Τχ. 164-165
Νίκος Σιγάλας
Καθώς γράφονται αυτές οι γραμμές, δημοσιεύτηκε η έκθεση της IPC Famine Review Committee (22/8/2025) που διαπιστώνει ότι βρίσκεται σε εξέλιξη λιμοκτονία (φάση 5) στην επαρχία της Γάζας, τη μεγαλύτερη από τις πέντε επαρχίες της Λωρίδας της Γάζας. Η έκθεση προβλέπει ότι τις επόμενες εβδομάδες η λιμοκτονία θα επεκταθεί στις επαρχίες Ντέιρ αλ-Μπάλα και Χαν Γούνις. Υπογραμμίζει, επίσης, ότι «καθώς η λιμοκτονία είναι ανθρωπογενής, μπορεί να σταματήσει και να ανατραπεί. […] Η πείνα όμως είναι παρούσα και εξαπλώνεται ραγδαία. Οποιαδήποτε περαιτέρω καθυστέρηση, ακόμη και για λίγες ημέρες, θα οδηγήσει σε μια εντελώς ανεπίτρεπτη αύξηση της θνησιμότητας λόγω της λιμοκτονίας.»[1]
Το σοβαρότερο διεθνές έγκλημα που το κράτος του Ισραήλ διαπράττει αυτή τη στιγμή είναι αναμφίβολα η παρεμπόδιση παράδοσης ανθρωπιστικής βοήθειας στον πληθυσμό της Γάζας. Το Ισραήλ απαγόρευσε τη λειτουργία της UNRWA,[2] που διέθετε –όπως είναι αναγκαίο– ένα εκτεταμένο δίκτυο διανομής και αλληλεγγύης με τον παλαιστινιακό πληθυσμό και την αντικατέστησε με το εχθρικό προς τον πληθυσμό ισραηλοαμερικανικό ίδρυμα Gaza Humanitarian Foundation (GHF). Ο προβληματικός αυτός οργανισμός, που μονοπωλεί τη διανομή ανθρωπιστικής βοήθειας, είναι μέρος και αίτιο της ανθρωπιστικής κρίσης. Αφενός, από τη στιγμή της εμφάνισής του, φέτος τον Μάιο στη Γάζα, το GHF προκάλεσε έκπληξη εξαιτίας των πολυάριθμων θανάτων Παλαιστινίων από πυροβολισμούς και βομβαρδισμούς δίπλα στα λιγοστά σημεία διανομής, προξενώντας ακραία ανασφάλεια σε αυτούς που χρειάζονταν βοήθεια.[3] Αφετέρου, η ανθρωπιστική βοήθεια που διανέμει κρίνεται από τις διεθνείς οργανώσεις πολύ κατώτερη από αυτήν που είναι απαραίτητη και χωρίς την κατάλληλη μέθοδο ώστε να αντιμετωπιστεί η λιμοκτονία.
Η «ευρηματικότητα του κακού» −για να παραφράσω τη Χάνα Άρεντ (Hannah Arendt)− δεν σταματά να εκπλήσσει αυτούς που ασχολούνται με τη μαζική βία. Ένα φιλανθρωπικό ίδρυμα κατά τη δράση του οποίου οι αιτούντες βοήθεια πυροβολούνται από τον στρατό ή από φύλακες είναι αποκύημα διεστραμμένου μυαλού: ένα δυστοπικό σενάριο που θυμίζει το μυθιστόρημα της Σούζαν Κόλινς (Susan Collins) και την ταινία Hunger Games. Η δυστοπία βασίζεται συχνά στο αναποδογύρισμα της εμπειρίας, στην αντιστροφή των κανόνων τους οποίους έχουμε συνηθίσει. Μια τέτοια αντιστροφή χαρακτηρίζει πολύ συχνά το ισραηλινό αφήγημα για τον πόλεμο στη Γάζα. Χαρακτηρίζει επίσης και την επίσημη αμερικανική εκδοχή αυτού του αφηγήματος: οι Παλαιστίνιοι πεινάνε γιατί η Χαμάς τούς κλέβει το φαγητό (διά στόματος Ντόναλντ Τραμπ, 27/07/2025). Για να πιστεύει κανείς κάτι τέτοιο, πρέπει να το θέλει πολύ.
Το κείμενο αυτό αναφέρεται στην πρωτοφανή ανθρωπιστική και υλική καταστροφή που έχουν προκαλέσει οι στρατιωτικές επιχειρήσεις του Ισραήλ στη Λωρίδα της Γάζας. Αφού παρουσιαστούν τα βασικά δεδομένα, θα αναφερθώ σε ορισμένες από τις ιδεολογικές, νομικές και πολιτικές τους διαστάσεις, στο ζήτημα του αντισημιτισμού, στην έννοια της γενοκτονίας και στις προβλέψεις (ή μη) του διεθνούς δικαίου. Στη συνέχεια, θα εστιάσω στις τρεις βασικές συνιστώσες του λεγόμενου «παλαιστινιακού ζητήματος»: α) το εποικιστικό έθος που υπήρξε συνυφασμένο με τον πολιτικό σιωνισμό από τα τέλη του 19ου αιώνα μέχρι σήμερα, β) τους διαρκείς εκτοπισμούς πληθυσμών και γ) το παρατεταμένο καθεστώς παράνομης κατοχής των παλαιστινιακών εδαφών από το Ισραήλ. Χωρίς την ιστορική ανάλυση αυτών των τριών παραγόντων η σημερινή κατάσταση στη Γάζα και στη Δυτική Όχθη του Ιορδάνη δεν μπορεί να γίνει κατανοητή.
Οι συνέπειες της στρατιωτικής επιχείρησης του Ισραήλ στη Γάζα
Είναι απαραίτητο να επαναληφθούν εδώ κάποια λίγο έως πολύ γνωστά δεδομένα. Οι στρατιωτικές επιχειρήσεις του Ισραήλ στη Λωρίδα της Γάζας άρχισαν μετά τις επιθέσεις της Χαμάς στις 7 Οκτωβρίου 2023. Οι επιθέσεις εξελίχθηκαν για ώρες χωρίς καμία αντίσταση από τον ισραηλινό στρατό και από τις ισραηλινές υπηρεσίες ασφαλείας, που φαίνεται ότι πιάστηκαν στον ύπνο. Υπήρξε ανεξέλεγκτη βία κατά πολιτών, με αποκορύφωμα τη σφαγή στο Nova Music Festival. Σκοτώθηκαν 1.195 Ισραηλινοί και αλλοδαποί Εβραίοι, στρατιωτικοί και πολίτες, ενώ 250 πιάστηκαν όμηροι.
Στα περίπου δύο χρόνια στρατιωτικών επιχειρήσεων, αποκλεισμού και πείνας που ακολούθησαν, γύρω στις 62.000 Παλαιστινίους είναι σίγουρα νεκροί (έχουν βρεθεί και ταυτοποιηθεί τα πτώματά τους) και πολλές χιλιάδες αγνοούνται (θαμμένοι οι περισσότεροι στα ερείπια). Σύμφωνα με μια ιατρική μελέτη που δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Lancet, ο αριθμός αυτός, που δίνεται από το Υπουργείο Υγείας της Γάζας, είναι υποτιμημένος κατά 40%, ίσως και περισσότερο, λόγω των όλο και λιγότερων μέσων που διαθέτει το υπουργείο.[4] Πρέπει λοιπόν να μιλάμε τουλάχιστον για 86.000 νεκρούς, κυρίως θύματα εναέριων βομβαρδισμών, 30% των οποίων είναι παιδιά.
Η Λωρίδα της Γάζας, μια ιδιαίτερα πυκνοκατοικημένη περιοχή, έχει βομβαρδιστεί με πάνω από 70.000 τόνους εκρηκτικών, περισσότερους δηλαδή από όσους έπεσαν μαζί στη Δρέσδη, στο Αμβούργο και στο Λονδίνο στον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο ή αλλιώς το ισοδύναμο έξι περίπου ατομικών βομβών σαν αυτήν που έπεσε στη Χιροσίμα. Οι αστικές περιοχές έχουν μετατραπεί σε μπάζα, ανάμεσα στα οποία τίποτα δεν αναγνωρίζεται: ορόσημα, δρόμοι, όρια συνοικιών έχουν χαθεί. Μνημεία, νεκροταφεία, τόποι λατρείας, πανεπιστήμια και σχολεία έχουν ισοπεδωθεί, καταστρέφοντας τα ίχνη και το παρόν του πολιτισμού της περιοχής. Το 62% μιας άλλοτε εύφορης και παραγωγικής αγροτικής γης έχει γίνει πια ακατάλληλο για καλλιέργεια. Το μεγαλύτερο μέρος των υποδομών πόσιμου νερού έχει καταστραφεί. Τα νοσοκομεία έχουν βομβαρδιστεί συστηματικά, παρά τις σαφείς απαγορεύσεις του διεθνούς ανθρωπιστικού δικαίου – ελάχιστα λειτουργούν κατά πολύ μικρό μέρος, στερούμενα μέσων. Η εισαγωγή φαρμάκων εμποδίζεται. Σε αυτά τα δύο χρόνια, περισσότεροι από τους μισούς κατοίκους της Λωρίδας της Γάζας έχουν μετατοπιστεί βίαια προς διαφορετικές κατευθύνσεις. Αυτές οι συνθήκες συντελούν στη δραματική αύξηση των έμμεσων απωλειών του πολέμου, που οφείλονται στο μολυσμένο νερό, στην έλλειψη ιατρικής περίθαλψης, στην κακή σίτιση, στη λιμοκτονία. Περαιτέρω μείωση του πληθυσμού προκύπτει από την αδυναμία αναπαραγωγής, φυσικής και υποβοηθούμενης (γύρω στα 4.000 έμβρυα από εξωσωματική γονιμοποίηση καταστράφηκαν από τον βομβαρδισμό κλινικής της Γάζας). Σύμφωνα με μια μελέτη που δημοσιεύτηκε στο Lancet, αν λάβουμε υπόψη μας τις έμμεσες συνέπειες, οι απώλειες από τις στρατιωτικές επιχειρήσεις στη Γάζα ανάγονταν, κατά τις πιο συντηρητικές εκτιμήσεις, στα 186.000 άτομα έως τον Ιούνιο του 2024.[5]
Η μεγάλη αυτή ανθρωπιστική καταστροφή εγείρει σημαντικά ζητήματα διεθνούς δικαίου, που είναι σε τελευταία ανάλυση ζητήματα πολιτικά και ιστορικά. Μπορούμε, για παράδειγμα, να μιλάμε για τον «πόλεμο της Γάζας», εφόσον η Γάζα δεν σταμάτησε να βρίσκεται, σύμφωνα με το διεθνές δίκαιο, υπό την κατοχή του Ισραήλ; Η χρήση της έννοιας πόλεμος είναι, κατά τη γνώμη μου, καταχρηστική: μια κατοχική δύναμη δεν μπορεί να κάνει πόλεμο σε μια περιοχή που βρίσκεται υπό την κατοχή της (θα επανέλθω στο ζήτημα αυτό). Επίσης, κατά το διεθνές ανθρωπιστικό δίκαιο, η κατοχική δύναμη έχει υποχρέωση να προστατεύει τον υπό κατοχή πληθυσμό· το να του επιτίθεται συνιστά έγκλημα πολέμου. Σημαντικοί μελετητές της γενοκτονίας των Εβραίων από τους Ναζί και άλλων γενοκτονιών, όπως ο Ομέρ Μπαρτόβ (Omer Bartov), ο Μαρκ Λεβίν (Mark Levine), ο Ραζ Σεγκάλ (Raz Segal) και o Τανέρ Ακτσάμ (Taner Akçam) υποστήριξαν εξαρχής ότι το Ισραήλ διαπράττει γενοκτονία στη Γάζα. Ωστόσο, το ζήτημα της Γάζας δημιούργησε ρήγματα στο άλλοτε ενιαίο πεδίο των σπουδών γενοκτονίας (genocide studies).[6]
Το επιστημονικό αυτό πεδίο αναπτύχθηκε στις ΗΠΑ από τις δεκαετίες του 1960 και 1970, με έμφαση στη μελέτη του Ολοκαυτώματος με σκοπό να χρησιμοποιηθεί η εμπειρία της πρωτοφανούς αυτής καταστροφής σαν μέτρο σύγκρισης για τη μελέτη και την αποφυγή αντίστοιχων εγκλημάτων στο παρελθόν και το μέλλον. Η δημιουργία του συγκεκριμένου επιστημονικού πεδίου συνέπεσε όμως με την περίοδο μετά τον Πόλεμο των Έξι Ημερών, έπειτα από τον οποίο η εβραϊκή διασπορά των ΗΠΑ συνέδεσε το Ολοκαύτωμα –και την έννοια της γενοκτονίας– με το ισραηλινό κράτος και την ιδεολογία του.[7] Παρότι, τις τελευταίες δεκαετίες, μετά την εμφάνιση των «νέων ιστορικών» του Ισραήλ,[8] ένα μέρος των σπουδών των γενοκτονιών ανέπτυξε κριτική προς το ισραηλινό κράτος, μεγάλο μέρος του πεδίου παρέμεινε προσκολλημένο στο κράτος αυτό, χωρίς να εκφέρει κριτική ούτε καν απέναντι στην ακραία μαζική βία που υφίστανται οι Παλαιστίνιοι τα δύο τελευταία χρόνια, όπως αναφέρει ο Τανέρ Ακτσάμ.[9] Οι αδράνειες του πεδίου υπερνικήθηκαν όμως τελικά και ο Διεθνής Σύλλογος Μελετητών της Γενοκτονίας (International Association of Genocide Scholars) ψήφισε την 1η Σεπτεμβρίου 2025 ένα κείμενο που υποστηρίζει ότι το κράτος του Ισραήλ διαπράττει στη Γάζα εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας, εγκλήματα πολέμου και γενοκτονία.
Από την άλλη πλευρά, οι στρατιωτικές επιχειρήσεις του Ισραήλ στη Γάζα, οι όλο και μεγαλύτερες παραβιάσεις του διεθνούς δικαίου από τις οποίες συνοδεύονται και η ατιμωρησία που απολαμβάνει το Ισραήλ χάρη στην ανοχή και την υποστήριξη των ΗΠΑ υπήρξαν αφετηρία μιας γενικότερης αποχαλίνωσης του ισραηλινού κράτους. Σε ένα είδος φυγής προς τα εμπρός, το Ισραήλ εισέβαλε στον Λίβανο τον Οκτώβριο του 2024, στη Συρία τον Δεκέμβριο του 2024 και, υποστηριζόμενο από τις ΗΠΑ, επιτέθηκε στο Ιράν τον Ιούνιο του 2025 σε μια επίδειξη στρατιωτικής ισχύος. Αφού κατατρόπωσε τη Χεσμπολάχ, κυρίως μέσω δολοφονιών που οργάνωσαν οι μυστικές υπηρεσίες του, επιχείρησε να επαναλάβει την ίδια μέθοδο, με μικρότερη επιτυχία, στο Ιράν, καταφέρνοντας να σπείρει τον πανικό. Στα τέλη του Αυγούστου του 2025, τις μέρες που γράφεται αυτό το κείμενο, αξιοποιώντας και πάλι πληροφορίες της Μοσάντ, ο στρατός του Ισραήλ κατάφερε να δολοφονήσει από αέρος τον πρωθυπουργό και υπουργούς της Χούθι κυβέρνησης της Υεμένης.[10] Κατά τη συνήθειά του, το Ισραήλ παρατείνει παράνομα την παραμονή των στρατευμάτων του στον Λίβανο και στη Συρία, παραβιάζοντας σύνορα και εκεχειρίες και αποσταθεροποιώντας τα καθεστώτα που εγκαθιδρύθηκαν μετά την εισβολή στον Λίβανο.
Φαίνεται πως ο συνασπισμός που βρίσκεται στην κυβέρνηση του Ισραήλ δεν επιθυμεί τη μείωση της πολεμικής δραστηριότητας. Αφενός, η χαλάρωση του καθεστώτος έκτακτης ανάγκης μπορεί να κλείσει την παρένθεση της ατιμωρησίας και να ξαναρχίσουν οι δίκες για διαφθορά. Αφετέρου, ο συνασπισμός αυτός διακατέχεται από μια μεγαλομανία, που αποτυπώνεται στις βιβλικές αναφορές που χρησιμοποιούν τα μέλη του, θεωρώντας ότι η σημερινή συγκυρία τού δίνει τη δυνατότητα να πραγματώσει τους στόχους του Ισραήλ –με τη μαξιμαλιστική μορφή που τις αντιλαμβάνεται– χωρίς να υποκύψει στις δεσμεύσεις που του επέβαλαν μέχρι τώρα οι διεθνείς ισορροπίες. Οι στρατιωτικές επιχειρήσεις στη Γάζα βρίσκονται έτσι στον πυρήνα μια συνολικής πολεμικής σύγκρουσης του Ισραήλ με όλα τα κράτη και τις παραστρατιωτικές οργανώσεις που έχουν εχθρική στάση απέναντί του και αντιτίθενται έμπρακτα στην πολιτική του στη Γάζα. Οι διαδοχικές επιτυχίες του ισραηλινού στρατού, και κυρίως της Μοσάντ, ενισχύουν τη μεγαλομανία της κυβέρνησης. Σε αυτές τις συνθήκες, με δεδομένη την ακλόνητη υποστήριξη των ΗΠΑ, είναι δύσκολο να προβλέψει κανείς πού θα σταματήσουν οι στρατιωτικές επιχειρήσεις. Το σίγουρο είναι ότι οι επιχειρήσεις αυτές προς τους «εξωτερικούς» εχθρούς είναι αλληλένδετες με τις επιχειρήσεις στα κατεχόμενα − οι μεν τροφοδοτούν και καλύπτουν τις δε.
Στις αρχές Αυγούστου του 2025 η κυβέρνηση του Ισραήλ αποφάσισε την πλήρη ανακατάληψη της Λωρίδας της Γάζας, την οποία, ωστόσο, δεν είχε σταματήσει να κατέχει κατά το διεθνές δίκαιο, εφόσον δεν έπαυσε να ελέγχει τα σύνορα, τα τελωνεία, το εμπόριο και τις πηγές ενέργειας. Άρχισε έτσι μια εκτεταμένη στρατιωτική επιχείρηση με αφετηρία την ανακατάληψη της πόλης της Γάζας, αφήνοντας ανοιχτά τα ενδεχόμενα του επανεποικισμού της λωρίδας από Ισραηλινούς Εβραίους και τον εκτοπισμό μέρους ή ολόκληρου του σημερινού πληθυσμού. Την ίδια στιγμή, o υπουργός Οικονομικών του Ισραήλ Μπεζαλέλ Σμότριτς (Bezalel Smotrich), επικεφαλής του κόμματος Θρησκευτικός Σιωνισμός, ενέκρινε την κατασκευή ενός μεγάλου εποικιστικού συγκροτήματος από 3.500 κατοικίες στην κατεχόμενη Δυτική Όχθη, κολλητά στην ανατολική Ιερουσαλήμ, ώστε να «θαφτεί» κατά τα λεγόμενά του «η ιδέα του παλαιστινιακού κράτους».
Παρ’ όλη τη φοβερή τους ένταση, οι στρατιωτικές επιχειρήσεις στη Γάζα δεν είναι ούτε η μεγαλύτερη σφαγή ούτε η μεγαλύτερη ανθρωπιστική καταστροφή που συμβαίνει αυτή τη στιγμή στον πλανήτη μας. Ο εμφύλιος πόλεμος του Σουδάν, που άρχισε επίσης το 2023 και συνεχίζεται χωρίς ανάπαυλα, ξεπερνάει κάθε σύγκριση: 12,3 εκατομμύρια άνθρωποι έχουν εκτοπιστεί, 25 εκατομμύρια δεν έχουν να φάνε, πάνω από 500.000 παιδιά έχουν πεθάνει από την πείνα και εκατοντάδες χιλιάδες πολίτες έχουν εξοντωθεί. Πρόκειται, άλλωστε, και εδώ για την «αναζωπύρωση» μιας χρόνιας «ζώνης συγκρούσεων», οι «αναζωπυρώσεις» της οποίας εκδηλώνονται με το ξέσπασμα ενός εμφυλίου κάθε φορά πιο φονικού – αρχής γενομένης από την ίδρυση του κράτους το 1955 στα όρια της αγγλικής αποικίας.
Ωστόσο, ο πόλεμος στη Γάζα δημιουργεί ασύγκριτα μεγαλύτερες αντιδράσεις, και εντάσεις σε παγκόσμιο επίπεδο. Μάλιστα, οι αντιδράσεις και οι εντάσεις αντικατοπτρίζονται με διαφορετικό τρόπο σε όλο το πολιτικό φάσμα. Ο λόγος δεν είναι μόνο τα ανθρωπιστικά αντανακλαστικά που δικαίως ξυπνά η τραγωδία των ανθρώπων της Γάζας – τα ανθρωπιστικά αντανακλαστικά μας είναι μάλλον ασθενή όταν δεν διεγείρονται επίμονα από τα μέσα ενημέρωσης ή από τα κοινωνικά δίκτυα. Ο λόγος είναι η κεντρική σημασία που έχει η ίδρυση του κράτους του Ισραήλ και το αλληλένδετο με αυτήν παλαιστινιακό ζήτημα για τη λεγόμενη «μεταπολεμική σύμβαση»: τη σύμβαση που προέκυψε μετά το τέλος του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου γύρω από την καταδίκη του ναζισμού και του αντισημιτισμού και το νέο διεθνές δίκαιο που βασίστηκε στον ΟΗΕ, στην Οικουμενική Διακήρυξη για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα (1948), στη Σύμβαση για την Πρόληψη και Καταστολή του Εγκλήματος της Γενοκτονίας (1948) και στις Συμβάσεις της Γενεύης του 1949.
Ο πόλεμος στη Γάζα μάς απομακρύνει από τη «μεταπολεμική σύμβαση» περισσότερο από οποιοδήποτε άλλο γεγονός μέχρι σήμερα. Για τον λόγο αυτό –επειδή απομακρυνόμαστε από ό,τι φτιάχτηκε για να προστατεύσει τον κόσμο από την ακραία βία– ο πόλεμος στη Γάζα παράγει άμετρη βία και μια κρίση με αντικείμενο τον επαναπροσδιορισμό των διαχωριστικών γραμμών τόσο του πολιτικού πεδίου όσο και βασικών ηθικών αξιών. Είναι χαρακτηριστικό ότι διεθνείς θεσμοί έχουν χάσει πια όχι μόνο την επιτελεστικότητά τους, αλλά και τον εικονικό σεβασμό που συνηθιζόταν να τους αποδίδεται.
Η ισραηλινή έννοια του αντισημιτισμού: πιστεύει ο υπόλοιπος κόσμος ότι η γη είναι επίπεδη;
Στις 27 Σεπτεμβρίου 2024, ο Ισραηλινός Πρωθυπουργός Μπενιαμίν Νετανιάχου (Benjamin Netanyahu) πήγε στη γενική συνέλευση του ΟΗΕ για να τον αποκαλέσει «οίκο του σκότους» και «αντι-ισραηλινό σύλλογο ατόμων που πιστεύουν ότι η γη είναι επίπεδη» (anti-Israeli flat-earth society). Σε αυτόν τον χωρίς προηγούμενο λόγο του, ο Νετανιάχου άφησε να εννοηθεί ότι έχει αρκετή ισχύ ώστε να ζητάει από την πλειοψηφία των κρατών του πλανήτη να υιοθετήσουν την άποψη της κυβέρνησης του Ισραήλ και των συμμάχων του (αφού αυτοί μόνο βλέπουν τη γη όπως πράγματι είναι: στρογγυλή!).
Κάτι αντίστοιχο ζητάει το Ισραήλ και οι σύμμαχοί του σχετικά με το περιεχόμενο της έννοιας αντισημιτισμός: να την κατανοούμε πλέον όπως αυτοί την ορίζουν, άσχετα από την έννοια που της δίνει ο υπόλοιπος κόσμος, και άσχετα από την ιστορία της. Το Ισραήλ και οι σύμμαχοί του χρησιμοποιούν συστηματικά τον όρο αναφερόμενοι στις εκδηλώσεις κριτικής απέναντι στο κράτος του Ισραήλ και στην πολιτική του. Σε μία οργισμένη επιστολή που έστειλε στις 24/8/2025 στον Πρόεδρο της Γαλλίας Ε. Μακρόν (Emmanuel Macron), ο πρέσβης των ΗΠΑ στη Γαλλία Τσαρλς Κούσνερ (Charles Kushner, που είναι πατέρας του γαμπρού του Τραμπ, Τζάρεντ Κούσνερ) δήλωσε χωρίς περιφράσεις: «Σήμερα, δεν είναι πλέον δυνατό να υπεκφεύγουμε: ο αντισιωνισμός είναι αντισημιτισμός, τελεία και παύλα».
Η άποψη αυτή δεν είναι μεμονωμένη∙ τείνει, μάλιστα, να γίνει κυρίαρχη στις ΗΠΑ και στην Ευρώπη. Ότι «ο αντισιωνισμός είναι αντισημιτισμός» είναι π.χ. η άποψη του Τζόναθαν Γκρίνμπλατ (Jonathan Greenblatt), που είναι ο επικεφαλής της Anti-Defamation League, της κορυφαίας οργάνωσης κατά του αντισημιτισμού. Όπως αναλύει ο Άντονι Λέρμαν (Antony Lerman) στο εξαιρετικό βιβλίο του Τι συνέβη στον Αντισημιτισμό;, εδώ και αρκετά χρόνια η έννοια του αντισημιτισμού χρησιμοποιείται συστηματικά για την υπεράσπιση του Ισραήλ και του σιωνισμού. Κατά τον Λέρμαν, στο γεγονός αυτό συνετέλεσε καθοριστικά η συμπερίληψη της κριτικής του Ισραήλ στα παραδείγματα που περιλαμβάνει o «λειτουργικός ορισμός του αντισημιτισμού», τον οποίο υιοθέτησε η International Holocaust Remembrance Alliance το 2016.[11] Έχουν όμως άραγε οι υπερασπιστές του Ισραήλ κάποιο προνόμιο στην ερμηνεία της έννοιας του αντισημιτισμού; Έχει δίκιο π.χ. ο Αμερικανός πρόεδρος που επιτίθεται, μεταξύ άλλων, στο πανεπιστήμιο του Χάρβαρντ και το κατηγορεί ως άντρο του αντισημιτισμού;
Αντισημιτισμός σημαίνει παραδοσιακά εναντίωση στην «εβραϊκή φυλή» ή στους Εβραίους ως άτομα, και όχι στη μαζική βία του Ισραήλ κατά των Παλαιστινίων. Η έννοια του αντισημιτισμού δεν χρησιμοποιείται λοιπόν με την κατεξοχήν σημασία της όταν πρόκειται για τον στιγματισμό των επικριτών του κράτους του Ισραήλ και της πολιτικής του ή γενικότερα του σιωνισμού (όπως προτείνει ο Τσαρλς Κούσνερ). Όσο και να προσπαθεί κανείς, αυτή η εννοιολογική ολίσθηση δεν λειτουργεί – είναι ακριβώς σαν να θέλει κανείς να πείσει όλον τον κόσμο ότι θεωρεί τη γη επίπεδη, και ότι μόνο το πολιτικό κατεστημένο του Ισραήλ και οι υποστηρικτές του τη βλέπουν στρογγυλή. Γίνεται μόνο διά της βίας.
Ο κεντρικός ρόλος που παίζει η έννοια του αντισημιτισμού –και ο ηθικός πανικός που προκαλεί– οφείλεται στο ότι η απόρριψή του υπήρξε μέρος της μεταπολεμικής σύμβασης. Χρειάστηκε αγώνας ώστε να απαλειφθούν τα ρατσιστικά στερεότυπα που είχαν οδηγήσει στο Ολοκαύτωμα. Το πιο ανησυχητικό όμως είναι ότι σήμερα φορείς παρόμοιων στερεοτύπων, δεξιοί και ακροδεξιοί, στηρίζουν μαζικά το Ισραήλ. Οι παραδοσιακοί αντισημίτες –οι ακροδεξιοί και οι φυλετιστές– θαυμάζουν πια το κράτος του Ισραήλ∙ τους κέρδισε με τη ρώμη, τη βία του, τον ρατσιστικό λόγο των υπουργών του και τις εθνοκαθαρτικές του πολιτικές. Για τους ακροδεξιούς −αλλά και για κάποιους «καλώς σκεπτόμενους» συντηρητικούς Ευρωπαίους− το Ισραήλ φαντάζει σήμερα ως ο νέος «μεγάλος αντίπαλος του Ισλάμ», του «προαιώνιου εχθρού της Δύσης», που σκοπεύει μάλιστα να την «αντικαταστήσει» δημογραφικά. Η συνάντηση της σημερινής ακροδεξιάς με το κράτος του Ισραήλ και την πολιτική του είναι ένα νέο, εφιαλτικό δεδομένο, που μας απομακρύνει ακόμα περισσότερο από τη «μεταπολεμική σύμβαση».
Μήπως τελικά συμβαίνει το αντίθετο; Μήπως, αν δεχθούμε ότι δεν πρέπει να ασκούμε κριτική στο Ισραήλ επειδή πρόκειται για ένα εβραϊκό κράτος, αναπτύσσουμε έναν φυλετικό λόγο, που είναι σε τελευταία ανάλυση αντισημιτικός, εφόσον ταυτίζουμε ένα κράτος –και μάλιστα ένα εγκληματικό σήμερα κράτος– με έναν λαό; Μήπως οι πραγματικοί αντισημίτες είναι αυτοί που δεν μπορούν να αποσυνδέσουν το πολιτικό μόρφωμα που αποτελεί το κράτος του Ισραήλ από την έννοια του εβραϊκού λαού;
Αντισημιτισμός, με την κατεξοχήν έννοια, συνεχίζει να υπάρχει. Είναι όμως σήμερα ευτυχώς λιγότερο έντονος από όσο θα φοβόταν κανείς – συγκριτικά με τα εγκλήματα που διαπράττει το Ισραήλ στη Γάζα και την τόσο μεγάλη υποστήριξη της εβραϊκής διασποράς στο ισραηλινό κράτος.[12] Αυτό συμβαίνει κυρίως γιατί οι παραδοσιακοί φορείς του αντισημιτισμού, οι ακροδεξιοί, έχουν αγκαλιάσει το Ισραήλ, καταδικάζοντας τον αντισημιτισμό (με την έννοια της κριτικής στο Ισραήλ) και παραμένοντας φυλετιστές και φορείς πολιτισμικών στερεοτύπων απέναντι στους μουσουλμάνους και τους μετανάστες.
Από την άλλη πλευρά, ο σιωνισμός –η πολιτική/κρατική δηλαδή εκδοχή του εβραϊκού εθνικισμού– έχει υιοθετήσει σήμερα την πιο επιθετική και φυλετιστική του όψη. Είναι επόμενο το φαινόμενο αυτό να γεννά αντισημιτισμό, κυρίως μεταξύ των θυμάτων και γενικότερα των Αράβων και των μουσουλμάνων, που είναι αλληλέγγυοι στα θύματα και θεωρούν ότι βρίσκονται στο στόχαστρο. Το γεγονός αυτό δεν δικαιολογεί τον αντισημιτισμό, τον αιτιολογεί. Δεν δικαιολογεί επίσης σε καμία περίπτωση να εκλαμβάνεται ο αντισιωνισμός ως αντισημιτισμός, και γενικότερα η εναντίωση στην πολιτική του Ισραήλ.
Η έννοια του αντισημιτισμού δεν είναι άλλωστε παρά ένα μόνο από τα πράγματα που έχουν γυρίσει ανάποδα στον δυστοπικό κόσμο που ζούμε, όπου η κανονικότητα ορίζεται διά της βίας από το Ισραήλ και τους συμμάχους του. Η εικόνα παρωδίας που παρουσιάζει πλέον η «διεθνής τάξη» συνοψίζεται στο γεγονός ότι οι ΗΠΑ επιβάλλουν κυρώσεις κατά δικαστών του Διεθνούς Ποινικού Δικαστηρίου (ΔΠΔ) για τα εντάλματα σύλληψης κατά του Μπένιαμιν Νετανιάχου και του Γιόαβ Γκάλαντ (Yoav Gallant, πρώην επικεφαλής του ισραηλινού στρατού). Αναποδογυρίζοντας τους κανόνες, ο παραβάτης επιβάλλει κυρώσεις στον δικαστή, παίζοντας με τις έννοιες, τους θεσμούς και τον πολιτισμό.
Δεν υπήρξε «μαγεμένο παλάτι των εθνών»
Το τσαλαπάτημα των κανόνων, η αλλοίωση των εννοιών, η παραβίαση των πρωτοκόλλων και η έπαρση της δύναμης μάς απομακρύνουν ανησυχητικά από τη «μεταπολεμική σύμβαση». Από την άλλη πλευρά όμως, δεν πρέπει να εξιδανικεύουμε τη «μεταπολεμική σύμβαση». Όπως υποστηρίζει o Μαρκ Μαζάουερ (Mark Mazower) στο βιβλίο του για τις ιδεολογικές καταβολές του ΟΗΕ, η δημιουργία του μεταπολεμικού διεθνούς οικοδομήματος είχε αρκετά εγγενή ελαττώματα, που οφείλουμε να τα λαμβάνουμε υπόψη μας στην ανάλυση των όσων ακολούθησαν, συμπεριλαμβανομένης και της σημερινής κατάστασης.[13]
Εντονότερη κριτική στο οικοδόμημα του διεθνούς δικαίου που προέκυψε από τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο ασκεί ο Ντιρκ Μόουζες (Dirk Moses) στο σημαντικό βιβλίο του Τα προβλήματα της γενοκτονίας: διαρκής ασφάλεια και η γλώσσα της παράβασης.[14] Όπως πολλοί άλλοι σύγχρονοι αναλυτές, ο Μόουζες θεωρεί ότι η έννοια της γενοκτονίας, έτσι όπως διατυπώθηκε νομικά στο πλαίσιο της σχετικής σύμβασης, είναι προβληματική. Η αναγωγή της γενοκτονίας στο «μέγιστο των εγκλημάτων», λόγω της Σύμβασης του ΟΗΕ, σε συνδυασμό με τη στενή ταύτισή της με το Ολοκαύτωμα και τη συνάρτηση του εγκλήματος με την πρόθεση εξόντωσης μιας ομάδας (έθνους, φυλής, κλπ.) περιορίζει την αποτελεσματικότητα του διεθνούς δικαίου σε πρακτικό και συμβολικό επίπεδο. Στη λεπτομερή μελέτη του, ο Μόουζες εξετάζει πώς μεταξύ 1945 και 1948 αφαιρέθηκαν από τη συζήτηση και τα προσχέδια της Σύμβασης για τη γενοκτονία οι εκτοπίσεις πληθυσμών, οι εναέριοι βομβαρδισμοί, τα πολιτικά εγκλήματα και η «πολιτισμική γενοκτονία».
Για παράδειγμα, ο υποχρεωτικός εκτοπισμός πληθυσμού, ενώ περιλαμβανόταν στα προσχέδια της Σύμβασης για τη Γενοκτονία, εξαιρέθηκε από το τελικό κείμενο του 1948. Το δίκαιο φτιάχνεται από τους νικητές. Μετά τη λήξη του πολέμου, οι Σύμμαχοι εκτόπισαν περί τα 14 εκατομμύρια εθνοτικών Γερμανών από χώρες της Κεντρικής και της Ανατολικής Ευρώπης· 14-18 εκατομμύρια άνθρωποι μετακινήθηκαν κατά τη Διαίρεση της Ινδίας· ενώ σχεδόν 750.000 Παλαιστίνιοι Άραβες εκτοπίστηκαν βίαια από τις ισραηλινές δυνάμεις το 1948. Η επαύριον του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου είναι μια περίοδος βίαιων εκτοπισμών πληθυσμού, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται το 10% του πληθυσμού της Κορέας, οι πρόσφυγες του Ελληνικού Εμφυλίου, χωρίς να αναφερθώ εδώ στη Λατινική Αμερική και σε άλλες περιοχές. Ο υποχρεωτικός εκτοπισμός πληθυσμού τιμωρείται βέβαια από τη Σύμβαση της Γενεύης του 1949, μόνο όμως όταν πραγματοποιείται σε καθεστώς στρατιωτικής κατοχής, όχι δηλαδή όταν ένα κράτος εκτοπίζει τους ίδιους τους πολίτες του.[15]
Εξίσου σοβαρό ελάττωμα του διεθνούς ποινικού οικοδομήματος είναι οι λεγόμενες «παράπλευρες απώλειες», όπως χαρακτηρίζονται τα θύματα των εναέριων βομβαρδισμών. Πέρα από τον αποκλεισμό τους από την έννοια της γενοκτονίας, οι δολοφονίες αμάχων από εναέριους βομβαρδισμούς αντιμετωπίζονται από το διεθνές δίκαιο που γεννιέται μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο με παροιμιώδη χαλαρότητα, που τείνει στην ατιμωρησία.[16] Ήταν δύσκολο το νέο διεθνές δίκαιο να ποινικοποιήσει τους βομβαρδισμούς αμάχων όταν οι Σύμμαχοι είχαν ισοπεδώσει το Βερολίνο, το Αμβούργο, την Κολωνία, τη Δρέσδη και πάνω από 125 άλλες γερμανικές πόλεις∙ είχαν ισοπεδώσει το Τόκυο, την Οσάκα και άλλες ιαπωνικές πόλεις και είχαν ρίξει δύο ατομικές βόμβες στη Χιροσίμα και το Ναγκασάκι.[17]
Όταν όμως το δίκαιο δεν προστατεύει τα άτομα, οι εγκληματίες επωφελούνται. Αν ένα κράτος ή ένας στρατός θέλει να εξοντώσει έναν πληθυσμό ή να τον ξεριζώσει, ο ευκολότερος τρόπος είναι οι εναέριοι βομβαρδισμοί. Τα θύματα θεωρούνται «παράπλευρες απώλειες» και οι υπεύθυνοι δεν διώκονται.[18] Έτσι π.χ. οι εναέριοι βομβαρδισμοί, που ευθύνονται για το κατά πολύ μεγαλύτερο μέρος των θυμάτων στη Γάζα, δεν εντάσσονται στη βασική επιχειρηματολογία της προσφυγής της Νότιας Αφρικής στο Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης (ΔΔΧ) σχετικά με τη διάπραξη γενοκτονίας στη Γάζα. Αντίστοιχα, οι δολοφονίες μέσω εναέριων βομβαρδισμών ούτε καν αναφέρονται στα εντάλματα σύλληψης που εξέδωσε το ΔΠΔ για τον Νετανιάχου και τον Γκάλαντ. Από την άλλη μεριά, ενώ τα προαιρετικά μέτρα που η Νότια Αφρική ζήτησε από το ΔΔΧ να υποχρεώσει το Ισραήλ να λάβει για την πρόληψη της γενοκτονίας προέβλεπαν να εμποδιστεί η «απέλαση [των Παλαιστινίων] και ο αναγκαστικός εκτοπισμός από τα σπίτια τους» (αρθ. 5), το αίτημα αυτό αφαιρέθηκε από την προσωρινή απόφαση του ΔΔΧ (όπως έγινε και το 1948 με το τελικό κείμενο της Σύμβασης για τη Γενοκτονία). Άλλωστε, η προσωρινή απόφαση του ΔΔΧ δεν περιλαμβάνει την κατάπαυση του πυρός και την παύση των επιχειρήσεων του Ισραήλ.
Δεν υπάρχει μαγεμένο παλάτι των εθνών – όπως είναι ο τίτλος του βιβλίου του Μαζάουερ στα αγγλικά.[19] Ο ΟΗΕ, το «παλάτι των εθνών», υπήρξε το παλάτι των νικητών, που δίστασαν, όπως γίνεται πάντα, να υπάρξουν πραγματικά δίκαιοι. Ακόμα και έτσι όμως –και παρ’ όλη τη δυνατότητα βέτο που δίνεται μέχρι σήμερα στους Συμμάχους νικητές του Β΄ Παγκοσμίου πολέμου– ο ΟΗΕ και οι θεσμοί του διεθνούς δικαίου μπορούν να αποτελέσουν μέσα αντίστασης απέναντι στην αυθαιρεσία των ισχυρών κρατών. Το περίεργο είναι μάλιστα ότι τόσο ο ΟΗΕ όσο και η διεθνής δικαιοσύνη μοιάζουν να χειραφετούνται όσο υποβαθμίζεται ο ρόλος τους από τις ΗΠΑ και από διάφορες αυταρχικές κυβερνήσεις που επιδιώκουν μεγαλύτερη διεθνή ανομία.
Η σημαντικότερη εξέλιξη στο επίπεδο του διεθνούς δικαίου σε σχέση με το Παλαιστινιακό είναι η γνωμοδοτική απόφαση του ΔΔΧ σχετικά με τις ισραηλινές πολιτικές και πρακτικές στα κατεχόμενα παλαιστινιακά εδάφη. Σύμφωνα με την απόφαση που εκδόθηκε το 2024, το Ισραήλ συνεχίζει να κατέχει παράνομα, από το 1967, τη Δυτική Όχθη του Ιορδάνη και τη Λωρίδα της Γάζας (αρ. A/RES/77/247). Το δικαστήριο εκδίκασε επίσης μια σειρά από πρόστιμα και αποζημιώσεις προς τον παλαιστινιακό λαό για τις παραβάσεις του Ισραήλ, στις οποίες συμπεριλαμβάνονται ο έλεγχος και η κατακράτηση πλουτοπαραγωγικών πηγών, ο εποικισμός της Δυτικής Όχθης και η διάπραξη φυλετικού διαχωρισμού. Είναι σημαντικό να ειπωθεί ότι η διαδικασία ξεκίνησε πριν από την έναρξη των στρατιωτικών επιχειρήσεων, μετά από αίτηση της Γενικής Συνέλευσης του ΟΗΕ προς το ΔΔΧ τον Δεκέμβριο του 2022. Το Ισραήλ αποκάλεσε την απόφαση αντισημιτική.
Επίσης, το ΔΠΔ ενέταξε τη σημερινή κατάσταση στη Γάζα στο πλαίσιο της έρευνας που διεξάγει από το 2019 για εγκλήματα πολέμου που διαπράχτηκαν στην Παλαιστίνη από το 2014. Το ΔΠΔ εξέδωσε έτσι, μεταξύ άλλων, τα εντάλματα σύλληψης των Νετανιάχου και Γκάλαντ για εγκλήματα πολέμου (μεταξύ των οποίων και το έγκλημα της λιμοκτονίας) και για εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας. Η κυβέρνηση του Ισραήλ αντέδρασε και πάλι αποκαλώντας τα εντάλματα αντισημιτικά. Ενώ οι ΗΠΑ αντέδρασαν, όπως είδαμε, με κυρώσεις προς τα μέλη του ΔΠΔ.
Θα δούμε στη συνέχεια ότι το κράτος του Ισραήλ αγνόησε εξαρχής το διεθνές δίκαιο∙ δεν έφτασε όμως ποτέ στο σημείο απροσχημάτιστης ρήξης στο οποίο βρίσκεται σήμερα, γεγονός που το καθιστά ξεκάθαρα ένα «κράτος παρία» – σύμφωνα με μια ορολογία που δημιούργησαν οι ΗΠΑ για τα κράτη, και μάλιστα τις πυρηνικές δυνάμεις, που βρίσκονται εκτός της παγκόσμιας έννομης τάξης.
Θα ήθελα να ολοκληρώσω την ενότητα αυτή με το ζήτημα της γενοκτονίας. Αναφέρθηκαν εδώ τρεις διαφορετικές διεθνείς νομικές διαδικασίες που σχετίζονται έμμεσα ή άμεσα με τις στρατιωτικές επιχειρήσεις στη Γάζα: η γνωμοδοτική απόφαση του ΔΔΧ, η έρευνα για εγκλήματα πολέμου και εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας στην Παλαιστίνη που διεξάγει το ΔΠΔ και η προσφυγή της Νότιας Αφρικής στο ΔΔΧ σχετικά με τη διάπραξη γενοκτονίας στη Γάζα. Η τελευταία είναι σαφώς η πιο απογοητευτική ως προς τα αποτελέσματά της. Ο λόγος δεν είναι η κακή προαίρεση των δικαστών, αλλά ο ίδιος ο νομικός ορισμός του εγκλήματος που τους δένει τα χέρια. Για τους λόγους που προαναφέρθηκαν –επειδή δηλαδή οι Παλαιστίνιοι στη Γάζα δολοφονούνται κυρίως από εναέριους βομβαρδισμούς και επειδή οι υποχρεωτικές εκτοπίσεις δεν περιλαμβάνονται στο έγκλημα της γενοκτονίας–, κυρίως όμως επειδή είναι δύσκολο να αποδειχθεί η πρόθεση εξόντωσης του πληθυσμού, έστω και μέρους του, το δικαστήριο δεν αποφάσισε προς το παρόν να επιβάλει στο Ισραήλ ούτε καν την κατάπαυση πυρός. Η δε δίκη αναμένεται να τελειώσει μετά το τέλος των επιχειρήσεων.
Γιατί συμβαίνει αυτό; Γιατί το ΔΔΧ, που δεν δίστασε να γνωμοδοτήσει ότι η κατοχή των παλαιστινιακών εδαφών από το Ισραήλ είναι παράνομη, δεν επιδεικνύει την ίδια αποφασιστικότητα στο θέμα της γενοκτονίας; Ο λόγος είναι η στενή συνάρτηση του εγκλήματος της γενοκτονίας με την πρόθεση, μερική ή ολική, εξόντωσης μιας εθνικής, φυλετικής ή θρησκευτικής ομάδας. Ο ορισμός αυτός έχει δύο σημαντικές συνέπειες/δυσκολίες που έχουν αναλυθεί από τους ειδικούς. Η πρώτη είναι η μεγάλη δυσκολία απόδειξης της πρόθεσης καταστροφής της ομάδας. Έτσι, για παράδειγμα, ενώ περίπου τρία εκατομμύρια Σοβιετικοί αιχμάλωτοι πολέμου πέθαναν με ευθύνη των ναζί, κυρίως από σκόπιμη στέρηση τροφής αλλά και από εκτελέσεις, το τεράστιο αυτό συλλογικό έγκλημα δεν θεωρείται συνήθως γενοκτονία γιατί λείπει η πρόθεση εξόντωσης της ομάδας. Ενώ και πρόθεση υπάρχει και διαδικασία απανθρώπισης, που θεωρείται από τους ειδικούς προϋπόθεση της γενοκτονίας. Αυτό που λείπει εδώ είναι η «ομάδα» (έθνος, φυλή, θρησκεία) που αποτελεί εξίσου προϋπόθεση του εγκλήματος. Η πρόθεση εξόντωσης πρέπει αναγκαστικά να στρέφεται σε μια ομάδα βιολογική ή/και πολιτισμική.
Στο σημείο αυτό του ορισμού εμφιλοχωρεί μια συλλογική διάσταση που θεωρήθηκε από πολλούς νομικούς ότι υποσκάπτει τον ατομικό χαρακτήρα του ποινικού δικαίου.[20] Αντίστροφα, η συλλογική αυτή διάσταση –το γεγονός ότι ο ορισμός εμπεριέχει μια εθνικιστική ματιά– προδιαθέτει για την ενσωμάτωση της έννοιας της γενοκτονίας σε εθνικιστικές αφηγήσεις. Δεν είναι τυχαίο λοιπόν ότι η «γενοκτονία» γίνεται το μήλον της έριδος αντικρουόμενων εθνικισμών – που δεν αρκούνται σε καμία άλλη ικανοποίηση από την «αναγνώριση γενοκτονίας». Εντούτοις, η αναγωγή της γενοκτονίας στο «μέγιστο των εγκλημάτων» δεν έχει νομικό, αλλά συμβολικό χαρακτήρα – τα εγκλήματα πολέμου και τα εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας δεν υστερούν σε βάρος και σοβαρότητα από τη γενοκτονία. Η υπεροχή της γενοκτονίας στο συμβολικό πεδίο προέκυψε σταδιακά ως αποτέλεσμα της ταύτισής της με το Ολοκαύτωμα και του αυξανόμενου συμβολικού βάρους του τελευταίου.
Στην εξέλιξη αυτή συντέλεσε σημαντικά και το πεδίο των σπουδών των γενοκτονιών που αναπτύχθηκε κυρίως στις ΗΠΑ. Αισθανόμενοι εξαρχής περιορισμένοι από τη στενότητα του νομικού ορισμού της Σύμβασης για τη Γενοκτονία, οι μελετητές των γενοκτονιών επιχείρησαν να διευρύνουν τον ορισμό προς διαφορετικές κατευθύνσεις. Δημιουργήθηκε έτσι μια σημαντική απόκλιση μεταξύ της «γενοκτονίας» ως έννοιας αφενός ακαδημαϊκής ή/και δημόσιας (τα δύο αυτά επίπεδα συγκοινωνούν), και αφετέρου νομικής.
Η απόκλιση αυτή είναι πολύ σημαντική αν λάβει κάνεις υπόψη του ότι πάνω από 40 μαζικά εγκλήματα αναγνωρίζονται ή διεκδικούν την αναγνώρισή τους ως γενοκτονίες από τη δημόσια ιστορία και τους μελετητές των γενοκτονιών, τη στιγμή που η διεθνής δικαιοσύνη δεν έχει καταδικάσει ως γενοκτονίες παρά μόνο τρεις περιπτώσεις: τη γενοκτονία της Ρουάντα (1994), τη σφαγή της Σρεμπρένιτσα (1995) και τη γενοκτονία της Καμπότζης (1975-79). Η απογοήτευση και η έλλειψη ικανοποίησης προκύπτει συχνά λόγω της απόκλισης μεταξύ της μεγάλης επένδυσης στην αναγνώριση γενοκτονίας και των περιορισμένων δικαστικών αποτελεσμάτων.
Παρόλα αυτά, η έννοια της γενοκτονίας παραμένει στο στόμα όλων∙ σαν να μην μπορεί να υπάρξει δικαιοσύνη χωρίς αυτήν την καταδίκη. Η συμβολική σημασία του εγκλήματος της γενοκτονίας, που μας συνδέει με τη «μεταπολεμική συνθήκη», είναι τέτοια που οποιοδήποτε επιχείρημα κατά της χρήσης του όρου ακούγεται λειψό. Είναι, λοιπόν, απόλυτα λογικό που όλο και περισσότεροι μελετητές του Ολοκαυτώματος και άλλων γενοκτονιών καταδικάζουν αυτό που συμβαίνει σήμερα στη Γάζα ως γενοκτονία. Ορισμένοι από αυτούς χρησιμοποιούν έννοιες όπως «δομική γενοκτονία» ή «σταδιακή γενοκτονία», διευρύνοντας τον στενό ορισμό της γενοκτονίας.[21] Συμφωνώ εξάλλου ότι, ακόμα και με τον περιορισμένο ορισμό του ΟΗΕ, τα εγκλήματα που διαπράττει σήμερα το Ισραήλ στη Γάζα συνιστούν γενοκτονία.
Το ΔΔΧ θεώρησε ότι οι σαφείς δηλώσεις μελών της κυβέρνησης του Ισραήλ και της διοίκησης του στρατού, που απανθρωποποιούν τους Παλαιστινίους και δηλώνουν πρόθεση εξόντωσης, δεν αποτελούν ικανή απόδειξη ύπαρξης αυτής της πρόθεσης και της εφαρμογής της. Το ΔΔΧ δεσμεύεται από νομικά κείμενα και διαδικασίες, που δεν εμποδίζουν όμως τους ιστορικούς της μαζικής βίας να διακρίνουν τις γενοκτονικές πολιτικές του Ισραήλ στη Γάζα.
Από την άλλη πλευρά όμως, καταλαβαίνω και σέβομαι όσους −σαν τον Ντιρκ Μόουζες− θεωρούν ότι η «γενοκτονία» είναι ένα αποπολιτικοποιημένο και αποϊστορικοποιημένο έγκλημα,[22] που δεν ταιριάζει κατ’ ουσία ούτε καν για τη σωστή κατανόηση του Ολοκαυτώματος των Εβραίων. Η εμμονή στη «γενοκτονία» μάς οδήγησε στις ιντενσιοναλιστικές (intentionalist) ερμηνείες του Ολοκαυτώματος και της μαζικής βίας εν γένει, περιορίζοντας τον ερμηνευτικό ορίζοντα στην αναζήτηση της πρόθεσης και αποκλείοντας όλο και περισσότερο τους κοινωνικούς, πολιτικούς, οικονομικούς και ευρύτερους ιστορικούς παράγοντες. Το πρόβλημα που τίθεται είναι ότι όσο κι αν θέλουμε να διευρύνουμε τον ορισμό της γενοκτονίας –όπως προσπάθησαν κατά καιρούς οι καλύτεροι μελετητές των γενοκτονιών– η «γενοκτονία» θα ανάγεται πάντα σε έναν βαθμό στον ιδιαίτερα στενό και περιοριστικό νομικό ορισμό της, ο οποίος θα συνεχίζει να θέτει εμπόδια στην ιστορική και πολιτική κατανόηση των γεγονότων. Γιατί άραγε το μεγαλύτερο μέχρι σήμερα μέρος των θυμάτων στη Γάζα, τα θύματα από εναέριους βομβαρδισμούς, να μην αποτελούν καν επιχείρημα για τη διάπραξη γενοκτονίας; Ενώ, αντίστροφα, γνωρίζοντας τη χαλαρότητα του διεθνούς δικαίου ως προς τους εναέριους βομβαρδισμούς, οι υπεύθυνοι δεν σταματούν να σκοτώνουν με τον τρόπο αυτό απροκάλυπτα;
Παρότι σήμερα είμαστε προφανώς δέσμιοι της συμβολικής αξίας του όρου γενοκτονία, ελπίζω πως θα μπορέσουμε κάποτε να χειραφετηθούμε από την τυραννία και από τις ελλείψεις του, απαιτώντας ένα πληρέστερο και δικαιότερο σύστημα διεθνούς δικαίου.
Άλλωστε, όπως αναφέρθηκε παραπάνω, μήπως η συμβολική σημασία που έχει αποκτήσει η έννοια της γενοκτονίας είναι άραγε και αυτή, ως έναν βαθμό, απότοκο της επιτυχημένης εργαλειοποίησης της μνήμης του Ολοκαυτώματος από τη φιλοϊσραηλινή προπαγάνδα στην Αμερική, κυρίως μετά τον Πόλεμο των Έξι Ημερών έως σήμερα;[23] Το Ολοκαύτωμα, η καταστροφή των Εβραίων της Ευρώπης, υπήρξε χωρίς αμφιβολία το τραγικότερο γεγονός του 20ού αιώνα, που δημιούργησε φοβερά ψυχολογικά τραύματα, προσωπικά και διαγενεακά. Οι μνήμες του Ολοκαυτώματος όμως δεν εντάσσονται αναγκαστικά σε μια αφηρημένη εβραϊκή μνήμη∙ δεν είναι ούτε εθνικές ούτε ισραηλινές. Αντίθετα, η ένταξη του Ολοκαυτώματος στο εθνικό αφήγημα ενός κράτους και η αναγωγή αυτού του κράτους στο μεγαλύτερο θύμα της ιστορίας τού παρέχουν τόσο μεγάλη νομιμοποίηση, ώστε να μπορεί να διαπράξει ένα έγκλημα αντίστοιχο με αυτό του οποίου υπήρξε θύμα: μια γενοκτονία. Όταν το σλόγκαν κατά του Ολοκαυτώματος «ποτέ ξανά» βρεθεί στο στόμα ενός θρησκευόμενου εθνικιστή, όπως ο Μέιρ Καχέιν (Meir Kahane),[24] τότε γίνεται μια πρόσκληση προς ένα καθεστώς βίας και απαρτχάιντ.
Εξάλλου, η ένταξη του Ολοκαυτώματος –και της γενοκτονίας ως έγκλημα των εγκλημάτων– στο εθνικό αφήγημα του Ισραήλ και στην ιδεολογία του αποτελεί έναν παραμορφωτικό φακό που δυσκολεύει την κατανόηση της ιστορίας της δημιουργίας του ισραηλινού κράτους. Όταν όμως αφήνουμε τους εθνικισμούς να εκμεταλλεύονται τα εγκλήματα πολέμου, υπάρχει ο κίνδυνος να τα χρησιμοποιήσουν για να καλύψουν άλλα εγκλήματα.
Όπως είναι γνωστό, το κράτος του Ισραήλ ιδρύθηκε το 1948, τη χρονιά που υπογράφτηκαν η Οικουμενική Διακήρυξη για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα, η Σύμβαση για τη Γενοκτονία και έγινε αποδεκτή από τον ΟΗΕ η Διχοτόμηση της Κορέας, καθώς και μια χρονιά μετά τη Διαίρεση της Ινδίας (1947), από την οποία προήλθαν δύο άλλες πυρηνικές υπερδυνάμεις που παραλίγο να συγκρουστούν τον περασμένο Μάιο. Περισσότερο όμως και από τη Διαίρεση της Ινδίας, η ίδρυση του Ισραήλ θεωρήθηκε θεμέλιος λίθος της μεταπολεμικής τάξης. Ο λόγος ήταν ότι πολλοί από αυτούς που δεν γνώριζαν την ιστορία της περιοχής πίστεψαν ότι το Ισραήλ δημιουργήθηκε για να δώσει στέγη στους επιζήσαντες του Ολοκαυτώματος. Για τον λόγο αυτό, υπάρχει η εντύπωση ότι το ισραηλινό Κράτος προέκυψε σχεδόν εκ του μηδενός, σαν αποτέλεσμα μιας αγαθοεργούς πράξης της Δύσης, προκειμένου να εξαγοράσει τις αμαρτίες της απέναντι στον εβραϊκό λαό. Πρόκειται για μια εντελώς λανθασμένη πρόσληψη η οποία ευθύνεται για τη δυσκολία κατανόησης του εποικιστικού αποικιακού (settler colonial) χαρακτήρα του εν λόγω κράτους.
Είναι το Ισραήλ ένα εποικιστικό αποικιακό κράτος;
Δεν είναι δυνατόν να περιγραφεί εδώ το ιδιαίτερα ευρύ, ποικίλο και ενδιαφέρον φάσμα των διαφόρων εβραϊκών οργανώσεων στο γύρισμα του 20ού αιώνα. Θα μπορούσαν, πάντως, να διαιρεθούν καταχρηστικά σε αυτές που είχαν φιλική σχέση με τον σιωνισμό και σε αυτές που τον καταδίκαζαν. Στις τελευταίες ανήκαν για παράδειγμα το σοσιαλιστικό Bund[25] −το εντελώς αντίθετο από το υπερορθόδοξο (Χαρεντί) κόμμα Agudat Yisrael ή το κίνημα Γίντις− από τους πρωτεργάτες του οποίου υπήρξε ο Νέιθαν Μπιρνμπάουμ (Nathan Birnbaum), που δημιούργησε τον όρο «σιωνισμός», αν και με διαφορετική έννοια από αυτήν που του αποδόθηκε στη συνέχεια.
Όπως είναι γνωστό, η έννοια σιωνισμός πήρε την πολιτική της σημασία από το βιβλίο του Theodor Herzl (Τέοντορ Χερτσλ) Το εβραϊκό κράτος.[26] Ο σιωνισμός έγινε έτσι η εκδοχή του εβραϊκού εθνικισμού που στόχευε στη δημιουργία κράτους – σε αντίθεση, φερειπείν, με τον «εθνικισμό της διασποράς», που υποστήριξε ο Νέιθαν Μπρινμπάουμ. Το πρόβλημα που ετίθετο για τον σιωνισμό ήταν εξαρχής το πρόβλημα της επικράτειας που θα είχε το κράτος αυτού του πληθυσμού, ο οποίος ζούσε εξ ορισμού στη διασπορά ή μάλλον στην «εξορία».[27] Η λύση δεν μπορούσε να βρεθεί παρά μόνο μέσω του εποικισμού. Ο Χερτσλ, στο βιβλίο του Το εβραϊκό κράτος, προτείνει δύο πιθανές λύσεις : τη δημιουργία εβραϊκών αποικιών στην Αργεντινή ή την Παλαιστίνη. Και οι δύο λύσεις, γράφει, έχουν δοκιμαστεί και το θέμα δεν πρόκειται να λυθεί με τη διείσδυση των Εβραίων εντός του υπάρχοντος πληθυσμού. Γιατί από τη στιγμή που «ο ντόπιος πληθυσμός αισθάνεται απειλούμενος αναγκάζει την κυβέρνηση να σταματήσει την περαιτέρω εισροή Εβραίων. Κατά συνέπεια, η μετανάστευση είναι μάταιη, εκτός αν έχουμε το κυρίαρχο δικαίωμα να τη συνεχίσουμε».[28]
Το ζήτημα της δημιουργίας εβραϊκού κράτους τίθεται λοιπόν εξαρχής με όρους εποικιστικού αποικισμού (settler colonialism), μια έννοια που ανέπτυξε στο τέλος του 20ού αιώνα ο Πάτρικ Γουόλφ (Patrick Wolfe).[29] Ο εποικιστικός αποικισμός διακρίνεται από την εκμεταλλευτική αποικιοκρατία (exploitation colonialism) κατά το ότι, ενώ ο πρώτος αποσκοπεί στην κατοχή του εδάφους, η δεύτερη εστιάζει στην εκμετάλλευση των πρώτων υλών και των ντόπιων εργατικών χεριών. Ο εποικιστικός αποικισμός επιδιώκει την περιθωριοποίηση ή/και την απομάκρυνση των ντόπιων και κυρίως την ιδιοποίηση της γης τους. Όπως σημείωνε ο Χερτσλ στο ημερολόγιό του:
«Πρέπει να απαλλοτριώσουμε με ήπιο τρόπο την ιδιωτική περιουσία στη γη που μας παραχωρείται. Θα προσπαθήσουμε να μεταφέρουμε τον άπορο πληθυσμό πέρα από τα σύνορα, εξασφαλίζοντάς του απασχόληση στις χώρες διέλευσης, ενώ θα του αρνούμαστε την απασχόληση στη δική μας χώρα. Οι ιδιοκτήτες των περιουσιών θα περάσουν στο πλευρό μας. Τόσο η διαδικασία της απαλλοτρίωσης όσο και η απομάκρυνση των φτωχών πρέπει να πραγματοποιηθούν με διακριτικότητα και σύνεση».[30]
Σύμφωνα και πάλι με τον Πάτρικ Γουόλφ, ο εποικιστικός αποικισμός πραγματοποιείται αρχικά από το εξωτερικό, με την υποστήριξη μιας αυτοκρατορίας. Πρόκειται για το «κυρίαρχο δικαίωμα» που επικαλείται ο Χερτσλ, ώστε να μην κινδυνεύουν οι εβραϊκές αποικίες και το οποίο αναζητεί αρχικά προσπαθώντας να προσεγγίσει τον Αμπντούλ Χαμίτ Β΄ στα τέλη του 19ου αιώνα. Θέλει να του προτείνει τον εποικισμό της Παλαιστίνης από Εβραίους ως μια ανθρωπιστική πράξη που θα βοηθήσει να ξεχαστεί η κακή του φήμη ως σφαγέα των Αρμενίων, ενώ οι Εβραίοι τραπεζίτες θα βοηθήσουν στην αποπληρωμή του χρέους της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Αποτυγχάνει όμως και στρέφεται στον γραμματέα επί των Αποικιών της Μεγάλης Βρετανίας, Τζότζεφ Τσάμπερλεϊν (Joseph Chamberlain), τον οποίον γνωρίζει μέσω της οικογένειας Ρότσιλντ (Rothschild). Από αυτόν ζητάει αρχικά την εγκατάσταση Εβραίων στην Κύπρο, στη Χερσόνησο του Σινά και στο Ελ-Αρίς, στα παράλια της χερσονήσου. Ο Τσάμπερλεϊν δέχεται τελικά να παραχωρήσει μια έκταση στη σημερινή Κένυα (εντός της τότε Βρετανικής Ανατολικής Αφρικής) για εποικισμό από Εβραίους. Το λεγόμενο «Σχέδιο Ουγκάντα» προτάθηκε έτσι από τον Χερτσλ στο Έκτο Σιωνιστικό Συνέδριο, το οποίο ψήφισε μάλιστα υπέρ του σχεδίου.
Ολόκληρη η σιωνιστική προσπάθεια οργανώθηκε σαν μια απόπειρα εποικισμού. Πρώτος προορισμός υπήρξε πράγματι η Αργεντινή, όπου ο Εβραϊκός Σύλλογος Αποικισμού, που ιδρύθηκε το 1891 από τον βαρόνο Μορίς ντε Χιρς (Maurice de Hirsch), αγόρασε χιλιάδες στρέμματα γης και ενίσχυσε την εγκατάσταση πάνω από 150.000 «Εβραίων γκαούτσος» μέχρι το 1920. Μετά τον θάνατο του Χιρς, το 1896, ο σύλλογος, που χρηματοδοτείται πια από τους Ρότσιλντ, αρχίζει να χρηματοδοτεί τον εποικισμό της Παλαιστίνης. Το 1924 θα μετονομαστεί σε Palestine Jewish Colonization Association και θα παίξει καθοριστικό ρόλο στον εποικισμό της Παλαιστίνης κατά την οθωμανική περίοδο και την περίοδο της Αγγλικής Εντολής, μαζί με την Jewish Agency for Palestine (προηγουμένως Palestine Office).
Ένα εποικιστικό έθος καλλιεργείται λοιπόν και αναπτύσσεται στο πλαίσιο του σιωνισμού. Συνίσταται στη λογική της απόκτησης και κατοχύρωσης της γης ως κοινοτικού και, σε τελευταία ανάλυση, εθνικού αγαθού από τις αγροτικές αποικιακές κοινότητες που υπήρξαν αρχικά τα moshavot (εν. moshava, όπου η ιδιοκτησία ήταν ιδιωτική) και στη συνέχεια τα κοινοκτητικά kibbutzim (εν. kibbutz) και moshavim (εν. moshav).

Η περίοδος της Βρετανικής Εντολής είναι η χρυσή περίοδος του εβραϊκού εποικισμού της Παλαιστίνης. Το γεγονός ότι έπεται της Διακήρυξης Μπάλφουρ (1917) για τη δημιουργία μιας «εθνικής εστίας για τον εβραϊκό λαό» (national home for the Jewish people) στην Παλαιστίνη εκλαμβάνεται ως «το κυρίαρχο δικαίωμα» που ο Χερτσλ έθετε ως απαραίτητη εγγύηση για τον εβραϊκό εποικισμό. Ο συστηματικός εποικισμός, κυρίως από Εβραίους της Ρωσίας, έχει σαν αποτέλεσμα τη δημιουργία της νέας εβραϊκής κοινότητας Yishuv (που κυριολεκτικά σημαίνει «πληθυσμιακή εγκατάσταση»), η οποία οργανώνεται ως οιονεί κράτος με εβραϊκή αστυνομία και αργότερα με δύο ισχυρές παραστρατιωτικές οργανώσεις, τη Haganah και το Irgun.[31] Ενδεικτική για τον εποικιστικό αποικιακό χαρακτήρα του νέου Yishuv είναι η συμμετοχή της εβραϊκής αστυνομίας του Yishuv, της Haganah και του Irgun στην καταστολή της αραβικής εξέγερσης του 1936-39 στο πλευρό των Βρετανών.
Πάνω από 400.000 Εβραίοι εγκαταστάθηκαν στην Παλαιστίνη μέχρι το 1939 χάρη στην εύνοια της Βρετανικής Κυβέρνησης – πολλοί από αυτούς, κυρίως τα χρόνια 1933-39, προέρχονται από τη Γερμανία του Χίτλερ. Τη στιγμή όμως που μπορούσε να γίνει μια σανίδα σωτηρίας για τους Εβραίους της Ευρώπης, η μετανάστευση στην Παλαιστίνη περιορίστηκε για πέντε χρόνια με το White Paper του 1939, λόγω των αραβοεβραϊκών συγκρούσεων.
Είναι η ιστορία του ισραηλινού κράτους μια ιστορία εκτοπισμών πληθυσμού και παράνομης στρατιωτικής κατοχής;
Κατά τη διάρκεια της πρόσφατης εισβολής του Ισραήλ στον Λίβανο, λόγω των συχνών επιθέσεων του ισραηλινού στρατού στις ειρηνευτικές δυνάμεις του ΟΗΕ, ο Μακρόν δήλωσε ότι «ο κ. Νετανιάχου δεν πρέπει να ξεχνάει ότι η χώρα του δημιουργήθηκε από μια απόφαση του ΟΗΕ». Ο Νετανιάχου απάντησε με μια «υπενθύμιση προς τον πρόεδρο της Γαλλίας: δεν ήταν η απόφαση του ΟΗΕ που ίδρυσε το κράτος του Ισραήλ, αλλά η νίκη που επιτεύχθηκε στον πόλεμο της ανεξαρτησίας με το αίμα ηρωικών μαχητών». 
Περισσότερο όμως από το «αίμα των ηρωικών μαχητών» του Yishuv, το Ισραήλ φτιάχνεται με το αίμα και τους διωγμούς των Παλαιστινίων αμάχων. Με την Απόφαση 181 (ΙΙ) του 1947, ο ΟΗΕ υιοθετεί την πρόταση ίδρυσης ενός ισραηλινού –καθώς και ενός αραβικού– κράτους στα όρια της Βρετανικής Εντολής, ενώ προβλέπει και ένα εξωεπικρατειακό ειδικό διεθνές καθεστώς για την πόλη της Ιερουσαλήμ και την περιφέρειά της. Η απόφαση 181 (ΙΙ) δεν γίνεται αποδεκτή από τον Αραβικό Σύνδεσμο. Αντίθετα, το Yishuv προετοιμάζει το έδαφος. Ήδη το 1937 ο Ντέιβιντ Μπεν-Γκουριόν (David Ben-Gurion) έγραφε στον γιο του πως «οι Άραβες θα πρέπει να φύγουν [από το Ισραήλ], για να πραγματοποιηθεί όμως κάτι τέτοιο, χρειάζεται να βρεθεί η κατάλληλη στιγμή, όπως ένας πόλεμος».[32] Πριν αρχίσει ο πόλεμος, αλλά έχοντας, φαίνεται, προβλέψει το ξέσπασμά του ήδη από το καλοκαίρι του 1947, ο
Μπεν-Γκουριόν ζητάει από τους επικεφαλής της Haganah να ετοιμάσουν ένα επιχειρησιακό σχέδιο για τη μετακίνηση αραβικών πληθυσμών από τα εδάφη που κατείχε και θα καταλάμβανε το Yishuv. Πρόκειται για το περίφημο Πλάνο Ντάλετ (ד, τέταρτο γράμμα του εβραϊκού αλφαβήτου), που ήταν έτοιμο στις 10 Μαρτίου 1948 και τέθηκε σε εφαρμογή τον Απρίλιο-Μάιο του ίδιου έτους. Συνέπεια του σχεδίου αυτού, κυρίως, ήταν ο βίαιος εκτοπισμός και η φυγή από την περιοχή που κατάφερε να ελέγξει το Yishuv 750.000-800.000 Παλαιστινίων Αράβων, γεγονός που θα μείνει γνωστό ως Νάκμπα ( النكبة), δηλαδή Καταστροφή. Ο εκτοπισμός αυτός, η Νάκμπα, που οι «νέοι ιστορικοί» του Ισραήλ αποκαλούν «εθνοκάθαρση της Παλαιστίνης», είναι συνυφασμένη με την ίδρυση του κράτους του Ισραήλ.[33] 
Η Νάκμπα αρχίζει, λοιπόν, βάσει οργανωμένου σχεδίου δύο μήνες πριν από τη λήξη της Βρετανικής Εντολής και τη Διακήρυξη της Ανεξαρτησίας του Ισραήλ, στις 14 Μαΐου του 1948. Περίπου 250.000 Παλαιστίνιοι είχαν ήδη διωχθεί μέχρι τις 14 Μαΐου, σε αντίθεση με την επίσημη ισραηλινή άποψη, που θέλει τους Παλαιστινίους να φεύγουν έπειτα από αυτήν την ημερομηνία για να περάσουν οι επιτιθέμενοι αραβικοί στρατοί. Η εφαρμογή του σχεδίου Ντάλετ διαρκεί οκτώ περίπου μήνες και περιλαμβάνει δεκάδες σφαγές, την εκδίωξη του αραβικού πληθυσμού από περισσότερα από 400 χωριά, τα περισσότερα από τα οποία καταστράφηκαν ολοσχερώς,[34] την αρπαγή της ιδιωτικής και κοινοτικής περιουσίας των προσφύγων, την οποία κατάσχει και αναδιανέμει το Jewish National Fund και την άρνηση της επιστροφής των προσφύγων. Αφενός οι βρετανικές δυνάμεις, που αποχωρούν σταδιακά, δεν παρεμβαίνουν. Αφετέρου η Αραβική Λεγεώνα του Βασιλιά Αμπντουλάχ Α΄ της Υπεριορδανίας δεν προστάτευσε τους Παλαιστινίους, αφού ο τελευταίος είχε συνεννοηθεί μυστικά με το Yishuv, ώστε να αποφευχθεί η δημιουργία παλαιστινιακού κράτους και να προσαρτήσει το βασίλειό του μεγάλο μέρος των εδαφών της Βρετανικής Εντολής.[35]
Η δημιουργία του κράτους του Ισραήλ είναι λοιπόν αλληλένδετη με τη Νάκμπα, και η επίθεση των ελάχιστα προετοιμασμένων αραβικών δυνάμεων που ακολουθεί τη λήξη της Βρετανικής Εντολής και τη Διακήρυξη Ανεξαρτησίας του Ισραήλ στις 14 Μαΐου 1948 πρέπει να ιδωθεί και σε αυτό το πλαίσιο, εφόσον σε αυτά τα κράτη καταφεύγουν οι ρακένδυτοι και τρομαγμένοι Παλαιστίνιοι πρόσφυγες. Υπερισχύοντας, το Ισραήλ καταφέρνει να ελέγξει τα εδάφη που του αποδίδονταν από το σχέδιο του ΟΗΕ για τη Διαίρεση της Παλαιστίνης (Απόφαση 181 (ΙΙ)) συν το 60% των εδαφών που το σχέδιο αυτό απέδιδε στο παλαιστινιακό κράτος. Την ίδια στιγμή, η Υπεριορδανία αποκτά τον έλεγχο της Ανατολικής Ιερουσαλήμ και της Δυτικής όχθης του Ιορδάνη ενώ η Αίγυπτος της Λωρίδας της Γάζας. Τα στρατιωτικά σύνορα του Ισραήλ που προκύπτουν από τις εκεχειρίες του 1949 καλύπτουν το 78% της υπό Βρετανικής Εντολής Παλαιστίνης. Δεν πρόκειται όμως για πολιτικά σύνορα. Η εμπόλεμη κατάσταση διαρκεί 30 χρόνια με την Ιορδανία και 15 με την Αίγυπτο.
Αυτή είναι η πραγματικότητα μέσα στην οποία το Κράτος του Ισραήλ δημιουργείται. Αν και αναγνωρίζεται άμεσα από πολλά κράτη, το Ισραήλ έχει δύο βασικά προβλήματα/ελαττώματα σχετικά με την κρατική του υπόσταση. Πρώτον, δεν έχει καθορισμένα σύνορα∙ μια πράσινη γραμμή αποτελεί τα όριά του, μια γραμμή κατοχής, η οποία είναι προϊόν εκεχειρίας και όχι συνθηκών ειρήνης. Δεύτερον, δυσκολεύεται να ορίσει τον πληθυσμό του: το ζήτημα της ιθαγένειας αποτελούσε ένα σοβαρό αγκάθι για το νεαρό κράτος του Ισραήλ.
Σαν αποτέλεσμα της Νάκμπα, από το σύνολο των 1.200.000 Παλαιστινίων Αράβων που περιλάμβανε η Αγγλική Εντολή, 750.000 εκδιώχθηκαν από την περιοχή που καθόριζε η πράσινη γραμμή, ενώ 170.000 περίπου παρέμειναν εντός αυτής. Οι περισσότεροι από τους τελευταίους ήταν «εσωτερικά εκτοπισθέντες» και είχαν χάσει τις περιουσίες και τις κατοικίες τους. Ακόμα σημαντικότερο όμως ήταν το πρόβλημα της επιστροφής και της αποκατάστασης αυτών που είχαν φύγει, το οποίο έθετε η Απόφαση 194 του ΟΗΕ, της 11ης Σεπτεμβρίου 1948. Τον Ιούνιο του 1948 ο Μπεν-Γκουριόν είχε δηλώσει ότι οι Παλαιστίνιοι «έχασαν και έφυγαν. Η επιστροφή τους πρέπει να εμποδιστεί […] και θα αντιταχθώ στην επιστροφή τους επίσης μετά το τέλος του πολέμου.[36] Από τότε λοιπόν –ουσιαστικά από την ίδρυσή του– το Ισραήλ ξεκινά να αγνοεί τις αποφάσεις του ΟΗΕ που το αφορούν.
Η παράταση του εμπολέμου (η ασάφεια δηλαδή ως προς τα σύνορα) και η απροθυμία να λυθεί το ζήτημα των προσφύγων (η ασάφεια ως προς την ιθαγένεια) δημιουργεί μια δυσκολία να οριστεί το κράτος του Ισραήλ, να εκπονηθεί δηλαδή το κείμενο ενός ισραηλινού συντάγματος. Παρ’ όλες τις σχετικές δεσμεύσεις του Ισραήλ, ο Μπεν-Γκουριόν αναβάλλει συνεχώς το ζήτημα, λέγοντας ότι η κυβέρνηση έχει πιο επείγοντα ζητήματα. Έτσι, το Ισραήλ κυβερνήθηκε μέχρι σήμερα με Βασικούς Nόμους. Από αυτήν την άποψη, το Ισραήλ δεν υπήρξε ακριβώς ένα «δυτικού τύπου» κράτος, όπως λέγεται σήμερα. Αποτέλεσε, μάλιστα, και αποτελεί ένα πολύ λιγότερο «κανονικό» κράτος, φερειπείν, από τον γειτονικό του Λίβανο, παρόλη την έμφαση που έδωσε στη δημοκρατία και στα δικαιώματα των Εβραίων κατοίκων του.
Θα μπορούσαμε να πούμε ότι, από την ίδρυσή του και έπειτα, το κράτος του Ισραήλ βρίσκεται σε ένα λανθάνον καθεστώς έκτακτης ανάγκης λόγω της απροθυμίας του να συνταχθεί με το διεθνές δίκαιο σε θέματα που σχετίζονται με τον πληθυσμό, τα σύνορα και, σε τελευταία ανάλυση, με τον ορισμό του έθνους. Αρκεί να δει κανείς τον τελευταίο Βασικό Νόμο περί εθνικότητας, που ψήφισε μόλις το 2018 η ακροδεξιά Κυβέρνηση του Ισραήλ και είναι κοντά σε ό,τι θα μπορούσε πια να αποτελέσει τη βάση ενός ισραηλινού Συντάγματος. Παραθέτω μερικά χαρακτηριστικά άρθρα:
«1 — Βασικές αρχές
Α. Η γη του Ισραήλ είναι η ιστορική πατρίδα του εβραϊκού λαού, στην οποία ιδρύθηκε το κράτος του Ισραήλ.
Β. Το κράτος του Ισραήλ είναι η εθνική στέγη του εβραϊκού λαού, στην οποία ο εβραϊκός λαός εκπληρώνει το φυσικό, πολιτιστικό, θρησκευτικό και ιστορικό του δικαίωμα στην αυτοδιάθεση.
Γ. Το δικαίωμα στην εθνική αυτοδιάθεση στο κράτος του Ισραήλ ανήκει αποκλειστικά στον εβραϊκό λαό.
6 — Σύνδεση με τον εβραϊκό λαό
Α. Το κράτος θα προσπαθήσει να εξασφαλίσει την ασφάλεια των μελών του εβραϊκού λαού και των πολιτών του που βρίσκονται σε κίνδυνο ή σε αιχμαλωσία λόγω της εβραϊκότητάς τους ή της ιθαγένειάς τους.
Β. Το κράτος θα ενεργεί εντός της Διασποράς για να ενισχύσει τη συγγένεια μεταξύ του κράτους και των μελών του εβραϊκού λαού.
Γ. Το κράτος θα ενεργεί για τη διατήρηση της πολιτιστικής, ιστορικής και θρησκευτικής κληρονομιάς του εβραϊκού λαού μεταξύ των Εβραίων της Διασποράς.
7 — Εβραϊκός εποικισμός
Α. Το κράτος θεωρεί την ανάπτυξη του εβραϊκού εποικισμού ως εθνική αξία και θα ενεργεί για να ενθαρρύνει και να προωθήσει την εδραίωση και την ισχυροποίησή της».
Αυτός ο Βασικός Νόμος είχε προκαλέσει μεγάλες αντιδράσεις από εβραϊκές οργανώσεις της Αμερικής και από οργανώσεις δικαιωμάτων που τον χαρακτήρισαν, δικαίως, ρατσιστικό και επικίνδυνο για την ειρήνη. Ιδιαίτερο σοκ προκάλεσε η απροκάλυπτη αναφορά στον «εβραϊκό εποικισμό ως εθνική αξία» του κράτους! Ο νόμος είναι προϊόν του εθνικιστικού συνασπισμού που βρισκόταν στην κυβέρνηση, ενώ είναι ορατή η συμβολή των θρησκευτικών σιωνιστικών κομμάτων που ήδη συμμετείχαν στον συνασπισμό. Οι διεθνείς αντιδράσεις όμως υπήρξαν περιορισμένες και χωρίς ισχύ. Ας ξαναπιάσουμε όμως το νήμα των γεγονότων.
Με τον Πόλεμο των Έξι Ημερών του 1967, το Ισραήλ καταλαμβάνει την Ιερουσαλήμ και τη Δυτική Όχθη από την Ιορδανία, τη Λωρίδα της Γάζας και τη Χερσόνησο του Σινά από την Αίγυπτο και τα Υψίπεδα του Γκολάν από τη Συρία. Στις 22 Νοεμβρίου, το Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ υιοθετεί ομόφωνα την Απόφαση 242 που ζητά από το Ισραήλ να αποσύρει αμέσως τα στρατεύματά του από τις περιοχές που έχει καταλάβει. Η απόφαση 242 επιδέχεται δύο νομικές ερμηνείες: την πρώτη εκφράζει το απόφθεγμα «no title by conquest», ότι δηλαδή κατά το σύγχρονο διεθνές δίκαιο δεν δικαιούται μια χώρα να επεκταθεί μέσω κατακτήσεων, ενώ τη δεύτερη ερμηνεία εκφράζει το απόφθεγμα «γη για ειρήνη» (land for peace): το Ισραήλ πρέπει να δώσει γη για να πάρει ειρήνη. 
Υποτίθεται ότι την εφαρμογή της αρχής «γη για ειρήνη» έχουμε το 1979, με τη Συνθήκη Ειρήνης του Ισραήλ με την Αίγυπτο, και το 1994, με τη Συνθήκη Ειρήνης του Ισραήλ με την Ιορδανία. Σύμφωνα με τη συνθήκη του 1979, το Ισραήλ αποτραβιέται από τη Χερσόνησο του Σινά και η Αίγυπτος εγκαταλείπει τα προηγούμενα δικαιώματά της στη Λωρίδα της Γάζας προς όφελος της Οργάνωσης για την Απελευθέρωση της Παλαιστίνης (PLO). Αντίστοιχα, το 1994, η Ιορδανία εγκαταλείπει τα προηγούμενα δικαιώματά της στη Δυτική Όχθη προς όφελος της PLO. Φτάνουμε λοιπόν σχεδόν στη σημερινή εδαφική κατάσταση: αφενός το Ισραήλ βρίσκεται να ελέγχει πλήρως το έδαφος της παλαιάς βρετανικής εντολής της Παλαιστίνης, και αφετέρου συνεχίζει να κατέχει δύο περιοχές, τις οποίες θα έπρεπε σύμφωνα με την Απόφαση 242 να εκκενώσει. Αυτές οι δύο περιοχές όμως δεν διεκδικούνται πια από τα γειτονικά κράτη, αλλά από μια αντιστασιακή οργάνωση που αναγνωρίζεται από τον ΟΗΕ ως εκπρόσωπος του παλαιστινιακού κράτους. Η λύση των δύο κρατών έρχεται και πάλι στο προσκήνιο, αυτή τη φορά με την αποδοχή των κρατών του αραβικού συνδέσμου, παίρνοντας σαν βάση του μελλοντικού παλαιστινιακού κράτους τις δύο κατεχόμενες περιοχές της Δυτικής Όχθης και της Γάζας.
Παράλληλα όμως αρχίζει ο εντατικός εποικισμός αυτών των περιοχών, αρχικά από την εθνικιστική-ορθόδοξη οργάνωση Gush Emunim, που θεωρεί ότι το κράτος του Ισραήλ οφείλει να εποικίσει το σύνολο του Ερέτς Γισραέλ, του ισραηλινού εδάφους, το οποίο συμπίπτει grosso modo με την Αγγλική Εντολή για την Παλαιστίνη.[37] Ενώ, λοιπόν, υπογράφονται οι συμφωνίες του Όσλο (1994) και ιδρύεται η Παλαιστινιακή Αρχή, με αρμοδιότητα τη διοίκηση σε διαφορετικά επίπεδα των τομέων Α΄ και Β΄ της Δυτικής όχθης (165 θύλακες) και της Λωρίδας της Γάζας, ο εποικισμός των κατεχόμενων περιοχών συνεχίζεται και εντείνεται. Ο μεγαλύτερος εποικισμός εντοπίζεται στον Γ΄ τομέα της Δυτικής όχθης, που εφάπτεται με τον Ιορδάνη και αποτελεί το σύνορο με την Ιορδανία, από όπου ο ισραηλινός στρατός είχε εκτοπίσει τον παλαιστινιακό πληθυσμό κατά τον Πόλεμο των Έξι Ημερών – ένας εκτοπισμός που προκάλεσε άλλες 250.000 πρόσφυγες.
Η δολοφονία του Γιτζάκ Ράμπιν (Yitzhak Rabin) από Ισραηλινό υπερεθνικιστή το 1995, η συνέχιση του εποικισμού (ιδιαίτερα κατά την πρώτη προεδρία του Νετανιάχου, 1996-99), οι επιχειρήσεις του ισραηλινού στρατού στη Δυτική Όχθη (ζώνη Γ΄) και στη Γάζα και η αποτυχία της Συνόδου του Camp David το 2000 γεννούν αμφιβολίες για την πρόθεση του Ισραήλ να προχωρήσει στη λύση των δύο κρατών, φέρνοντας τη δεύτερη ιντιφάντα –πολύ πιο βίαιη από την πρώτη– την οποία ο Αραφάτ (Yasser Arafat) δυσκολεύεται να ελέγξει. Σε αυτήν την περίοδο αναδύεται και ενισχύεται η Χαμάς και η Ισλαμική Τζιχάντ. Ύστερα από την επιμονή των ΗΠΑ για τη δημιουργία μιας Παλαιστινιακής Αρχής ανεξάρτητης από τον Αραφάτ, ο τελευταίος διορίζει το 2003 τον Μαχμούτ Αμπάς (Mahmoud Abbas) πρωθυπουργό της Παλαιστίνης. Την ίδια χρονιά, το Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ υιοθετεί την Απόφαση 1515, που καταργεί την Απόφαση 242 και υιοθετεί το Middle East Quartet’s Road Map προς μια μόνιμη λύση δύο κρατών.
Εντωμεταξύ, η δεύτερη Ιντιφάντα μετατρέπεται σε πεδίο αντιπαράθεσης της Χαμάς με τη Φατάχ. Το 2005 ο παλαιός στρατιώτης και σφαγέας, ο πρωθυπουργός Αριέλ Σαρόν (Ariel Sharon), μαζί με τον Μαχμούτ Αμπάς δίνουν τέλος στη σύγκρουση. Παίρνοντας τον ρόλο του πρωτοστάτη της ειρηνευτικής διαδικασίας, ο Σαρόν αποσύρει τα ισραηλινά στρατεύματα από τη Ζώνη της Γάζας και διαλύει τις εγκαταστάσεις Εβραίων εποίκων που βρίσκονται σε αυτήν. Δημιουργείται έτσι ένα sui generis καθεστώς κατοχής εφόσον το Ισραήλ ελέγχει τα σύνορα, τον εναέριο χώρο, την ενέργεια, τους φόρους κ.ά.
Ακολουθούν φαινόμενα κοινά σε διαφορετικά καθεστώτα κατοχής, ειδικά όταν παρατείνονται για μεγάλο χρονικό διάστημα:
– Εσωτερικές διαιρέσεις της αντίστασης (Φατάχ – Χαμάς – Ισλαμική Τζιχάντ κ.ά.) στη βάση αρχών, δικτύων εξουσίας ή/και συμφερόντων.
– Εργαλειοποίηση των διαιρέσεων από τη δύναμη κατοχής: προσεταιρισμός της Φατάχ, καταδίκη της Χαμάς και επακόλουθη μη αποδοχή των εκλογικών αποτελεσμάτων.
– Σχέδια και πρακτικές αλλαγής του πληθυσμού: εκτοπισμοί και εποικισμοί.
– Επιδράσεις του καθεστώτος κατοχής για την κοινωνία και του πολιτικού καθεστώτος της δύναμης κατοχής: μιλιταρισμός, επικράτηση εθνικιστικών τάσεων, διαφθορά κ.ά.
– Δημιουργία διακρίσεων μεταξύ του πληθυσμού που μετέχει της κατοχής και αυτού που την υφίσταται, που στη συγκεκριμένη περίπτωση έχει εξελιχθεί σε ένα καθεστώς απαρτχάιντ.
Η συνεχής επέκταση του παράνομου εποικισμού αποτελεί τη βασικότερη σταθερά. Με τον πολλαπλασιασμό, μάλιστα, των εποίκων και την πολιτική τους σημασία ως ψηφοφόρων, ο εποικισμός των κατεχόμενων εδαφών ανάγεται σε πολιτικό σύνθημα αναγκαίο για την επιβίωση των τελευταίων ισραηλινών κυβερνήσεων. Με τον τρόπο αυτό, το εποικιστικό έθος (η «εθνική αξία του εβραϊκού εποικισμού») απαιτεί την παράταση, και μάλιστα τη μονιμοποίηση, της παράνομης κατοχής· ο εποικιστικός αποικισμός συνεχίζεται από μια υποτιθέμενη δημοκρατία δυτικού τύπου, τσαλαπατώντας και την τελευταία επίφαση σεβασμού του διεθνούς δικαίου.
Με τον τρόπο αυτό, σε κλίμα αυξανόμενης ισλαμοφοβίας και έχοντας επιβληθεί ως ο βασικός και απαραίτητος σύμμαχος των ΗΠΑ στη Μέση Ανατολή, το Ισραήλ αποφασίζει να παρακάμψει εντελώς το εμπόδιο που αποτελεί το διεθνές δίκαιο και ο ΟΗΕ. Φτάνουμε έτσι στις περίφημες συμφωνίες του Αβραάμ: μια σειρά διακρατικών συμφωνιών ειρήνης μεταξύ του Ισραήλ και των αραβικών κρατών της Μέσης Ανατολής, τις οποίες οραματίστηκε και έθεσε σε τροχιά ο γαμπρός του Τραμπ, Τζάρεντ Κούσνερ (Jared Kushner). Με διάφορα ανταλλάγματα και την πατρωνία των ΗΠΑ, τα αραβικά κράτη θα έκαναν ειρήνη με το Ισραήλ, ξεχνώντας να θέσουν σαν προϋπόθεση τη δημιουργία παλαιστινιακού κράτους. Πιο συγκεκριμένα, σύμφωνα με το σχέδιο Κούσνερ, το Ισραήλ θα ενσωμάτωνε άμεσα τις εποικισμένες περιοχές της Δυτικής Όχθης (το 30% της περιοχής), θα απαλλασσόταν από την υποχρέωση της επιστροφής των προσφύγων, ενώ θα δημιουργούταν ένα παλαιστινιακό κράτος μόνο κατ’ όνομα, χωρίς στρατό και έλεγχο των συνόρων του – και σε τελευταία ανάλυση χωρίς κυριαρχία, καθώς το Ισραήλ θα επέβλεπε επ’ αόριστον την ασφάλεια στην περιοχή.
Αν και οι συμφωνίες άρχισαν να υπογράφονται από τον Τραμπ κατά την πρώτη θητεία της προεδρίας του, ο οποίος αναγνώρισε μάλιστα την Ιερουσαλήμ ως πρωτεύουσα του Ισραήλ, η ίδια πολιτική συνεχίστηκε και από την κυβέρνηση Μπάιντεν (Biden). Με αποτέλεσμα, στις 22 Σεπτεμβρίου 2023, ο Νετανιάχου να παρουσιάσει στη Γενική Συνέλευση του ΟΗΕ στη Νέα Υόρκη έναν χάρτη της «νέας Μέσης Ανατολής» μετά τις Συμφωνίες του Αβραάμ, όπου το Ισραήλ καταλάμβανε όλο το έδαφος της παλαιάς Βρετανικής Εντολής (μαζί με τη Γάζα και τη Δυτική Όχθη του Ιορδάνη).
Ο Μπενιαμίν Νετανιάχου παρουσιάζει έναν χάρτη της «Νέας Μέσης Αντατολής» στη Γενική Συνέλευση του ΟΗΕ στις 22 Σεπτεμβρίου του 2023, στη Νέα Υόρκη.
Οι επιθέσεις της Χαμάς της 7ης Οκτωβρίου του ίδιου χρόνου δεν μπορούν να γίνουν κατανοητές χωρίς να λάβουμε υπόψη μας την απόλυτη διεθνή απομόνωση –μεγαλύτερη από οποτεδήποτε άλλοτε– των Παλαιστινίων τη συγκεκριμένη στιγμή. Το γεγονός αυτό δεν δικαιολογεί την ακραία βία της επίθεσης της Χαμάς εναντίον πολιτών. Εξηγεί όμως την επιλογή της στιγμής, καθώς οι Παλαιστίνιοι αισθάνονταν κυριολεκτικά σβησμένοι από τον χάρτη και υφίσταντο όλο και πιο προκλητικές επιδρομές ορθόδοξων Ισραηλινών Εβραίων στο τέμενος Αλ-Άκσα της Ιερουσαλήμ.
Μέσα στα δύο χρόνια στρατιωτικών επιχειρήσεων που μεσολάβησαν πολλά έχουν αλλάξει. Διάφορα σχέδια εκτοπισμού των Παλαιστινίων της Γάζας έχουν διαρρεύσει: από τις πιέσεις στην Αίγυπτο και στην Ιορδανία να δεχτούν τους Παλαιστίνιους πρόσφυγες, που δεν έχουν όμως υποκύψει, έως την παραληρηματική αναφορά του Τραμπ στη δημιουργία της «Ριβιέρας της Γάζας». Φαίνεται, μάλιστα, ότι το Ισραήλ ζήτησε πράγματι από το Νότιο Σουδάν να δεχθεί τους Παλαιστινίους. Αυτόν τον Αύγουστο, η κυβέρνηση του Ισραήλ ανακοίνωσε την αποστολή βοήθειας στο Νότιο Σουδάν, όπου ο πληθυσμός πάσχει από πολύ εκτεταμένη λιμοκτονία και κρούσματα χολέρας – την ίδια στιγμή που εκδόθηκε η έκθεση της Ολοκληρωμένης Ταξινόμησης Φάσεων Επισιτιστικής Ασφάλειας (IPC) για τη λιμοκτονία στη Γάζα.
Η πολεμική φυγή του Ισραήλ προς τα εμπρός και η πληθώρα σχεδίων για να ξεφορτωθεί του Παλαιστινίους της Γάζας δεν μπορούν να μη μας θυμίσουν τους Εβραίους που βρέθηκαν παγιδευμένοι μέσα στις κατεχόμενες από τη ναζιστική Γερμανία περιοχές. Οι συνθήκες ήταν διαφορετικές: φυλετικό μίσος τότε, εποικιστικό έθος σήμερα,[38] που οδηγεί και αυτό στην απανθρώπιση του Άλλου. Όπως και τότε όμως, τα φιλόδοξα σχέδια μεταφοράς του ανεπιθύμητου πληθυσμού σε μια μακρινή περιοχή δεν φαίνεται να ευοδώνονται.[39] Φοβάται, λοιπόν, κανείς τι θα γίνει αν η πολιτική του Ισραήλ συνεχίσει να άγεται από ένα αποχαλινωμένο εποικιστικό έθος, οι ΗΠΑ συνεχίσουν να το στηρίζουν χωρίς όρους, ο υπόλοιπος κόσμος εξακολουθεί να μην αντιδρά και οι Παλαιστίνιοι παραμείνουν όμηροί του.
Δεν παύω να πιστεύω ότι ο στενός νομικός ορισμός της γενοκτονίας δεν συμβάλλει στην κατανόηση της μαζικής βίας. Φοβάμαι, αντίθετα, ότι το κράτος που ενέγραψε την έννοια της γενοκτονίας –ενός εγκλήματος που είναι τόσο δύσκολο να διαπραχθεί– στην εθνική ιδεολογία του και ανήγαγε εαυτόν στο μεγαλύτερο θύμα της ιστορίας αντλεί από την έννοια αυτήν τόσο μεγάλη νομιμοποίηση που μπορεί να διαπράξει ένα εξίσου μεγάλο έγκλημα.
Δύο χρόνια μετά την αρχή των επιχειρήσεων –όχι του πολέμου– στη Γάζα, με τη λιμοκτονία να καλπάζει, η ώρα της ευθύνης έχει πια περάσει. Το Ηνωμένο Βασίλειο, η Γαλλία και ο Καναδάς δήλωσαν ότι θα αναγνωρίσουν το παλαιστινιακό κράτος την 1η Σεπτεμβρίου. «Αν δεν επιβληθούν άμεσα κυρώσεις στο Ισραήλ, θα καταλήξετε να αναγνωρίσετε ένα νεκροταφείο», σχολίασαν σε ανοιχτή επιστολή τους προς τον Μακρόν, που δημοσιεύτηκε στη Monde, οι ιστορικοί Ελί Μπαρναβί (Elie Barnavi) και Βενσάν Λεμίρ (Vincent Lemire).[40] Ίσως όμως να πρόκειται απλά για αντισημίτες…
Ο Νίκος Σιγάλας είναι ιστορικός με ειδίκευση στην οθωμανική και νεοελληνική ιστορία (Ινστιτούτο Μεσογειακών Σπουδών – CETOBaC/EHESS).
ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
- [1] IPC (Integrated Food Security Phase Classification), Famine Review Commitee: Gaza Strip, Αύγουστος 2025. Conclusions and reconmandations, 22/8/2025. Σύνδεσμος: https://www.ipcinfo.org/fileadmin/user_upload/ipcinfo/docs/IPC_Famine_Review_Committee_Report_Gaza_Aug2025.pdf/. ↑
- [2] UNRWA (United Nations Relief and Works Agency for Palestine Refugees in the Near East), Υπηρεσία Αρωγής και Έργων του ΟΗΕ για τους Παλαιστινίους Πρόσφυγες στην Εγγύς Ανατολή, είναι υπηρεσία του ΟΗΕ, που ιδρύθηκε το 1948 για να περιθάλψει και να προσφέρει αρωγή στους Παλαιστινίους που εκτοπίστηκαν από το 1948 και έπειτα, καθώς και τους απογόνους τους, συμπεριλαμβανομένης και της βασικής και μέσης εκπαίδευσης. Περισσότεροι από 5,6 εκατομμύρια Παλαιστίνιοι πρόσφυγες ήταν εγγεγραμμένοι στην UNRWA το 2019. ↑
- [3] Βλ. Forensic Architecture Investigation: «Aid in Gaza: two models», 1 Αυγούστου 2025. Σύνδεσμος: https://frames.forensic-architecture.org/gaza/aid/aid-in-gaza-two-models/. ↑
- [4] Zeina Jamaluddine, Hanan Abukmail, Sarah Aly, Oona M. R. Campbell και Francesco Checchi, «Traumatic injury mortality in the Gaza Strip from Oct 7, 2023 to June 30, 2024: Α capture-recapture analysis», Lancet 405 (2025), σ. 469-77, σύνδεσμος: https://doi.org/10.1016/ S0140-6736(24)02678-3/. ↑
- [5] Rasha Khatib, Martin McKee και Salim Yusuf, «Counting the Dead in Gaza: Difficult but Essential», Lancet 404 (2024), σ. 237-8, σύνδεσμος:https://www.thelancet.com/pdfs/journals/lancet/PIIS0140-6736(24)01169-3.pdf/. ↑
- [6] Taner Akçam, «Thinking in Dark Times: The End of Tradition and the Crisis of Holocaust and Genocide Studies», The Armenian Mirror-Spectator, 9 Απριλίου 2025. Σύνδεσμος: https://mirrorspectator.com/2025/04/09/thinking-in-dark-times-the-end-of-tradition-and-the-crisis-of-holocaust-and-genocide-studies/?fbclid=IwY2xjawJp7MJleHRuA2FlbQIxMQABHgongXAlknOuoF03rrdTbYGIvK0nsePGXuR32iTk8LemPO9q3LnutiCu9cnZ_aem_lcgFCAYGRZQfoFMzR2qHug/. ↑
- [7] Norman Finkelstein, Η βιομηχανία του Ολοκαυτώματος, Εκδόσεις 21ος, Αθήνα 2001. ↑
- [8] Βλ. Avi Slaim, «La guerre des historiens israéliens», Annales 51/1 (2004), σ. 161-169. ↑
- [9] Taner Akçam, «Thinking in Dark Times», ό.π. ↑
- [10] Έφτασε έτσι να θεωρείται η δολοφονία ως νόμιμο μέσο πολέμου –κάτι στο οποίο έχουν βοηθήσει και οι ΗΠΑ και η αυθαίρετη έννοια του «πολέμου κατά της τρομοκρατίας»– σαν να μην υπήρχαν «κανόνες εμπλοκής». Αυτή είναι όμως μια συζήτηση, που δεν μπορεί να γίνει εδώ. ↑
- [11] Antony Lerman, Whatever Happened to Antisemitism? Redefinition and the Myth of the «Collective Jew», Pluto Press, Λονδίνο 2022. ↑
- [12] Παρόλο που η πιο δυναμική και η πιο αποτελεσματική αντίδραση σε αυτά τα εγκλήματα προέρχεται από Εβραίους της Διασποράς, κυρίως των ΗΠΑ, οι οποίοι δεν ταυτίζονται αναγκαστικά με το κράτος του Ισραήλ. ↑
- [13] Mark Mazower, Το μαγεμένο παλάτι των εθνών: το τέλος της αυτοκρατορίας και οι ιδεολογικές αφετηρίες του ΟΗΕ, μετάφραση Κώστας Κουρεμένος, Αλεξάνδρεια, Αθήνα 2015. ↑
- [14] Dirk Moses, The Problems of Genocide: Permanent Security and the language of Transgression, Cambridge University Press, Κέιμπριτζ-Νέα Υόρκη-Μελβούρνη 2021. ↑
- [15] Ενώ ο εκτοπισμός πληθυσμού περιλαμβάνεται στα Εγκλήματα κατά της Ανθρωπότητας, μέχρι τη δεκαετία του 1990 δεν υπήρχαν διεθνή ποινικά δικαστήρια που να εκδικάζουν το έγκλημα αυτό. ↑
- [16] Ακόμα και τα κριτήρια της «διάκρισης» και της «αναλογικότητας» που υιοθετούνται από το Καταστατικό της Ρώμης του Διεθνούς Ποινικού Δικαστηρίου δεν αποτελούν μια στέρεη βάση ποινικοποίησης των δολοφονιών αμάχων από βομβαρδισμούς. ↑
- [17] Βλ. Winfried-Georg Sebald, Η φυσική ιστορία της καταστροφής, μετάφραση Γιάννης Καλλιφατίδης, Εκδόσεις Άγρα, Αθήνα 2008. ↑
- [18] Η χρήση του όρου collateral damage διαδόθηκε κατά τον Πόλεμο του Βιετνάμ. ↑
- [19] Mark Mazower, No Enchanted Palace: The End of Empire and the Ideological Origins of the United Nations, Princeton University Press, 2009. ↑
- [20] Philippe Sands, East West Street: On the Origins of «Genocide» and «Crimes against Humanity», Penguin Random House, Νέα Υόρκη 2016. ↑
- [21] Ο όρος «δομική γενοκτονία» (structural genocide) έχει εισαχθεί από τον Patrick Wolfe για να περιγράψει γενοκτονίες που συμβαίνουν σε συνθήκες εποικιστικού αποικισμού (settler colonialism), ενώ ο όρος «σταδιακή γενοκτονία» (incremental genocide) χρησιμοποιείται από τον Ilan Pappé, βλ. Mark LeVine και Eric Cheyfitz, «Israel, Palestine, and the Poetics of Genocide Revisited», Journal of Genocide Research, 2025, σ. 1-23, σύνδεσμος: https://doi.org/10.1080/14623528.2025.2482297/. ↑
- [22] Dirk Moses, The Problems of Genocide, ό.π. ↑
- [23] Norman Finkelstein, Η βιομηχανία του Ολοκαυτώματος, ό.π. ↑
- [24] Ο Καχέιν υπήρξε από τους πρώτους που μετέτρεψαν το σύνθημα κατά του Ολοκαυτώματος σε ένα εθνικιστικό σύνθημα, το οποίο έχει διαδοθεί σήμερα στο Ισραήλ με το βιβλίο του Never Again! A Program for Survival, Pyramid Books, Νέα Υόρκη 1972. ↑
- [25] Για το Bund (algemeyner yidisher arbeter bund) βλ. Mark Mazower, Όσα δεν είπες. Ένα ρωσικό παρελθόν και το ταξίδι προς την πατρίδα. Φόρος τιμής, Εκδόσεις Άγρα, Αθήνα 2017. ↑
- [26] Theodor Herzl, Der Judenstaat. Versuch einer modernen Lösung der Judenfrage, Λειψία και Βιέννη1895. Παρατίθεται στην αγγλική μετάφραση, The Jewish State, Dover Publications, Νέα Υόρκη 1988. ↑
- [27] Gālūṯ σημαίνει εξορία κι ας μεταφράστηκε από τους Εβδομήκοντα ως διασπορά, αρχίζοντας έναν φαύλο κύκλο εννοιολογικών ολισθήσεων. ↑
- [28] Theodor Herzl, The Jewish State, ό.π., σ. 95. ↑
- [29] Patrick Wolfe, Settler Colonialism and the Transformation of Anthropology, Cassell, Λονδίνο 1999. Βλ. Rashid Ismail Khalidi, The Hundred Years’ War on Palestine: A History of Settler Colonialism and Resistance, 1917-2017, Metropolitan Books, Henry Holt and Company, Νέα Υόρκη 2020. ↑
- [30] The Complete Diaries of Theodor Herzl, τ. 1, Herzl Press and Thomas Yoseloff, Νέα Υόρκη 1960, σ. 88. ↑
- [31] Παραστρατιωτική οργάνωση του αναθεωρητή σιωνιστή Ze’ev Jabotinsky. ↑
- [32] Από το ημερολόγιο του Μπεν-Γκουριόν, παρατίθεται από τον Ilan Papé, The Ethnic Cleansing of Palestine, Oneworld, Λονδίνο 2014, σ. 23. ↑
- [33] Ilan Papé, The Ethnic Cleansing of Palestine, ό.π. ↑
- [34] Walid Khalidi, All That Remains: The Palestinian Villages Occupied and Depopulated by Israel in 1948, Institute for Palestine Studies, Βηρυτός 1992. ↑
- [35] Avi Shlaim, Collusion Across the Jordan. King Abdullah, the Zionist Movement, and the Parition of Palestine, Columbia University Press, Νέα Υόρκη 1988. ↑
- [36] Ahron Bregman και Jihan El-Tahri, The Fifty Years War: Israel and the Arabs, Penguin Books & BBC Books, Λονδίνο 1998, σ. 41. ↑
- [37] Για τους αναθεωρητές σιωνιστές που κατάγονται πολιτικά και ιδεολογικά από τον Ze’ev Zabotinsky το Ερέτς Ισραέλ είναι πολύ μεγαλύτερο. ↑
- [38] Ωστόσο, ο Mark Mazower έδειξε την αποικιακή ώση που προώθησε τη χιτλερική αυτοκρατορία στο Η Αυτοκρατορία του Χίτλερ. Ναζιστική εξουσία στην κατοχική Ευρώπη, μετάφραση Κώστας Κουρεμένος, Αλεξάνδρεια, Αθήνα 2009. ↑
- [39] Οι ναζί σκέφτονταν αρχικά να εκτοπίσουν του Εβραίους της Ευρώπης στη Μαδαγασκάρη και στη συνέχεια στη Σιβηρία. ↑
- [40] Elie Barnavi και Vincent Lemire, «Elie Barnavi et Vincent Lemire: “Monsieur le Président, si des sanctions immédiates ne sont pas imposées à Israël, vous finirez par reconnaître un cimetière”», Le Monde, 5 Αυγούστου 2025. Σύνδεσμος: https://www.lemonde.fr/idees/article/2025/08/05/elie-barnavi-et-vincent-lemire-monsieur-le-president-si-des-sanctions-immediates-ne-sont-pas-imposees-a-israel-vous-finirez-par-reconnaitre-un-cimetiere_6626640_3232.html/. ↑
