του Συντάγματός μας», δήλωσε. Μίλησε μάλιστα για «ιστορική αυτοκτονία».[7]

Ιθαγένεια, έθνος και εθνότητες

Το αντιστάθμισμα στην υποχώρηση στο θέμα της ονομασίας του κράτους ήταν βεβαίως η διατήρηση του ονόματος «Μακεδόνες» για την ιθαγένεια, με τη διευκρίνιση: «πολίτες της Βόρειας Μακεδονίας». Στην Ελλάδα, η αντιπολίτευση εσκεμμένα συγχέει την ιθαγένεια-ιδιότητα του πολίτη (nationality) με την εθνότητα (ethnicity), προκειμένου να καταγγείλει τη Συμφωνία. Αν χρειάζεται μια επιπλέον απόδειξη για την έννοια του όρου «nationality», μπορεί να ανατρέξει κανείς στον τρόπο που μεταφράζεται ο όρος στη μακεδονική γλώσσα: χρησιμοποιείται ο όρος «државјанство», παράγωγο του ουσιαστικού «држава» (κράτος), δηλαδή «κρατικότητα» (αντίστοιχο του αγγλικού «citizenship»).

Γιατί όμως τόση ανησυχία για την εθνότητα; Η εξήγηση πρέπει να αναζητηθεί σε ένα από τα θέσφατα του εθνικού λόγου για το Μακεδονικό: στην άρνηση αναγνώρισης μακεδονικού έθνους, και μάλιστα στην πιο απόλυτη εκδοχή της, δηλαδή στην άρνηση όχι μόνο του ονόματος, αλλά και της ίδιας της υπόστασης του γειτονικού λαού ως έθνους.

Το στερεότυπο περί «τεχνητού έθνους», το οποίο «κατασκεύασε» ο Τίτο, δεσπόζει στον ελληνικό δημόσιο λόγο. Η πορεία προς την εθνική συγκρότηση του μακεδονικού έθνους προ του 1944 αγνοείται, προς όφελος της ιδέας ότι ήταν και είναι «Βούλγαροι». Αναρωτιέται κανείς γιατί οι Έλληνες πατριώτες υποστηρίζουν με τέτοιο σθένος τις πιο ακραίες θέσεις του βουλγαρικού εθνικισμού. Παραδόξως, πρόκειται για την απόλυτη αντιστροφή των εθνικών θέσεων του πρώτου μισού του 20ού αιώνα.

«Θέλετε να πείτε ότι υπάρχει μακεδονικό έθνος;(!)» με κατακεραύνωσε πρόσφατα σε τηλεοπτική συζήτηση γνωστός καθηγητής με ειδίκευση στις γεωπολιτικές αναλύσεις. Η ερώτηση είναι ρητορική. Η αναγνώριση μακεδονικού έθνους ισοδυναμεί στον κυρίαρχο λόγο με «εθνική μειοδοσία».

Δεν έχω βεβαίως καμία δυνατότητα να «αναγνωρίσω» το έθνος αυτό. Απλώς γιατί τα έθνη υπάρχουν, από τη στιγμή που ένας λαός εκφράζει την πολιτική βούληση να αποτελεί ιδιαίτερο έθνος, με το εθνικό όνομα που επιλέγει, όταν δηλαδή οι πολίτες ασκούν το διεθνώς κατοχυρωμένο δικαίωμα να ορίσουν ελεύθερα την ταυτότητά τους – και δεν εμπίπτει σε κανενός τη δικαιοδοσία να τα αναγνωρίσει ή μη. Ούτε καν στη δικαιοδοσία ενός άλλου κράτους ή ενός διεθνούς θεσμού. Τα κράτη αναγνωρίζονται, τα έθνη και οι εθνικές ή εθνοτικές ταυτότητες όχι.

Σε αυτό το σημείο, χρειάζεται μια επιπλέον διευκρίνιση σχετικά με τους όρους που χρησιμοποιούνται στη Δημοκρατία της Βόρειας Μακεδονίας. Κατά τη γιουγκοσλαβική περίοδο, υπήρχε διαχωρισμός μεταξύ του όρου «έθνος/λαός» (narod) και του όρου «εθνότητα» (narodnost), που αφορούσε τις μειονότητες. Μετά τη Συμφωνία της Οχρίδας (2001), που έβαλε τέλος στη σύγκρουση μεταξύ αλβανικών αντάρτικων ομάδων και των κρατικών ένοπλων δυνάμεων, οι «εθνότητες» ονομάστηκαν «κοινότητες».

Το αναθεωρημένο Σύνταγμα του 2002 αναφέρει ονομαστικά τις μεγαλύτερες κοινότητες, που είναι αυτές των Μακεδόνων, των Αλβανών, των Τούρκων, των Σέρβων, των Ρομά, των Βλάχων και των Βόσνιων.[8] Στις απογραφές καταγράφονται πλήθος άλλων, σύμφωνα με τη δήλωση των πολιτών. Αντίθετα απ’ ό,τι ισχύει στην Ελλάδα (όπου δηλώνεται μόνο η ιθαγένεια), στη Βόρεια Μακεδονία διαχωρίζεται η ιθαγένεια (nationality) από τις εθνότητες/κοινότητες. Υπάρχουν δηλαδή Μακεδόνες ως προς την ιδιότητα του πολίτη που είναι Αλβανοί, Τούρκοι, Σέρβοι κ.λπ. στην εθνότητα (ethnicity).

Η διαφορά των όρων δημιουργεί σύγχυση στον ελληνικό δημόσιο λόγο. Τα ελληνικά ΜΜΕ προτιμούν μάλιστα να αναφέρονται στους «αλβανόφωνους των Σκοπίων», καθώς η χρήση των εθνικών ονομάτων Αλβανοί, Τούρκοι κ.λπ. θεωρείται αδιανόητη στη χώρα όπου οι αντίστοιχες μειονοτικές ομάδες αποκαλούνται κατ’ ευφημισμόν «σλαβόφωνοι», «δίγλωσσοι» ή «τουρκογενείς».

Το γεγονός πως, κατά την αναθεώρηση του Συντάγματος της γειτονικής χώρας, υιοθετήθηκε και ψηφίστηκε τροπολογία που διευκρίνιζε πως η ιθαγένεια «δεν προσδιορίζει ούτε καθορίζει» την εθνότητα των πολιτών, ενώ προτάθηκαν άλλες που απάλειφαν τελείως το όνομα «Μακεδόνες» από την ιδιότητα του πολίτη, δηλώνει την εγρήγορση των κοινοτήτων, κυρίως των Αλβανών, για την προάσπιση της εθνοτικής διαφοροποίησης, στο πνεύμα του πολυεθνοτικού μοντέλου που ορίζει το Σύνταγμα μετά την αναθεώρηση του 2002. Ευλόγως, τα μικρότερα κόμματα βρήκαν αφορμή να υπενθυμίσουν τις διεκδικήσεις τους. Ωστόσο, η εξέλιξη αυτή δεν καθησύχασε όσους στην Ελλάδα καταγγέλλουν πως η Συμφωνία αναγνωρίζει «μακεδονική εθνότητα».

Εθνότητα = μειονότητα;

Το πραγματικό ερώτημα είναι γιατί η μακεδονική εθνική ταυτότητα συνιστά απειλή, σε σημείο που να ισχυρίζεται η αντιπολίτευση στην Ελλάδα πως η εθνότητα είναι σημαντικότερη από το όνομα του κράτους. Σε αυτό το ζήτημα οι ελληνικές θέσεις έχουν διαφοροποιηθεί πολλάκις. Από την εποχή του Μακεδονικού Αγώνα, όταν οι πρωτεργάτες του ελληνικού κινήματος αποκαλούσαν τους ντόπιους σλαβόφωνους «Μακεδόνες» και επικαλούνταν την αρχαιότητα και τον Μεγαλέξανδρο ώστε να τους απομακρύνουν από τον βουλγαρικό εθνικισμό, έως τη χρήση του όρου Σλαβομακεδόνες κατά τον μεσοπόλεμο, την πολιτική της «σιωπής» μετά τον Εμφύλιο,[9] και τελικά στην άρνηση κάθε αναφοράς στον όρο «Μακεδονία» στη μετά του 1992 εποχή, έχουν μεσολαβήσει αρκετές αλλαγές και παλινωδίες.

Τον Ιούλιο του 1983, το ελληνικό ΥΠΕΞ (επί Γ. Χαραλαμπόπουλου) έδινε οδηγίες στις διπλωματικές αποστολές υπέρ της χρήσης του όρου «Σλαβομακεδόνες» για τους πολίτες της «Γιουγκοσλαβικής Μακεδονίας», ξεκαθαρίζοντας πως η Ελλάδα δεν αναγνωρίζει «μακεδονικό» έθνος και γλώσσα, ενώ δέχεται τη χρήση του όρου Μακεδονία «με αυστηρά γεωγραφική έννοια».[10]

Λίγους μήνες πριν ωστόσο, κατά την επίσκεψη Γιουγκοσλάβου αξιωματούχου στην Αθήνα, ο πρωθυπουργός Ανδρέας Παπανδρέου φέρεται να είχε πει τα εξής: «Η Ελλάδα σέβεται την ομόσπονδη δομή της Γιουγκοσλαβίας και αποδέχεται ότι υπάρχει Μακεδονικό έθνος στη χώρα σας…», αλλά αρνήθηκε σε αυστηρό τόνο ότι υπάρχει «Μακεδονική μειονότητα στην Ελλάδα».[11] Το 1986, σε ομιλία του στο Δ΄ Σώμα Στρατού, ο Παπανδρέου εξήγησε: «Εμείς δεν προσπαθούμε να δώσουμε οδηγίες ή να πιέσουμε τη Γιουγκοσλαβία να μη χρησιμοποιεί τον όρο “Μακεδών” χωρίς να αναφέρεται ταυτόχρονα σε εθνότητα. Δικαίωμά τους είναι σαν χώρα ανεξάρτητη να κάνουν ό,τι θέλουν στον τόπο τους. Αλλά είναι αδύνατο να δεχθούμε τη δικιά τους παρέμβαση στη χώρα μας».[12]

Τον Αύγουστο του 1991, στο «Memorandum on Yugoslav Macedonia» που παρέδωσε στους Ευρωπαίους ομολόγους του ο τότε υπουργός Εξωτερικών Α. Σαμαράς, χρησιμοποιούνται ακόμη οι όροι «Γιουγκοσλαβική Μακεδονία» και «Σλαβο-Μακεδόνες».[13] Μετά τη στροφή Σαμαρά σε απόλυτες θέσεις στις αρχές του 1992 και την εθνική εκστρατεία κατά της αναγνώρισης της Δημοκρατίας της Μακεδονίας, η αμφισβήτηση της εθνικής συγκρότησης των Μακεδόνων αποτελεί εθνική γραμμή (σε σημείο που υποστηρίζεται πλέον ακόμη και από το ΚΚΕ).

Η άρνηση της μακεδονικής ταυτότητας εκ μέρους της Ελλάδας συνδέεται κυρίως με το ταμπού της σλαβοφωνίας στην ελληνική Μακεδονία,[14] την αντίστοιχη (σλαβο-)μακεδονική εθνοτική ταυτότητα μέρους των πολιτών στη χώρα μας[15] και τον φόβο ανακίνησης του μειονοτικού ζητήματος, που υποβόσκει χωρίς να ομολογείται.[16]

Η διεκδίκηση αναγνώρισης μειονότητας «εθνικά Μακεδόνων» στην Ελλάδα παραμένει εξαιρετικά μειοψηφική, αλλά υπαρκτή. Το πολιτικό κόμμα Ουράνιο Τόξο / Винозито διεκδικεί μειονοτικά δικαιώματα, χωρίς όμως να θέτει σε καμία περίπτωση θέμα απόσχισης.[17] Ενδιαφέρον έχει ότι συγκέντρωσε τον μεγαλύτερο αριθμό ψήφων την περίοδο έντασης του Μακεδονικού, στις ευρωεκλογές του 1994, όταν οι πιέσεις έναντι των Ελλήνων σλαβόφωνων Μακεδόνων είχαν οδηγήσει την τοπική κοινωνία της Δυτικής Μακεδονίας σε ακραία πόλωση. Έκτοτε έχασε τη δυναμική του. Ωστόσο αντιμετωπίζεται από την ελληνική πολιτεία και τα ΜΜΕ φοβικά και έχει δαιμονοποιηθεί ως φορέας «εγκάθετων» ξένης προπαγάνδας, κοινώς ως «πράκτορες των Σκοπίων».

Η Ελλάδα συνεχίζει να αρνείται να αναγνωρίσει εθνικές ή εθνοτικές μειονότητες, παρά τις σχετικές προβλέψεις των διεθνών και ευρωπαϊκών συνθηκών και διακηρύξεων. Στα ΜΜΕ, πολλά δημοσιεύματα κατήγγειλαν ως εικαζόμενη συνέπεια της Συμφωνίας την αναγνώριση μακεδονικής μειονότητας, λόγω της αναγνώρισης από την Ελλάδα «μακεδονικής εθνότητας». Η εύλογη ένσταση είναι πως, ακόμα κι αν υπήρχε ισχυρή μειονοτική τάση μεταξύ των σλαβόφωνων Μακεδόνων της Ελλάδας, η ονομασία, δηλαδή το αν το γειτονικό έθνος αναγνωριζόταν ως Σλαβομακεδόνες, Βορειομακεδόνες ή άλλως, δεν θα έπαιζε κανέναν ρόλο.

Το φάντασμα της Μεγάλης Μακεδονίας

Ομολογουμένως, οι φόβοι της ελληνικής πλευράς δεν είναι ιστορικά αβάσιμοι. Προέρχονται από τη μακρά σειρά συγκρούσεων για την επέκταση του ελληνικού κράτους προς Βορρά, από τις δυσκολίες αφομοίωσης των αλλόφωνων πληθυσμών της Μακεδονίας και της Θράκης, από την εμπειρία της βουλγαρικής επέκτασης και κατοχής τμημάτων της ελληνικής επικράτειας, από το τραύμα του Εμφυλίου και τα σχέδια του Τίτο για την ενσωμάτωση της ελληνικής Μακεδονίας στη βαλκανική ομοσπονδία. Οι φόβοι αυτοί δεν φαίνονται ωστόσο να δικαιολογούνται στη σημερινή περίοδο. Οι όποιες εδαφικές διεκδικήσεις έχουν άλλωστε πάψει μετά τη δεκαετία του 1950. Το φάντασμα της Μεγάλης Μακεδονίας συνεχίζει όμως να στοιχειώνει την Ελλάδα.

Πέρα από τα συνθήματα για τον Μεγαλέξανδρο και τους Αρχαίους Μακεδόνες, το πραγματικό διακύβευμα εντοπίζεται στον λεγόμενο «αλυτρωτισμό» της πΓΔΜ. Αν και η ρητορική του Μακεδονικού ανακυκλώνει εν γένει ένα παλαιό λεξιλόγιο, ο όρος αυτός είναι όψιμος. Τα έτη 1990-91, τα ΜΜΕ έγραφαν ότι η Γιουγκοσλαβία έθετε «θέμα μειονότητας», ενώ δημοσιογράφοι και πολιτικοί αναφέρονταν ρητά στο μειονοτικό ζήτημα. Οι αναφορές στη μειονοτική διάσταση του Μακεδονικού έπαυσαν μετά το 1992, όταν ο δημόσιος λόγος ευθυγραμμίστηκε πλήρως με τις οδηγίες του ΥΠΕΞ επί Σαμαρά.[18] Έκτοτε, η πολιτική ηγεσία και τα ΜΜΕ κατήγγελλαν τις «επεκτατικές βλέψεις» του νέου κράτους, ενώ άρχισε να χρησιμοποιείται ο όρος «αλυτρωτισμός», ο οποίος όμως γενικεύτηκε μετά το 2008.

Στην πραγματικότητα, εφόσον οι μειονοτικές διεκδικήσεις δεν μπορούν να εμφανιστούν πειστικά ως απειλή, αλλά ούτε οι καταγγελίες για εδαφικές διεκδικήσεις πείθουν τους διεθνείς συνομιλητές (λόγω του τελείως άνισου συσχετισμού δυνάμεων μεταξύ των δύο πλευρών), προτιμήθηκε η έννοια «αλυτρωτισμός», καθώς συσχέτιζε τις δύο προηγούμενες με τρόπο που παρέπεμπε σε έναν παρωχημένο εθνικισμό. Πόσο ακριβής είναι όμως ο όρος αυτός σε αυτή την περίπτωση; Αλυτρωτισμός σημαίνει να έχει ένα κράτος βλέψεις εδαφικής επέκτασης με στόχο (ή πρόσχημα) την απελευθέρωση «αλύτρωτων» ομοεθνών. Η διεκδίκηση μειονοτικών δικαιωμάτων δεν δηλώνει αλυτρωτισμό, όταν δεν συνοδεύεται από εδαφικές διεκδικήσεις. Αντιθέτως, η μειονοτική προστασία είναι διεθνώς αναγνωρισμένο δικαίωμα. Εξ ου και τα ελληνικά επιχειρήματα δεν πείθουν σε διεθνές επίπεδο.

Το θέμα των σλαβόφωνων Μακεδόνων στην Ελλάδα και των πολιτικών προσφύγων του Εμφυλίου εκεί[19] είναι βεβαίως ένα ζήτημα που θίγεται συχνά και ασκεί πολιτική πίεση προς τις κυβερνήσεις της Βόρειας Μακεδονίας. Οι οικογένειες των προσφύγων, οι λεγόμενοι «Αιγαιάτες», υπολογίζονται σε πάνω από 150.000 άτομα. Οι περισσότεροι διατηρούν επαφή με τους συγγενείς τους στην ελληνική Μακεδονία, παρότι δεν τους επιτρέπεται η επιστροφή στα χωριά καταγωγής τους. Η απαγόρευση επαναπατρισμού των μη «Ελλήνων το γένος», που διατηρείται εν ισχύ όλες αυτές τις δεκαετίες, συντηρεί μια τραυματική σχέση των ανθρώπων αυτών με την Ελλάδα.

Οι διαδοχικές κυβερνήσεις προσπαθούν ωστόσο να κρατούν ισορροπίες και να μη δυναμιτίζουν το κλίμα με την Ελλάδα. Η πρώτη και τελευταία φορά, μετά την ανεξαρτησία της χώρας, που τέθηκε επισήμως θέμα αναγνώρισης μειονότητας και επιστροφής περιουσιών ήταν το 2008 από τον τότε πρωθυπουργό Νίκολα Γκρούεφσκι, σε μια επιστολή του προς τον Έλληνα πρωθυπουργό Κώστα Καραμανλή,[20] ως απάντηση στο βέτο του Βουκουρεστίου.

Το αφήγημα της ενιαίας Μακεδονίας που διαμελίστηκε

Το στοιχείο που αποδεικνύει ως επί το πλείστον την υποτιθέμενη απειλή κατά της Ελλάδας είναι οι χάρτες της Μεγάλης Μακεδονίας.[21] Πράγματι, τέτοιοι χάρτες διακινούνται ευρέως σε εθνικιστικές σελίδες στο διαδίκτυο, αλλά επίσης κοσμούν δημόσια κτίρια, βιβλία, σχολικά εγχειρίδια και αναρτώνται σε πολιτικές ή πολιτιστικές εκδηλώσεις. Η Συμφωνία των Πρεσπών (άρθρο 8.5) προβλέπει αυτά τα ζητήματα να διευθετηθούν από τη Μεικτή Επιτροπή Εμπειρογνωμόνων για ιστορικά θέματα, που έχει ήδη αρχίσει τις εργασίες της. Τι ακριβώς σημαίνουν όμως οι χάρτες αυτοί από τη σκοπιά των γειτόνων; Πώς νοηματοδοτούνται και ποιους εκπροσωπούν;

Η απεικόνιση της λεγόμενης «ιστορικής» ή «εθνοτικής» Μακεδονίας σε χάρτες και σύμβολα είναι τμήμα της εθνικής κουλτούρας στη Βόρεια Μακεδονία. Ο διαμελισμός της υποτιθέμενα ενιαίας αυτής Μακεδονίας και κατ’ επέκταση του «Μακεδονικού λαού» με τη Συνθήκη του Βουκουρεστίου το 1913 αποτελεί έναν από τους ιδρυτικούς μύθους του μακεδονικού έθνους. Ο διαμοιρασμός των οθωμανικών εδαφών της Μακεδονίας μεταξύ της Ελλάδας (52%), της Σερβίας (38%), της Βουλγαρίας (9%) και της Αλβανίας (1%) θεωρείται ιστορική αδικία και βιώνεται ως εθνικό τραύμα.

Ο Τ. Τσεπρεγκάνοβ (Todor Chepreganov) γράφει σχετικά στην επίσημη Ιστορία του Μακεδονικού Λαού: «Η συμφωνία αυτή για πάνω από 100 χρόνια προσλαμβανόταν από τον Μακεδονικό λαό σαν συνώνυμο του εθνοτικού και εδαφικού μαρτυρίου (διαχωρισμού στα τέσσερα) της Μακεδονίας. Ήταν ένα τραγικό τέλος για την ολότητα της Μακεδονίας, αλλά και για τις σχέσεις μεταξύ των Βαλκανικών λαών».[22] Σύμφωνα με άλλη πηγή, οι νικητές των Βαλκανικών Πολέμων «δεν έλαβαν υπόψη τους την «εθνοτική, πολιτική και οικονομική ενότητα της περιοχής».[23]

Με αντίστοιχους όρους, τη διαίρεση της Μακεδονίας είχε καταγγείλει ήδη το 1913 ο Ντιμίτριγια Τσούποβσκι (Dimitrija Ĉupovski), λόγιος και πρωτοπόρος του μακεδονικού εθνικού κινήματος. Παραλληλίζοντας την απόφαση του Βουκουρεστίου με σολομώντεια λύση, ο Τσούποβσκι έγραψε: «το ζωντανό σώμα ενός ολόκληρου λαού κόβεται σε τρία ή τέσσερα κομμάτια».[24] Ως συνέπεια της εδαφικής διαίρεσης και της αποτυχίας δημιουργίας ανεξάρτητης Μακεδονίας, τα ιστορικά βιβλία καταγγέλλουν τις αυταρχικές πολιτικές αφομοίωσης των Μακεδόνων από την Ελλάδα, τη Σερβία και τη Βουλγαρία.[25]

Οι αναφορές στο θέμα αυτό αποτελούν κοινό τόπο στον πολιτικό λόγο, κυρίως από τους εκπροσώπους της εθνικιστικής Δεξιάς. Το 2014 ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας Γκιόργκι Ιβάνοφ ανέφερε χαρακτηριστικά: «Το εθνικό Μακεδονικό επαναστατικό κίνημα διαλύθηκε και η Μακεδονία και ο Μακεδονικός λαός διαμελίστηκαν στους Βαλκανικούς Πολέμους του 1912 και 1913».[26]

Τα όρια της εν λόγω γεωγραφικής περιοχής (ο Όλυμπος προς Νότο, ο Νέστος ανατολικά και το όρος Σάρος προς Βορρά) είναι αυτά που απεικονίζονται σε χάρτες του τέλους του 19ου αιώνα (Bianconi 1885, Meinhard 1892, Νικολαΐδης 1899, Kančev 1900 κ.ά.)[27] και αντιστοιχούν στη λεγόμενη «Μείζονα Μακεδονία» της ελληνικής ιστοριογραφίας. Αυτό που δεν ομολογείται συνήθως είναι πως αυτή η περιοχή δεν υπήρξε ποτέ ούτε ως κράτος ούτε ως διοικητική περιφέρεια, ότι τα όριά της είναι συμβατικά, κυρίως δε ότι, εκτός των σλαβοφώνων, ζούσαν πλείστοι άλλοι πληθυσμοί και ότι οι (Σλάβοι) Μακεδόνες με συγκροτημένη εθνική συνείδηση ήταν λίγοι την εποχή εκείνη. Ο όρος «μακεδονικός λαός», που χρησιμοποιούσε η ΕΜΕΟ για να συσπειρώσει το σύνολο των πληθυσμών της περιοχής, ταυτίζεται αναχρονιστικά με το μεταγενέστερο μακεδονικό έθνος.

Ωστόσο, με την εξαίρεση ακραίων εθνικιστών, ο χάρτης αυτός σήμερα δεν δηλώνει επεκτατική ή αναθεωρητική διάθεση· χρησιμοποιείται για να υπενθυμίσει τις «χαμένες πατρίδες» κατά την ελληνική έκφραση, το ιστορικό εύρος ενός έθνους εν δυνάμει μεγάλου που «συρρικνώθηκε», παραπέμπει σε ένα εθνικό αφήγημα θυματοποίησης που δικαιολογεί τη μικρή έκταση του κράτους και ταυτόχρονα στοιχειοθετεί τις διεκδικούμενες μειονότητες στις γειτονικές χώρες. Δεν διαφέρει δηλαδή από τους χάρτες της Ελλάδας «των 2 ηπείρων και των 5 θαλασσών», που περιλαμβάνονται στα ελληνικά σχολικά βιβλία.

Ο καταγωγικός μύθος και η αλλαγή παραδείγματος

Μία από τις πιο κρίσιμες προβλέψεις της Συμφωνίας των Πρεσπών (άρθρο 7.4) είναι η διευκρίνιση του «σλαβικού» χαρακτήρα της γλώσσας και της καταγωγής των Μακεδόνων της Βόρειας Μακεδονίας. Η απόπειρα να ρυθμιστούν ζητήματα ιστορικά και εθνολογικά με μια διεθνή συμφωνία δεν έχει προηγούμενο. Είναι μια ενδιαφέρουσα πρόβλεψη, η οποία αποτυπώνει την ιδιαιτερότητα του Μακεδονικού ζητήματος: το γεγονός δηλαδή ότι η διαφορά είχε επικεντρωθεί τις τελευταίες δεκαετίες σε ζητήματα ταυτότητας, καταγωγής και ιστορικών αφηγήσεων.

Δεν υπάρχει αμφιβολία πως οι σχετικές αντιπαραθέσεις δεν θα κοπάσουν σε επίπεδο κοινωνικό και ακαδημαϊκό – η ελευθερία του λόγου και της έρευνας δεν μπορεί άλλωστε να περιοριστεί. Η δέσμευση όμως του γειτονικού κράτους πως διαχωρίζει την ιστορία της Βόρειας Μακεδονίας από αυτήν της ελληνικής αρχαιότητας θα ισχύει σε επίσημο επίπεδο. Αυτό αποτελεί αναμφίβολα μια διασφάλιση ως προς τις ελληνικές ανησυχίες για τον «σφετερισμό της αρχαίας μακεδονικής κληρονομιάς».

Στο εσωτερικό της γειτονικής χώρας, όμως, το άρθρο αυτό προκαλεί αντιδράσεις. Την προηγούμενη δεκαετία, επί VMRO-DPMNE και Νίκολα Γκρούεφσκι, είχαν επικρατήσει η τάση «εξαρχαϊσμού» και η θεωρία περί εθνικής συνέχειας με τους αρχαίους Μακεδόνες. Αντίθετα, η Συμφωνία των Πρεσπών επικυρώνει την ιστοριογραφική τάση που ενστερνίζονται η κυβέρνηση Ζάεφ και η Σοσιαλδημοκρατική Ένωση (SDSM), ακολουθώντας τη γιουγκοσλαβική παράδοση, δηλαδή την παραδοχή της σλαβικής προέλευσης του μακεδονικού λαού. Οι δύο αυτές τάσεις τροφοδοτούσαν μια μείζονα ιστοριογραφική, πολιτική και ταυτοτική σύγκρουση μετά την ανεξαρτησία της χώρας.[28]

Τα χρόνια κυριαρχίας του Γκρούεφσκι, ο χαρακτηρισμός «Σλάβοι» έφτασε να θεωρείται προσβλητικός. Το 2012, ο εκπρόσωπος της ΕΕ στη χώρα, Άιβο Oράβ, αναγκάστηκε να απολογηθεί, μετά από απαίτηση του Προέδρου Ιβάνοφ, επειδή είχε χρησιμοποιήσει τον όρο «Slav Macedonians» σε αντιδιαστολή με τους Αλβανούς της πΓΔΜ.[29] Η επίσημη ανακοίνωση κατηγορούσε τον Ευρωπαίο αξιωματούχο για άρνηση του δικαιώματος αυτοπροσδιορισμού του μακεδονικού λαού.

Συνεπώς, η επιστροφή των Σοσιαλδημοκρατών του Ζάεφ στη «σλαβικότητα» αποτελεί μια αλλαγή προσανατολισμού στη συζήτηση περί εθνικής ταυτότητας. Η στροφή αυτή έχει την υποστήριξη της μεγάλης πλειοψηφίας του πληθυσμού, που είτε δεν είχε πεισθεί από το αφήγημα της αρχαίας καταγωγής είτε κουράστηκε από τις υπερβολές του καθεστώτος Γκρούεφσκι. Παραμένει ωστόσο μια αλλαγή πρόσφατη σε ένα πλαίσιο συνεχών αναθεωρήσεων, οι οποίες έχουν δημιουργήσει στους πολίτες σύγχυση και ανασφάλεια.[30]

Η επικύρωση της Συμφωνίας και η επόμενη μέρα

Η πολιτική διαδικασία ψήφισης της Συμφωνίας των Πρεσπών από τα Κοινοβούλια των δύο χωρών αποδείχθηκε δύσκολη, και εν μέρει αμφισβητήθηκε μετά τις αποσκιρτήσεις βουλευτών και τις εικασίες πιέσεων και συναλλαγών. Αυτά όλα ήταν συνέπεια της ακραίας πόλωσης μεταξύ των κυβερνήσεων και όσων υποστήριζαν τη Συμφωνία, από τη μία, και, από την άλλη, των αντιπολιτευόμενων κομμάτων και πολιτικών που κατήγγειλαν τον συμβιβασμό με όρους «εκχώρησης», «παράδοσης» και «εθνικής προδοσίας».

Η οξεία αντίδραση των αντιπολιτεύσεων και η εκ μέρους τους ενθάρρυνση κινητοποιήσεων, με τη συμμετοχή ακραίων εθνικιστών και, στην περίπτωση της Ελλάδας, ακροδεξιών οργανώσεων, θα τροφοδοτήσει για καιρό την απόρριψη της Συμφωνίας από μεγάλο μέρος των πολιτών. Ωστόσο, μακροπρόθεσμα, τα οφέλη της προσέγγισης και η διαπίστωση πως οι απειλές ήταν διογκωμένες έως και ανυπόστατες αναμένεται να μετριάσουν την αρνητική στάση της κοινής γνώμης.

Στη Βόρεια Μακεδονία, όμως, το τραύμα της επιβεβλημένης από έξω αλλαγής του ονόματος μπορεί να υποθάλπει ένα αίσθημα πικρίας και ήττας, το οποίο η ένταξη στο ΝΑΤΟ και η υπόσχεση ένταξης στην ΕΕ δεν μπορούν απολύτως να αντισταθμίσουν. Δεν αποκλείεται επίσης μια μέλλουσα δεξιά κυβέρνηση να επιχειρήσει μια μερική άτυπη επιστροφή στους ισχυρισμούς περί αρχαίας καταγωγής. Οι βασικές προβλέψεις της Συμφωνίας όμως δεν μπορούν να παρακαμφθούν.

Η μόνη εγγύηση για την εφαρμογή και τον σεβασμό της Συμφωνίας των Πρεσπών σε βάθος χρόνου και ευρύτερα για την εξάλειψη κάθε απειλής είναι η εξομάλυνση των σχέσεων μεταξύ των δύο χωρών, η συνεργασία σε οικονομικό επίπεδο και η δραστηριοποίηση των εκπαιδευτικών, πολιτιστικών και κοινωνικών φορέων, των περιβαλλοντικών οργανώσεων, των τοπικών κοινωνιών και κάθε άλλης συλλογικότητας με στόχο την προσέγγιση και την ανάπτυξη δεσμών. Κατά τα άλλα, όπως είχε πει χαριτολογώντας ο Ζάεφ, η μόνη εισβολή που ονειρεύονται οι πολίτες της Βόρειας Μακεδονίας είναι η καλοκαιρινή μαζική έξοδος για διακοπές στις ελληνικές παραλίες.

Αντί επιλόγου, παραθέτω τις σκέψεις του σπουδαίου Μακεδόνα ιστορικού Ιβάν Κατάρτζιεφ (Ivan Katardjiev, 1926-2018), που σε μεγάλη ηλικία είχε το σθένος να αντιτεθεί στην αναθεώρηση της ιστορίας από το δεξιό και αντι-κομμουνιστικό VMRO-DPMNE, και πέθανε τον περασμένο Δεκέμβρη:

Δεν υπάρχει χώρα ή έθνος στα Βαλκάνια που να μη ζει με αυταπάτες για εθνικά ιδανικά που δεν πραγματοποιήθηκαν, για εθνικές μειονότητες που κινδυνεύουν, για ιστορικά δίκαια και άλυτα εθνικά ζητήματα. Πρόκειται για έναν εφιάλτη που δεν οδηγεί πουθενά.

Μπορούμε να απελευθερωθούμε από την κληρονομιά της ιστορίας, που μας παρασέρνει πίσω στο παρελθόν; Αν και μοιάζει δύσκολο, σχεδόν ακατόρθωτο, η διέξοδος για να βγούμε από τον φαύλο κύκλο είναι να στοχεύσουμε προς το μέλλον. […] Το μέλλον των Βαλκανίων βρίσκεται αναμφίβολα στο να ακολουθήσουμε το παράδειγμα της Ευρώπης μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, σε μια απόλυτη ρήξη με τους μύθους του παρελθόντος».[31]

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

1. Βλ. σχετικά: Léonidas Embiricos, «Kilkis 1913: Territoire, Population et Violence en Macédoine», European Journal of Turkish Studies, 12  (2011), στο http://journals.openedition.org/ejts/4486· Tassos Kostopoulos, «How the North was Won», European Journal of Turkish Studies, 12 (2011), στο http://journals.openedition.org/ejts/4437· Vemund Aarbakke, Ethnic Rivalry and the Quest for Macedonia 1870-1913, East European Monographs, Νέα Υόρκη 2003· Βασίλης Γούναρης, «Οι Σλαβόφωνοι της Μακεδονίας: η πορεία της ενσωμάτωσης στο ελληνικό εθνικό κράτος, 1870-1940», στο Κ. Τσιτσελίκης, Δ. Χριστόπουλος (επιμ.), Το μειονοτικό φαινόμενο στην Ελλάδα, Κριτική, Αθήνα 1997, σ. 73-118· Γιώργος Αγγελόπουλος, «Από τον Έλληνα ως πρόσωπο στο πρόσωπο ως Έλληνα: μια ανθρωπολογική ανάγνωση της διαδικασίας συγκρότησης εθνικών ταυτοτήτων στην αγροτική Μακεδονία του τέλους του 19ου – αρχές 20ού αιώνα», Ελληνική Επιθεώρηση Πολιτικής Επιστήμης, 9 (1997), σ. 42-64.

2. Βλ. Τάσος Κωστόπουλος, «Το έθνος ως κόμμα, το κόμμα ως έθνος», Εφημερίδα των Συντακτών, φάκελος: «Το φάντασμα της Ιστορίας», 9 Σεπτεμβρίου 2018.

3. Ο όρος αποδίδει στα ελληνικά την έννοια του «issue culture» που παραπέμπει στο σύνολο των βασικών επιχειρημάτων, στερεοτύπων, συμβόλων και αναφορών με τα οποία είναι συνδεδεμένο ένα δημόσιο θέμα. Βλ. W. Gamson / A. Modigliani, «Media Discourse and Public Opinion on Nuclear Power: a Constructionist Approach», American Journal of Sociology, 95 (1989), αρ. 1, σ. 1-2.

4. Βλ. Αθηνά Σκουλαρίκη, «Το ζήτημα του ονόματος και η μεταστροφή της ελληνικής πολιτικής στο Μακεδονικό 1990-1992», Εποχή, Αφιέρωμα: «Μακεδονικό», 4 Φεβρουαρίου 2018, σ. 14.

5. Βλ. Σπύρος Καράβας, Οι Μακεδονίες των άλλων, Βιβλιόραμα, Αθήνα 2018.

6. Βλ. ενδεικτικά το κείμενο του ελληνικού υπουργείου Εξωτερικών «Memorandum on Yugoslav Macedonia», 27 Αυγούστου 1991, όπως παρατίθεται στο Θεόδωρος Σκυλακάκης, Στο όνομα της Μακεδονίας, Ελληνική Ευρωεκδοτική, Αθήνα 1995, παράρτημα Ι, σ. 257-260.

7. Όλος ο λόγος του Ιβάνοφ στην επίσημη ιστοσελίδα της Προεδρίας της Δημοκρατίας: http://pretsedatel.mk/en/media-centre/speeches/5333.html/.

8. Τροπολογία 4 (amendment IV) του άρθρου 1. Το Σύνταγμα της χώρας βρίσκεται αναρτημένο στα αγγλικά στην ιστοσελίδα του Κοινοβουλίου (οι αναθεωρημένες διατάξεις παρατίθενται στο τέλος): https://www.sobranie.mk/the-constitution-of-the-republic-of-macedonia.nspx.

9. Βλ. Τάσος Κωστόπουλος, Η απαγορευμένη γλώσσα: κρατική καταστολή των σλαβικών διαλέκτων στην ελληνική Μακεδονία, Μαύρη Λίστα, Αθήνα 2000· Γιώργος Καλπαδάκης, Το Μακεδονικό ζήτημα 1962-1995, Καστανιώτης, Αθήνα 2012.

10. Το σχετικό αρχείο δημοσιεύτηκε στο βιβλίο του Σκυλακάκη, Στο όνομα, ό.π., σ. 25.

11. Μαρτυρία του Αλεξάνταρ Γκρλίτσκοφ ([Aleksandar Grlichkov] μέλους της Εκτελεστικής Γραμματείας της Κεντρικής Επιτροπής της Ένωσης Κομμουνιστών Γιουγκοσλαβίας, προέδρου της Επιτροπής Διεθνούς Συνεργασίας και πρώην πρωθυπουργού της Σοσιαλιστικής Δημοκρατίας της Μακεδονίας) σχετικά με τη συνάντησή του με τον Α. Παπανδρέου στις 28 Απριλίου 1983, παρατίθεται στο Ivan Katardjiev, Macedonia and its neighbours, Menora, Σκόπια 2001, σ. 42. Μάλιστα, σύμφωνα με τον Γκρλίτσκοφ, ο Έλληνας πρωθυπουργός αντιπαρέβαλε τη θέση της Ελλάδας με αυτήν της Βουλγαρίας, που δεν αναγνώριζε ξεχωριστό μακεδονικό έθνος.

12. «Είναι δηλαδή αδύνατο να δεχθούμε να μιλούν για μακεδονική μειονότητα στην ελληνική Μακεδονία και να αναφέρονται σε καταπιέσεις και περιορισμούς», κατέληξε ο Παπανδρέου. Δελτίο ειδήσεων ΕΡΤ1, 15 Μαΐου 1986, Αρχείο ΕΡΤ∙ αναφέρεται στο Εμμανουήλ Εμμανουηλίδης, «Η ελληνική εξωτερική πολιτική στα Βαλκάνια 1974-1989», διδακτορική διατριβή, ΑΠΘ, 2014, σ. 290.

13. Παρατίθεται στο Σκυλακάκης, Στο όνομα, ό.π., σ. 257-260.

14. Βλ. Αλεξάνδρα Ιωαννίδου, «Οι σλαβικές διάλεκτοι στη Μακεδονία», στο Εμπειρίκος / Ιωαννίδου / Καραντζόλα / Μπαλτσιώτης / Μπέης / Χριστόπουλος (επιμ.), Η γλωσσική ετερότητα στην Ελλάδα, Αλεξάνδρεια, Αθήνα 2001, σ. 141-145· Anastasia Karakasidou, «Cultural Illegitimacy in Greece: The Slavo-Macedonian “Non-Minority”», στο R. Clogg (επιμ.), Minorities in Greece: Aspects of a Plural Society, Hurst, Λονδίνο 2002, σ. 122-164· Μαρίκα Ρόμπου-Λεβίδη, Επιτηρούμενες ζωές: μουσική, χορός και διαμόρφωση της υποκειμενικότητας στη Μακεδονία, Αλεξάνδρεια, Αθήνα 2016· Μαρία Γιαννησοπούλου, «Η ανθρωπολογική προσέγγιση. Αλμωπία: παρελθόν, παρόν και μέλλον», στο E.K.K.E., Μακεδονία και Βαλκάνια, Αλεξάνδρεια, Αθήνα 1998, σ. 330-426.

15. Βλ. Κωστόπουλος, Η απαγορευμένη γλώσσα, ό.π.· Ευάγγελος Κωφός, «Ελληνικό κράτος και μακεδονικές ταυτότητες (1950-2005)», στο Ι. Στεφανίδης / Βλ. Βλασίδης / Ε. Κωφός (επιμ.), Μακεδονικές ταυτότητες στο χρόνο: διεπιστημονικές προσεγγίσεις, Πατάκης, Αθήνα 2008, σ. 355-418.

16. Βλ. Λεωνίδας Εμπειρίκος / Αθηνά Σκουλαρίκη, «Ο “αλυτρωτισμός των Σκοπίων” ή η αποσιωπημένη μειονοτική διάσταση του Μακεδονικού», Κυριακάτικη Αυγή, «Ενθέματα», 20 Απριλίου 2008· Κωστόπουλος, Η απαγορευμένη, ό.π.· Αλέξης Ηρακλείδης, Το Μακεδονικό ζήτημα 1878-2018, Θεμέλιο, Αθήνα 2018, σ. 151-160.

17. Ενδεικτικά, βλ. Ουράνιο Τόξο, «Μια ημιτελής συμφωνία», Δελτίο Τύπου, 18 Ιουνίου 2018: «Από την αρχή της πολιτικής της δραστηριότητας, η ΕΕΣ-Ουράνιο Τόξο έχει αποκηρύξει τις λογικές των “μητέρων-πατρίδων”. Ενεργούμε ως Έλληνες πολίτες που επιδιώκουν μέσω των μειονοτικών δικαιωμάτων που μας στερεί το ελληνικό κράτος να συμβάλλουμε στον εκδημοκρατισμό του. Ένα από τα βασικά, αν όχι το βασικότερο, βήματα είναι η ειλικρινής και πλήρης –άνευ αστερίσκων και κωμικοτραγικών δηλώσεων– αναγνώριση της σύγχρονης μακεδονικής εθνικής ταυτότητας. Μόνο τότε θα μπορέσει η χώρα μας να γίνει μια ευρωπαϊκή δημοκρατία». Στο http://www.florina.org/news/2018/june18_g.asp.

18. Βλ. Α. Σκουλαρίκη, «Ο δημόσιος λόγος για το έθνος με αφορμή το Μακεδονικό (1991-1995): πλαίσιο, αναπαραστάσεις και ΜΜΕ», στο Μ. Κοντοχρήστου (επιμ.), Ταυτότητα και Μέσα Μαζικής Επικοινωνίας στη σύγχρονη Ελλάδα, Παπαζήσης, Αθήνα 2007, σ. 61-103.

19. Βλ. Ιάκωβος Μιχαηλίδης, «Σλαβομακεδόνες πολιτικοί πρόσφυγες στη Λαϊκή Δημοκρατία της Μακεδονίας: Μια πρώτη προσέγγιση», Ίστωρ, 13 (2002), σ. 107-124· Miladina Monova, «De l’historicité à l’ethnicité: les Egéens ou ces autres Macédoniens », Balkanologie, τ. V, τχ. 1-2, Παρίσι 2001, σ. 179-197.

20. Παρατίθεται στην ιστοσελίδα της Εταιρείας Μακεδονικών Σπουδών: http://media.ems.gr/to_makedoniko/makd_gruefski_letter_20080710.pdf.

21. Για μια κριτική της τάσης αυτής, βλ. το κείμενο του ιστορικού και πρέσβη Ευάγγελου Κωφού, The Vision of Greater Macedonia: Remarks on FYROM’s New School Textbooks, Μουσείο Μακεδονικού Αγώνα, Θεσσαλονίκη 1994.

22. Todor Chepreganov (επιμ.), History of the Macedonian People, Institute of National History, Σκόπια 2008, σ. 207.

23. Ανυπόγραφο ιστορικό κείμενο αναρτημένο σε εθνικιστικούς ιστότοπους, ενδεικτικά στο http://makedonija.name/history/division-of-macedonia-balkan-wars.

24. Αναφέρεται στο Blaže Ristovski, Macedonia and the Macedonian People, Metodie Korzenski Smilenski – SIMAG, Βιέννη 1999, σ. 227.

25. Βλ. Chepreganov History, ό.π., σ. 217-228· Andrew Rossos, Macedonia and the Macedonians: a History, Hoover Institution Press, Στανφορντ 2008, σ. 131-153· Macedonia and its Relations with Greeces, Council for Research into South-Eastern Europe, MANU, Σκόπια 1993, σ. 71-86.

26. Λόγος του Προέδρου της Δημοκρατίας Γκιόργκι Ιβάνοφ στην επέτειο της ίδρυσης της Εσωτερικής Μακεδονικής Επαναστατικής Οργάνωσης (ΕΜΕΟ), Σκόπια 22 Οκτωβρίου 2014. Στο http://www.president.gov.mk/en/media-centre/speeches/2965-23okt2014.html.

27. Παραδόξως το σχήμα αυτό εισάγουν χάρτες που υποστηρίζουν τις ελληνικές θέσεις, όπως του Bianconi και του Νικολαΐδη. Περί του «πλασματικού» αυτού χάρτη της Μακεδονίας, βλ. Ευάγγελος Λιβιεράτος, Ευρωπαϊκή χαρτογραφία και πολιτική: η περίπτωση της Μακεδονίας, Ζήτη, Θεσσαλονίκη 2013, σ. 139-142. Για το ζήτημα της χρήσης των εθνολογικών χαρτών από τις εθνικές προπαγάνδες στη Μακεδονία, βλ. H. R. Wilkinson, Maps and Politics: Α Review of the Ethnographic Cartography of Macedonia, The University Press, Λίβερπουλ 1951· Σπύρος Καράβας, «Oι εθνογραφικές περιπέτειες του ελληνισμού (1876-1878)», Tα Ιστορικά, 36 (Ιούνιος 2002), σ. 23-74 και 38 (Iούνιος 2003), σ. 49-112. Α. Ηρακλείδης, Το Μακεδονικό, ό.π., σ. 19-79.

28. Σχετικά με την τάση «εξαρχαϊσμού» (antikvizacija) και την πολιτική και ιστοριογραφική αντιπαράθεση, βλ. Α. Ηρακλείδης, Το Μακεδονικό, ό.π., σ. 227-295∙ Α. Σκουλαρίκη, «“Είδαμε τα Σκόπια σαν σε όνειρο…” H μνημειακή αναπαράσταση της εθνικής αφήγησης: ηγεμονικός λόγος και πολιτική αντιπαράθεση για το σχέδιο “Σκόπια 2014”», Σύγχρονα Θέματα, 136 (Ιανουάριος-Μάρτιος 2017), σ. 32-46.

29. EU envoy apologises for calling Macedonians “Slavs”, Euractiv, 20 Νοεμβρίου 2012, στο https://www.euractiv.com/section/enlargement/news/eu-envoy-apologises-for-calling-macedonians-slavs/.

30. Βλ. σχετικά: Σωτήρης Σέρμπος, «Από τη μυθολογία στην πραγματικότητα – Η κόπωση ενός ζαλισμένου λαού», New Post, 1 Οκτωβρίου 2018, στο http://newpost.gr/kosmos/696525/analysh-apo-th-mythologia-sthn-pragmatikothta-h-kopwsh-enos-zalismenoy-laoy.

31. Katardjiev, Macedonia, ό.π., σ. 74.

Η Αθηνά Σκουλαρίκη είναι επίκουρη καθηγήτρια στο Τμήμα Κοινωνιολογίας του Πανεπιστημίου Κρήτης.

Δείτε Επίσης

Comments (2)

  • Κα Σκουλαρικη, λετε: ” Στην Ελλάδα αντιπολίτευση εσκεμμένα συγχέει την ιθαγένεια-ιδιότητα του πολίτη (nationality) με την εθνότητα (ethnicity), προκειμένου να καταγγείλει τη Συμφωνία” ΜΑ Ο κος ΒΟΣΚΟΠΟΥΛΟΣ και το Ουρανιο Τοξο κλπ ΜΙΛΑΝΕ ΓΙΑ “ΕΘΝΙΚΑ ΜΑΚΕΔΟΝΕΣ”, από αυτους τα ακουει η αντιπολιτευση. Και απο τα δικα σας συμφραζομενα προκυπτει μια χαρα οτι εμφανιστηκαν αιφνης, στον 20ο αιωνα, οι “εθνικά μακεδόνες”.

    ΔΕΥΤΕΡΟ: Και τι μας πειραζουν, θα πειτε, οι “εθνικα μακεδόνες”, εφοσον συμφωνα με τις Πρεσπες, δεχονται οτι ειναι σλαβοι και “δεν εχουν σχεση με την ΑΡΧΑΙΑ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ιστορια και παραδοση της βορειας περιοχης του πρωτου μερους”; Χαρηκαμε απότομα! Δεν εχουν σχεση με την αρχαια ελληνικη, μπορει ομως, συνάγεται, να εχουν (και θα εχουν, μην αμφιβαλετε) σχεση με την ΑΡΧΑΙΑ ΜΑΚΕΔΟΝΙΚΗ ιστορια της βορειας περιοχης του πρωτου συμβαλλομενου, αυτο προκυπτει. Δεν το βλεπετε στα αλήθεια ή παριστανετε την αομματη;

    ΤΡΙΤΟ: Και το ζητημα ΔΕΝ ειναι φυσικα η αρχαια ιστορια μονο. Στη νεωτερη ιστορια, συμφωνα με τα εθνολογικα δεδομενα της περιοχης αμεσως μετα την καταρρευση της Οθωμανικης, (που μιλανε οπως ΘΑ γνωριζετε για Ελληνες, Βουλγαρους, Εβραιους κλπ αλλά ΟΧΙ ΦΥΣΙΚΑ για Μακεδονες), εδω ζουν ΚΑΙ ΕΛΛΗΝΕΣ ΜΑΚΕΔΟΝΕΣ με ελληνικη συνειδηση. Βλεπουμε ομως οτι με τη συμφωνια που προπαγανδιζετε, το ονομα “Μακεδονες” και “μακεδονικος” δοθηκαν (ΜΕ ΤΗΝ ΥΠΟΓΡΑΦΗ ΜΑΣ) εξολοκληρου χωρις προσδιορισμο (αυτο το “με επεξηγηση πολιτης της Β. Μακεδονιας” δε τα σχολιαζω) σε μερος του όλου.
    Πολλα ακόμη θα μπορουσα να σχολιασω, αλλά το γεγονος οτι δειχνετε τοση μεγαλη ευαισθησια στα δικαια των “μακεδονων” , αλλά κανονικη αναισθησια στις εθνικες (πραγματικα) ανησυχιες των ελληνων μακεδονων που καθυβριζομαστε “φασιστες και πατριδοκαπηλοι” απο τη συμπολιτευση, με αποθαρρυνει. Τζαμπα κοπος, οι αποφασεις εληφθησαν αλλού και εσεις τις απλώς τις υπηρετειτε.

  • Εφόσον οι μη εθνικιστές Έλληνες δεχόμαστε ότι η Μακεδονία δεν είναι “μια και Ελληνική” αλλά τέσσερις, τότε τεσσάρων ειδών είναι οι Μακεδόνες και (εφόσον θέλουν και δικαίως να αυτοπροσδιορίζονται εθνικά), αυτό θα έπρεπε να φαίνεται στο εθνικό τους όνομα δηλαδή ότι είναι μέρος μόνο ενός όλου. Επομένως οι ονομασίες ” Μακεδόνας” (πχ για έναν σλαβομακεδονα Έλληνα πολίτη) και “μακεδονικος” (πχ για τη γλώσσα) , έτσι όπως υπογράφτηκαν στις Πρέσπες ΧΩΡΙΣ ΠΡΟΣΔΙΟΡΙΣΜΌ, είναι μία κακή λύση με μεγάλη ουρά, που η αρθρογράφος δυστυχώς την παραβλέπει.

Αφήστε μια απάντηση

ΕΙΔΟΠΟΙΗΣΕΙΣ

Εισάγετε το email σας για να ενημερώνεστε για τα νέα άρθρα