ΚΥΠΡΙΟΙ ΠΡΟΣΦΥΓΕΣ ΚΑΙ ΜΕΤΑΝΑΣΤΕΣ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ ΜΕΤΑ ΤΟ ’74

 

Η ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑ ΤΗΣ ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΠΑΡΟΙΚΙΑΣ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ, Ο ΡΟΛΟΣ ΤΩΝ ΚΥΠΡΙΩΝ ΦΟΙΤΗΤΩΝ ΚΑΙ ΤΩΝ ΚΥΠΡΙΑΚΩΝ ΦΟΙΤΗΤΙΚΩΝ ΣΥΛΛΟΓΩΝ

τχ. 162-163

Έλενα Μπουλετή

Εισαγωγή

Τα γεγονότα του ’74 στην Κύπρο αποτελούν μια από τις πιο τραυματικές σελίδες της σύγχρονης ελληνικής ιστορίας, και ως τέτοια έχουν αναλυθεί εκτενώς. Ωστόσο, μια από τις συνέπειές τους, που δεν έχει διερευνηθεί σε βάθος, υπήρξε η μαζική φυγή Ελληνοκυπρίων προς την Ελλάδα αμέσως μετά την εισβολή και έως τις αρχές της δεκαετίας του ‘80. Επρόκειτο για μια ιδιότυπη «προσφυγιά», καθώς η μετακίνηση από την Κύπρο στην Ελλάδα δεν παρουσίαζε γλωσσικά, πολιτιστικά ή άλλα εμπόδια για όσους το επιχείρησαν, ενώ το ελληνικό κράτος προσέφερε για ένα χρονικό διάστημα στήριξη και παροχές στους πρόσφυγες, προκειμένου να ενταχθούν όσο πιο ομαλά γινόταν στην ελληνική κοινωνία. Η δυνατότητα και η πρόθεση του ελληνικού κράτους και της ελληνικής κοινωνίας να υποστηρίξει τους Ελληνοκύπριους και τις Ελληνοκύπριες που ήρθαν τότε κατά κύματα στην Ελλάδα για σπουδές και/ή εργασία ήταν τέτοια, ώστε η ενσωμάτωση των ανθρώπων αυτών έγινε γρήγορα, καθιστώντας τους, μέσα σε μικρό χρονικό διάστημα, τμήμα της ελληνικής πολιτείας. Τα μέτρα υπέρ αυτών των προσφύγων από το ελληνικό κράτος, καθώς και η έλλειψη γλωσσικών και κοινωνικών εμποδίων, τους έδωσαν τη δυνατότητα να μπουν σχεδόν άμεσα στην εκπαιδευτική και παραγωγική διαδικασία, να αποκατασταθούν σε σύντομο χρονικό διάστημα επαγγελματικά, να δημιουργήσουν οικογένειες και στην πλειοψηφία τους να μείνουν μόνιμα στην Ελλάδα.

Σημαντικό παράγοντα της κυπριακής παροικίας στην Ελλάδα αποτέλεσαν –και αποτελούν– οι φοιτητές και οι φοιτήτριες, καθώς ήταν κοινωνικά ενεργοί και ενεργές τόσο πριν την εισβολή όσο και μετά. Με τη συμμετοχή τους στους φοιτητικούς συλλόγους και μετά στα κυπριακά κόμματα παρήγαγαν πολιτική, και, ιδιαίτερα για όσους-ες ήρθαν στο διάστημα μετά την εισβολή, οι έννοιες μεταξύ φοιτητή και πρόσφυγα ήταν συγκεχυμένες και αλληλένδετες. Ουσιαστικά επρόκειτο για πρόσφυγες των οποίων το εισιτήριο για την ασφάλεια και για ένα καλύτερο μέλλον ήταν οι σπουδές και η παραμονή στην Ελλάδα.

Παράλληλα, ως πολιτική επιλογή συμφωνημένη μεταξύ Ελλάδας και Κύπρου για πολλά χρόνια, η κατάσταση του πρόσφυγα επιδιώχθηκε να διατηρηθεί για όλους αυτούς τους ανθρώπους, προκειμένου να μην αλλάξει η πληθυσμιακή σύσταση στα κατεχόμενα εδάφη του νησιού και οι διεκδικήσεις της Κυπριακής Δημοκρατίας που απέρρεαν από αυτή. Τέλος, το γεγονός ότι οι Ελληνοκύπριοι αντιμετωπίστηκαν εξαρχής ως οργανικό μέρος της ελληνικής κοινωνίας, αλλά και ο σχετικά περιορισμένος τους αριθμός, βοήθησαν στη γρήγορη κοινωνική ενσωμάτωσή τους, αλλά κατέστησαν δυσκολότερη την έρευνα και τη συλλογή αριθμητικών στοιχείων για την άφιξη και την εξέλιξη της ζωής τους στην Ελλάδα. Ειδική μνεία έγινε στην παρούσα ανάλυση στα παιδιά που ταξίδεψαν χωρίς τους γονείς τους στην Ελλάδα σε αλλεπάλληλες αποστολές, προκειμένου να φιλοξενηθούν σε οικοτροφεία, θρησκευτικά ιδρύματα και ιδιώτες/οικογένειες.

Στόχος της έρευνας είναι να αναδειχθούν τα βασικά χαρακτηριστικά αυτής της προσφυγιάς –πολιτικά, κοινωνικά, οικονομικά, πληθυσμιακά– καθώς και τα κομβικά σημεία της εξέλιξής τους μέσα στον χρόνο. Παρόλη τη συχνή απουσία αριθμητικών στοιχείων, έχει σημασία να αναδειχθούν οι συνθήκες και η μεταβολή τους, οι πολιτικές στοχεύσεις, το ειδικό πολιτικό βάρος αυτής της προσφυγιάς και βέβαια η επιρροή της παροικίας που δημιουργήθηκε από το 1974 τόσο στην Ελλάδα όσο και στην Κύπρο.

Μεγάλο μέρος της έρευνας αυτής για τους Κύπριους πρόσφυγες, η οποία βρίσκεται ακόμη σε εξέλιξη, βασίστηκε σε προφορικές μαρτυρίες-συνεντεύξεις «Κυπρίων της Ελλάδας» σε ένα διάστημα από το 2021 έως και το 2024. Οι μαρτυρίες τους αξιοποιήθηκαν προκειμένου να καταδειχθούν τάσεις, στάσεις και απόψεις που είχαν εν γένει οι πρόσφυγες και μετανάστες του 1974 στην Ελλάδα και όχι να παρουσιαστούν οι προσωπικές τους ιστορίες ή το τραύμα του ξεριζωμού – που φυσικά υπάρχει και είναι τεράστιο. Τα Κρατικά Αρχεία Κύπρου (ΚΑΚ), το Κυπριακό Κρατικό Κέντρο Τύπου και Πληροφοριών (Press Information Office, ΡΙΟ) στην Κύπρο, το Αρχείο Σύγχρονης Κοινωνικής Ιστορίας (ΑΣΚΙ), το αρχείο του Συνηγόρου του Πολίτη στην Αθήνα βοήθησαν επίσης πολύ στην ιχνηλάτηση της πορείας των Κυπρίων προσφύγων που προσαρμόστηκαν γρήγορα στην ελλαδική πραγματικότητα και ίσως και γι’ αυτό τον λόγο πέρασαν και περνούν «κάτω από το ραντάρ» των καταμετρήσεων και των μαζικών αναφορών.

Ιδιαίτερα σημαντική για την έρευνα ήταν η συμβολή του Γιώργου Μιχαηλίδη, στελέχους κυπριακών οργανώσεων επί σειρά ετών, ο οποίος είχε την καλοσύνη, τον χρόνο και την υπομονή να μοιραστεί και να συζητήσει μαζί μου εκτενώς τις εμπειρίες και τις γνώσεις του για την ιστορία της παροικίας και του κυπριακού φοιτητικού κινήματος στην Ελλάδα και να με παραπέμψει και σε άλλους Ελληνοκύπριους για συζήτηση. Ομοίως και του Λοΐζου Λοΐζου, Προέδρου της Ένωσης Κυπρίων Προσφύγων Ελλάδας «Κύπρος 74» (Ε.Κ.Π.Ε.), που ήρθε πρόσφυγας, σπούδασε, σταδιοδρόμησε και ζει στην Ελλάδα. Ακολούθως, θερμές ευχαριστίες οφείλονται στον Γιώργο Γεωργίου, ευρωβουλευτή του ΑΚΕΛ, που μοιράστηκε μαζί μου την εμπειρία του ως παιδί-πρόσφυγας στην Ελλάδα, στην οποία στη συνέχεια επέστρεψε για πανεπιστημιακές σπουδές, καθώς και στη Νιόβη Κερκίδου, η οποία επίσης μετείχε σε μια από τις αποστολές παιδιών στην Ελλάδα μετά την εισβολή σε ηλικία μόλις εννέα ετών και έγραψε, ενήλικη πλέον, ένα σημαντικό βιβλίο για την εμπειρία της βασισμένο σε μαρτυρίες παιδιών σαν εκείνη, αλλά και σε αρχειακή έρευνα που έκανε η ίδια. Είχε την καλοσύνη να μου μιλήσει αναλυτικά για όσα είδε και έζησε, όχι μόνο από τη σκοπιά του αυτόπτη μάρτυρα αλλά και από αυτή της ερευνήτριας.

Μετά την εισβολή: τα παιδιά-πρόσφυγες που ταξίδεψαν στην Ελλάδα

Ο γενικός απολογισμός της εισβολής είχε 6.000 νεκρούς και αγνοούμενους ενώ, συνολικά, 180.000 με 200.000 περίπου Ελληνοκύπριοι εκτοπίστηκαν στον Νότο. Αντίστοιχα, 50.000 περίπου Τουρκοκύπριοι μεταφέρθηκαν σταδιακά στο κατεχόμενο από τις τουρκικές δυνάμεις βόρειο τμήμα του νησιού. Στην πρώτη φάση της εισβολής, 32.000 περίπου Ελληνοκύπριοι από την επαρχία Κερύνειας υποχρεώθηκαν να εγκαταλείψουν τα σπίτια τους. [1] Ουσιαστικά, ένα κράτος μόλις 14 ετών, έπρεπε να αντιμετωπίσει τα επίχειρα της εισβολής και της άμεσης ανθρωπιστικής κρίσης που αυτή δημιούργησε. Σε αυτή την πρώιμη φάση, την ανακούφιση των προσφύγων/εκτοπισμένων ανέλαβε το Γραφείο Ευημερίας του Υπουργείου Εργασίας. Πρόσφυγας/εκτοπισμένος θεωρήθηκε όποιος με την εισβολή έχασε το σπίτι και/ή την εργασία του, και όχι όποιος απλώς καταγόταν από τις κατεχόμενες περιοχές. Για παράδειγμα, όσοι κάτοικοι των κατεχόμενων περιοχών βρίσκονταν εκτός Κύπρου εκείνο το διάστημα ή φιλοξενούνταν για οποιοδήποτε λόγο σε άλλες περιοχές ή/και χώρες, χρειάστηκε να επιμείνουν προκειμένου να τους αναγνωριστεί σε δεύτερο χρόνο το καθεστώς του πρόσφυγα, να πάρουν προσφυγική ταυτότητα και τα βοηθήματα που απέρρεαν από αυτή. [2] Οι πρώτοι πρόσφυγες, έχοντας και την πεποίθηση ότι επρόκειτο για μια προσωρινή κατάσταση, φιλοξενήθηκαν σε σπίτια συγγενών και φίλων, σε αντίσκηνα, σε εγκαταλειμμένα οικήματα, σε σχολεία, σε εκκλησίες, μοναστήρια κτλ. ακόμη και στην ύπαιθρο. Το 1/3 των Ελληνοκυπρίων βρέθηκαν χωρίς στέγη, ενώ τις πρώτες μέρες μετά τη δεύτερη εισβολή η μοιρασμένη Λευκωσία άδειαζε κάθε βράδυ από τους μόνιμους κατοίκους της, οι οποίοι επέστρεφαν ξανά το πρωί, λόγω του φόβου νέας τουρκικής προέλασης.

Ήδη από τις 18 Αυγούστου συστάθηκε ειδική «Υπηρεσία Μερίμνης και Αποκαταστάσεως Εκτοπισθέντων» (ΥΜΑΠΕ) με μέσα και προσωπικό από το Υπουργείο Εργασίας, η οποία ήταν σε επαφή και με τα Ηνωμένα Έθνη. [3] Εκ των υστέρων, τα στοιχεία για τους εσωτερικά εκτοπισμένους Κυπρίους ποικίλλουν. Η Ειρηνευτική Δύναμη των Ηνωμένων Εθνών στην Κύπρο (UNFICYP) εκτιμά ως 165.000 τους Ελληνοκύπριους και 45.000 τους Τουρκοκύπριους πρόσφυγες, η Ύπατη Αρμοστεία του ΟΗΕ για τους Πρόσφυγες εκτιμά σε 200.000 τους Ελληνοκύπριους και σε 65.000 τους Τουρκοκύπριους πρόσφυγες, βασιζόμενη εν μέρει σε στατιστικά που καταγράφουν τα παιδιά των εκτοπισμένων ως πρόσφυγες. [4]

Μια σχετικά άγνωστη πτυχή της κυπριακής προσφυγιάς αποτέλεσε η απόφαση που πήραν πολλές ελληνοκυπριακές οικογένειες να στείλουν, μετά από πρόσκληση, τα ανήλικα παιδιά τους ως φιλοξενούμενα –τα μικρότερα έως και 6 ετών– για ένα, δύο ή και παραπάνω χρόνια σε ιδρύματα και σε οικογένειες στην Ελλάδα. Η επιλογή αυτή απαντούσε στο πρόβλημα της έλλειψης σχολείων στην Κύπρο τα πρώτα χρόνια μετά την εισβολή, καθώς ακόμη και στις ελεύθερες περιοχές τα σχολεία δεν λειτουργούσαν λόγω έλλειψης δασκάλων, αλλά και επειδή τα σχολικά κτίρια είχαν καταληφθεί από οικογένειες προσφύγων. Η πρεσβεία της Κύπρου στην Αθήνα σε συνεργασία με το κυπριακό Υπουργείο Παιδείας ξεκίνησε μια προσπάθεια να προσκληθούν στην Ελλάδα παιδιά προκειμένου να μην χάσουν τη σχολική τους χρονιά και έδωσε πολλών ειδών εκπαιδευτικές υποτροφίες με φιλοξενία για νέες και νέους από την Κύπρο.[5]

Η πρώτη και μεγαλύτερη αριθμητικά προσφορά ήταν από τον Μητροπολίτη Ηλείας Αθανάσιο, ο οποίος ενημέρωσε τον Πρόεδρο της Κυπριακής Δημοκρατίας ότι διέθετε 500 «υποτροφίες» προκειμένου να φιλοξενηθούν παιδιά σε διαθέσιμες εγκαταστάσεις και οικογένειες σε Οικοτροφεία της Μητρόπολης και οικογένειες του Νομού Ηλείας. Το κυπριακό Υπουργείο Παιδείας αποδέχθηκε την προσφορά και εξέδωσε ανακοίνωση – πρόσκληση ώστε να υποβάλουν αίτηση όσες οικογένειες ενδιαφέρονταν να στείλουν τα παιδιά τους. Ακολούθησαν ο Εθνικός Οργανισμός Πρόνοιας με 290 υποτροφίες σε παιδουπόλεις ανά την Ελλάδα, τα ελληνικά Υπουργεία Γεωργίας, Κοινωνικής Πρόνοιας και Απασχολήσεως (το τελευταίο μόνο σε παιδιά εργαζομένων στην ΑΗΚ, ως κίνηση αλληλεγγύης από εργαζόμενους στη ΔΕΗ) ο Εμπορικός Σύλλογος Ξάνθης, το Κολλέγιο Αθηνών, η Τεκτονική Στοά Πατρών, η Ριζάρειος Εκκλησιαστική Σχολή, η Ιερά Μητρόπολη Κισσάμου και Σελίνου στην Κρήτη, η Μητρόπολη Ελευθερούπολης στην Καβάλα, η Σχολή Επισκεπτριών και Νοσοκόμων Ελλάδας, κτλ. Πολλές αιτήσεις έγιναν απευθείας στο κυπριακό Υπουργείο από οικογένειες που ήθελαν να φιλοξενήσουν παιδιά στο σπίτι τους ή από ιδιώτες που ήθελαν να αναλάβουν τα έξοδα σπουδών και φιλοξενίας για κάποιο παιδί χωρίς τη διαμεσολάβηση ιδρύματος. Υποτροφίες προσέφεραν επίσης ελληνικές κοινότητες από το εξωτερικό (ΗΠΑ, Αίγυπτος) καθώς και πολλοί ιδιωτικοί οργανισμοί και εκπαιδευτήρια στην Ελλάδα (λ.χ. Αμερικανική Γεωργική Σχολή Θεσσαλονίκης, Κολλέγιο Ανατόλια, Κοργιαλένειος Σχολή Σπετσών κτλ.). [6] Οι «υποτροφίες» αυτές για μαθητές, σπουδαστές και φοιτητές κάλυπταν μια ευρεία γκάμα ηλικιών και ειδικοτήτων. Άλλες ήταν μόνο θηλέων και άλλες μικτές, ανάλογα με τα μέσα και το αντικείμενο του κάθε οργανισμού και καλύφθηκαν σχεδόν όλες προκειμένου να φύγουν όσα περισσότερα παιδιά γινόταν από τον κίνδυνο του πολέμου και τα μεγαλύτερα σε ηλικία να αποκτήσουν και μια καλύτερη επαγγελματική προοπτική μέσω της μόρφωσης. [7]

Η πρώτη μαζική αποστολή παιδιών στην Ελλάδα έγινε στις 21 Σεπτεμβρίου 1974 με το ατμόπλοιο «Πάτρα», με 215 παιδιά ηλικίας από 6 έως και 17 ετών, από τη Λεμεσό με προορισμό τον Πειραιά. Τα παιδιά ταξίδευαν με ομαδικά πάσο ανά 25 και εκπαιδευτικούς ως συνοδούς, ενώ ο Μητροπολίτης υπέγραψε στον Πειραιά το πρωτόκολλο «παραλαβής Ελληνοπαίδων εκ Κύπρου». [8] Η δεύτερη, πιο μεγάλη, αποστολή έγινε την 7η Οκτωβρίου 1974 με 494 παιδιά αυτή τη φορά και 5 συνοδούς με το ίδιο πλοίο. Μαρτυρίες όσων ταξίδεψαν τότε ως παιδιά αναφέρουν ότι η οργάνωση του ταξιδιού ήταν πρόχειρη (έγινε τρεις φορές καταμέτρηση των παιδιών πάνω στο πλοίο και βρισκόταν διαφορετικό νούμερο κάθε φορά, ενώ κατά τη διάρκεια του ταξιδιού το πλοίο παρενοχλούνταν από τα τουρκικά αεροσκάφη, σε σημείο που ένας αξιωματικός του πλοίου πρότεινε να ανεβάσουν τους επιβάτες στο κατάστρωμα προκειμένου να δουν τα αεροπλάνα ότι πρόκειται για παιδιά και να μην τα βομβαρδίσουν), αλλά τα ίδια, σύμφωνα με τις μαρτυρίες, ένιωθαν ότι ταξίδευαν προς την ασφάλεια, μιας και η Κύπρος είχε ταυτιστεί μέσα τους με τον κίνδυνο.[9] Στον Πειραιά επιβιβάστηκαν σε λεωφορεία για την Ηλεία. Από όπου περνούσαν, ο κόσμος τους υποδεχόταν, όπως καταγράφει ένα παιδί, «σαν ήρωες», με αγκαλιές, δώρα και γλυκά, και όπου δεν γινόταν στάση τούς πετούσαν πράγματα από τα παράθυρα των λεωφορείων, και αυτή η θερμή υποδοχή μετά τον αποχωρισμό τούς προσέφερε μια πρώτη παρηγοριά. [10] Η τρίτη αποστολή ήταν στις 15 Οκτωβρίου 1975 με 205 μαθητές και μαθήτριες μέσης εκπαίδευσης με το πλοίο «Οινούσσαι» με 3 συνοδούς (Επιθεωρητές του Υπουργείου Παιδείας Κύπρου). Ακολούθησαν και άλλες αποστολές, πιο μικρές και με πιο μεγάλα συνήθως σε ηλικία παιδιά, ενώ οι διαδικασίες αυτές επαναλήφθηκαν και τα επόμενα έτη προκειμένου –ανάλογα και με τις ανάγκες κάθε οικογένειας– τα παιδιά να ολοκληρώσουν το δημοτικό, το γυμνάσιο κτλ. Η Νιόβη Κερκίδου, που ήταν ένα από τα παιδιά αυτά και έκανε στη συνέχεια ενδελεχή έρευνα για το θέμα, καταγράφει ότι δεν ήταν εφικτό να εξακριβωθεί ο ακριβής αριθμός των παιδιών που φιλοξενήθηκαν στην Ελλάδα, καθώς διαπίστωσε πως «παιδιά μετέβησαν στην Ελλάδα κατόπιν ιδιωτικής πρόσκλησης ή φιλοξενήθηκαν οικογενειακώς από διάφορους φορείς χωρίς να αναγράφονται πουθενά περισσότερα στοιχεία».[11] Ωστόσο, από φορείς που συμμετείχαν στη δημιουργία και σχετικού συλλόγου αναφέρθηκε ότι περί τα 2.000 παιδιά επίσημα και 5.000 ανεπίσημα είχαν έρθει εκείνο το διάστημα στην Ελλάδα, άλλα για μεγαλύτερο και άλλα για μικρότερο διάστημα, ανάλογα με την περίπτωση.[12]

Οι καταγραφές των εμπειριών πολλών από εκείνα τα παιδιά που σε μικρή ηλικία ταξίδεψαν –στην πλειοψηφία τους για πρώτη φορά– μόνα σε ξένο περιβάλλον, μετά τη φρίκη του πολέμου και κάποια από αυτά σε μεγάλη ένδεια, κατέδειξαν πέρα από το ανθρώπινο και το βιωματικό στοιχείο, καθώς και τις συνθήκες κάτω από τις οποίες μετακινήθηκαν και έζησαν στην Ελλάδ. [13] Και ενώ η συντριπτική τους πλειοψηφία μίλησε για μια θετική εμπειρία, ιδιαίτερα για τα παιδιά που έμειναν στα ιδρύματα υπάρχουν και καταγραφές αντιπαιδαγωγικών μεθόδων «πειθαρχίας». [14] Ιδιαίτερη μνεία αξίζει η διαδικασία επιλογής των παιδιών που θα φιλοξενούνταν σε ιδρύματα ή θα τα φιλοξενούσε μια οικογένεια: τα παιδιά έμπαιναν σε μια γραμμή και η οικογένεια διάλεγε όποιο προτιμούσε είτε στην πρώτη επίσκεψη είτε έπειτα από μια σειρά επισκέψεων «γνωριμίας». Με αυτό τον τρόπο, πολλά αδέλφια, ξαδέλφια κτλ., που είχαν ταξιδέψει μαζί και ήταν το ένα ψυχολογικό στήριγμα για το άλλο, χωρίστηκαν. Από τα παιδιά που ήρθαν στην Ελλάδα εκείνο το διάστημα πάνω από 100 επέστρεψαν στην Κύπρο σταδιακά, με καταγεγραμμένες διαδικασίες, καθώς είχαν «δυσκολίες προσαρμογής». [15] Παρόλα αυτά, η συντριπτική πλειοψηφία περιέγραψε μια διαμονή που ξεκίνησε δύσκολα αλλά λόγω της αγάπης και της φροντίδας που βίωσε μετατράπηκε σε θετική εμπειρία. Κάποια παιδιά επίσης υπάρχουν μαρτυρίες ότι υιοθετήθηκαν μέσα από ιδιωτικές διαδικασίες μεταξύ των οικογενειών, ενώ ανάδοχες οικογένειες ζήτησαν μετά το πέρας του χρόνου φιλοξενίας να υιοθετήσουν τα παιδιά που φιλοξένησαν. [16] Πέρα από το θεσμικό πλαίσιο, που απ’ ό,τι φαίνεται διέθετε τις αγκυλώσεις και την αυστηρότητα της εποχής και της συγκυρίας μέσα στην οποία έλαβε χώρα, η ελληνική κοινωνία ήταν πλειοψηφικά θετική έναντι αυτών των παιδιών και προσέφερε πολύτιμη στήριξη, καθώς πολλά από αυτά τα παιδιά είχαν πολύ τραυματικά βιώματα ή μάθαιναν άσχημα νέα όσο βρίσκονταν στη φιλοξενία. Αν και στη συντριπτική τους πλειοψηφία τα εν λόγω παιδιά ήταν παιδιά προσφύγων, δεν έγινε κάποια σαφής διάκριση μεταξύ παιδιών προσφύγων ή μη στην Ελλάδα. Επρόκειτο, όπως γράφουν και τα ίδια, για «παιδιά του πολέμου».

Πριν και μετά την εισβολή: οι κυπριακοί φοιτητικοί σύλλογοι και οι Κύπριοι φοιτητές – πρόσφυγες που σπούδασαν στην Ελλάδα

Οργάνωση, εξέλιξη και πολιτική δράση των κυπριακών φοιτητικών συλλόγων

Οι περισσότεροι «Κύπριοι της Ελλάδας» ήρθαν στη χώρα μετά το 1974, ωστόσο έχει σημασία να ληφθεί υπόψη η –έστω και περιορισμένη σε αριθμούς– κυπριακή παρουσία έως τότε και κυρίως η παρουσία και η δράση των Κυπρίων φοιτητών, του πιο δραστήριου διαχρονικά τμήματος της κυπριακής παροικίας στην Ελλάδα. Μετά την εξέγερση των «οκτωβριανών» του 1931 και το κάψιμο του κυβερνείου στην Κύπρο, αρκετοί Ελληνοκύπριοι είχαν εξοριστεί από τη βρετανική διοίκηση και στην Ελλάδα είχε δημιουργηθεί μια μικρή κυπριακή παροικία 5-6.000 ατόμων περίπου. Τότε ήρθαν στην Ελλάδα άτομα που έπαιξαν σημαντικό ρόλο στις μετέπειτα εξελίξεις (πολλά στελέχη του Κομμουνιστικού Κόμματος Κύπρου, όπως ο Λεωνίδας Στρίγγος, ο Κλέωνας Παπαλοΐζου που συνδέθηκαν κατευθείαν με το ΕΑΜ, αλλά και πολλοί δεξιοί, μεταξύ αυτών και ο Γεώργιος Γρίβας). Σκοπός της «Πανσπουδαστικής Επιτροπής Κυπριακού Αγώνος», ήδη από το 1950 με συμμετοχή και Κυπρίων φοιτητών, ήταν η «καθολική συσπείρωση της φοιτητικής νεολαίας, ανεξαρτήτως ιδεολογικών πεποιθήσεων και πολιτικών εντάξεων, και η προτροπή μέσω ηθικών παραινέσεων για ουσιαστικότερη ενεργοποίηση και μεγαλύτερη συμμετοχή της κοινωνίας στην υπόθεση της “Ένωσης”». [17]

Η κοινότητα δεν δημιούργησε σύλλογο τα πρώτα χρόνια, συστάθηκε ωστόσο μια Επιτροπή Στήριξης της ΕΟΚΑ το 1958 και κατόπιν η Ένωση Κυπρίων Ελλάδος (ΕΚΕ) το 1964. Στο σύντομο ιστορικό στον ιστότοπο της Ε.Κ.Ε, αναφέρεται ότι «αποτελεί συνέχεια των ομάδων και κοινοτήτων των Κυπρίων, που οργανωμένα έδρασαν από την δεκαετία του 1930 με στόχο να προωθήσουν την επίλυση του Εθνικού Κυπριακού ζητήματος», ότι οι πρώτες οργανωμένες ομάδες Κυπρίων βρέθηκαν στην Ελλάδα ως εξόριστοι μετά τα οκτωβριανά στην Κύπρο και πως η παροικία μεγάλωσε και αυξήθηκε όταν η ίδρυση της ΕΟΚΑ και ο «αγώνας 1955-1959» έφερε και άλλους εξόριστους στην Ελλάδα, χωρίς ωστόσο να διευκρινίζεται ο αριθμός τους. [18]

Η ΕΚΕ ήταν συντηρητικών και εθνοκεντρικών απόψεων κατά πλειοψηφία. Παρόλα αυτά, στο πρώτο της Διοικητικό Συμβούλιο εκπροσωπούνταν και οι αριστερές απόψεις (μετείχε λ.χ. και ο Παπαλοΐζου που ήταν αριστερός). Μετά την επικράτηση της Χούντας το 1967, οι αριστεροί αποκλείστηκαν. Ευθείες ή εξώφθαλμες παρεμβάσεις στην ΕΚΕ δεν καταγράφηκαν αλλά ο φόβος ήταν παρών. Μετά την πτώση της χούντας, οι αριστεροί διεκδίκησαν ξανά ρόλο και χώρο στα θέματα της παροικίας με τις συνεδριάσεις να διεξάγονται υπό ένταση και αντεγκλήσεις. Από το 1975-6 και μετά, με πρωτοβουλίες συχνά φοιτητών που είχαν εμπειρία από το φοιτητικό κίνημα, είχαν αποφοιτήσει και έμειναν Ελλάδα για να εργαστούν, ιδρύθηκαν κατά τόπους Ενώσεις Κυπρίων –περί τις 35 συνολικά– με ονόματα πόλεων ή νομών. Στην Κύπρο από το 1976 έχουν συσταθεί με τη στήριξη και του Προέδρου Μακαρίου αρκετές ομοσπονδίες που εκπροσωπούσαν τους Κύπριους του εξωτερικού (στις ΗΠΑ, στη Μ. Βρετανία, για το υπόλοιπο της Ευρώπης, στη Νότια Αφρική, για το υπόλοιπο της Αφρικής, στην Ωκεανία). Αντίστοιχη ομοσπονδία για τους Κύπριους στην Ελλάδα, ωστόσο, δεν δημιουργήθηκε, πιθανότατα επειδή η εκπροσώπηση της παροικίας ελέγχθηκε αποκλειστικά από τους συντηρητικούς κύκλους που προαναφέρθηκαν.

Όπως μαρτυρούν μέλη των τότε φοιτητικών σωματείων, μόλις το 1989, με παρέμβαση του προέδρου της Κυπριακής Δημοκρατίας Γιώργου Βασιλείου, τα σωματεία αυτά κλήθηκαν σε σύσκεψη από τον τότε πρέσβη της Κυπριακής Δημοκρατίας Φρίξο Κολώτα, προκειμένου να ξεπεράσουν τις διαφορές τους και να συμφωνήσουν στη δημιουργία μιας ομοσπονδίας. Βασική διαφωνία μεταξύ των σωματείων που εμπόδιζε τη δημιουργία ομοσπονδίας επί της ουσίας ήταν το αίτημα των πιο προοδευτικών εκπροσώπων για απλή αναλογική στις εκλογικές διαδικασίες. Η τελική συμφωνία προέβλεπε για την ΕΚΕ εκλογές με απλή αναλογική, ενώ για την Ομοσπονδία αναλογικότερη εκπροσώπηση των διαφόρων σωματείων σύμφωνα με το δυναμικό και τα εγγεγραμμένα μέλη τους, καθώς κάποιες αριθμούσαν χιλιάδες μέλη (Αθήνα), ενώ άλλες στην επαρχία λίγες εκατοντάδες ή και δεκάδες μέλη (κάποια ήταν και σωματεία-σφραγίδες).[19] Αναφορικά με το ακανθώδες θέμα της πολιτικής γραμμής που έπρεπε να ακολουθηθεί από την Ομοσπονδία στο κυπριακό –και για το οποίο υπήρχαν οι περισσότερες διαφωνίες–, εισήγηση του πρέσβη ήταν η Ομοσπονδία να μην αυτενεργεί αλλά να ακολουθηθεί η προσέγγιση που είχαν υιοθετήσει και οι υπόλοιπες ομοσπονδίες, δηλαδή η συμπόρευσή τους με την εκάστοτε επίσημη γραμμή της κυπριακής κυβέρνησης αναφορικά με τη λύση του Κυπριακού. Αν και καταρχήν η πρόταση έγινε δεκτή και σταδιακά επήλθε εκδημοκρατισμός στην Ένωση Κυπρίων, υπήρξαν διαφοροποιήσεις κατά καιρούς από ακραίες φωνές μέσα στην Ομοσπονδία. [20]

Σε μια σύντομη ιστορική αναδρομή, το κυπριακό φοιτητικό κίνημα άρχισε να οργανώνεται σε μια αντιαποικιοκρατική λογική από το 1949, πολύ δηλαδή πριν από τους κυπριακούς συλλόγους, με την Εθνική Φοιτητική Ένωση Κυπρίων, η οποία συστάθηκε σχεδόν ταυτόχρονα στην Αθήνα, τη Θεσσαλονίκη και τη Μ. Βρετανία, με πρώτη αυτή της Αθήνας (7 Μαΐου του 1949) από 50 περίπου φοιτητές και φοιτήτριες. [21] Απηχούσε κυρίως τις ιδέες των Μακαρίου και Γρίβα και προωθούσε ενεργά την Ένωση εκείνη την περίοδο, αφού στο καταστατικό της αναφερόταν ρητά πως είχε την «…αδιάλλακτη επιδίωξη της ένωσης της Κύπρου με την μητέρα Ελλάδα». [22] Υποστήριξε το ενωτικό δημοψήφισμα του 1950 και ηγετικά του στελέχη αναμείχθηκαν ενεργά στην ΕΟΚΑ ως τομεάρχες, ενώ μέσα από την ΕΦΕΚ φαίνεται να οργανώθηκε και ομάδα που είχε σκοπό τον ένοπλο αγώνα (ΚΑΡΗ, Κύπριοι Αγωνιστές Ριψοκίνδυνοι Ηγέτες).

Έχει σημασία ότι πολλοί –αν όχι όλοι από όσους έπαιξαν αργότερα ρόλο στα θέματα της παροικίας– ξεκίνησαν από την ΕΦΕΚ, ενώ πολλοί στη συνέχεια βρέθηκαν και στην κεντρική πολιτική σκηνή της Κύπρου, μαζί και ο Φρίξος Κολώτας που αναφέρθηκε παραπάνω ως μετέπειτα πρέσβης της Κύπρου στην Ελλάδα (και σε κυπριακές κυβερνήσεις ως Υπουργός Γεωργίας), ο Βάσος Λυσσαρίδης, ο Νίκος Κουτσού κ.ά. Το 1962 ιδρύθηκε στην Αθήνα και η ΟΕΦΕΚ «Ομοσπονδία Εθνικών Φοιτητικών Ενώσεων Κύπρου», ως δευτεροβάθμιο όργανο των ΕΦΕΚ Αθήνας και ΕΦΕΚ Θεσσαλονίκης. Μετά την επικράτηση της χούντας, και λόγω του ότι οι ΕΦΕΚ Αθήνας και Θεσσαλονίκης ουσιαστικά ελέγχονταν από αυτή, η ΟΕΦΕΚ αποβλήθηκε από τη Διεθνή Ένωση Φοιτητών και από τις υπόλοιπες ενώσεις στην Κύπρο, τη Βρετανία, την ΕΣΣΔ, την Τσεχία κ.λπ. Οπότε δημιουργήθηκε μια νέα οργάνωση, η ΠΟΦΝΕ (Παγκύπρια Ομοσπονδία Φοιτητών και Νέων Επιστημόνων).[23] Επί χούντας η ΕΦΕΚ δεν διαλύθηκε ούτε υπέστη τις άμεσες παρεμβάσεις που δέχτηκαν άλλες φοιτητικές οργανώσεις. Ωστόσο, μέσω της τρομοκρατίας και με το φοιτητικό τμήμα της ασφάλειας σε δράση, οι προοδευτικές φωνές σίγησαν. Οι εκλογικές διαδικασίες υπονομεύονταν, όπως ανέφεραν Κύπριοι συμμετέχοντες, με διαλυτικές παρεμβάσεις, τραμπουκισμούς μεταξύ των παρατάξεων κτλ., οπότε το καθεστώς διόρισε τα ΔΣ, με εξαίρεση το 1969-1970 και 1971, και έπειτα από παρεμβάσεις της κυβέρνησης της Κύπρου έγιναν εκλογές. Γύρω από τη φοιτητική οργάνωση «Παλμός» ήταν συνασπισμένοι οι μακαριακοί φοιτητές, που περιθωριοποιήθηκαν αυτή την περίοδο.[24]

ΔΡΑΣΙΣ-ΚΕΣ (Κυπριακή Ένωση Σπουδαστών) ονομάστηκε η παράταξη-οργάνωση των υποστηρικτών της ΕΟΚΑ Β’, που ιδρύθηκε επί χούντας και υποστήριξε τον Γ. Γρίβα.[25] Παρά το γεγονός ότι τόσο η ΕΦΕΚ όσο και η ΔΡΑΣΙΣ στηρίχθηκαν ποικιλοτρόπως από τη χούντα, σε σημείο που η ΕΦΕΚ να γίνει η κυρίαρχη φοιτητική παράταξη, οι προστριβές του καθεστώτος με τον Γρίβα –κυρίως λόγω των φιλοβασιλικών του τάσεων– είχαν ως αποτέλεσμα τη ρήξη της χούντας με βασικά στελέχη της ΕΦΕΚ (όπως ήταν ο Λευτέρης Παπαδόπουλος, ο οποίος μετά τον θάνατο του Γρίβα έγινε ο αρχηγός της ΕΟΚΑ Β’), την αποβολή αυτών των μελών από τις σχολές τους και την ΕΦΕΚ, καθώς και τη σύλληψη, τη φυλάκιση ορισμένων εξ αυτών και την απέλασή τους στην Κύπρο το 1968. Έχει σημασία ότι τα μέλη αυτά μέσω δημοσιευμάτων επέμειναν να τονίζουν την εθνική τους ιδεολογία, ζητώντας να επιστρέψουν. Αρχικά, το καθεστώς Ιωαννίδη απαγόρευσε τη λειτουργία της ΕΦΕΚ· ωστόσο, στις 11 Ιανουαρίου 1974 αποφασίστηκε η άρση της απαγόρευσης εισόδου του ΔΣ της ΕΦΕΚ στη χώρα, καθώς και μελών του ΔΣ της ΟΕΦΕΚ, αν και το 1974 δεν έγιναν εκλογές για Διοικητικό Συμβούλιο. [26]Όπως προαναφέρθηκε, μεγάλο μέρος των ΔΣ –και μελών– της ΕΦΕΚ εκείνων των χρόνων είχαν εμπλακεί ενεργά στα γεγονότα στην Κύπρο, είχαν καταταγεί ως εφεδρείες στην Εθνική Φρουρά και δεν μετείχαν στην εξέγερση του Πολυτεχνείου.

Έως και το 1978-9, όπως καταμαρτυρούν τα τότε στελέχη φοιτητικών οργανώσεων, συνεχίστηκε η προσπάθεια της δεξιάς πτέρυγας της ΕΦΕΚ να μην αφήσει τον έλεγχο στα ΔΣ με προφάσεις και τεχνάσματα, προκειμένου να μη γίνονται εκλογές ή να διώχνονται και να προπηλακίζονται οι αντίπαλες παρατάξεις. Το 1979 έχασαν δια παντός την απόλυτη πλειοψηφία, μετά από πίεση των φοιτητικών παρατάξεων των ΑΚΕΛ, ΕΔΕΚ και ΔΗΚΟ (παρόλα αυτά το ΔΡΑΣΙΣ-ΚΕΣ παρέμεινε ενεργό) και επανήλθαν οι εκλογικές διαδικασίες σε μια κανονικότητα. Η έλευση των προσφύγων και δη των φοιτητών-προσφύγων συνέβαλε σε αυτή τη μεταβολή, μαζί με το άγος της εισβολής και της κατοχής.

Οι φοιτητές – πρόσφυγες μετά το 1974: οργάνωση και ενσωμάτωση

Σε αυτή την πρώτη περίοδο της προσφυγιάς στην ίδια τους την πατρίδα, πολλοί Ελληνοκύπριοι που είχαν ήδη καταγραφεί και πιστοποιηθεί ως πρόσφυγες από την Υπηρεσία Μερίμνης και παρά τη γενική πεποίθηση ότι η κατάσταση αυτή του εκτοπισμού ήταν προσωρινή, αντιμετωπίζοντας την έλλειψη προοπτικής στο νησί και ανασφάλεια για το μέλλον, επέλεξαν να φύγουν για εργασία και/ή σπουδές στο εξωτερικό. [27] Το κριτήριο για τη μετακίνηση στη Μ. Βρετανία λ.χ. ήταν αν υπήρχαν εκεί συγγενείς και φίλοι που θα μπορούσαν να βοηθήσουν στην προσαρμογή των πρώτων μηνών, έως την εξεύρεση εργασίας και τη σταδιακή οικονομική ανεξαρτητοποίηση. Αλλά με την Ελλάδα η κατάσταση ήταν διαφορετική και γι’ αυτό προτιμήθηκε –κατ’ αρχάς τουλάχιστον– ως προορισμός από τους περισσότερους Ελληνοκύπριους, κυρίως νέους φοιτητές. Από τις συνεντεύξεις Ελληνοκυπρίων που ήρθαν εκείνη την περίοδο στην Ελλάδα προκύπτουν αρκετά ενδιαφέροντα στοιχεία για το προφίλ του Ελληνοκύπριου πρόσφυγα στην Ελλάδα.

Η συντριπτική πλειοψηφία των νέων Ελληνοκυπρίων που μετοίκησαν στην Ελλάδα εκείνη την περίοδο έκανε χρήση της δυνατότητας που υπήρχε και πριν το ‘74 για τους Ελληνοκύπριους: να σπουδάζουν στα ελληνικά πανεπιστήμια χωρίς εισαγωγικές εξετάσεις (ή σε κάποιες περιζήτητες σχολές με σημαντική ποσόστωση). Από το 1958 υπήρχε νόμος για τους Ελληνοκύπριους, ο οποίος προέβλεπε ότι ως ομογενείς είχαν τα ίδια δικαιώματα στην Ελλάδα με τους Έλληνες πολίτες, εκτός του δικαιώματος του εκλέγειν και εκλέγεσθαι. [28] Έως τότε λίγα άτομα έκαναν χρήση της ευνοϊκής αυτής ρύθμισης, παρά το γεγονός ότι δεν υπήρχε πανεπιστήμιο στο νησί για διάφορους λόγους. Πλειοψηφικά, οι Ελληνοκύπριοι με οικονομική δυνατότητα σπουδών εξωτερικού προτιμούσαν για τα παιδιά τους τις σπουδές στη Μ. Βρετανία, λόγω της κυπριακής νομοθετικής και εκπαιδευτικής διαδικασίας που ακολουθούσε τη βρετανική σε κάποια επαγγέλματα (λ.χ. πολιτικοί μηχανικοί, δικηγόροι), ενώ «καλοί» μαθητές με περιορισμένα οικονομικά μέσα διαγκωνίζονταν για μια θέση στην τριετούς φοιτήσεως Παιδαγωγική Ακαδημία, τη μόνη που υπήρχε στη Λευκωσία, που παρείχε τροφεία για τους σπουδαστές της, άμεσο διορισμό μετά την αποφοίτηση και καλό μισθό για τα δεδομένα της εποχής.

Σημαντικό ρόλο για τη διαμόρφωση αυτής της πεποίθησης έπαιξε και η παράδοση που είχε δημιουργήσει η λειτουργία του English School στη Λευκωσία, καθώς τα παιδιά που αποφοιτούσαν από εκεί κατευθύνονταν για σπουδές στη Μ. Βρετανία και μετά επέστρεφαν για να εργαστούν την Κύπρο στη συντριπτική τους πλειοψηφία.[29] Οι πιο εθνικόφρονες Ελληνοκύπριοι έστελναν τα παιδιά τους στο Παγκύπριο Γυμνάσιο για πιο «ελληνοκεντρικές» σπουδές, ενώ το English School το προτιμούσαν οικογένειες που είτε στόχευαν στη συνέχεια σε σπουδές στην Μ. Βρετανία εν γένει ή σε αντικείμενα σπουδών πιο τεχνικά, στα οποία το εν λόγω σχολείο επικεντρωνόταν περισσότερο.[30]

Καθίσταται λοιπόν σαφές ότι οι Ελληνοκύπριοι που κατέφυγαν στην Ελλάδα το 1974 και τα αμέσως επόμενα χρόνια δεν είχαν τα ίδια χαρακτηριστικά με εκείνους που έφευγαν σε προγενέστερες περιόδους για τη Μ. Βρετανία και άλλες χώρες. Καταρχάς, υπάρχει το σημαντικό ζήτημα της προσφυγιάς, που δεν υπήρχε τα προηγούμενα χρόνια. Μετά την εισβολή, κατέφυγαν στην Ελλάδα –αλλά και σε άλλες χώρες– τόσο πρόσφυγες όσο και οικονομικοί μετανάστες, με την ελληνική πολιτεία ωστόσο να μην κάνει κάποια ουσιαστική διάκριση μεταξύ των δυο, παρά το γεγονός ότι το κυπριακό κράτος είχε ήδη κάνει τη διάκριση αυτή για τη δική του διαχείριση του προβλήματος. Το σοκ του εκτοπισμού και της προσφυγιάς για τους εκτοπισμένους –και παρά την πεποίθηση για το προσωρινό της κατάστασης– διαδέχθηκε η αγωνία για τον βιοπορισμό και την επόμενη μέρα, μιας και οι άνθρωποι αυτοί δεν απώλεσαν μόνο τις κατοικίες τους, αλλά και τα μέσα βιοπορισμού τους.

Όσοι είχαν χάσει τη γη τους, τα οικόπεδα, τα κτήματα και τις εστίες τους δεν ήταν σε θέση να παράσχουν μια διάδοχη κατάσταση για τα παιδιά τους στη γη που κατείχαν και με τη δουλειά που έκαναν έως τότε. Οπότε περισσότερο από κάθε άλλη φορά στο παρελθόν προκρίθηκε η λύση των σπουδών ως ο μόνος δρόμος για την επαγγελματική αποκατάσταση των νέων Ελληνοκυπρίων. Επίσης, η πανεπιστημιακή μόρφωση παρείχε ελπίδες βιοπορισμού και εκτός Κύπρου, και αυτή η ευελιξία λόγω της γενικής αβεβαιότητας θεωρήθηκε χρήσιμη. Πέραν αυτού, σύμφωνα με την κυπριακή νομοθεσία, οι νέοι όφειλαν να υπηρετήσουν τη στρατιωτική τους θητεία πριν από τις σπουδές τους, αν επέλεγαν να κάνουν, στα 18 έτη. Ως εκ τούτου, πριν καταταγούν στον στρατό μετείχαν στις παγκύπριες εξετάσεις και εγγράφονταν στην πανεπιστημιακή σχολή που θα παρακολουθούσαν μετά την απόλυσή τους.

Έτσι, πολλοί νέοι Ελληνοκύπριοι που το ’74 υπηρετούσαν στην Εθνοφρουρά είχαν τη δυνατότητα να ταξιδέψουν στο εξωτερικό μόνο αν προσκόμιζαν βεβαίωση εγγραφής από κάποιο ελληνικό πανεπιστήμιο. Με αυτό τον τρόπο, πολλοί νέοι ταξίδεψαν τότε στην Ελλάδα, προκειμένου να σπουδάσουν και να εργαστούν και, κυρίως, για να ξεφύγουν από το αδιέξοδο της προσφυγιάς στην Κύπρο. Η έλλειψη ιδιαίτερων εμποδίων για τη μετακίνηση αυτή καθιστούσε το ταξίδι εφικτό για πολλούς νέους και νέες, ιδιαίτερα αν υπήρχε κάποιο συγγενικό ή φιλικό σπίτι για φιλοξενία για το πρώτο διάστημα προσαρμογής, ενώ σε ένα ποσοστό του συνόλου των φοιτητών που ήρθαν, ακολούθησε στη συνέχεια και η υπόλοιπη οικογένεια (γονείς, αδέλφια κτλ.). Αν και για τα πρώτα χρόνια όλοι όσοι έρχονταν από την Κύπρο έπρεπε να έχουν άδεια παραμονής αλλοδαπού και αυτή να ανανεώνεται ανά τακτά χρονικά διαστήματα και οι ελεύθεροι επαγγελματίες να εκδίδουν άδεια εργασίας, το ελληνικό κράτος είχε προβλέψει αυτές οι γραφειοκρατικές διαδικασίες να μην τους επιβαρύνουν οικονομικά, λαμβάνοντας υπόψη «τας προσφάτους εν Κύπρω εξελίξεις εκ της εν τη νήσω ταύτη τουρκικής εισβολής και την συνεπεία ταύτης στέρησιν των εν Κύπρου Ελλήνων προσφύγων και των στοιχειωδών μέσων επιβιώσεως». [31]

Μετά το 1974, η ελληνική πολιτεία προσέφερε σε όλους τους Κύπριους φοιτητές και τους μετεγκατασταθέντες πρόσφυγες, εκτός από την άνευ εξετάσεων εισαγωγή στο πανεπιστήμιο, διαμονή κατά προτεραιότητα στις φοιτητικές εστίες, δωρεάν σίτιση στις φοιτητικές λέσχες, μετακίνηση με όλα τα μαζικά μέσα μεταφοράς πανελλαδικά (πάσο), απαλλαγή από τα τέλη χαρτοσήμου για την έκδοση αδειών παραμονής και εργασίας, καθώς και δελτίων ταυτότητας, και διορισμό στο ελληνικό δημόσιο και τον ευρύτερο δημόσιο τομέα για όσους Κύπριους διέθεταν ή αποκτούσαν πτυχίο.[32]Επιπλέον, δόθηκε η δυνατότητα για την απόκτηση άδειας ταξί και φορτηγού [33]καθώς και ευελιξία στην καταβολή φόρων που αφορούσαν τη μεταβίβαση κληρονομιάς.[34]Τέλος, είχαν δικαίωμα για εισαγωγή αδασμολόγητων αυτοκινήτων και οικοσκευής.[35]

Οι θέσεις που προορίζονταν για Κύπριους φοιτητές στα ελληνικά πανεπιστήμια αποτελούσαν το 10% των συνολικών θέσεων και καταλαμβάνονταν από αυτούς με βάση τον βαθμό τους στις παγκύπριες εξετάσεις. Όλα τα προηγούμενα χρόνια, σύμφωνα με τις μαρτυρίες των ίδιων των φοιτητών, οι θέσεις αυτές έμεναν κενές σε σημαντικό ποσοστό αλλά από την εισβολή –και για αρκετά χρόνια στη συνέχεια– το ενδιαφέρον των Κυπρίων για σπουδές στην Ελλάδα αυξήθηκε κατακόρυφα. Μόνο τότε άρχισε να καλύπτεται σχεδόν ο αριθμός των προσφερόμενων θέσεων, οι οποίες καταλαμβάνονταν στην πλειοψηφία τους από πρόσφυγες.[36]

Το πρώτο διάστημα αρκούσε η προσκόμιση μιας απλής βεβαίωσης για την απόδειξη της προσφυγικής ιδιότητας –λ.χ. για την εισδοχή κατά προτεραιότητα στις φοιτητικές εστίες–, ενώ λίγο αργότερα υπήρχε και η προσφυγική ταυτότητα. Στην πραγματικότητα ωστόσο, αναφορικά με τις παροχές από την ελληνική πολιτεία δεν γινόταν αυστηρός έλεγχος ούτε ουσιαστική διάκριση μεταξύ προσφύγων και μη, όπως καταμαρτυρούν οι ίδιοι οι Ελληνοκύπριοι πρόσφυγες. Παρά το γεγονός ότι δεν είχαν όλοι την προσφυγική ταυτότητα από την Κύπρο, το ελληνικό κράτος δεν έκανε διάκριση μεταξύ προσφύγων και μη στις παροχές και τα μέτρα στήριξης που προσέφερε. Το γεγονός αυτό δημιούργησε σταδιακά ένα αίσθημα αδικίας μεταξύ των ίδιων των Ελληνοκυπρίων και –σύμφωνα πάντα με τους ίδιους– ίσως να οδήγησε στην πρώιμη ανάκληση των μέτρων αυτών, καθώς γινόταν χρήση τους από το σύνολο των Κύπριων που ζούσαν στην Ελλάδα. Επίσης, η ταύτιση των παροχών με τους Κύπριους γενικώς, και όχι με τους πρόσφυγες, είχε ως αποτέλεσμα και μια αντίδραση της ελληνικής κοινωνίας που έβλεπε και Κύπριους χωρίς οικονομικό πρόβλημα να χρησιμοποιούν ατέλειες και παροχές χωρίς να τις έχουν ανάγκη.[37]

Η Υπηρεσία Καθοδήγησης και Επαγγελματικού Προσανατολισμού Κύπρου είχε ενημερώσει το Κυπριακό Υπουργείο Παιδείας να συνεργαστεί με τις ελληνικές αρχές προκειμένου να ζητηθεί από τις κυπριακές φοιτητικές ενώσεις να υπάρχει έλεγχος κατά την παραλαβή επιδομάτων με την προσκόμιση πιστοποιητικού τακτικής φοίτησης από τη σχολή κάθε φοιτητή/φοιτήτριας που έπαιρνε επίδομα.[38]

Υπάρχουν επίσης μαρτυρίες ότι από την Αρχιεπισκοπή Αθηνών δινόταν μια εφάπαξ ενίσχυση με δελτίο σε ρούχα, τρόφιμα και είδη πρώτης ανάγκης. Εξαίρεση αποτέλεσε χρηματικό επίδομα που δινόταν μέσω της Νομαρχίας Αθηνών κάθε τρεις μήνες, μόνο σε όσους είχαν την προσφυγική ταυτότητα και ανάλογα και με το οικογενειακό τους εισόδημα, με ονομαστικές λίστες που είχαν σταλεί από την Κύπρο, όπως αναφέρουν στις μαρτυρίες τους οι ίδιοι οι φοιτητές που έκαναν τότε χρήση του ωφελήματος.[39]Η αντιμετώπιση των Ελληνοκύπριων ως μέρος του «εθνικού κορμού», εκτός από τα πολλά θετικά του στοιχεία, είχε το αρνητικό ότι δεν προέβλεψε ξεχωριστή και συνολική καταγραφή των ανθρώπων που ήρθαν στην Ελλάδα το διάστημα μετά την εισβολή. Από τα στοιχεία των συλλόγων της παροικίας ο αριθμός τους υπολογίζεται στις 10.000 περίπου – στη συνέχεια ανέβηκε στις 60.000. Στη συντριπτική τους πλειοψηφία κατέφυγαν στις μεγάλες πόλεις (όπου υπήρχαν τα πανεπιστήμια και οι σχολές που είχαν επιλέξει οι φοιτητές), κυρίως Αθήνα, Θεσσαλονίκη, Πάτρα.[40]

Στην Αθήνα έμειναν πέριξ των πανεπιστημίων, σε περιοχές όπως οι Αμπελόκηποι, τα Ιλίσια, του Ζωγράφου και του Γουδή.[41]ι παροχές βοήθησαν να προσαρμοστούν στη νέα πραγματικότητα, ενώ η επαγγελματική ένταξη στην ελληνική κοινωνία ήρθε σχετικά γρήγορα, με αυτοαπασχόληση και –κυρίως– απορρόφηση από το δημόσιο αμέσως μετά την κτήση του πανεπιστημιακού τους τίτλου, καθώς επέλεγαν συχνά να σπουδάσουν εκπαιδευτικοί, γιατροί, δικηγόροι. [42] Ο Σύλλογος Κυπρίων Επιστημόνων που συστάθηκε το 1976 έφτασε, σύμφωνα με μαρτυρίες των μελών του, να αριθμεί έως και 4.000 μέλη. Έχει ενδιαφέρον επίσης να σημειωθεί ότι το ελληνικό δημόσιο αποδέχθηκε τους τίτλους σπουδών από την Κύπρο ως ισότιμους με τους ελληνικούς, προχωρώντας στον άμεσο διορισμό στο δημόσιο των πτυχιούχων (λ.χ. δασκάλων) που κατέφθαναν από την Κύπρο.[43]Έτσι, όλοι αυτοί οι νέοι άνθρωποι –πρόσφυγες στη συντριπτική τους πλειοψηφία– μπόρεσαν να ορθοποδήσουν και να γίνουν παραγωγικοί στο μικρότερο δυνατό χρόνο, παραμένοντας στη συνέχεια στην Ελλάδα –μιας και η ανεργία πίσω στην Κύπρο ήταν μεγάλη– και βοηθώντας τους εαυτούς τους, τις οικογένειές τους αλλά και το κυπριακό κράτος, αφού, μην κάνοντας οι ίδιοι χρήση των προσφυγικών παροχών που δίνονταν εκεί, υπήρχε η δυνατότητα αυτές να διατηρηθούν και να ενισχυθούν για τους εναπομείναντες στο νησί πρόσφυγες. [44]

Πληθυσμιακά στοιχεία της παροικίας και εξέλιξη

Με το πέρασμα του χρόνου, η πεποίθηση περί προσωρινότητας της κατάστασης του πρόσφυγα παρήλθε, ενώ η κατάσταση στο ελεύθερο τμήμα του νησιού σταδιακά εξομαλύνθηκε. [45] Πολλοί Ελληνοκύπριοι, αν και σταδιοδρομούσαν ήδη στην Ελλάδα, επέλεξαν να επιστρέψουν στο νησί. Ωστόσο, η ενσωμάτωση των περισσότερων ήταν τέτοια ώστε έκανε την παλιννόστηση στην Κύπρο μειοψηφική επιλογή. Πιο συγκεκριμένα, γύρω στο 1990 με 1992, όταν πια η κυπριακή οικονομία έχει αρχίσει να ανακάμπτει σημαντικά υπό την προεδρία Βασιλείου και η πρώτη «φουρνιά» των εκπαιδευτικών (δασκάλων και καθηγητών) στο νησί συνταξιοδοτήθηκε, λόγω των κενών που δημιουργήθηκαν από τότε και εφεξής στον κυπριακό δημόσιο τομέα, ένας σημαντικός αριθμός πτυχιούχων που ζούσε και εργαζόταν στην Ελλάδα αποφάσισε σταδιακά να επιστρέψει στην Κύπρο. Η συγκεκριμένη «κινητικότητα» δείχνει την άνεση με την οποία οι Ελληνοκύπριοι μετακινούνταν μεταξύ των δυο χωρών, τις οποίες αντιλαμβάνονταν ως δυο παράλληλες εκδοχές της πατρίδας. Επιπλέον, η ροή των Κύπριων φοιτητών προς την Ελλάδα δεν σταμάτησε από το ‘82-‘83 και μετά, απλά μειώθηκε με τους φοιτητές να ανέρχονται σταθερά στις 10.000 περίπου. Ο αριθμός όσων παρέμεναν στην Ελλάδα, ωστόσο, και μετά το πέρας των σπουδών τους μειώθηκε από το 1980 και μετά, όταν οι παροχές από το ελληνικό κράτος σταδιακά –και πρώιμα σύμφωνα με τους Κύπριους πρόσφυγες– περικόπηκαν.[46]

Ωστόσο, οι κοντινές αποστάσεις, η απουσία γλωσσικών και κοινωνικών εμποδίων και η σύνδεση μεταξύ των χωρών ήταν τέτοιες ώστε οι άνθρωποι αυτοί να μετακινούνται από και προς τις δυο πατρίδες σε μια «κυκλική» τροχιά που συχνά περνούσε και στην επόμενη γενιά. Έτσι, η πρώτη γενιά μπορεί να επέστρεφε στην Κύπρο και τα παιδιά της να έρχονταν για σπουδές στην Ελλάδα ή η πρώτη γενιά να παρέμενε στην Ελλάδα ενώ τα παιδιά της να πήγαιναν να σταδιοδρομήσουν στην Κύπρο. Αυτό το φαινόμενο σε έναν βαθμό συνέτεινε και στη μη συστηματική καταγραφή των Ελληνοκυπρίων που ήρθαν από το 1974 και μετά στην Ελλάδα ή στην καταγραφή όσων επέστρεψαν στη δεκαετία του 1990 και όσων ακριβώς μένουν τώρα στη χώρα. Το γραφείο Επιτρόπου για Ανθρωπιστικά Θέματα και Θέματα Αποδήμων στην Κύπρο επιβεβαιώνει ότι μέχρι στιγμής δεν υπάρχει επίσημη καταγραφή αλλά μόνο κατά προσέγγιση, αν και η αρμόδια υπηρεσία βρίσκεται στο στάδιο διενέργειας επίσημης απογραφής των αποδήμων, καθώς θεωρεί ότι υπάρχει «άλλη μια Κύπρος εκτός συνόρων» με πρώτη πληθυσμιακά τη Μ. Βρετανία, ενώ στην Ελλάδα σήμερα υπολογίζεται πως ζουν 60.000-70.000 μαζί με τους φοιτητές. [47]

Για την ιδιότυπη θέση που είχαν οι Ελληνοκύπριοι στην Ελλάδα, είναι ενδεικτική και η συμφωνία μεταξύ Κυπριανού – Παπανδρέου με πρωτοβουλία του πρώτου, η οποία προέβλεπε τη μη χορήγηση ελληνικής υπηκοότητας σε Ελληνοκύπριους (αν και οι δύο χώρες επέτρεπαν τη διπλή υπηκοότητα), προκειμένου να μην αλλοιωθεί ο δημογραφικός χαρακτήρας της κατεχόμενης Κύπρου. Έτσι όμως, οι Ελληνοκύπριοι παρέμεναν σε μια μετέωρη κατάσταση, διατηρώντας το στάτους του πρόσφυγα για χρόνια, χωρίς δικαίωμα ψήφου στη χώρα κατοικίας τους, αλλά ούτε και στην Κύπρο, παρά το γεγονός ότι πολιτικά ήταν ιδιαιτέρως ενεργοί. [48] Αυτό συνέβαινε γιατί στην Κύπρο υπήρχε νόμος που επέτρεπε στους Κύπριους υπηκόους να ψηφίσουν μόνο εφόσον κατοικούσαν στο νησί τουλάχιστον έξι μήνες πριν από την προκήρυξη των εκλογών. Η κατάσταση αυτή άλλαξε –για όσους το επιθυμούσαν– μετά το 1990, έπειτα από έντονα διαβήματα της παροικίας στην Κυπριακή και την Ελληνική Κυβέρνηση, οπότε και 15.000 περίπου Ελληνοκύπριοι που ζούσαν μόνιμα στην Ελλάδα έλαβαν σταδιακά, κατόπιν αιτήματός τους, την ελληνική υπηκοότητα (στο σύνολο των 50.000). Η πρώτη μαζική πολιτογράφηση αμιγώς Ελληνοκυπρίων έγινε το 1996 με 1400 άτομα περίπου στο αμφιθέατρο του Πολεμικού Μουσείου και ακολούθησε άλλη μια με 800 περίπου άτομα, σύμφωνα με μαρτυρίες ατόμων που πολιτογραφήθηκαν τότε. [49] Ο νόμος της Κυπριακής Δημοκρατίας, ωστόσο, για όσους προτίμησαν να διατηρήσουν το status του πρόσφυγα, προέβλεπε ακόμη ότι όφειλαν να μείνουν στην Κύπρο έξι μήνες τουλάχιστον πριν από την προκήρυξη εκλογών, προκειμένου να δικαιούνται να ψηφίσουν. Ως εκ τούτου, υπάρχουν παραδείγματα Ελληνοκύπριων προσφύγων ηλικίας εξήντα και εβδομήντα ετών, που επέλεξαν να μην πολιτογραφηθούν στην Ελλάδα και δεν έχουν ψηφίσει ποτέ στη ζωή τους σε καμία από τις δύο χώρες. [50]

Επίλογος

Η ελληνική πολιτεία –μετά το σοκ της εισβολής και την οργή της ελληνικής κοινωνίας– στήριξε τους Ελληνοκύπριους πρόσφυγες και μετανάστες του 1974 και των χρόνων που ακολούθησαν προκειμένου αυτοί να ενσωματωθούν όσο γινόταν πιο εύκολα και ανώδυνα. Και στη σπουδή της αυτή δεν έκανε ουσιαστική διάκριση μεταξύ προσφύγων και μεταναστών, ενώ μια ειδική κατηγορία αποτέλεσαν τα παιδιά όλων των ηλικιών που ήρθαν για να φιλοξενηθούν το πρώτο διάστημα μετά την εισβολή στην Ελλάδα –με το πρόσχημα να τελειώσουν το σχολείο– αλλά στην ουσία αναζητώντας ασφάλεια μακριά από τους κινδύνους και τα τραύματα του πολέμου. Η στοργή που εισέπραξαν τα παιδιά αυτά κυρίως από οικογένειες ιδιωτών και απλούς ανθρώπους έδειξε έμπρακτα την κοινωνική αλληλεγγύη στο δράμα της Κύπρου. Σε πολιτικό επίπεδο, το φοιτητικό κίνημα για το κυπριακό και στη συνέχεια οι κυπριακοί φοιτητικοί σύλλογοι αποτέλεσαν μια ειδική και σημαντική μερίδα της κυπριακής προσφυγιάς, που έδωσε στην κυπριακή διασπορά στην Ελλάδα μοναδικά χαρακτηριστικά. Οι ηγεσίες των κυπριακών φοιτητικών οργανώσεων στην Ελλάδα, γαλουχημένες με την ιδεολογία της εθναρχίας και υπό την επιρροή της ελληνικής δεξιάς του 1960 και του Γ. Γρίβα, έφτασαν να συνυπάρξουν σε μεγάλο ποσοστό με τη Χούντα και ορισμένες εξ αυτών να λάβουν μέρος στο πραξικόπημα και στην ΕΟΚΑ Β’.

Σε κάθε περίπτωση, πριν από την εισβολή οι φοιτητικές παρατάξεις στην Ελλάδα λειτούργησαν ως φυτώρια πολιτικής σκέψης, ιδεολογιών και ζυμώσεων και από αυτές ξεπήδησαν σε σημαντικό ποσοστό οι επόμενες γενιές πολιτικών στην Κύπρο. Προοδευτικές ελληνοκυπριακές φωνές στην Ελλάδα σαφώς και υπήρχαν (μάλιστα η «μαγιά» τους είχε έρθει στην Ελλάδα από τους εξόριστους του 1931), αλλά η πλειοψηφία ανήκε στη συντηρητική παράταξη –είναι προφανές το γιατί– και συνδέθηκε αρχικά με την εθναρχία, ενώ υπήρξε και σημαντικό τμήμα που θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ακροδεξιό και ήταν ταυτισμένο με τον Γ. Γρίβα. Μετά την εισβολή και την καταστροφή, οι ακροδεξιοί έχασαν τα ηνία στις κυπριακές φοιτητικές οργανώσεις, ωστόσο δεν παρατηρήθηκε πλήρης ανατροπή συσχετισμών και δυνάμεων. Μετά τους φοιτητικούς συλλόγους, οι αποφοιτήσαντες πλέον ενήλικες εργαζόμενοι και πολιτικοποιημένοι Ελληνοκύπριοι μεταπήδησαν σε ένα ποσοστό και στους παροικιακούς συλλόγους, διατηρώντας και εκεί την ίδια πολιτική στάση, αλλά σαφώς σε μικρότερη ένταση και έκταση, όπως επέβαλλαν οι εποχές μετά την εισβολή αλλά και ο πιο πολιτιστικός χαρακτήρας των συλλόγων.

Δίνοντας τον τόνο και στην κοινωνία, το ελληνικό κράτος στήριξε συνολικά τους Κύπριους που ήρθαν στην Ελλάδα, ταυτίζοντας τον Κύπριο με τον πρόσφυγα ως φορέα της κυπριακής τραγωδίας. Η έλλειψη διάκρισης σε πρόσφυγες και μη, ωστόσο, δημιούργησε ένα αίσθημα αδικίας στους πρώτους, οι οποίοι θεώρησαν ότι οι μη-πρόσφυγες συμπατριώτες τους καρπώθηκαν οφέλη πάνω στη δική τους δυστυχία. Πρόσφυγες – Ελληνοκύπριοι που ήρθαν στην Αθήνα μετά την εισβολή για σπουδές κατέθεσαν ότι και η ελληνική κοινωνία –ιδιαίτερα στην Αθήνα–, έπειτα από ένα πρώτο διάστημα, δυσανασχέτησε λόγω των συγκεκριμένων παροχών, που φάνηκε να δίνονται αθρόα και άκριτα. Τέλος, οι διανεμόμενες παροχές σε ολοένα και περισσότερα άτομα είχαν ως αποτέλεσμα την πρόωρη περικοπή ορισμένων από αυτές, σταδιακά, από το 1980 περίπου και μετά, σύμφωνα πάντα με τα λεγόμενά τους. Έχει σημασία δε να τονίσουμε ότι οι Ελληνοκύπριοι πρόσφυγες στην Ελλάδα –και γενικότερα όσοι μετανάστευσαν στο εξωτερικό– διαχρονικά δεν δικαιούνταν και δεν έλαβαν κανενός είδους αρωγή από το κυπριακό κράτος. Αν και τα πρώτα χρόνια η απόφαση αυτή έγινε αποδεκτή λόγω των αυξημένων αναγκών και ελλείψεων που υπήρχαν στην Κύπρο, με την πάροδο του χρόνου, και ιδιαίτερα από τη δεκαετία του ’90 και μετά, όταν έγινε αισθητή η οικονομική ανάπτυξη στο νησί και η κρατική αρωγή προς τους πρόσφυγες ήταν σημαντική και συστηματική, εκφράστηκαν και τα πρώτα παράπονα από απόδημους πρόσφυγες, «ότι η ισοτιμία τους ως Κύπριοι πολίτες και ως πρόσφυγες είναι δεύτερης κατηγορίας». Πέραν του οικονομικού, σταθερό αίτημα προς το κυπριακό κράτος ήταν και παραμένει το δικαίωμα ψήφου για όσους πρόσφυγες επέλεξαν να μην πολιτογραφηθούν στην Ελλάδα. Οι σύλλογοι της παροικίας αναφέρονται ιδιαίτερα στα κρίσιμα δημοψηφίσματα για τη λύση του Κυπριακού στα οποία οι ίδιοι δεν είχαν λόγο και δικαίωμα ψήφου.

Η απόφαση της Κύπρου για τη διατήρηση του προσφυγικού status των «Κυπρίων της Ελλάδας», προκειμένου να μην τροποποιηθεί ο αριθμός τους και συνακόλουθα η διαπραγμάτευση στη βάση των πληθυσμών Ελληνοκύπριων και Τουρκοκύπριων προσφύγων, είχε ως συνέπεια οι Ελληνοκύπριοι στην Ελλάδα να βρεθούν για χρόνια σε ένα μεταίχμιο, που τους έδινε έναν πολύ σημαντικό συλλογικό πολιτικό ρόλο, αλλά από την άλλη δεν τους επέτρεπε να δράσουν ως αυτόνομα πολιτικά όντα, εφόσον δεν διέθεταν για χρόνια το δικαίωμα του εκλέγειν και εκλέγεσθαι σε καμία από τις δύο πατρίδες, τουλάχιστον έως ότου τους δόθηκε η δυνατότητα της επιλογής για πολιτογράφηση στην Ελλάδα. Η κυπριακή προσφυγιά λοιπόν του ‘74 στην Ελλάδα ήταν και είναι μια «ιδιαίτερη» προσφυγιά. Δεν διάθετε το αρνητικό φορτίο της ετερότητας και των διακρίσεων, που υπάρχει συχνά στους πρόσφυγες, ωστόσο έφερε όλο το συμβολικό -και ουσιαστικό- φορτίο της τραγωδίας και του αποχωρισμού, μιας τραγωδίας μάλιστα για την οποία η κοινωνία υποδοχής είχε και γνώση και άποψη.

Η Έλενα Μπουλετή είναι μεταδιδακτορική ερευνήτρια στο Τμήμα Πολιτικής Επιστήμης και Ιστορίας του Παντείου Πανεπιστημίου.

 

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

[1] http://s.atcite.com/SikB2Bc5W/.

[2] Σύμφωνα με το Άρθρο 119 του περί Αρχείου Πληθυσμού Νόμου του 2002 (Νόμος 141(Ι)/2002, όπως έχει τροποποιηθεί): «119. Εκτοπισθείς θεωρείται το πρόσωπο του οποίου: (α) Η μόνιμη κατοικία βρίσκεται στις κατεχόμενες περιοχές και η οποία κατέστη απροσπέλαστη, (β) Η μόνιμη κατοικία βρίσκεται στη νεκρή ζώνη, η οποία ελέγχεται από την Ειρηνευτική Δύναμη ή αν εκκενώθηκε και διατέθηκε για τις ανάγκες της Εθνικής Φρουράς. Νοείται ότι τα παιδιά των οποίων ο πατέρας είναι εκτοπισθείς θεωρούνται ότι έχουν τη μόνιμη κατοικία τους στις κατεχόμενες περιοχές και, συνεπώς, για σκοπούς του Νόμου αυτού, θεωρούνται εκτοπισθέντες από το ίδιο μέρος από το οποίο προέρχεται ο πατέρας τους. Νοείται περαιτέρω ότι τα πρόσωπα που είχαν πριν και μέχρι την εισβολή τη συνήθη διαμονή τους στις ελεύθερες περιοχές, λόγω του επαγγέλματός τους, αλλά η κατοικία ή/και η ακίνητη ιδιοκτησία τους βρίσκεται στις κατεχόμενες περιοχές, θεωρούνται, για σκοπούς του Νόμου αυτού, εκτοπισθέντες: Νοείται έτι περαιτέρω ότι τα πρόσωπα τα οποία πριν και μέχρι την εισβολή είχαν την προσωρινή διαμονή τους στο εξωτερικό και εφόσον δεν ήταν μετανάστες, αλλά η κατοικία τους ή/και ακίνητη ιδιοκτησία τους ήταν στις κατεχόμενες περιοχές, θεωρούνται για σκοπούς του Νόμου αυτού εκτοπισθέντες». Σε δεύτερο χρόνο, όπως καταδεικνύει και ο συγκεκριμένος νόμος, πρόσφυγες θεωρήθηκαν και τα παιδιά των προσφύγων, ακόμη και όσα είχαν έναν γονέα πρόσφυγα, πατέρα ή μητέρα. http://s.atcite.com/4pGb9bpD8/.

[3] Για το ιστορικό δημιουργίας της ΥΜΑπΕ, νυν Επιτροπή Στεγαστικής Βοήθειας (ΕΣΒ) βλ. http://s.atcite.com/PGKUd8KNZ/.

[4] http://s.atcite.com/Wbbz8xxSy/.

[5] Εφημερίδα Καθημερινή Κύπρου, 20/08/2023, http://s.atcite.com/BdukfJDd/.

[6] «Ευχαριστώ» Μαρτυρίες Παιδιών του 1974, Νιόβη Α. Κερκίδου, ό.π., σ. 348.

[7] Αυτές οι πρωτοβουλίες βοήθειας είχαν ποικίλες διαβαθμίσεις τόσο στο είδος, στη χρονική διάρκεια κτλ. και χαρακτηρίστηκαν από την έλλειψη κεντρικού συντονισμού, κυρίως λόγω έλλειψης χρόνου, αλλά και μέσων. Η γενική λογική ήταν να βοηθήσουν τα παιδιά το συντομότερο, όσο και όπως μπορούσε το κάθε εκπαιδευτικό ίδρυμα, φορέας κτλ. Έτσι στην κυπριακή εφημερίδα Χαραυγή της 3ης Ιανουαρίου του 1975 διαβάζουμε για παράδειγμα ότι «Χθες η κα Χατζηπαναγιώτου επεσκέφθη τον ίδιο καταυλισμό (Λευκαρίτη) και διένειμε εκ μέρους της Σχολής Γουναράκη Αθηνών παιδικά και βρεφικά ενδύματα σε εκτοπισθέντα παιδιά». Press Information Office (PIO), Λευκωσία.

[8] Νιόβη Α. Κερκίδου, ό.π., σ. 350.

[9] http://s.atcite.com/j5h7rJrAS/.

[10] http://s.atcite.com/B9Zef2igl/.

[11] Κερδίδου, ό.π., σ. 373.

[12] Εφημερίδα Καθημερινή Κύπρου, 20/08/2023, «Δεν ξέχασαν τους “θείους” και τις “θείες” τους», http://s.atcite.com/BdukfJDd/.

[13] Συνέντευξη σε ιστότοπο, 23/03/2023, «Έτσι βίωσα τη φιλοξενία μου στον Πύργο Ηλείας το 1974» & 1974-2023: ΔΕΝ ΞΕΧΝΟΥΝ τους Ηλείους τα 456 παιδιά της Κύπρου. http://s.atcite.com/HuXsdXzDb/.

[14] Παιδιά που έμειναν έξω στη βροχή και στο κρύο μόνα για να συνετιστούν, παιδιά που έτρωγαν χαστούκια γιατί δεν έτρωγαν/πλένονταν στην ώρα τους. Κερκίδου, ό.π. σ. 233.

[15] Ό.π. σ. 356.

[16] Οι επίσημες υιοθεσίες με κρατική γνώση και/ή αρωγή απαγορεύονταν. Υιοθεσίες έλαβαν χώρα με ιδιωτικά συμφωνητικά μέσω των εμπλεκόμενων οικογενειών. Ωστόσο, πρέπει εκείνη την περίοδο να υπήρξε μια έξαρση του φαινομένου καθώς στην κυπριακή εφημερίδα Χαραυγή σε άρθρο με τίτλο «Παράνομες οι αγγελίες για υιοθεσίες παιδιών» διαβάζουμε: «επειδή εις τον εγχώριον τύπον δημοσιεύονται ενίοτε αγγελίαι-επιστολαί δια των οποίων ζητούνται παιδιά προς υιοθεσίαν αναφέρει επίσημη ανακοίνωση, το Τμήμα Υπηρεσιών Κοινωνικής Ευημερίας εφιστά την προσοχήν απάντων των ενδιαφερομένων ότι η δημοσίευσις ειδήσεων τοιούτου περιεχομένου αντίκειται προς το άρθρο 23 Ι Β του περί υιοθεσίας νόμου Κεφ. 274», Κέντρο Τύπου & Πληροφοριών, Press Information Office (PIO), Λευκωσία. Παρά το γεγονός, ωστόσο, ότι οι «επίσημες» υιοθεσίες απαγορεύθηκαν –ή και εξαιτίας αυτού– υπάρχουν μαρτυρίες ότι έγιναν με ιδιωτικά συμφωνητικά μέσω οικογενειών.

[17] Μιχάλης Μωραϊτίδης, Το φοιτητικό κίνημα στην Ελλάδα: πολιτική ριζοσπαστικοποίηση και πολιτική δράση: 1956-1964, διδακτορική διατριβή, Βόλος 2015, σ. 32.

[18] Ένωση Κυπρίων Ελλάδας: http://s.atcite.com/Tz3FBev-Q/.

[19] Συνέντευξη με τον Γιώργο Μιχαηλίδη στην Αθήνα, 29.12.21 & 7.10.23.

[20] Για παράδειγμα, αν και πλέον η Ένωση Κυπρίων Ελλάδος δεν είναι όλης της Ελλάδος αλλά μόνο της Αττικής, δεν έγινε δεκτή η πρόταση για τη μετονομασία της, και μάλιστα υποστηρίχθηκε ο αρχαΐζων τύπος «Ένωσις Κυπρίων Ελλάδος» για να παραπέμπει και με την ονομασία της στην Ένωση των Κυπρίων «μετά της» Ελλάδας. http://s.atcite.com/Ges_zkmWs/.

[21] Θάσος Σοφοκλέους, «Η δράση και η προσφορά των κυπρίων φοιτητών στον αγώνα της Κύπρου κατά την περίοδο 1948-1959», Λευκωσία, Συμβούλιο Ιστορικής Μνήμης Αγώνα ΕΟΚΑ 1955-1959, Η Νεολαία στον Απελευθερωτικό Αγώνα της ΕΟΚΑ 1955-1959, Υπουργείο Παιδείας και Πολιτισμού Κύπρου (2000), σ. 30.

[22] Καταστατικό ΕΦΕΚ Αθηνών 1955, ΑΣΚΙ, ΕΜΙΑΝ, Συλλογή 1. Ξενοφώντα Γιαταγάνα, φάκ. 67, Άρθρο 2 & 3.

[23] «Η ΠΟΦΝΕ (Παγκύπρια Ομοσπονδία Φοιτητών και Νέων Επιστημόνων) ιδρύθηκε στις 25 Ιουλίου 1973 από τις δημοκρατικές προοδευτικές δυνάμεις του κυπριακού φοιτητικού κινήματος και αποτελεί το δευτεροβάθμιο όργανο εκπροσώπησης των Κυπρίων φοιτητών τόσο στην Κύπρο αλλά και στο εξωτερικό.

Από το 1962 μέχρι το 1973, το μόνο δευτεροβάθμιο όργανο που υπήρχε ήταν η ΟΕΦΕΚ (Ομοσπονδία Εθνικών Φοιτητικών Ενώσεων Κύπρου), που ελεγχόταν από το 1967 και μετά από ακροδεξιά στοιχεία και είχε ταυτιστεί με τη χούντα των Αθηνών.

Η νεοσύστατη ομοσπονδία στάθηκε στο πλευρό του Μακάριου στον αγώνα για ανεξαρτησία και έκανε αγώνα ενάντια στον ΝΑΤΟϊκό ιμπεριαλισμό και τον ΕΟΚΑΒήτικο φασισμό. Για αυτό τον λόγο, οι δυνάμεις της δεξιάς και της ακροδεξιάς του κυπριακού φοιτητικού κινήματος εμπόδιζαν την ένταξη φοιτητικών ενώσεων στην Ομοσπονδία. Η ΠΟΦΝΕ έχει ως πρώτιστο στόχο την ενότητα του κυπριακού φοιτητικού κινήματος και τη μαζικοποίηση των αγώνων του. Δεκαοχτώ χρόνια μετά την ίδρυσή της, θεσμοθετεί τις παμφοιτητικές συνδιασκέψεις, στις οποίες συμμετέχουν οι φοιτητικές ενώσεις που δεν είχαν ακόμη εκδημοκρατικοποιηθεί». http://s.atcite.com/lPz8KdaqR/.

[24] Φωτογραφία της περιόδου από το Γαλλικό Πρακτορείο Ειδήσεων (Agence France-Presse) απεικονίζει τον ΓΓ της ΕΦΕΚ, ο οποίος μετείχε στην ΕΟΚΑ Β’ και φαίνεται πως πλαισιωνόταν από ασφαλίτες. Στη λεζάντα αναγράφεται ότι «η ΕΟΚΑ Β’ καταθέτει στεφάνι στον Άγνωστό Στρατιώτη». Άρα μπορεί κανείς να ισχυριστεί ότι η ΕΦΕΚ έχαιρε ασυλίας από τη χούντα γιατί πλειοψηφικά απηχούσε τις απόψεις της, ενώ «προστατευόταν» από κάθε αντίθετη φωνή μέσα στους κόλπους της. http://s.atcite.com/xqzaPMUpM/.

[25] Βλ. άρθρο «Αφιέρωμα στον Στρατηγό-Ιδρυτή του Κινήματός μας», http://s.atcite.com/IN1uFllcG/.

[26] Επιστολογραφία ΕΦΕΚ 1956-1967, (Βιβλιοθήκη ΑΣΚΙ).

[27] Στην κυπριακή εφημερίδα Χαραυγή, 03/01/1975, σ. 1, «Με υψηλό το ηθικό και με τη βέβαιη ελπίδα ότι θα γυρίσουν σύντομα στα σπίτια τους, οι πρόσφυγες στην επαρχία μας υποδέχθηκαν το νέο χρόνο». Ακόμη και για κάποιο διάστημα μετά την εισβολή οι εκτοπισμένοι είχαν την πεποίθηση ότι η κατάστασή τους ήταν προσωρινή και ότι θα επιστρέψουν ξανά στα σπίτια και τις περιουσίες τους. Κέντρο Τύπου και Πληροφοριών Κύπρου, (Press & Information Office, PIO).

[28] Στο Ν 852/1946 «Διατάξεις περί ΑΕΙ» (16085) στο άρ.4 αναφέρεται ότι: «1. Επιτρέπεται η άνευ εισιτηρίων εξετάσεων και καθ` υπέρβασιν του ωρισμένου αριθμού εισακτέων εγγραφή εις το Χημικόν Τμήμα της Φυσικομαθηματικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών των εξ Αιγύπτου και Κύπρου τέκνων ομογενών». Και στο ΝΔ 30-//1946 (ΝΔ 30-//1946 ΝΔ ΦΕΚ Α 141 1946) με τίτλο «Εισαγωγή επιτυχόντων στα ΑΕΙ για 1945-46» (16530), αναφέρεται ότι «Εις τας διατάξεις του άρθρου 4 του α.ν. 852]1946 “περί τροποποιήσεως και συμπληρώσεως των περί εξετάσεων εις τα ανώτατα εκπαιδευτικα ιδρύματα υπάγονται και τα εκ Βορείου Ηπείρου Δωδεκανήσου Κύπρου και Τουρκίας τέκνα ομογενών». Επίσης στο ΝΔ 3832/1958 με τίτλο «Διορισμός σε δημόσιες θέσεις ομογενών από Β. Ηπειρο, Κύπρο κλπ». (28002), στο αρ. 2 αναφέρεται ότι: «Κυρούται αφ’ ης εξεδόθη η υπ` αριθ. 158 της 27ης Φεβρουαρίου 1954 Πράξις του Υπουργικού Συμβουλίου, έχουσα ούτω: Αποφασίζει: Εγκρίνει όπως κατά παρέκκλισιν των νενομισμένων επιτρέπηται ο διορισμός εις δημοσίας θέσεις και θέσεις Οργανισμών Δημοσίου Δικαίου Κυπρίων ομογενών, άνευ της προσαγωγής πιστοποιητικού Ελληνικής ιθαγενείας, υπό την προϋπόθεσιν ότι θα αποδεικνύται άλλοθεν ή ιδιότης αυτών ως Ελλήνων το γένος και την συνείδησιν» […]. Στο σχετικό φύλλο της Εφημερίδας της Κυβερνήσεως (A, αρ.128 την 23/08/1958) καταγράφεται ότι το Υπουργείο Εσωτερικών έκανε την συγκεκριμένη πρόταση μετά από «αίτησιν της Εθναρχίας Κύπρου», την 11η Νοεμβρίου 1953. Τέλος και στο άρ. 39 Β.Δ.546/1965.

[29] Πληροφορίες για το English School αντλήθηκαν από τη συνέντευξη με τον Αντώνη Αντωνίου, μαθητή του English School, μετά την ολοκλήρωση των σπουδών του στη Μ. Βρετανία, ο οποίος είναι καθηγητής και πρώην αναπληρωτής διευθυντής του English School, ερευνητής της ιστορίας του σχολείου (09/03/2023) και συγγραφέας του βιβλίου «2003-2015 Yılları Tanıklığında İngiliz Okulu».

[30] Η ίδια τάση παρατηρήθηκε και στους Τουρκοκύπριους, όπως προκύπτει από τις αντίστοιχες συνεντεύξεις, οπότε η Μ. Βρετανία προτιμούνταν παραδοσιακά για σπουδές έναντι της Τουρκίας και από τους Τουρκοκύπριους που διέθεταν την ανάλογη οικονομική δυνατότητα. Έχει ενδιαφέρον ότι και η έτερη «μητέρα πατρίδα» υιοθέτησε σταδιακά (από τα τέλη της δεκαετίας του ‘50 και μετά) ένα σύστημα στήριξης των Τουρκοκύπριων φοιτητών αντίστοιχο με εκείνο που υπήρχε στην Ελλάδα, με δωρεάν και άνευ εξετάσεων –στις περισσότερες σχολές– εισαγωγή Τουρκοκύπριων φοιτητών στα τουρκικά πανεπιστήμια, υποτροφίες, δωρεάν διαμονή στις εστίες των τουρκικών πανεπιστημίων κτλ. Αρκετοί Τουρκοκύπριοι φοιτητές την επέλεξαν από τη στιγμή που οι εντάσεις μεταξύ των δύο κοινοτήτων αυξήθηκαν. Ωστόσο, οι πολιτικές αναταραχές στη χώρα ήταν τόσες και τέτοιας έντασης και διάρκειας, ώστε οι περισσότεροι Τουρκοκύπριοι φοιτητές και φοιτήτριες είτε πήραν το πτυχίο τους και έφυγαν αμέσως από τη χώρα είτε αποχώρησαν από την Τουρκία, χωρίς να προλάβουν να αποφοιτήσουν καν, καταφεύγοντας κυρίως στη Μ. Βρετανία. Η Τουρκοκύπρια 2, στη συνέντευξή μας στις 8.5.23, επιβεβαίωσε ότι οι ταραχές και οι καταλήψεις τής στέρησαν την υποτροφία που είχε από το τουρκικό κράτος, αν και η ίδια δεν συμμετείχε ενεργά στο φοιτητικό κίνημα. Η φήμη που είχαν οι Τουρκοκύπριοι φοιτητές ως προοδευτικοί, η συνύπαρξη και η ώσμωση με τους Ελληνοκύπριους, η χαλαρή τους επαφή με το Ισλάμ, οι επιρροές που είχαν από το πρόσφατο αποικιακό τους παρελθόν έβαλαν τους Τ/Κ φοιτητές στο στόχαστρο δεξιών και ακροδεξιών ομάδων που ήδη δρούσαν εκείνη την περίοδο στην Τουρκία. Στα Κρατικά Αρχεία Κύπρου (ΚΑΚ) –FA2/260 567/1969 φάκελος «Σχέσεις Τουρκίας – Τουρκοκυπρίων»– καταγράφεται ότι στα τέλη του 1977 έγιναν απαγωγές, ανακρίσεις, βασανιστήρια και δολοφονίες Τουρκοκύπριων φοιτητών, όπως αναφέρουν οι τουρκοκυπριακές και τουρκικές εφημερίδες που περιλαμβάνονται στο αρχείο. Ενδεικτικά, «Φωνή του Λαού», Halkin Sesi 10.05.77 & 6.4.78.

[31] Νόμος 12, ΦΕΚ Α΄34/6.3.1975. Περί τροποποιήσεως και συμπληρώσεως φορολογικών και άλλων τινών συναφών διατάξεων […] Άρθρον 30. Κύρωσις αποφάσεως. Κυρούται κτωμένη ισχύν νόμου, αφ’ ης εξεδόθη η κατωτέρω απόφασις του Υπουργού των Οικονομικών, έχουσα ούτω: «Αριθ. Πρωτ. Δ. 5723/612 ΑΠΟΦΑΣΙΣ Ο ΥΠΟΥΡΓΟΣ ΤΩΝ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ.

Λαβόντες υπ’ όψιν: 1) Το υπ’ αριθ. 9440/4-327344 από 13.9.74 έγγραφον της Γενικής Δ/νσεως Εθνικής Ασφαλείας του Υπουργείου Δημοσίας Τάξεως, 2) τας προσφάτους εν Κύπρω εξελίξεις εκ της εν τη νήσω ταύτη τουρκικής εισβολής και την συνεπεία ταύτης στέρησιν των εν Κύπρου Ελλήνων προσφύγων και των στοιχειωδών μέσων επιβιώσεως. Εγκρίνομεν την απαλλαγήν των Ελλήνων εκ Κύπρου προσφύγων εκ τελών χαρτοσήμου:

α) Των αδειών παραμονής εν Ελλάδι και παρατάσεως των αδειών τούτων.

β) Των αδειών εργασίας εν Ελλάδι και παρατάσεως των αδειών τούτων και

γ) των δελτίων ταυτότητος εν περιπτώσει μακράς διαμονής εν Ελλάδι.

Η παρούσα κυρωθήσεται νομοθετικώς και θέλει ισχύει μέχρις αποκαταστάσεως εν τη νήσω Κύπρω ομαλών συνθηκών διαβιώσεως. Υπουργός Ι. Πεσμαζόγλου».

http://s.atcite.com/Gjay-gGCD/.

[32] Ήδη από τη δεκαετία του 1950 (συγκεκριμένα με το ΦΕΚ Α 12819580823 που εκδόθηκε στις 23/8/1958), υπήρχε νόμος ο οποίος προέβλεπε ότι ως ομογενείς είχαν τα ίδια δικαιώματα με τους Έλληνες πολίτες, εκτός του δικαιώματος του εκλέγειν και εκλέγεσθαι. Βλέπε και http://s.atcite.com/Gjay-gGCD/.

[33] ΥΑ Ε. //1970 (ΥΑ Ε. //1970 ΥΑ Ε. 118000/3370 ΦΕΚ Β 381 1970) «Περί καθορισμού χορηγήσεως εγκρίσεων θέσεως εις κυκλοφορίαν φορτηγών αυτοκινήτων Δ.Χ. κλπ. (503375) ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Α εγκρίσεις θέσεως εις κυκλοφορίαν νέων φορτηγών αυτοκινήτων Δ.Χ. ΟΡΟΙ – ΠΡΟΫΠΟΘΕΣΕΙΣ: α. Να έχουν την Ελληνικήν υπηκοότητα ή την τοιαύτην της Κυπριακής Δημοκρατίας». Επιπλέον, στο ΥΑ Δ.2//1974 (ΥΑ Δ.2//1974 ΥΑ Δ{25900 ΦΕΚ Β 850 1974) «Χορήγηση νέων αδειών κυκλοφορίας ΕΔΧ κλπ. (130104). Αρθρον 1. Όροι και προϋποθέσεις 1. Άδεια κυκλοφορίας επιβατηγού αυτοκινήτου δημοσίας χρήσεως, μετά ή άνευ μετρητού, παρέχεται ελευθέρως εις φυσικά πρόσωπα επαγγελματίας οδηγούς αυτοκινητιστάς, υπό τους ακολούθους όρους και προϋποθέσεις: α) Να έχουν την ελληνικήν υπηκοότητα ή την τοιαύτην της Κυπριακής Δημοκρατίας».

[34] Ν 814/1978 Φορολογικά-Κίνητρα-Κεφάλαια εξωτερικού κλπ. (37203) Αναστέλλεται επί διετίαν, από της ενάρξεως ισχύος του παρόντος νόμου, η είσπραξις βεβαιωθέντων ή βεβαιωθησομένων φόρων κληρονομίας, οφειλομένων προς το Ελληνικόν Δημόσιον παρά Κυπρίων υπηκόων προσφύγων, εγκατασταθέντων εν Ελλάδι μετά την 15η Ιουλίου 1974, δια περιουσιακά στοιχεία κείμενα εν Ελλάδι και μεταβιβασθέντα αυτοίς αιτία θανάτου παρά συζύγου ή πατρός. Δια το διάστημα της αναστολής δεν οφείλονται τόκοι και προσαυξήσεις εκπροθέσμου καταβολής. Η διάταξις της προηγουμένης παραγράφου δεν τυγχάνει εφαρμογής εις περιπτώσεις εις την κληρονομίαν περιέχονται και μετρητά, καλύπτοντα τουλάχιστον ποσοστόν τριάκοντα τοις εκατόν (30%) του οφειλομένου φόρου.

[35] Δ. 1023/130/8.9.82 ΑΥΟ. Στις ΥΑ Δ.2//1988 (ΥΑ Δ.2//1988 ΥΑ Δ.247/13 ΦΕΚ Β 195 1988) με τίτλο «Προσωρινή εισαγωγή ατομικών ειδών-IX κλπ. (13984)», αναφέρεται στο άρθρο 18 ότι: Με την επιφύλαξη των άρθρων 8, 9, 10, 12, 13, 14, 16 και 17 της παρούσας απόφασης, εξακολουθούν να εφαρμόζονται όπως ισχύουν, οι διατάξεις προσωρινής εισαγωγής επιβατικών οχημάτων που αφορούν: τους Κύπριους Πρόσφυγες (Δ. 1023/130/8.9.82 ΑΥΟ).

[36] Αρ. 2 παρ. 3 περ. α` Ν. 1035/80 Επιλογή Σπουδαστών ΑΕΙ. Κατηγορίες υποψηφίων. Αρ. 1. Κάθε υποψήφιος, από αυτούς που υπάγονται στις διατάξεις της παρ. 3 του άρθρου 2 του Ν. 1035/80, για την εισαγωγή του στις Ανώτατες και Ανώτερες Σχολές […] ανήκει σε μια από τις επόμενες κατηγορίες: […] 2. Ομογενείς από την Κύπρο (Άρθρο 2 παρ. 3 περ. β, Ν. 1035/80), ανεξαρτήτως ιθαγένειας ή τόπου διαμονής. Για τα ποσοστά των Κύπριων εισακτέων, βλ. και Π.Δ.462/1980. Ποσοστά Εισακτέων. Αρ. 2. Τα ποσοστά εισακτέων, επί του συνολικού αριθμού εισακτέων, εις εκάστης Σχολήν ή Τμήμα Σχολής, ορίζονται δι’ εκάστην των κατηγοριών του προηγουμένου άρθρου, ως ακολούθως: […] β) Ομογενείς εκ Κύπρου εις ποσοστόν 6% διά τας Πολυτεχνικάς, Ιατρικάς και Οδοντιατρικάς Σχολάς, εις ποσοστόν 10%, διά τας λοιπάς Ανωτάτας Σχολάς και την Εθνικήν Ακαδημίαν Σωματικής Αγωγής, εις ποσοστόν 5%, διά τας Ανωτέρας Τεχνικάς και Επαγγελματικάς Σχολάς (δημοσίας και ιδιωτικάς) περιοχής λεκανοπεδίου Αττικής, και εις ποσοστόν 10%, διά τας Ανωτέρας Τεχνικάς και Επαγγελματικάς Σχολάς (δημοσίας και Ιδιωτικάς) εκτός του λεκανοπεδίου Αττικής.

[37] Συνέντευξη με τους Λοΐζο Λοΐζου και Γιώργο Μιχαηλίδη, Αθήνα, 3.4.21 & 4.6.21.

[38] «Ευχαριστώ», Μαρτυρίες Παιδιών του 1974, Νιόβη Α. Κερκίδου, ό.π., σ. 358-59.

[39] Συνέντευξη με τους Λοΐζο Λοΐζου και Γιώργο Μιχαηλίδη, Αθήνα, 3.4.21 & 4.6.21.

[40] Συνέντευξη ό.π. με Γιώργο Μιχαηλίδη στην Αθήνα, 29.12.21 & 7.10.23

[41] Συνέντευξη ό.π. με Γιώργο Μιχαηλίδη & Λοΐζο Λοΐζου.

[42] Συνεντεύξεις ό.π. με Γιώργο Μιχαηλίδη, Αθήνα, 7.10.23, με τον Ελληνοκύπριο πρόσφυγα, εκπαιδευτικό που σπούδασε και ζει στην Ελλάδα, Ξενοφώντα Π. Ξενοφώντος στη Λάρισα, 5.4.24, και τον Γιώργο Γεωργίου, μέσω skype στις 5.10.22.

[43] Ν 3688/1957. Διορισμός Κυπρίων εκπαιδευτικών λειτουργών σε Δημ. Σχολεία (27852). Ν.3688 της 16/18-4-57 (Α 62). Περί κυρώσεως της υπ’ αριθ. 1267 της 17ης Αυγούστου 1956 πράξεως του Υπουργικού Συμβουλίου «περί διορισμού των αφικνουμένων εκ Κύπρου εκπαιδευτικών λειτουργιών εις Δημόσια Σχολεία».

[44] Συνέντευξη ό.π. με Λοΐζο Λοΐζου και Γιώργο Μιχαηλίδη, Αθήνα 3.4.21 & 4.6.21.

[45] Με το πέρασμα του χρόνου, όταν η διχοτόμηση του νησιού φάνηκε ότι δεν ήταν παροδική, το ίδιο και η προσφυγιά, αυξήθηκε και ο ανταγωνισμός μεταξύ των κατοίκων των νοτίων περιοχών του νησιού και των προσφύγων, που προσπαθούσαν να κάνουν μια νέα αρχή στον νότο. Είναι γνωστό το ανέκδοτο, και δυστυχώς κοινός τόπος σε περιπτώσεις προσφυγιάς, που μοιραία οι πρόσφυγες θα βρεθούν σε ανταγωνισμό με τον ντόπιο πληθυσμό: «φάε παιδί μου το αυγό σου, μην σου το φάει ο πρόσφυγας». Σε άλλες μαρτυρίες, το άκουσα ακόμη χειρότερο: «φάε παιδί μου το φαΐ σου μην το σύρω (μην το πετάξω) του πρόσφυγα», σαν να επρόκειτο για σκύλο. Συνέντευξη με τους Ελληνοκύπριους πρόσφυγες Παναγιώτη & Αθηνά Παπαλουκά 17.3.23 και Λουκά Λουκά 20.3.23 στη Λευκωσία.

[46] Συνέντευξη ό.π. με Λοΐζο Λοΐζου και Γιώργο Μιχαηλίδη 3.4.21 & 4.6.21.

[47]http://www.mfa.gov.cy/mfa/Embassies/Embassy_Athens.nsf/All/09ED11B540221472C22577DC002CDBFE/$file/odigos%20apodimon.pdf/.

[48] Βλέπε «ιθαγένεια μετ’ εμποδίων» στο http://s.atcite.com/SP8NpJFzF/.

[49] Συνέντευξη ό.π. με Λοΐζο Λοΐζου και Γιώργο Μιχαηλίδη 3.4.21 & 4.6.21, αλλά και άλλων Ελληνοκύπριων μελών της παροικίας, που προτίμησαν να παραμείνουν ανώνυμοι. Οι συνεντεύξεις έγιναν μέσα στο 2024 σε Λάρισα, Αθήνα και Θεσσαλονίκη

[50] Πληροφορίες σχετικά με την Υποβολή Αίτησης για απόκτηση Κυπριακής Υπηκοότητας με Πολιτογράφηση: http://s.atcite.com/j_uTJZ80J & http://s.atcite.com/eWM0X5Tlt/.

Δείτε Επίσης

Αφήστε μια απάντηση

IΔPYTHΣ Σταμάτης Χρυσολούρης

EKΔOTEΣ Γιώργος Γουλάκος, Έλλη Δρούλια, Αλέξανδρος Κεσσόπουλος, Λάμπρος Μπαλτσιώτης, Κώστας Χριστόπουλος

ΣYNTAKTIKH EΠITPOΠH Έφη Αβδελά, Νίκος Αλιβιζάτος, Νικόλας Βαγδούτης, Θανάσης Βαλαβανίδης, Κώστας Βλασόπουλος, Κώστας Γαβρόγλου, Γιώργος Γιαννακόπουλος, Γιώργος Γιαννουλόπουλος, Έλλη Δρούλια, Χάρης Εξερτζόγλου, Ελευθερία Ζέη, Όλγα Θέμελη, Βίκυ Ιακώβου, Γιώργος Ιωαννίδης, Αλέξανδρος Κεσσόπουλος, Αλέξανδρος Κιουπκιολής, Λούση Κιουσοπούλου, Ηλίας Κούβελας, Νίκος Κουραχάνης, Δημήτρης Κυρτάτας, Σαράντης Λώλος, Γιώργος Μαλάμης, Αχιλλέας Μητσός, Γιάννης Μπαλαμπανίδης, Λάμπρος Μπαλτσιώτης, Ρίκα Μπενβενίστε, Βαγγέλης Μπιτσώρης, Στρατής Μπουρνάζος, Ανδρέας Πανταζόπουλος, Άκης Παπαταξιάρχης, Στέφανος Πεσμαζόγλου, Κατερίνα Ροζάκου, Αντιγόνη Σαμέλα, Αθηνά Σκουλαρίκη, Δημήτρης Χριστόπουλος, Κώστας Χριστόπουλος, Θωμάς Ψήμμας

ΓPAMMATEIA ΣYNTAΞHΣ Αλέξανδρος Κεσσόπουλος, Κατερίνα Ροζάκου, Αντιγόνη Σαμέλα, Νίκος Σιγάλας, Αθηνά Σκουλαρίκη, Κώστας Χριστόπουλος

KAΛΛITEXNIKH EΠIMEΛEIA Βουβούλα Σκούρα

ΔIEYΘYNTHΣ EKΔOΣHΣ Γιώργος Γουλάκος

ΔIOPΘΩΣH KEIMENΩN Αναστασία Λαμπροπούλου

HΛEKTPONIKH ΣEΛIΔOΠOIHΣH Πόπη Αλεξίου

EKTYΠΩΣH Γιώργος Kωστόπουλος, Aκομινάτου 67-69, τηλ.: 210.8813241

BIBΛIOΔEΣIA Βασ. & Ζαχ. Μπετσώρη O.Ε., Στ. Γονατά 13A, τηλ.: 210.5743.783

ΕΙΔΟΠΟΙΗΣΕΙΣ

Εισάγετε το email σας για να ενημερώνεστε για τα νέα άρθρα