Τχ. 164-165
Γιάννης Χαμηλάκης
Τι συμβαίνει στα πανεπιστήμια στις ΗΠΑ σήμερα, ιδιαίτερα σε ορισμένα από τα περισσότερο γνωστά και αναγνωρισμένα όπως είναι το Χάρβαρντ, το Κολούμπια, και το Μπράουν; Πώς φτάσαμε μέχρι και στην απαγωγή και φυλάκιση μελών της πανεπιστημιακής κοινότητας από τις ομοσπονδιακές αρχές και στην αφαίρεση της βίζας περίπου 6.000 φοιτητών από το Στέιτ Ντιπάρτμεντ, στις περισσότερες των περιπτώσεων με την κατηγορία της «υποστήριξης της τρομοκρατίας»; Και πώς θα εξηγούσαμε τη μάλλον υποτονική έως και δουλική αντίδραση των διοικήσεων ορισμένων από τα πλουσιότερα και εγκυρότερα πανεπιστήμια; Θα επιχειρήσω να απαντήσω σε ορισμένα από τα παραπάνω ερωτήματα εν μέρει σε τόνο προσωπικό, περιγράφοντας τις προετοιμασίες μου για ένα πρόσφατο ταξίδι στις ΗΠΑ. Ελπίζω πως κάτι τέτοιο μπορεί να φωτίσει με πλάγιο, αλλά ενδιαφέροντα τρόπο, το υπό εξέταση φαινόμενο.
Η καμπάνια τρομοκράτησης, η εργαλειοποίηση του αντισημιτισμού και οι τεκτονικές αλλαγές στην αμερικανική κοινωνία
Από τον Γενάρη του 2025 βρίσκομαι στην Ελλάδα με εκπαιδευτική άδεια. Άφησα τις ΗΠΑ τον Δεκέμβρη, πριν από την ανάληψη της εξουσίας από τη νέα κυβέρνηση, και έκτοτε παρακολουθώ τις εξελίξεις από μια σχετική απόσταση. Βέβαια, η επικοινωνία μου με τους ανθρώπους εκεί ήταν και είναι συνεχής, ιδιαίτερα με τους φοιτητές και τις φοιτήτριες μου, οι περισσότερες και οι περισσότεροι με φοιτητική βίζα, και άρα ιδιαίτερα ευάλωτοι. Όλοι τους είναι φυσικά τρομερά ανήσυχοι, βλέποντας ορισμένους από τους συναδέλφους τους να υφίστανται τις κυρώσεις και τους διωγμούς που ανέφερα παραπάνω, ακόμα και την αφαίρεση της «πράσινης κάρτας», δηλαδή της άδειας παραμονής και εργασίας. Ορισμένοι από τους μεταπτυχιακούς φοιτητές και τις φοιτήτριές μας που έχουν τελειώσει με όλες τις συμβατικές τους υποχρεώσεις –μαθήματα και εξετάσεις− αποφάσισαν ήδη να εγκαταλείψουν τη χώρα, να ξενοικιάσουν τα σπίτια τους και να ολοκληρώσουν τη συγγραφή της διατριβής τους από τις χώρες καταγωγής τους. Κανένας και καμιά τους δεν αντιμετώπισε διοικητικά μέτρα, όμως η ψυχολογική αναστάτωση είναι τέτοια που δεν τους επιτρέπει να δουλέψουν. Η συλλογική απειλή που βιώνουν, που βιώνουμε, το κλίμα τρομοκράτησης, που συνιστά και έναν από τους κύριους στόχους της κυβερνητικής εξουσίας, φαίνεται εντέλει να έχει κάποια αποτελέσματα. Αλλά σ’ αυτό θα επανέλθω.
Καθώς, λοιπόν, είμαι και εγώ υπό καθεστώς πράσινης κάρτας, αποφάσισα να επιστρέψω στην Αμερική για μικρό διάστημα πριν από την πάροδο έξι μηνών από τον ερχομό μου στην Ελλάδα. Διαφορετικά, θα είχα ενδεχομένως να αντιμετωπίσω, ιδιαίτερα στις σημερινές συνθήκες, την αυστηρότητα ή ακόμα και την εχθρότητα των συνοριοφυλάκων. Εδώ θα πρέπει να κάνω μια παρένθεση. Στο πλαίσιο των ακαδημαϊκών μου ενδιαφερόντων, ασχολούμαι εδώ και δεκαετίες με τα έθνη και τους εθνικισμούς, και κατ’ επέκταση με τα σύνορα και την κατασκευή τους, αλλά και τον ρόλο που επιτελούν στις κοινωνίες. Επιπροσθέτως, τα τελευταία χρόνια, η ερευνητική μου ενασχόληση με τη σύγχρονη μετανάστευση μού επέτρεψε να καταγράψω τη συνοριακή βία πάνω σε ανθρώπους πολύ λιγότερο προνομιούχους από εμένα, και φαντάζομαι και από τους περισσότερους αναγνώστες. Όλα αυτά πέρναγαν από το μυαλό μου, καθώς προετοίμαζα αυτό το πρόσφατο ταξίδι στην Αμερική, ενώ είχα κατά νου και τα διάφορα θεωρητικά διαβάσματα για το σύνορο, μεταξύ αυτών και το βιβλίο των Mezzadra και Nielson, Το Σύνορο ως Μέθοδος [1]. Σκεφτόμουν, λοιπόν, πως ενώ μέχρι τώρα για τους περισσότερους από εμάς, τους προνομιούχους λευκούς με διαβατήρια χωρών του Παγκόσμιου Βορρά, το πέρασμα του συνόρου ήταν απλά μια τυπική διαδικασία, έστω και με την ταλαιπωρία της μικρής καθυστέρησης, τώρα πλέον τα πράγματα μάλλον αλλάζουν. Βέβαια, η εμπειρία του συνόρου για τους «άλλους» ήταν ήδη, όπως ξέρουμε, πολύ διαφορετική. Ας θυμηθούμε εδώ και την καίρια φράση του φιλοσόφου, Souleymane Bachir Diagne: «Some passports do not pass many ports» [2]. Tο δικό του ήταν της Σενεγάλης. Ενώ μέχρι πρόσφατα ήταν κατά βάση οι άνθρωποι-εν-κινήσει, αυτοί δηλαδή που αποκαλούμε συνήθως μετανάστες ή πρόσφυγες, αλλά και οι περισσότεροι άνθρωποι από τον Παγκόσμιο Νότο που βίωναν το σύνορο ως πεδίο κρατικού ελέγχου, ως checkpoint, ήλθε μάλλον η στιγμή που τουλάχιστον ορισμένοι από μας, τους «κοσμοπολίτες» του Βορρά, θα βιώσουμε, παρά τα αναμφισβήτητα προνόμιά μας, λιγότερο ή περισσότερο επώδυνα πλευρές αυτής της εμπειρίας.
Για αυτό το ταξίδι, λοιπόν, στην Αμερική ετοιμαζόμουν μήνες πριν. Από τη μια, βέβαια, ήξερα πως η ICE (Immigration and Customs Enforcement, δηλαδή η συνοριοφυλακή) και οι άλλες κυβερνητικές αρχές είχαν στοχοποιήσει κυρίως ανθρώπους ευάλωτους, ανθρώπους χωρίς χαρτιά, αλλά και φοιτητές και φοιτήτριες, μεταδιδακτορικούς ερευνητές και άλλες εργασιακά επισφαλείς ομάδες κατά βάση από τον παγκόσμιο Νότο. Επρόκειτο, δηλαδή, για να θυμηθούμε και τον Αφροαμερικανό κοινωνιολόγο και πρωτεργάτη του Κινήματος των Πολιτικών Δικαιωμάτων, W.E.B. Du Bois, για μια καμπάνια καταστολής και τρομοκράτησης που ακολουθούσε τη διαχωριστική γραμμή του χρώματος. Φαίνεται πως αυτό που ο Du Bois ονόμαζε −να το πω διασταλτικά εδώ− προνόμια της λευκότητας (wages of whiteness) λειτουργεί, ίσως ως έναν βαθμό, και σε αυτή την περίπτωση [3]. Από την άλλη, ήξερα πως οι περισσότερες και οι περισσότεροι που είχαμε δημόσια αντιταχθεί στη συνεχιζόμενη γενοκτονία στην Παλαιστίνη και στα τελευταία επεισόδια της αποικιοκρατικής βίας είχαμε στοχοποιηθεί ανεξάρτητα από το φυλετικό μας προφίλ. Την περισσότερη δουλειά εδώ δεν την κάνουν άμεσα κυβερνητικές υπηρεσίες, αλλά οι διάφορες ακραίες σιωνιστικές οργανώσεις, οι οποίες πλέον έχουν και ομάδες φοιτητών στα περισσότερα μεγάλα κάμπους. Τα κείμενα που υπογράφουμε, τα συνέδρια που οργανώνουμε, ακόμα και οι τίτλοι και οι θεματικές των μαθημάτων που διδάσκουμε, και φυσικά η παρουσία μας στα κοινωνικά δίκτυα, είναι η πρώτη τους ύλη, που καταγράφεται συστηματικά. Κατόπιν, τα ονόματά μας αναρτώνται στους ιστότοπούς τους, και μάλιστα ως ξεχωριστά ατομικά προφίλ.
Στην περίπτωση του πανεπιστημίου στο οποίο εργάζομαι, το Κέντρο Μεσανατολικών Σπουδών με το οποίο έχω συνεργασία, αποτέλεσε το «κόκκινο πανί». Όντας ένα από τα πιο δυναμικά τμήματα στο Πανεπιστήμιο, το Κέντρο φιλοξενεί και τη μοναδική έδρα παλαιστινιακών σπουδών, η οποία φέρει το όνομα του γνωστότερου ποιητή της Παλαιστίνης Μαχμούντ Νταρουίς. Ο σημερινός της κάτοχος είχε πρόσφατα διατελέσει και πρόεδρος του Πανεπιστημίου Μπιρτζαΐτ στη Ραμάλα, κάτι που έχει εξοργίσει ιδιαίτερα τις σιωνιστικές αυτές οργανώσεις. Οι αρχές των πανεπιστημίων γνωρίζουν φυσικά για όλη αυτή τη δραστηριότητα. Εξάλλου, οι οργανώσεις αυτές μαζί με αρκετούς οικονομικά εύρωστους απόφοιτους προβαίνουν συχνά σε καμπάνιες με μπαράζ μηνυμάτων, ζητώντας από τις αρχές των πανεπιστημίων την απόλυσή μας. Το φαινόμενο αυτό είναι ιδιαίτερα διαδεδομένο στη χώρα και η αντίδραση των πανεπιστημιακών αρχών διαφέρει κατά περίπτωση. Όμως ξέρουμε πια πως ορισμένοι τουλάχιστον από τους πρόσφατα συλληφθέντες από την ICE είχαν προηγουμένως στοχοποιηθεί από αυτές τις οργανώσεις, οι οποίες αμέσως ανακοίνωσαν πασιχαρείς πως ήταν αυτές που είχαν τροφοδοτήσει με «στοιχεία» τους τις κυβερνητικές αρχές.
Ωστόσο, υπάρχει και μια άλλη διάσταση που αξίζει να τονιστεί. Όπως ξέρουμε, τα τελευταία δύο χρόνια έχει αναπτυχθεί στα αμερικανικά πανεπιστήμια ένα ιδιαίτερα δυναμικό αντιαποικιοκρατικό κίνημα, κίνημα ετερογενές, με κορμό του φοιτητές από πολλά διαφορετικά κοινωνικοοικονομικά και πολιτικά περιβάλλοντα. Ένα από τα δυναμικότερα κομμάτια του είναι οι φοιτητές και οι φοιτήτριες εβραϊκής καταγωγής, φοιτητές που συμμετείχαν στις διαδηλώσεις φορώντας και την κεφίγια και το κιπά και που οργάνωναν στις κατασκηνώσεις αλληλεγγύης δράσεις με ιδιαίτερο συμβολισμό, όπως το Σέντερ: το εβραϊκό τελετουργικό δείπνο του Πάσχα που σηματοδοτεί την έξοδο των Ισραηλιτών από την Αίγυπτο. Το φαινόμενο αυτό, της δυναμικής δηλαδή συμμετοχής της νέας γενιάς των Εβραιοαμερικανών στο αντιαποικιοκρατικό και αντισιωνιστικό κίνημα, σηματοδοτεί μια τεκτονική μετατόπιση στην αμερικανική κοινωνία [4], καθώς αυτή η νέα γενιά δεν είναι πλέον διατεθειμένη να ακολουθήσει άκριτα τους μύθους με τους οποίους μεγάλωσαν. Κάτι τέτοιο δεν συνέβη φυσικά εν κενώ. Προηγήθηκαν οι δεκαετίες αντιαποικιακής και αποαποικιακής μελέτης και δράσης, οι συμμαχίες ανάμεσα στα σχετικά κινήματα, αλλά και οι αγώνες ενάντια στη λευκή κυριαρχία. Η νέα γενιά των Εβραιοαμερικανών, μαζί με πολλές άλλες κοινότητες και διανοητές, έχει αρχίσει πια να αντιμετωπίζει το ζήτημα της Παλαιστίνης, όχι ως ζήτημα εθνοθρησκευτικής σύγκρουσης, αλλά ως ζήτημα αποικιοποίησης. Πρόκειται για μια μετατόπιση που αλλάζει άρδην τους όρους τόσο της συζήτησης όσο και της κινηματικής δράσης [5].
Όπως είναι γνωστό, βέβαια, οι πανεπιστημιακές αρχές αντιμετώπισαν τις κινητοποιήσεις αυτές με πρωτοφανή καταστολή, με συλλήψεις, σε ορισμένες περιπτώσεις με βία, και με άλλα εσωτερικά διοικητικά μέτρα − ακόμα και με αποβολές. Πολλοί και πολλές, μεταξύ αυτών και ορισμένοι καθηγητές, δεχτήκαμε και επιστολές από τη διοίκηση γιατί τολμήσαμε απλά να βρεθούμε στον χώρο των κατασκηνώσεων, να δούμε τους φοιτητές μας ή για να συμμετάσχουμε σε μια συζήτηση. Οι κατασκηνώσεις για τη Γάζα είχαν ανακηρυχθεί ως ζώνες κινδύνου και παραβατικότητας, κάτι που επέβαλε τη λήψη αυστηρών διοικητικών μέτρων [6]. Καθώς, λοιπόν, διαβάζουμε σήμερα για τα ακραία μέτρα καταστολής της αμερικανικής κυβέρνησης, ας θυμηθούμε πως τον δρόμο τον είχαν ανοίξει πολλές διοικήσεις πανεπιστημίων με την ποινικοποίηση της ειρηνικής διαμαρτυρίας, με την προς το αυστηρότερο αλλαγή εσωτερικών κανονισμών, ακόμα και με την υιοθέτηση, έπειτα από εξωτερικές πιέσεις, ιδιαίτερα προβληματικών και επικίνδυνων κανονιστικών κειμένων, όπως τον ορισμό του αντισημιτισμού της IHRA (International Holocaust Remembrance Alliance). Πρόκειται για ένα κείμενο που βαφτίζει αντισημιτισμό κάθε κριτική κατά του Ισραήλ, και που έχει απορριφθεί από τους περισσότερους ειδικούς περί των γενοκτονιών και του Ολοκαυτώματος, και εντός του δικού μου Πανεπιστημίου όπως, για παράδειγμα, τον διαπρεπή ιστορικό Omer Bartov. Ακόμα και ένας από τους βασικούς εισηγητές του ορισμού αυτού, ο Kenneth S. Stern, έχει σφόδρα αντιταχθεί στην εργαλειοποίησή του, αλλά και στη χρήση του ως κανονιστικού κειμένου [7]. Χρειάστηκε αγώνας για να πείσουμε το δικό μου πανεπιστήμιο, να παραθέσει τουλάχιστον δίπλα σ’ αυτόν, έναν άλλο ορισμό, αυτόν της Διακήρυξης της Ιερουσαλήμ, λιγότερο προβληματικό, σε μια συμβιβαστική κίνηση ισορροπίας [8].
Παρεμπιπτόντως, ένα από τα βασικά όπλα (τόσο για την κυβέρνηση όσο και για τις διοικήσεις των πανεπιστημίων) στην προσπάθεια καταστολής αυτού του αντιαποικιοκρατικού και αντιγενοκτονικού κινήματος συνιστούν συγκεκριμένοι κώδικες της κρατικής, ομοσπονδιακής νομοθεσίας, και πιο συγκεκριμένα το Civil Rights Act του 1964, και ιδιαίτερα το τμήμα του που είναι γνωστό ως Title Six. Πρόκειται για μια ουσιαστικά αντιρατσιστική νομοθεσία, αποτέλεσμα των αγώνων των Αφροαμερικανών και των συμμάχων τους, ιδιαίτερα του κινήματος που ονομάστηκε Civil Rights Movement. Το Title Six απαγορεύει διακρίσεις με βάση τη φυλή, το χρώμα και την εθνική καταγωγή. Μια αντιρατσιστική νομοθεσία, λοιπόν, εργαλειοποιείται σήμερα, και συχνά οι φοιτητές που καλούνται σε απολογία από το πανεπιστήμιο για τον αντισιωνιστικό ακτιβισμό τους προτάσσουν, και σωστά, πως σε αντίθεση με τη φυλή, το χρώμα και την εθνική καταγωγή, ο σιωνισμός είναι μια ιστορικά προσδιορισμένη πολιτική ιδεολογία, και άρα δεν είναι προστατευόμενη κατηγορία στα πλαίσια της συγκεκριμένης αντιρατσιστικής νομοθεσίας. Αν φυσικά οι επιτροπές που περνούν από ανάκριση τους φοιτητές υιοθετήσουν τον ορισμό της IHRA (όπως απαιτεί ο Λευκός Οίκος και όπως ήδη δέχτηκαν να κάνουν το Χάρβαρντ, το Κολούμπια, και άλλα πανεπιστήμια), ο οποίος θολώνει τα όρια ανάμεσα στην εθνική καταγωγή, τη θρησκευτική ταυτότητα και την πολιτική ιδεολογία, τότε οι φοιτητές, αλλά και όλοι και όλες μας, θα είμαστε ιδιαίτερα ευάλωτοι.
Πέρα, λοιπόν, από τις εξωτερικές πιέσεις και τη στοχοποίηση στο διαδίκτυο, τα εσωτερικά μέτρα καταστολής, και κυρίως η συγκέντρωση στοιχείων για την ακτιβιστική δράση φοιτητών, καθηγητών και διοικητικών από τα ίδια τα πανεπιστήμια συνιστούσαν και συνιστούν έναν παραπέρα λόγο ανησυχίας. Δεν υπάρχει κανένα εχέγγυο πως οι διοικήσεις των πανεπιστημίων δεν θα παραδώσουν τα στοιχεία αυτά στην κυβέρνηση αν τα ζητήσει, ιδιαίτερα έπειτα από δικαστική εντολή. Όλα αυτά ήταν στο μυαλό μου, λοιπόν, καθώς ετοίμαζα αυτό το τελευταίο ταξίδι στην Αμερική. Ύστερα και από συζητήσεις με συναδέλφους, αλλά και με την American Association of University Professors, τη μόνη μας συλλογική έκφραση, καθώς στα ιδιωτικά πανεπιστήμια οι καθηγητές δεν θεωρούμαστε εργαζόμενοι αλλά συνδιοικητές του ιδρύματος, και άρα δεν δικαιούμαστε συνδικαλιστική έκφραση, κατάλαβα πως η νομική προστασία και προετοιμασία για αυτό το ταξίδι ήταν μονόδρομος, κάτι που ευτυχώς αναγνώρισε και το ίδιο το πανεπιστήμιό μας, και μας παρέχει πλέον δωρεάν νομική υποστήριξη. Τα διάφορα σεμινάρια που παρακολούθησα και οι κατ’ ιδίαν συζητήσεις με δικηγόρους ήταν ιδιαίτερα αποκαλυπτικά για τα πιθανά σενάρια που ενδέχεται να αντιμετωπίσει κάποιος που εισέρχεται στη χώρα. Τα διάφορα κυβερνητικά όργανα, όπως η ICE, δεν λειτουργούν πάντα στα πλαίσια της νομιμότητας, γι’ αυτό και έχουν χάσει σχεδόν όλες τις δικαστικές προσφυγές που αφορούν συλλήψεις ακτιβιστών φοιτητών και άλλων πανεπιστημιακών. Όταν επικαλούνται τον νόμο, στηρίζονται στο νομικό πλαίσιο που δημιουργήθηκε αμέσως μετά την έναρξη αυτού που ονομάστηκε War on Terror, όπως το Homeland Security Act του 2002. Άκουσα με έκπληξη, για παράδειγμα, πως για τους συνοριοφύλακες στα αεροδρόμια, το κινητό τηλέφωνο είναι σαν τη βαλίτσα σου, και ας περιέχει όλη σου τη ζωή, όλα σου τα προσωπικά στοιχεία. Μπορούν να σου ζητήσουν να το παραδώσεις χωρίς εισαγγελική εντολή και να τους δώσεις πλήρη πρόσβαση σε όλα σου τα δεδομένα. Φυσικά, ξέρουμε πως όλα τα σύνορα είναι ζώνες εξαίρεσης και πως στο όνομα της εθνικής ασφάλειας μπορούν να συμβούν όλων των ειδών οι αυθαιρεσίες. Στη σημερινή συγκυρία, και με βάση τη ρητορική της κυβέρνησης περί «εισβολής μεταναστών» ή γενικότερα ανθρώπων που είναι αντίθετοι στις «αμερικανικές αξίες», μεμονωμένοι συνοριοφύλακες αποκτούν πολιτικό έρεισμα και νομιμοποίηση για να προβούν στις όποιες παρατυπίες. Δεν μπορώ ακόμα να πιστέψω πως μία από τις ερωτήσεις για τις οποίες ο νομικός μου σύμβουλος με προετοίμασε ήταν: «τι πιστεύετε για τις αμερικανικές εκλογές του 2020;» − υπονοώντας τη γνωστή ρητορική περί νοθείας που προωθεί η σημερινή ηγεσία του Λευκού Οίκου. Εντέλει, τίποτα από τα παραπάνω δεν έγινε κατά την είσοδό μου στη χώρα. Όμως και μόνο το γεγονός πως θα πρέπει από δω και πέρα να προετοιμαζόμαστε για κάτι τέτοιο, είναι, νομίζω, ενδεικτικό. Επιβεβαιώνει επίσης πως ένας βασικός κυβερνητικός στόχος είναι η δημιουργία ατμόσφαιρας τρομοκρατίας, αυτολογοκρισίας και προληπτικής υποταγής.
Οι ευθύνες των διοικήσεων, οι βαθύτερες αιτίες και τα μελλοντικά διακυβεύματα
Τελειώνοντας, θα ήθελα να κωδικοποιήσω τις βασικές μου σκέψεις γύρω από το επερώτημα του τίτλου, αλλά και για το περαιτέρω ερώτημα που προκύπτει από αυτό: τι μέλει γενέσθαι με τα πανεπιστήμια μιας πρώην αυτοκρατορίας σε παρακμή, πανεπιστήμια που, εν συνόλω, συνιστούν ακόμα μια παγκόσμια ακαδημαϊκή υπερδύναμη; Δεν υπάρχει αμφιβολία πως βρισκόμαστε σε μια ιστορική στιγμή κατά την οποία η ακαδημαϊκή ελευθερία αλλά και οι συνταγματικές ελευθερίες στις ΗΠΑ βρίσκονται ξανά σε κίνδυνο, όπως συνέβαινε και κατά την περίοδο του μακαρθισμού και την περίοδο του πολέμου στο Βιετνάμ [9]. Παρά τις επιθέσεις, αυτές άντεξαν τότε, και λόγω των μαζικών αντιδράσεων και λόγω των νικηφόρων δικαστικών προσφυγών. Η δικαστική οδός φαίνεται να επιλέγεται κατά βάση και σήμερα, ιδιαίτερα από τις οργανώσεις των πανεπιστημιακών και τις κινήσεις υπεράσπισης δικαιωμάτων. Ευτυχώς για όλους και όλες μας, αυτή φαίνεται να αποδίδει ως έναν βαθμό, αφού ακόμα και το κατά πλειοψηφία συντηρητικό ανώτατο δικαστήριο δεν φαίνεται να είναι διατεθειμένο να ακολουθήσει σε όλες τις περιπτώσεις άκριτα κυβερνητικές εντολές [10].
Όσον αφορά τις διοικήσεις των πανεπιστημίων, το κύριο μέλημά τους είναι οι περικοπές της κρατικής χρηματοδότησης, τις οποίες ακόμα και τα πλουσιότερα ιδιωτικά πανεπιστήμια φαίνεται να έχουν απόλυτη ανάγκη, ιδιαίτερα για την ιατρική έρευνα και την έρευνα σε συγκεκριμένους τομείς θετικών επιστημών, αποδεικνύοντας για μια ακόμα φορά πως, ακόμα και στις ΗΠΑ, δεν υπάρχουν αμιγώς ιδιωτικά πανεπιστήμια. Μπροστά σ’ αυτόν τον φόβο, αποδείχτηκε πως αρκετές, ίσως οι περισσότερες διοικήσεις πανεπιστήμιων, είναι πρόθυμες να θυσιάσουν και την ακαδημαϊκή ελευθερία, αλλά και την επιστημονική δεοντολογία, αρνούμενες να ακούσουν ακόμα και τους δικούς τους ειδικούς για καίρια ζητήματα, όπως, για παράδειγμα, το πώς ορίζεται ο αντισημιτισμός. To Χάρβαρντ είναι το πανεπιστήμιο οι αρχές του οποίου αποφάσισαν να αντισταθούν σθεναρά, τουλάχιστον προς το παρόν, και παρά τις σοβαρές υποχωρήσεις στο πρόσφατο παρελθόν. Γιατί το κάνουν; Ίσως επειδή είδαν πως η τακτική της υποταγής δεν δουλεύει, όπως αποδείχτηκε και με το Κολούμπια, που παρά την πλήρη υποταγή του συνεχίζει να υφίσταται και περικοπές και παρεμβάσεις. Ίσως αυτή η στάση να οφείλεται και στην πίεση, εντός του πανεπιστήμιου, από φοιτητές, καθηγητές και αποφοίτους. Ίσως όμως αντιστάθηκε επειδή οι απαιτήσεις της κυβέρνησης από αυτό είναι ιδιαίτερα ακραίες, ζητώντας για παράδειγμα να επιλέγονται μεταπτυχιακοί φοιτητές με κριτήρια πολιτικής ιδεολογίας −ιδιαίτερα όσον αφορά μη Αμερικανούς φοιτητές−, να καταργηθούν τα προγράμματα ισότητας και συμπερίληψης και ένα σωρό άλλα [11]. Ίσως να ήταν και όλα αυτά μαζί, όμως αυτή η στάση του Χάρβαρντ άλλαξε το κλίμα και ενθάρρυνε, τουλάχιστον προς στιγμή, άλλες διοικήσεις να προσβάλουν δικαστικά αυτές τις επεμβάσεις. Βέβαια, η πρόσφατη οδυνηρή υποχώρηση του δικού μου πανεπιστημίου (του Μπράουν) στις απαιτήσεις του Λευκού Οίκου είναι απογοητευτική («Το Woke στο Μπράουν είναι επισήμως ΝΕΚΡΟ» έγραψε ο ίδιος ο Πρόεδρος στα κοινωνικά δίκτυα) [12], και δεν είναι καθόλου σίγουρο πως και το Χάρβαρντ δεν θα υποχωρήσει στο τέλος.
Οι εξελίξεις αυτές όμως θέτουν εκ των πραγμάτων μια σειρά από άλλα ερωτήματα που βέβαια δεν είναι καινούργια, αλλά αναδύθηκαν ξανά με αφορμή τη σημερινή κρίση: είναι σήμερα το πρόβλημα μόνο ο αυταρχισμός της κρατικής εξουσίας και η προσπάθειά της να χειραγωγήσει χώρους ελεύθερης έκφρασης, όπως τα πανεπιστήμια; Ή είναι το συνολικότερο μοντέλο του πανεπιστημίου (και στις ΗΠΑ αλλά και γενικότερα) που χρειάζεται αναθεώρηση; Η εξάρτηση από τους ιδιώτες δωρητές και οι συνέπειές της αναδείχθηκαν ξανά ως καίριο ζήτημα, ενώ το φοιτητικό και το πανεπιστημιακό κίνημα για την αποεπένδυση −τον αγώνα δηλαδή να σταματήσουν οι διοικήσεις να επενδύουν τους πόρους των ιδρυμάτων τους στην πολεμική βιομηχανία και στις εταιρείες που κερδοφορούν από τον γενοκτονικό πόλεμο του Ισραήλ− έφερε ξανά στο προσκήνιο την απόκλιση ανάμεσα σε διακηρύξεις περί ηθικής στάσης και σε πρακτικές που αποσκοπούν στη μεγιστοποίηση του κέρδους, στηριζόμενες στην υποκριτική αρχή πως οι οικονομικές αποφάσεις πρέπει να μείνουν «μακριά από την πολιτική». Για να αναφερθώ σε ένα ακόμα παράδειγμα, ανάμεσα στα απειλητικά τιμωρητικά μέτρα που εξετάζει ο Λευκός Οίκος είναι και η αφαίρεση των φορολογικών προνομίων των λεγόμενων ιδιωτικών πανεπιστημίων που θεωρούνται σήμερα μη-κερδοσκοπικοί οργανισμοί. Το ζήτημα είναι ιδιαίτερα περίπλοκο, όμως το ερώτημα παραμένει: γιατί μεγάλα πανεπιστήμια με αποθεματικό δισεκατομμυρίων και με τεράστια ακίνητη περιουσία να μην πληρώνουν τους φόρους που τους αναλογούν στους συχνά μικρούς και μεσαίου μεγέθους δήμους όπου βρίσκονται, στερώντας τους τη δυνατότητα να βελτιώσουν, για παράδειγμα, τα δημόσια σχολεία τους; Ή πώς πανεπιστήμια-μεγαθήρια στο κέντρο των μεγάλων πόλεων αντισταθμίζουν τις συνέπειες της παρουσίας και της δράσης τους, όπως για παράδειγμα είναι ο εκτοπισμός των εργατικών στρωμάτων και η αύξηση του κόστους στέγασης; Και πώς, με βάση τα παραπάνω δεδομένα, θα αντιμετωπίσουν τα πανεπιστήμια τις διάχυτες και δημοφιλείς κατηγορίες περί ελιτισμού, που τόσο πετυχημένα εργαλειοποιεί η σημερινή κυβερνητική εξουσία;
Για να ξαναγυρίσω στη σημερινή κατάσταση, αυτό που θεωρώ ως τον μεγαλύτερο κίνδυνο είναι το κλίμα κατατρομοκράτησης που έχει ήδη οδηγήσει σε απόλυση πανεπιστημιακούς εξαιτίας του ακτιβισμού τους ή και σε εθελούσια έξοδο πανεπιστημιακούς και φοιτητές. Αυτό το κλίμα μάλλον θα αποτρέψει αρκετούς-ές υποψήφιους-ες μεταπτυχιακούς-ές φοιτητές-ήτριες εκτός Αμερικής από το να κάνουν αίτηση στα αμερικανικά πανεπιστήμια, παρά τα σημαντικά προνόμια και την πλήρη χρηματοδότηση που τους προσφέρεται. Αρκετοί από τους ανθρώπους αυτούς, και δικαιολογημένα, δεν είναι διατεθειμένοι να υποστούν τον εξευτελισμό τού να ανακρίνονται για τις πολιτικές τους απόψεις και να αναγκάζονται να παρέχουν πρόσβαση στα κοινωνικά τους δίκτυα κατά τη διαδικασία αίτησης παροχής βίζας. Τέλος, αυτό το κλίμα κατατρομοκράτησης οδηγεί επίσης, όπως ανέφερα, και σε προληπτική λογοκρισία και υποταγή, με τις γνωστές συνέπειες στη διακίνηση των ιδεών και τη δημοκρατία.
Η ελπίδα που γεννά το κίνημα της αποαποικιοποίησης
Ωστόσο, θα τελειώσω με κάτι αισιόδοξο. Αυτά που περιγράφω εδώ έχουν να κάνουν με μια μάλλον απεγνωσμένη αντίδραση του καθεστώτος του λευκοκεντρισμού και της λευκής κυριαρχίας, απέναντι σε μια νέα κοινωνική και ακαδημαϊκή πραγματικότητα που διαμορφώθηκε τα τελευταία χρόνια. Μιλώ για τις νίκες των κινημάτων, όπως αυτά των ιθαγενών, των Αφροαμερικανών και των μεταναστών, νίκες που έχουν μεταμορφώσει και τη χώρα και πολλά από τα πανεπιστήμιά της [13]. Μιλώ, επίσης, και για αλλαγές στην ακαδημαϊκή γνώση και την έρευνα που έχει δυναμικά αναδείξει νέα πεδία, όπως τις σπουδές του φύλου και της φυλής ή τις αποαποικιακές σπουδές. Και τέλος, αναφέρομαι στις συμμαχίες που έχουν αναπτύξει φοιτητές και φοιτήτριες, καθηγητές και καθηγήτριες, πέρα από διαχωρισμούς, εθνικούς και εθνοτικούς, φυλετικούς, θρησκευτικούς ή άλλους. Σ’ αυτές τις κατακτήσεις αντιδρούν με απόγνωση οι δυνάμεις της λευκής κυριαρχίας και της αμερικανικής ολιγαρχίας. Αυτούς τους χώρους ελευθερίας θέλουν να καταλύσουν. Αλλά μάλλον, δυστυχώς για αυτές, είναι αργά. Η δυναμική που έχει αναπτυχθεί στα αμερικανικά πανεπιστήμια και στην κοινωνία, αλλά και η ωριμότητα και το θάρρος των νέων ανθρώπων που πρωταγωνιστούν σ’ αυτή δεν είναι εύκολο να καμφθούν, παρά την κλιμακούμενη καταστολή.
(Το σημείωμα αυτό αποτελεί επεξεργασμένη μορφή κειμένου που διαβάστηκε σε εκδήλωση της Ελληνικής Ένωσης Ιστορικών στο Πνευματικό Κέντρο του Δήμου Αθηναίων, στις 23 Ιουνίου 2025. Ευχαριστώ την Ένωση και τον πρόεδρό της Πολυμέρη Βόγλη για την πρόσκληση, τους συνομιλητές στο πάνελ Στάθη Γουργουρή, Χριστίνα Φίλιου και Άγγελο Χανιώτη, καθώς και τη συντονίστρια Σοφία Ανεζίρη και όλους και όλες που παρακολούθησαν την εκδήλωση και που συνέβαλαν με τα σχόλιά τους στη βελτίωση αυτού του κειμένου. Ευχαριστώ επίσης τον Κώστα Χριστόπουλο και τα Σύγχρονα Θέματα για την πρόσκληση να δημοσιεύσω το κείμενο εδώ, καθώς και τη Μαρία Χολέβα για την κριτική και τις παρατηρήσεις της.)
Ο Γιάννης Χαμηλάκης είναι καθηγητής αρχαιολογίας και νεοελληνικών σπουδών στο Πανεπιστήμιο Μπράουν στις ΗΠΑ.
ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
[1] Sandro Mezzadra and Brett Nielson, Border as Method, or The Multiplication of Labor. Durham, NC: Duke University Press, 2013.
[2] Elliot Ross, «The passport that does not pass ports». Africa is a Country, 3 Μαΐου 2014 (https://africasacountry.com/2014/03/the-passport-that-does-not-pass-ports).
[3] W.E.B. Du Bois, Black Reconstruction in America. Rahway, NJ: Hartcourt, Brace and Company, 1935, σ. 700-701.
[4] Είναι ενδεικτικό, για παράδειγμα, πως με βάση έρευνα γνώμης του έγκυρου Pew Research Center (Απρίλιος 2025), για πρώτη φορά εδώ και δεκαετίες η πλειονότητα (το 53%) των Αμερικανών έχει πλέον αρνητική γνώμη για το Ισραήλ (και τα ποσοστά είναι πολύ μεγαλύτερα ανάμεσα στους Δημοκρατικούς και στη νέα γενιά), παρουσιάζοντας μια μετατόπιση έντεκα μονάδων από το 2022 (https://www.pewresearch.org/short-reads/2025/04/08/how-americans-view-israel-and-the-israel-hamas-war-at-the-start-of-trumps-second-term/#views-of-israel).
[5] Όπως έχει τονιστεί από μελετητές όπως ο Ilan Pappé, το πρώιμο σιωνιστικό κίνημα μιλούσε ανοικτά για τα, εντέλει επιτυχημένα, αποικιοκρατικά του σχέδια, ενώ Παλαιστίνιοι διανοούμενοι, ιδιαίτερα γύρω από το ερευνητικό παλαιστινιακό κέντρο της Βηρυτού που ιδρύθηκε το 1965, είχαν αναπτύξει μια προωθημένη αντιαποικιακή και αποαποικιακή ανάλυση της κατάστασης (βλ Ilan Pappé, The Ethnic Cleansing of Palestine, Λονδίνο: OneWorld, 2007∙ Ilan Pappé, Tariq Dana και Nadia Naser-Najjab, «Palestine Studies, Knowledge Production, and the Struggle for Decolonisation», Middle East Critique 33(2), 2024, σ. 173-193). Αυτές οι αναλύσεις είχαν παραγκωνιστεί για δεκαετίες, όμως τώρα επανενεργοποιούνται από μια νέα γενιά διανοητών και ακτιβιστών.
[6] Βλ. Yannis Hamilakis, «Palestine is our working condition: Border pedagogy, materiality, and the corporate university», Archaeological Dialogues. Δημοσιεύτηκε στο διαδίκτυο στις 8 Ιανουαρίου 2025. Doi:10.1017/S1380203824000114/.
[7] Kenneth Stern, «I drafted the definition of antisemitism. Rightwing Jews are weaponizing it». The Guardian, 13 Δεκεμβρίου 2019 (https://www.theguardian.com/commentisfree/2019/dec/13/antisemitism-executive-order-trump-chilling-effect).
[8] Omer Bartov, «Antisemitism, then and now: A guide for the perplexed», The Nation, 10 Μαΐου 2024 (https://www.thenation.com/article/society/antisemitism-ancient-modern-biden-israel/).
[9] David Cole, «Academic freedom in peril», New York Review of Books, 24 Απριλίου 2025 (https://www.nybooks.com/articles/2025/04/24/academic-freedom-in-peril-david-cole/).
[10] Ruth Marcus, «The Supreme Court finally takes on Trump», The New Yorker, 21 Απριλίου 2025 (https://www.newyorker.com/news/the-lede/the-supreme-court-finally-takes-on-trump).
[11] David Cole, «Why Harvard defied him», New York Review of Books, 19 Απριλίου 2025; (https://www.nybooks.com/online/2025/04/19/why-harvard-defied-him/).
[12] Kate Buts, «Executive order, Brown settlement threaten to upend admissions practices, experts say», Brown Daily Herald, 12 Αυγούστου 2025 (https://www.browndailyherald.com/article/2025/08/executive-order-brown-settlement-threaten-to-upend-admissions-practices-experts-say).
[13] Για παράδειγμα, ο αριθμός των Αφροαμερικανών στα πανεπιστήμια έχει αυξηθεί κατά 124,9% από το 1976, ενώ το αντίστοιχο ποσοστό για τους Λατίνο είναι 884% (https://educationdata.org/college-enrollment-statistics).
