ΧΑΡΤΕΣ ΚΑΙ ΚΟΚΚΙΝΕΣ ΓΡΑΜΜΕΣ

 

Γρηγόρης Ανανιάδης

Τχ. 149

Αφιερωμένο στον Αλέκο, που δεν πρόλαβε να το διαβάσει…

Ι

Στις 21 Σεπτεμβρίου του τρέχοντος έτους, η πρεσβεία των ΗΠΑ στην Άγκυρα διακήρυσσε με ανάρτησή της στο τουίτερ ότι ο λεγόμενος «Χάρτης της Σεβίλλης» στερείται οιουδήποτε νομικού ερείσματος, προκαλώντας μεγάλη αναταραχή στους αυτόκλητους υπερασπιστές των ελληνικών «εθνικών δικαίων». Το πλήρες κείμενο της ανάρτησης είχε ως εξής: «Ως αρχή της παγκόσμιας πολιτικής τους, οι ΗΠΑ δεν παίρνουν θέση στις διαμάχες άλλων κρατών για τα όρια των θαλασσίων ζωνών. Όσον αφορά τη “νομική υπόσταση” του Χάρτη της Σεβίλλης, οι ΗΠΑ δεν θεωρούν ότι ο εν λόγω χάρτης έχει οιαδήποτε νομική σημασία. Αντιλαμβανόμαστε ότι ούτε η Ευρωπαϊκή Ένωση αντιμετωπίζει τον Χάρτη της Σεβίλλης ως νομικά δεσμευτικό έγγραφο. Εναπόκειται στα ενδιαφερόμενα κράτη να επιλύουν το ζήτημα των θαλασσίων ζωνών μέσω συμφωνίας επί τη βάσει του διεθνούς δικαίου. Οι ΗΠΑ υποστηρίζουν σθεναρά τον καλόπιστο διάλογο και τη διαπραγμάτευση, και ενθαρρύνουν την Ελλάδα και την Τουρκία να επαναλάβουν τις διερευνητικές συνομιλίες το ταχύτερο δυνατόν». [1]

Η τοποθέτηση αυτή της αμερικανικής διπλωματίας δεν προκάλεσε βέβαια έκπληξη σε όποιον διάβαζε με προσοχή τις ανακοινώσεις όλων, ανεξαιρέτως, των παικτών που συνθέτουν τον λεγόμενο «διεθνή παράγοντα», της Γαλλίας συμπεριλαμβανόμενης, καθ’ όλη τη διάρκεια της πρόσφατης ελληνοτουρκικής κρίσης. Εάν η Τουρκία του Ερντογάν βρέθηκε υπόλογη στα μάτια της διεθνούς κοινότητας, αυτό είχε να κάνει με την επιλογή της να στρατιωτικοποιήσει την ελληνοτουρκική διαφορά διεξάγοντας έρευνες συνοδεία στόλου σε μη οριοθετημένες θαλάσσιες ζώνες και διακινδυνεύοντας πολεμική σύρραξη. Η Τουρκία επικρίθηκε, ελέγχθηκε και εξαναγκάστηκε σε υπαναχώρηση επειδή παραβίαζε το διεθνές δίκαιο που απαγορεύει μονομερείς ενέργειες σε διαμφισβητούμενες ζώνες, και όχι επειδή παραβίαζε (οικονομικού χαρακτήρα) ελληνικά κυριαρχικά δικαιώματα, τα οποία άλλωστε θα ήταν αδύνατον να κατοχυρωθούν σύμφωνα με το διεθνές δίκαιο δίχως τη δική της συγκατάθεση. [2] Καμμία τρίτη χώρα δεν έχει υποστηρίξει άνευ ετέρου τις μέχρι πρότινος προβαλλόμενες ελληνικές θέσεις – θέσεις μαξιμαλιστικές και παντελώς αόριστες ως προς τη δυνατότητα ενεργοποίησής τους.

Ο περίφημος Χάρτης της Σεβίλλης περιλαμβάνεται σε γεωγραφικό άτλαντα που εκπονήθηκε από ειδικούς του Τμήματος Ανθρωπογεωγραφίας του Πανεπιστημίου της Σεβίλλης με επιδότηση του υπουργείου Παιδείας και Επιστήμης της Ισπανίας, και πραγματεύεται τη θαλάσσια δικαιοδοσία της Ευρωπαϊκής Ένωσης όπως αυτή διαμορφώνεται μετά την υιοθέτηση της Σύμβασης των Ηνωμένων Εθνών για το Δίκαιο της Θάλασσας (UNCLOS, 1982). Κάθε άλλο παρά επίσημο έγγραφο της Ένωσης, το εν λόγω ακαδημαϊκό πόνημα έχει χαρακτήρα κατατοπιστικό απλώς και ενημερωτικό, καθόσον συστηματοποιεί τις διαθέσιμες γνώσεις για διάφορες πτυχές του όλου ζητήματος. Αποτυπώνει δε, όχι μόνον ήδη οριοθετημένες θαλάσσιες ζώνες, αλλά και ζώνες διεκδικούμενες, ή μονομερώς κηρυχθείσες. Οι συντάξαντες τον άτλαντα γεωγράφοι έλαβαν, υποθέτει κανείς, υπ’ όψιν τα στοιχεία που τους διέθεσαν τα κράτη-μέλη, διευκρίνιζαν ωστόσο ρητώς ότι η απεικονιζόμενη στον χάρτη αποκλειστική οικονομική ζώνη της Ευρωπαϊκής Ένωσης είναι «υπό διεκδίκησιν ή υποθετική» [claimed or hypothetical]. [3]

Πρόκειται για τον χάρτη που, επιδεικνυόμενος για χρόνια από τα ελληνικά ΜΜΕ ως αυταπόδεικτος, έχει χαραχθεί βαθύτατα στο ελληνικό φαντασιακό· τον χάρτη που, καθώς αναγνωρίζει πλήρη επήρεια επί του ορίου της ΑΟΖ σε κάθε νήσο και νησίδα, αποκλείει σχεδόν πλήρως την Τουρκία από την εκμετάλλευση θαλασσίων ζωνών στο Αιγαίο και παρουσιάζει την ελληνική ΑΟΖ στη Μεσόγειο να εφάπτεται με την κυπριακή, περιχαρακώνοντας την Τουρκία στον κόλπο της Αττάλειας και μετατρέποντας τα τρία τέταρτα περίπου της ανατολικής λεκάνης της Μεσογείου σε mare nostrum. [4] Η λογική που διέπει τον εν λόγω χάρτη αποτυπώθηκε και στον νόμο 4001/2011, τον γνωστό νόμο Μανιάτη, ο οποίος ορίζει ότι «ελλείψει συμφωνίας οριοθέτησης με γειτονικά κράτη των οποίων οι ακτές είναι παρακείμενες ή αντικείμενες με τις ελληνικές ακτές, το εξωτερικό όριο της υφαλοκρηπίδας και της αποκλειστικής οικονομικής ζώνης (αφ’ ης κηρυχθεί), είναι η μέση γραμμή, κάθε σημείο της οποίας απέχει ίση απόσταση από τα εγγύτερα σημεία των γραμμών βάσης (τόσο ηπειρωτικών όσο και νησιωτικών) από τις οποίες μετράται το εύρος της αιγιαλίτιδας ζώνης». [Υπογραμμίσεις Γ.Α.] Η διάταξη αυτή, σχεδιασμένη για εσωτερική κατανάλωση και για την προσέλκυση ξένων εταιρειών προς αναζήτησιν υποθαλασσίων κοιτασμάτων υδρογονανθράκων, δεν έχει την παραμικρή ισχύ στο διεθνές δίκαιο· επιβεβαιώνει πάντως ότι μεγαλοϊδεατική «Γαλάζια Πατρίδα» δεν διεκδικεί μόνον η τουρκική πλευρά.

Κάτι που λησμονούν, δεν θέλουν να θυμούνται ή δεν αντιλαμβάνονται όσοι επικαλούνται δίκην εικονίσματος τον Χάρτη της Σεβίλλης, ή άλλους σαν κι αυτόν, [5] είναι ότι το διεθνές δίκαιο –στις αρχές του οποίου βασίζεται, υποτίθεται, ο χάρτης– ουδόλως εξαντλείται σε ένα σύνολο αφηρημένων κανόνων. Και τούτο, διότι απλούστατα το διεθνές δίκαιο, όπως και κάθε δίκαιο, δεν μπορεί να νοηθεί ανεξαρτήτως της εφαρμογής ή της πραγμάτωσής του. Η δε εφαρμογή του, όπως πιστοποιεί και η σχετική νομολογία του Διεθνούς Δικαστηρίου της Χάγης, ουδέποτε συνιστά αυτόματη αλγοριθμική αποτύπωση αρχών επί χάρτου· συνιστά αντιθέτως μια σύνθετη διαδικασία που, με βάση τη συνεκτίμηση των ιδιαίτερων σε κάθε περίπτωση περιστάσεων, παράγει δίκαιο.

ΙΙ

Καμμία έως τώρα ελληνική (ή κυπριακή) κυβέρνηση δεν έχει τολμήσει να επωμιστεί το βάρος της απόφασης να επιλύσει τις διαφορές με την Τουρκία με έναν λυτρωτικό από κάθε άποψη ιστορικό συμβιβασμό – όλες (στην καλύτερη περίπτωση) έτρεμαν το «πολιτικό κόστος», την τιμή του οποίου οι ίδιες είχαν διογκώσει.[6] Ίσως όμως υπό την πίεση των περιστάσεων τα πράγματα να αλλάζουν. Η ελληνική πλευρά δεν έχει πλέον το περιθώριο να το παίζει καθυστέρηση κατά το κοινώς λεγόμενο, αν και οι αντιστάσεις και οι αγκυλώσεις παραμένουν ισχυρές.

Τομή στη χάραξη της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής υπήρξε η συμφωνία με την Ιταλία για την οριοθέτηση των μεταξύ των δύο χωρών θαλασσίων ζωνών, καταλύτης η προηγηθείσα τουρκολιβυκή συμφωνία. Τομή, διότι με τη συμφωνία αυτή, συμφωνία που αναγνωρίζει περιορισμένη επήρεια επί του ορίου στις Στροφάδες και τις Διαπόντιες νήσους του Ιονίου Πελάγους, η ελληνική πλευρά πέταξε κατ’ ουσίαν τον Χάρτη της Σεβίλλης στον κάλαθο των αχρήστων. Η εγκατάλειψη του χάρτη επιβεβαιώθηκε όταν η Ελλάδα προχώρησε στην υπονομευτική της τουρκολιβυκής συμφωνίας συνεννόηση με την Αίγυπτο. Η συμφωνία για τη μερική οριοθέτηση της ΑΟΖ με την Αίγυπτο κατέστη δυνατή επειδή η ελληνική πλευρά έπαυσε πλέον να επιμένει στην πλήρη επήρεια των ελληνικών νησίδων νοτίως της Κρήτης. Επιπλέον, συναινώντας να μην επεκταθεί η οριοθέτηση ανατολικά του 28ου μεσημβρινού, η Ελλάδα αναγνώριζε εμπράκτως ότι πέραν της γραμμής αυτής στοιχειοθετείται ελληνοτουρκική διαφορά· δεν μπορεί πλέον να γίνεται λόγος για την ελληνική υφαλοκρηπίδα ή την ελληνική ΑΟΖ και τις «παράνομες» τουρκικές απαιτήσεις επ’ αυτής (η γνώριμη επωδός των ΜΜΕ και των καθεστωτικών διεθνολόγων), αλλά για διαφιλονικούμενες θαλάσσιες ζώνες – αυτό ακριβώς υπογράμμιζε και ο Αμερικανός διπλωμάτης με το «τιτίβισμά» του. Με την επέκταση, τέλος, της αιγιαλίτιδας ζώνης στα 12 μίλια στο Ιόνιο η Ελλάδα αναγνώριζε για πρώτη φορά, εξ αντιδιαστολής, την ιδιαιτερότητα του Αιγαίου αρχιπελάγους, αφήνοντας ανοικτό το ενδεχόμενο για επίλυση των ελληνοτουρκικών διαφορών σε βάση διαφορετική από τη μέχρι τούδε διακηρυσσόμενη.

Λίγες μόνον ημέρες μετά τη σύναψη της συμφωνίας με την Ιταλία, ο τότε Σύμβουλος Εθνικής Ασφαλείας του Πρωθυπουργού, ο ναύαρχος ε.α. Αλέξανδρος Διακόπουλος, σε συνέντευξή του στον Άγγελο Κωβαίο (εφημ. Το Βήμα, Κυριακή 14.06.2020) διευκρίνιζε την αλλαγή πλεύσης με τον κατηγορηματικότερο τρόπο. Τόνιζε, μεταξύ άλλων εξόχως διαφωτιστικών, ότι επί δεκαετίες η αδυναμία της Ελλάδας να επιτύχει συμφωνίες για την οριοθέτηση θαλασσίων ζωνών με όλους τους γείτονές της οφειλόταν στην ανελαστική της επιμονή στην πλήρη επήρεια κάθε νησίδας. «Δεν μπορώ να μην αναφέρω», αποκάλυπτε χαρακτηριστικά, αναφερόμενος στον κύκλο διαπραγματεύσεων που είχε ξεκινήσει επί κυβερνήσεως Κώστα Καραμανλή και συνεχίστηκε από την κυβέρνηση Γ. Παπανδρέου, «τη χαμένη ευκαιρία συμφωνίας για ΑΟΖ με τη Λιβύη, η οποία δεν προχώρησε λόγω των μαξιμαλιστικών μας θέσεων και χάλασε για μια διαφορά επί των θαλασσίων ζωνών της τάξης του 3%» – ναι, του 3%! Απαντώντας δε στις συνήθεις αιτιάσεις ότι η κυβέρνηση, στερούμενη στρατηγικής, δεν επιδεικνύει την απαιτούμενη αποφασιστικότητα, κατέληγε –αυτός, ο σύμβουλος εθνικής ασφαλείας του πρωθυπουργού μιας κεντροδεξιάς κυβέρνησης, και όχι ένας εκ των γνωστών αντεθνικιστών σχολιογράφων!– ως εξής: «Έχουν απαγάγει τον δημόσιο διάλογο οι “τρελοί” και τον οδηγούν σε ακόμη μεγαλύτερη τρέλα. Ο δημόσιος διάλογος δεν είναι ουδέτερος. Δημιουργεί ένα κλίμα και έναν περίγυρο μέσα στον οποίο ασκείται η πολιτική. Δεν είναι αστείο».

Πράγματι, δεν είναι αστείο. Οι «τρελοί» κάθε πολιτικής απόχρωσης δεν αδράνησαν όταν είδαν την «εθνική γραμμή» να κλονίζεται· κινητοποιήθηκαν αμέσως, και αν σε μία πρώτη φάση άφησαν τον κ. Διακόπουλο στο απυρόβλητο, λόγω προφανώς της σχέσης του με τον πρωθυπουργό, συγκεντρώνοντας τα πυρά τους, αντ’ αυτού, στον ομότιμο καθηγητή Διεθνούς Δικαίου Χρήστο Ροζάκη [7] για τη δημόσια διατύπωση συναφών θέσεων, σε μια δεύτερη φάση κατάφεραν να δημιουργήσουν το «κλίμα» και τον «περίγυρο» που θα οδηγούσε τον πρώτο σε παραίτηση.[8] (Είναι προς τιμήν του πρωθυπουργού ότι είχε επιλέξει ως σύμβουλο εθνικής ασφαλείας έναν άνθρωπο με τη συγκρότηση, την ποιότητα και την παρρησία του ναυάρχου· δεν είναι προς τιμήν του ότι απεδέχθη την παραίτησή του. Ελπίζει κανείς ότι την έκανε δεκτή, όχι ενδίδοντας σε εσωκομματικές και εξωκομματικές πιέσεις, αλλά σταθμίζοντας ότι δεν ήταν εκείνη η κατάλληλη στιγμή για μιαν αναμέτρηση.)

Η λυσσαλέα μάχη που δόθηκε (στα ΜΜΕ, στην μπλογκόσφαιρα, στη Βουλή, ασφαλώς και στους διαδρόμους εξουσίας) αποσκοπούσε στην επανεμπέδωση των «κόκκινων γραμμών» –στην επαναφορά τουτέστιν του «Χάρτη της Σεβίλλης»– και είχε ως υπόβαθρο την προσεκτική χορογραφία εντυπώσεων που επί εβδομάδες εκτελούσαν ανατολικά του 28ου μεσημβρινού το ερευνητικό σκάφος «Ορούτς Ρεΐς» και ο τουρκικός στόλος.[9] Στη μάχη αυτή συστρατεύτηκαν δυνάμεις από όλα τα σημεία του πολιτικού ορίζοντα: σαμαρικοί και νεοκαραμανλικοί, παλαιοπασόκοι και νεοπασόκοι, ακροδεξιοί και εθνομπολσεβίκοι. Συστρατεύτηκε και η αξιωματική αντιπολίτευση.

Στη συζήτηση που διεξήχθη στη Βουλή πριν από την επικύρωση των συμφωνιών με την Ιταλία και την Αίγυπτο, ο πρωθυπουργός διακήρυξε ότι με τις επιλογές αυτές η κυβέρνησή του έθετε τέρμα στη μακρόχρονη «πολιτική της ακινησίας», υιοθετώντας, προφανώς όχι εκ παραδρομής, τον όρο που από καιρό είχαν καθιερώσει οι επικριτές της αδιέξοδης «εθνικής γραμμής» για να χαρακτηρίσουν την εξωτερική πολιτική της χώρας, ιδίως επί διακυβερνήσεως Κώστα Καραμανλή. Ο αρχηγός της αξιωματικής αντιπολίτευσης αντί, όπως θα περίμενε κανείς, να χαιρετίσει τη μετατόπιση αυτή και να την στηρίξει, εγκάλεσε τον πρωθυπουργό –άκουσον άκουσον!– για ασυνέπεια προς τις πάγιες θέσεις της παράταξής του και του ζήτησε, ούτε λίγο ούτε πολύ, να απολογηθεί για την απόκλισή του από την εθνική γραμμή. Ενδυσάμενος τη λεοντή του Ανδρέα Παπανδρέου από την πρώτη ήδη στιγμή της κρίσης, ο αρχηγός της αξιωματικής αντιπολίτευσης δεν σταμάτησε να κατηγορεί την κυβέρνηση για ενδοτισμό και υποχωρητικότητα. Έφτασε μάλιστα στο σημείο, με αφορμή την πόντιση καλωδίων από το «Ορούτς Ρεΐς» –όταν ο ελληνικός στόλος ήταν ήδη ανεπτυγμένος στην ανατολική Μεσόγειο παρακολουθώντας εκ του σύνεγγυς τον τουρκικό και είχε μάλιστα προηγηθεί η «επακούμβιση» των δύο φρεγατών– να απαιτεί «αποφασιστικότερη» αντιμετώπιση, καθότι η Τουρκία είχε υπερβεί –τι άλλο;– την «κόκκινη γραμμή». Χωρίς να εκστομίσει το «βυθίσατε το Χόρα!», ήθελε να δείξει ότι εκείνος θα ήταν διατεθειμένος να το κάνει.[10]

Η εικόνα αυτή της αξιωματικής αντιπολίτευσης προκαλεί θλίψη, [11] ουδόλως όμως εκπλήσσει. Αρκεί να αναλογιστεί κανείς τις βαρύτατες ευθύνες της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ για τη συνέχιση της πολιτικής αντιτουρκικών αξόνων στην ανατολική Μεσόγειο, που είχαν εγκαινιάσει οι άφρονες προκάτοχοί της, καθώς και για την υπονόμευση των συνομιλιών στο Κραν Μοντανά της Ελβετίας ένα βήμα πριν από την επίτευξη μιας ιστορικής συμφωνίας για την επανένωση της Κύπρου, σε αγαστή συνεργασία με την αφερέγγυα κυπριακή ηγεσία. Παρά τα φτηνά ευφυολογήματα του αρχηγού της αξιωματικής αντιπολίτευσης για «σάρισσες» και «πυτζάμες», [12] η αναντίρρητα επωφελέστατη για τη χώρα και την ευρύτερη περιοχή Συμφωνία των Πρεσπών δεν μπορεί να λειτουργεί ως κολυμβήθρα του Σιλωάμ για την επονείδιστη πολιτική του στα μείζονα.

ΙΙΙ

Με την Τουρκία εκτεθειμένη στα μάτια της διεθνούς κοινότητας για τους επικίνδυνους λεονταρισμούς και την αμετροέπειά της, και με έμπρακτο πλέον το ενδιαφέρον της Ευρωπαϊκής Ένωσης και των ΗΠΑ για την αποκλιμάκωση της κρίσης και την αποκατάσταση της σταθερότητας στην περιοχή, η συγκυρία είναι ευνοϊκή για μια συνολική διευθέτηση των ελληνοτουρκικών διαφορών, [13] του Κυπριακού συμπεριλαμβανομένου, αρκεί όλοι οι εμπλεκόμενοι να αρθούν στο ύψος των περιστάσεων. Η διαδικασία των υπό έναρξιν διερευνητικών συνομιλιών και, σε μεταγενέστερη φάση, των καθαυτό διαπραγματεύσεων –αν και όταν δρομολογηθούν– θα είναι παρατεταμένη και δύσκολη, και ασφαλώς δεν θα λείψουν οι αφορμές για την καταγγελία ή τη ματαίωσή τους – πολλοί είναι εκείνοι που θα προτιμήσουν να συνεχίσει η Ελλάδα να κοσκινίζει αντί επιτέλους να ζυμώσει. [14] Γεννά ωστόσο κάποια αισιοδοξία το γεγονός ότι η δημόσια σφαίρα δεν μονοπωλείται πλέον από τους εθναμύντορες και τους τουρκοφάγους. Πληθαίνουν το τελευταίο διάστημα οι φωνές στα ΜΜΕ και σε όλους τους πολιτικούς χώρους που ζητούν τον αναπροσανατολισμό της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής έναντι της Τουρκίας – κάτι που αντανακλάται εσχάτως ακόμη και σε δημοσκοπήσεις. Από την άλλη πλευρά, ούτε η Τουρκία είναι τόσο μονολιθική όσο φαίνεται να είναι, και η επίτευξη μιας λειτουργικής σχέσης με την Ευρωπαϊκή Ένωση είναι ασφαλώς προς το συμφέρον της.

Υπ’ αυτές τις συνθήκες, η σύγκλιση ενός συμβουλίου πολιτικών αρχηγών για τη χάραξη της ακολουθητέας πολιτικής, όπως μετ’ επιτάσεως ζητούν κόμματα της αντιπολίτευσης, θα ήταν πραγματικά ολέθρια. Και τούτο, διότι, όπως συνέβη και στο παρελθόν με το μακεδονικό, ένα τέτοιο συμβούλιο μόνον ως φόρουμ εθνικιστικής πλειοδοσίας θα μπορούσε να λειτουργήσει. [15] Το συμβούλιο πολιτικών αρχηγών δεν είναι παρά ένα άτυπο και ευκαιριακό απείκασμα θεσμού που, κατ’ ουσίαν, αντιβαίνει πλήρως τις αρχές της κοινοβουλευτικής δημοκρατίας, καθόσον θέτει τα λεγόμενα «εθνικά θέματα» σε ένα βάθρο υπεράνω της δημοκρατικής νομιμοποίησης και διαχέει την πολιτική ευθύνη. Την ευθύνη για τη χάραξη της εξωτερικής πολιτικής την έχει εκ του συντάγματος η εκάστοτε εκλεγμένη κυβέρνηση, και ο χώρος για τη διαβούλευση, τον έλεγχο, την αντιπαράθεση ή τη σύγκλιση δεν είναι άλλος από τη Βουλή, όπου όλα τα κόμματα, αλλά και ο κάθε βουλευτής ξεχωριστά, αναλαμβάνουν το δικό τους μερίδιο ευθύνης. –

(14.10.2020)

Ο Γρηγόρης Ανανιάδης διδάσκει Πολιτική Φιλοσοφία στο Τμήμα Πολιτικής Επιστήμης και Ιστορίας του Παντείου Πανεπιστημίου

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

[1] «The United States as a matter of global policy does not take positions on other states’ maritime boundary disputes. With respect to the ‘legal status’ of the Seville Map, the United States does not consider the Seville Map to have any legal significance. We understand the European Union does not consider the Seville Map to be a legally binding document. Maritime boundaries are for the states concerned to resolve by agreement on the basis of international law. The United States strongly supports good faith dialogue and negotiation and encourages Greece and Turkey to resume exploratory talks as soon as possible»

[2] Βλ. Χ. Ροζάκης, «Πού βρίσκεται η τουρκική παρανομία», εφημ. Τα Νέα, Σαββατοκύριακο 5-6.09.2020

[3] Juan Luis Suárez de Vivero και Juan Carlos Rodríguez Mateos, Atlas of the European Seas and Oceans. Marine jurisdictions, sea uses and governance, Ediciones del Serbal, Βαρκελώνη 2007. Οι συγγραφείς είχαν προηγουμένως παρουσιάσει τον χάρτη σε επιστημονικό τους άρθρο: Juan Luis Suárez de Vivero και Juan Carlos Rodríguez Mateos, «Maritime Europe and EU enlargement. A geopolitical perspective», Marine Policy, Μάρτιος 2006, τόμ. 30, τχ. 2, σ. 167-172. Χάρτης με τις ίδιες συντεταγμένες έκανε για πρώτη φορά την εμφάνισή του στη βάση δεδομένων μιας ιδιωτικής αμερικανικής εταιρείας αεροδιαστημικής και άμυνας (Global Marine Boundaries Database, General Dynamics, Herndon, Virginia)

[4] Οι ίδιοι οι συντάξαντες τον προανεφερθέντα άτλαντα της Σεβίλλης, αναφερόμενοι στην ελληνοτουρκική διαφορά, επισημαίνουν τα ακόλουθα: «The legal dispute in the Aegean […] is as old as the rivalry between Turkey and Greece itself. In this area, the equidistant line has been plotted so close to the (Turkish) coastline that it places most of the sea’s jurisdictional waters in the hands of a neighbouring State (Greece). When the proximity of an island-State like Cyprus, which, clearly, also generates its own territorial sea, economic zone and continental shelf around it, is taken into account, it can be seen that Turkish jurisdictional waters are unduly small, consequently giving rise to economic and geo-political problems» (αυτ., κεφ. ΙΙ.20, σ. 48 – έμφαση Γ.Α.)

[5] Εκτός από τον χάρτη Μανιάτη, είχαν δει προηγουμένως το φως της δημοσιότητας ο χάρτης Λυγερού και ο χάρτης Μάζη/Σγούρου. Πιο πρόσφατα, παρεμφερής χάρτης, υπό την επιμέλεια του χαρτογράφου Δημητρίου Ζαγρέ, επίτιμου διευθυντή Χαρτογραφίας της Υδρογραφικής Υπηρεσίας του Γενικού Επιτελείου Ναυτικού, περιλαμβάνεται στο Άγγ. Συρίγος, Τουρκικές διεκδικήσεις σε Αιγαίο και Ανατολική Μεσόγειο, Ειδική Έκδοση της εφημερίδας Η Καθημερινή, Αθήνα 2020

[6] Ο Κωνσταντίνος Καραμανλής είχε πλήρη επίγνωση του γεγονότος ότι το Αιγαίο «δεν είναι λίμνη ελληνική». Εκείνος που επέβαλε το δεσπόζον αφήγημα για τις ελληνοτουρκικές σχέσεις ήταν ο Ανδρέας Παπανδρέου, ο οποίος ουδέποτε αναστοχάστηκε τα sua (maxima) culpa. Η Νέα Δημοκρατία ασπάστηκε τον ανδρεϊκό εθνολαϊκισμό χωρίς δυσκολία

[7] Δεν είναι βέβαια η πρώτη φορά που ο διαπρεπής νομικός, πρώην αντιπρόεδρος του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και μέχρι πρότινος πρόεδρος του Επιστημονικού Συμβουλίου του ΥΠΕΞ, στοχοποιείται. Ως υφυπουργός Εξωτερικών σε κυβέρνηση του Κώστα Σημίτη (25.09.1996 – 3.07.1997), ο Χρήστος Ροζάκης είχε δεχθεί χυδαιότατες επιθέσεις από τον αυριανισμό και το υπεύθυνο για την κρίση των Ιμίων βαθύ «πατριωτικό» ΠΑΣΟΚ. Παραιτήθηκε από το αξίωμά του επικαλούμενος λόγους υγείας…

[8] Ο κ. Διακόπουλος εξηγεί τους λόγους της παραίτησής του και προσφέρει μιαν αποτίμηση της εξέλιξης της κρίσης σε συνέντευξή του στον Άγγελο Νέδο (εφημ. Η Καθημερινή, Τρίτη 28.09.2020)

[9] Η αποδελτίωση και ανάλυση της μάχης αυτής θα είχε τεράστιο ενδιαφέρον για τον μελετητή της νεοελληνικής ιδεολογίας και παθολογίας

[10] Ομολογουμένως, η περιρρέουσα ατμόσφαιρα τις ημέρες εκείνες δεν αποθάρρυνε την υιοθέτηση μιας τέτοιας ανεύθυνης στάσης. Είναι χαρακτηριστικό ότι η –κατά τα άλλα μάλλον μετριοπαθής στα ελληνοτουρκικά– εφημερίδα Καθημερινή, σε πρωτοσέλιδο κύριο άρθρο της με τον επιτακτικό τίτλο «Αποτροπή» (Τετάρτη, 12.08.2020), έθετε το ερώτημα: «[α]πέναντι […] σε έναν πολεμικό στολίσκο, που πλέει επιδεικτικά προς αμφισβήτηση της ελληνικής κυριαρχίας, συνιστούν άραγε οι εκκλήσεις μέσω ασυρμάτου και οι οχλήσεις διά του θορύβου επαρκές μήνυμα αποτροπής;». Και συνέχιζε ως εξής: «Η Ελλάδα επέδειξε ορθώς αυτοσυγκράτηση. Τώρα χρειάζεται ένα μήνυμα που θα πείσει την Τουρκία και τους συμμάχους πως υπάρχουν κόκκινες γραμμές». (Το ενδιαφέρον είναι ότι στην ίδια σελίδα, λίγο παρακάτω, σχόλιο υπογεγραμμένο από τον ίδιο τον διευθυντή της εφημερίδας Αλέξη Παπαχελά, με τίτλο «Μετρημένες κινήσεις», βρισκόταν σε διαφορετικό μήκος κύματος: «Η ελληνική αντίδραση πρέπει να είναι αποφασιστική, αλλά και καλά μελετημένη. Ας μη βασιζόμαστε, τέτοιες ώρες, σε αστικούς μύθους για το πώς “κόψαμε τα καλώδια το 2018” […] Η αποκλιμάκωση είναι μια πολύ δύσκολη τέχνη, σε αντίθεση με την κλιμάκωση, που εύκολα μπορεί να πετύχει κάθε “ατζαμής” […] Δεν είναι πολύ δύσκολο να προκληθεί ένα “ατύχημα”, να δοθεί μια εντολή για μια κίνηση που θα οδηγήσει σε στρατιωτική εμπλοκή».) Ιδιαίτερη μνεία εν προκειμένω θα πρέπει να γίνει στον δημοσιολογούντα περί τα στρατιωτικά Γεώργιο Μαλούχο, ο οποίος σε σειρά άρθρων του στην εφημερίδα Τα Νέα, θεωρώντας δεδομένη την παραβίαση της ελληνικής κυριαρχίας, όχι μόνον τάχθηκε υπέρ της άμεσης δυναμικής αντίδρασης των ελληνικών ενόπλων δυνάμεων στο πεδίο, αλλά, διαπιστώνοντας διάσταση απόψεων περί του πρακτέου μεταξύ της πολιτικής και της στρατιωτικής ηγεσίας, εκτιμούσε ότι, αν συνεχιζόταν η εφεκτική, κατ’ αυτόν, στάση της κυβέρνησης, οι ένοπλες δυνάμεις θα αναγκάζονταν «νομοτελειακά» να πάρουν την κατάσταση στα χέρια τους και να πράξουν αυτοβούλως το καθήκον τους, όπως αυτό ορίζεται, κατ’ αυτόν και πάλι, «από το συνταγματικό και νομικό καθεστώς» και τους κανόνες εμπλοκής. (Βλ., μεταξύ άλλων, «Η Ελλάδα στο κενό», Τα Νέα, Τετάρτη 12.08.2020.) Ωραιότατος συνδυασμός: συνταγματική εκτροπή, πραξικόπημα και πόλεμος! Η «τρέλα» στο αποκορύφωμά της. Ελπίζει κανείς ότι οι θέσεις του κ. Μαλούχου είναι αυστηρώς προσωπικές και δεν απηχούν τις απόψεις ορισμένων στους κόλπους των ενόπλων δυνάμεων

[11] Ενίοτε και γέλιο, όπως όταν βλέπει κανείς σε τηλεοπτικό πάνελ με θέμα την εξελισσόμενη κρίση τον Κώστα Ζαχαριάδη να προσπαθεί να «βγει» στον υπομειδιώντα Μάκη Βορίδη από τα δεξιά! («Χ2 με τον Γιάννη Πολίτη», κανάλι Action 24, 8.09.2020: <https://politisonline.com/synenteyxeis/642811/voridis-zachariadis-loverdos-sto-ch2-me-ton-gianni-politi-action-24-8-9-20/>)

[12] Στο ρεπερτόριο προστέθηκε αργότερα και η «λευκή πετσέτα»

[13] Είναι απορίας άξιον γιατί η κυβέρνηση αυτοπαγιδεύεται επαναλαμβάνοντας τελετουργικά ότι το μόνο αντικείμενο συζήτησης με την Τουρκία είναι η οριοθέτηση των θαλασσίων ζωνών, δεδομένου ότι η επίδειξη της διάθεσης να διευθετηθούν, σε συνεννόηση με την Τουρκία, χρονίζουσες εκκρεμότητες που δηλητηριάζουν τις σχέσεις των δύο χωρών, όπως το εύρος της αιγιαλίτιδας ζώνης στο Αιγαίο και η εναρμόνιση του υπερκείμενου εναερίου χώρου, θα ενίσχυε, συν τοις άλλοις, τη διαπραγματευτική θέση της χώρας

[14] Επιστρατεύοντας μια μεγάλη γκάμα σαθρών επιχειρημάτων: από την επίσειση του φόβητρου της «φινλανδοποίησης» της Ελλάδας, στο ένα άκρο, μέχρι την πρόβλεψη του διαμελισμού της Τουρκίας, στο άλλο. Αυτό το τελευταίο το επικαλέστηκε πρόσφατα ακόμη και η εφημερίδα Το Βήμα σε κύριό της άρθρο (Κυριακή 13.09.2020): «[…] και δεν πρέπει να ξεχνά ο Τούρκος πρόεδρος ότι η χώρα του είναι εν πολλοίς ομοσπονδιοποιημένη, θυμίζει την άλλοτε ενιαία, πλην ατυχήσασα, Γιουγκοσλαβία»

[15] Ο συναγωνισμός των κομμάτων της αντιπολίτευσης σε «ηχηρά μηνύματα προς την Τουρκία» με αφορμή την αιφνίδια απόφαση της Τουρκίας να δεσμεύσει εκ νέου θαλάσσιες περιοχές για σεισμογραφικές έρευνες από τη 12η έως την 22α Οκτωβρίου επιβεβαιώνει του λόγου το αληθές. Και στην περίπτωση αυτή τα πρωτεία τα διεκδικεί επαξίως η αξιωματική αντιπολίτευση. Διαπιστώνοντας ότι το τουρκικό ερευνητικό σκάφος θα πλεύσει για άλλη μία φορά «εντός ελληνικής υφαλοκρηπίδας, ακόμη και εντός των 12 μιλίων των δυνητικών χωρικών μας υδάτων στο Καστελόριζο», η αξιωματική αντιπολίτευση, αφού κατηγόρησε και πάλι την κυβέρνηση για έλλειψη «κόκκινων γραμμών», έθεσε, «μετ’ επιτάσεως» βέβαια, την ανάγκη επέκτασης των χωρικών υδάτων στα 12 μίλια, αρχικά «νότια και ανατολικά της Κρήτης» και, σε μεταγενέστερο χρόνο, «νότια της Κάσου, της Καρπάθου και της Ρόδου και στο σύμπλεγμα του Καστελόριζου», με την παιδαριώδη –καθησυχαστική υποτίθεται– διευκρίνιση ότι το τουρκικό casus belli αφορά αποκλειστικά το Αιγαίο. Η θέση αυτή διαμορφώθηκε σε σύσκεψη του αρχηγού της αξιωματικής αντιπολίτευσης με «τους αρμόδιους τομεάρχες και πρώην αρχηγούς των Ενόπλων Δυνάμεων»… (Η Αυγή, Τετάρτη 14.10.2020.).

 

Δείτε Επίσης

Αφήστε μια απάντηση

ΕΙΔΟΠΟΙΗΣΕΙΣ

Εισάγετε το email σας για να ενημερώνεστε για τα νέα άρθρα