Για το βιβλίο: Razmig Keucheyan, Αριστερό ημισφαίριο: μια χαρτογραφία της νέας κριτικής σκέψης, μτφρ. Γιώργος Καράμπελας, Angelus Novus, Αθήνα 2016, 448 σ.

Βίκυ Ιακώβου

τχ. 138-139

 

Έχει περάσει σχεδόν ένας αιώνας από τις αρχές της δεκαετίας του 1920, όταν ο Βάλτερ Μπένγιαμιν (Walter Benjamin) απέκτησε τον πίνακα του Πάουλ Κλέε (Paul Klee) Angelus Novus, τον οποίο θα επικαλεστεί στις Θέσεις Για την έννοια της ιστορίας (1940).[1] Η επιλογή του ίδιου ονόματος για έναν νέο εκδοτικό οίκο στην Ελλάδα της κρίσης μόνον άστοχη δεν μπορεί να θεωρηθεί. Το ίδιο ισχύει και για την επιλογή να μεταφραστεί το βιβλίο του Ρασμίγκ Κεσεγιάν (Razmig Keucheyan) Αριστερό ημισφαίριο.

Όπως δηλώνει ο υπότιτλός του, το βιβλίο αυτό είναι μια χαρτογραφία της νέας κριτικής σκέψης. Απαρτίζεται από δύο μέρη. Το πρώτο, με τίτλο «Συγκείμενα», εκθέτει τις θεωρητικές και κοινωνικοπολιτικές προϋποθέσεις της ανάδυσης των νέων κριτικών θεωριών, με βάση την υπόθεση ότι αυτές «αναπτύσσονται στο πλαίσιο πολιτικών συντεταγμένων, κληρονομημένων από τις δεκαετίες του 1960 και του 1970» (σ. 131). Στο μέρος αυτό, λοιπόν, ο Κεσεγιάν παρουσιάζει, κατ’ αρχάς, τους όρους της ήττας της κριτικής σκέψης και την ιστορία της νέας Αριστεράς για να προβεί, στο τρίτο κεφάλαιο, σε μια τυπολογία των σύγχρονων κριτικών διανοουμένων από το δεύτερο μισό της δεκαετίας του 1970 κι έπειτα – οι ιδεότυποι που προτείνει, μεταξύ των οποίων δεν υπάρχουν, προφανώς, στεγανά, είναι: οι μετανοημένοι, οι πεσιμιστές, οι αντι-ειδικοί, οι καινοτόμοι, οι αντιστεκόμενοι και οι καθοδηγητές. Στο δεύτερο μέρος, ο συγγραφέας εστιάζει στο καθαυτό αντικείμενό του, τις νέες κριτικές θεωρίες. Προκειμένου να τις παρουσιάσει, τις ταξινομεί ακολουθώντας δύο άξονες, που αντλούνται από μια κλασική στην κοινωνιολογική παράδοση διαίρεση: τον άξονα του συστήματος και τον άξονα του υποκειμένου ή, ακριβέστερα, των υποκειμένων, στον πληθυντικό – θα επανέλθω σε αυτό το ζήτημα του πληθυντικού.

Σε ό,τι αφορά τις θεωρίες εκείνες που επικεντρώνονται στη «φύση και την εξέλιξη του παγκόσμιου συστήματος από το τελευταίο τέταρτο του 20ού αιώνα και μετά» (σ. 136), ο Κεσεγιάν δομεί την παρουσίασή τους με βάση θεματικές, με εξαίρεση τη θεωρία των Νέγκρι (A. Negri) και Χαρντ (M. Hardt) για το πλήθος και την αυτοκρατορία, στην οποία αφιερώνει το πρώτο, ξεχωριστό υποκεφάλαιο. Οι θεματικές αυτές είναι οι εξής: ο ιμπεριαλισμός (όπου εκθέτει τις θεωρίες των Λίο Πάνιτς [Leo Panitch], Ρόμπερτ Κοξ [Robert Cox] και Ντέιβιντ Χάρβεϊ [David Harvey])· το ζήτημα του έθνους-κράτους και το ερώτημα σχετικά με τη διατήρηση ή την υπέρβασή του (εδώ φιγουράρουν οι επεξεργασίες των Μπένεντικτ Άντερσον [Benedict Anderson] και Τομ Νάιρν [Tom Nairn], των Γιούργκεν Χάμπερμας [Jürgen Habermas] και Ετιέν Μπαλιμπάρ, [Étienne Balibar], του Γουάνγκ Χούι [Wang Hui] και του Τζόρτζιο Αγκάμπεν [Giorgio Agamben])· και, τέλος, το για κάποιους δυστυχώς παρωχημένο ζήτημα του καπιταλισμού, των δομικών χαρακτηριστικών και μεταβολών του, όπου, έπειτα από μια ενδιαφέρουσα παρουσίαση των κριτικών που έχουν ασκηθεί στη θεωρία του γνωσιακού καπιταλισμού, ο Κεσεγιάν στρέφεται στις αναλύσεις κριτικών οικονομολόγων, όπως ο Ρόμπερτ Μπρένερ (Robert Brenner), ο Τζιοβάνι Αρίγκι (Jiovanni Arrighi), ο Έλμαρ Αλτφάτερ (Elmar Altvater), καθώς και του Γάλλου κοινωνιολόγου Λικ Μπολτανκσί (Luc Boltanski).

Σε ό,τι αφορά τον δεύτερο άξονα, το ζήτημα των υποκειμένων, ακολουθείται ο ίδιος τρόπος: οι θεωρίες των Ζακ Ρανσιέρ (Jacques Rancière), Αλαίν Μπαντιού (Alain Badiou) και Σλάβοϊ Ζίζεκ (Slavoj Žižek) παρουσιάζονται στη θεματική που τιτλοφορείται «Το δημοκρατικό συμβάν»· οι «μεταθηλυκότητες» στεγάζουν τα θεωρητικά εγχειρήματα της Ντόνα Χάραγουεϊ (Donna Haraway), της Τζούντιθ Μπάτλερ (Judith Butler) και της Γκαγιάτρι Τσακραβόρτι Σπίβακ (Gayatri Chakravorty Spivak)· η θεματική με τίτλο «Τάξεις εναντίον τάξεων» εστιάζει στις αναλύσεις των Έντουαρντ Π. Τόμσον (Edward P. Τhompson), του Ντέιβιντ Χάρβεϊ, του Έρικ Όλιν Ράιτ (Erik Olin Wright) και του Αλβάρο Γκαρσία Λινέρα (Álvaro Garcia Linera)· τέλος, υπό τον τίτλο «Συγκρουσιακές ταυτότητες» εκτίθενται οι θεωρητικές επεξεργασίες των Νάνσι Φρέιζερ (Nancy Fraser), Άξελ Χόνετ (Axel Honneth) και Σέιλα Μπενχαμπίμπ (Seyla Benhabib), του Ασίλ Μπέμπε (Achille Mpempe), του Ερνέστο Λακλάου (Ernesto Laclau) και του Φρέντρικ Τζέιμσον (Fredric Jameson). Στα ονόματα αυτά προστίθενται και πολλά άλλα, μεταξύ των οποίων αυτά του Ντανιέλ Μπενσαΐντ (Daniel Bensaïd), του Ζαν Μπωντριγιάρ (Jean Baudrillard) του Νόαμ Τσόμσκι, (Noam Chomsky), του Πιέρ Μπουρντιέ (Pierre Bourdieu) ή του Έντουαρντ Σαΐντ (Edward Said).

Η χαρτογραφία που μας προτείνει ο Κεσεγιάν, αν και δεν διεκδικεί ότι παρουσιάζει όλες τις συγκαιρινές μας κριτικές θεωρίες, ωστόσο είναι εξαιρετικά πλούσια και λεπτομερής. Προσωπικά, έμαθα πολλά, τόσο επειδή διάβασα για θεωρητικούς που η δουλειά τους μού ήταν είτε άγνωστη –όπως οι κριτικοί οικονομολόγοι που προανέφερα ή η Ντόνα Χάραγουεϊ και ο Ασίλ Μπέμπε– είτε ελάχιστα γνωστή –όπως ο Χάρβεϊ ή η Σπίβακ– όσο και επειδή ο Κεσεγιάν αναδεικνύει τα ισχυρά σημεία της εκάστοτε θεωρίας, μέσα από λιγότερο ή περισσότερο αναλυτικές, αλλά σχεδόν πάντα πολύ διαφωτιστικές ανακατασκευές. Μολονότι λίγες είναι οι περιπτώσεις εκείνες όπου ο ίδιος στήνει κάποιον διάλογο ή αντιπαράθεση μεταξύ των θεωριών (π.χ. μεταξύ Χάμπερμας και Μπαλιμπάρ περί έθνους-κράτους – αυτοί συνομιλούν, ούτως ή άλλως), ο τρόπος με τον οποίο τις εκθέτει δεν τις απομονώνει μεταξύ τους. Έτσι, ο συγγραφέας διανοίγει για τον αναγνώστη ορισμένα μονοπάτια, ώστε να κάνει ο ίδιος τους όποιους συσχετισμούς ή αντιπαραθέσεις. Σε αυτό συμβάλλει κατά πρώτον η δομή την οποία έχει επιλέξει, αυτό που προανέφερα, για τις θεματικές· η ευστοχία της δομής αυτής θα πρέπει, νομίζω, να υπογραμμιστεί, έστω κι αν έχει κανείς ορισμένες επιμέρους επιφυλάξεις, όπως εγώ, παραδείγματος χάριν, για το κατά πόσον ο Ζίζεκ και ο Μπαντιού μπορούν να συγκαταλεχθούν με τον Ρανσιέρ μεταξύ εκείνων που επιχειρούν να στοχαστούν το δημοκρατικό συμβάν – εννοώ ότι ούτε ο Μπαντιού ούτε ο ύστερος, τουλάχιστον, Ζίζεκ ενδιαφέρονται για το ζήτημα της δημοκρατίας, απεναντίας, μάλλον πολέμιοί της είναι. Τη δυνατότητα του αναγνώστη να κάνει συσχετισμούς την επικουρεί, κατά δεύτερον, η γενικότερη πλαισίωση, που ο συγγραφέας έχει προτείνει στο πρώτο μέρος του βιβλίου, σύμφωνα με την οποία τις νέες κριτικές θεωρίες τις χαρακτηρίζουν γνωρίσματα που απαντούν ήδη στις θεωρίες των δεκαετιών του 1960 και του 1970, δηλαδή ο πολλαπλασιασμός των υποκειμένων της χειραφέτησης και η σταδιακή εγκατάλειψη της «κρατοκεντρικής» σύλληψης της εξουσίας προς την κατεύθυνση μιας πιο αποκεντρωμένης σύλληψής της, κατεύθυνση στη διαμόρφωση της οποίας στάθηκε καταλυτική η συμβολή των εργασιών του Φουκώ (M. Foucault).

Τα παραπάνω συνεπάγονται πως το βιβλίο μπορεί να διαβαστεί με πολλούς τρόπους, ακολουθώντας διαφορετικές διαδρομές. Η μία είναι, προφανώς, η κλασική, από την αρχή προς και μέχρι το τέλος, για να δει κανείς όλον τον χάρτη, επιστρέφοντας, πιθανώς, σε προηγούμενα κεφάλαια ή εστιάζοντας, ενδεχομένως, περισσότερο σε κάποια. Μπορεί όμως κανείς να το διαβάσει και σαν ένα είδος κριτικού λεξικού, να ανατρέξει σε αυτό προκειμένου να βρει κάτι περισσότερο από μια κατατοπιστική εισαγωγή στο έργο κάποιου ή κάποιας θεωρητικού.

Όπως τονίζει ο Κεσαγιάν, ήδη από την εισαγωγή, ο όρος «κριτική θεωρία», που κατ’ αρχάς παραπέμπει ιστορικά στη λεγόμενη Σχολή της Φρανκφούρτης, χρησιμοποιείται με μια ευρεία έννοια, για να δηλώσει όλα εκείνα τα διανοητικά εγχειρήματα που δεν αρκούνται μόνο στην περιγραφή και ανάλυση του κόσμου, δεν σκέφτονται «μόνο ό,τι υπάρχει, αλλά και ό,τι είναι επιθυμητό να υπάρχει», και που ο κριτικός τους χαρακτήρας έγκειται στο ότι «αμφισβητούν την υπάρχουσα κοινωνική τάξη με συνολικό τρόπο» (σ. 16). Ο όρος χρησιμοποιείται επίσης πάντα στον πληθυντικό, παρότι, κατά τον Κεσεγιάν, υπάρχει μια κοινή κύρια πηγή, εκείνη του δυτικού μαρξισμού, από την οποία εκπορεύονται όλες οι κριτικές θεωρίες (σ. 30), έστω κι αν αντλούν έμπνευση και εργαλεία και από άλλες μήτρες, όπως ο Φουκώ, ο Ντελέζ (Gilles Deleuze) ή ο δομισμός. Το πλήθος των θεωριών, το οποίο και δικαιολογεί τον πληθυντικό στη χρήση του όρου, αποτελεί, κατά τον συγγραφέα, το ένα σκέλος ενός παραδόξου, το άλλο σκέλος του οποίου είναι η απουσία ενός «σαφώς αναγνωρίσιμου “υποκειμένου της χειραφέτησης”» (σ. 18) που συνεπάγεται αυτό που ήδη ανέφερα, δηλαδή την ύπαρξη ενός πλήθους υποκειμένων. Στην πραγματικότητα, κύρια ερμηνευτική υπόθεση του Κεσεγιάν είναι ότι όλα ξεκινούν με την ήττα της Αριστεράς, την οποία τοποθετεί στο δεύτερο μισό της δεκαετίας του 1970, όταν «τα κινήματα αμφισβήτησης που γεννήθηκαν στα τέλη της δεκαετίας του 1950 […] μπαίνουν σε μια διαδικασία ύφεσης» (σ. 22). Η ήττα αυτή είναι συνθήκη δυνατότητας των νέων κριτικών θεωριών, τόσο ως προς το περιεχόμενό τους (νέα αντικείμενα, νέες, διαφορετικές μεταξύ τους επιστημολογίες κ.λπ.) όσο και ως προς την πολλαπλότητά τους. Αυτόν τον ισχυρισμό πρέπει, νομίζω, να τον έχει συνεχώς κατά νου ο αναγνώστης διαβάζοντας τα επιμέρους κεφάλαια του βιβλίου. Το άλλο, πολύ ενδιαφέρον στοιχείο, που θα πρέπει εξίσου, νομίζω, να έχει κανείς κατά νου, είναι η έμφαση την οποία δίνει εξαρχής ο Κεσεγιάν στο στάτους των κριτικών θεωρητικών, συγκεκριμένα στο ότι πρόκειται στη συντριπτική τους πλειονότητα –και με ελάχιστες εξαιρέσεις όπως ο Κινέζος Γουάνγκ Χούι ή ο Καμερουνέζος Ασίλ Μπέμπε– για πανεπιστημιακούς που εργάζονται σε δυτικοευρωπαϊκά αλλά κυρίως σε αμερικανικά πανεπιστήμια, ακόμη κι αν έχουν γεννηθεί και ξεκινήσει τη σταδιοδρομία τους αλλού, π.χ. στην Αργεντινή (όπως ο Λακλάου), στην Ινδία (όπως η Σπίβακ), στη Σλοβενία (όπως ο Ζίζεκ) ή στην Τουρκία (όπως η Μπενχαμπίμπ). Για τον Κεσεγιάν, αυτό σημαίνει πως, στη συντριπτική τους πλειονότητα, οι κριτικοί θεωρητικοί της εποχής μας δεν συνδέονται, εκτός ορισμένων εξαιρέσεων, με οργανικό ή άλλον τρόπο με κινήματα ή με τη λεγόμενη πραγματική πολιτική, καθώς και ότι η σκέψη τους εξαρτάται, σε κάποιον βαθμό τουλάχιστον, από τις απαιτήσεις του πανεπιστημίου (του νεοφιλελεύθερου πανεπιστημίου, θα διευκρίνιζα), στις οποίες και δεν μπορεί παρά να υποτάσσεται, πάλι έως έναν βαθμό τουλάχιστον. Αναφέρθηκα προηγουμένως στον πλούτο του χάρτη που μας προσφέρει ο Κεσεγιάν. Ο ίδιος αναγνωρίζει τόσο τις ελλείψεις του όσο και το στοιχείο αυθαιρεσίας –η έκφραση είναι δική του– που εμπεριέχει η επιλογή των στοχαστών και των θεωριών που τον απαρτίζουν. Τα κριτήρια που καθοδηγούν την επιλογή είναι η φήμη του εκάστοτε στοχαστή, η γονιμότητα της σκέψης ορισμένων από αυτούς ή αυτές, έστω κι αν παραμένουν σχετικά άγνωστοι/ες στη Γαλλία ή αλλού (τέτοια είναι, για παράδειγμα, η περίπτωση του όχι τόσο άγνωστου στην Ελλάδα Λίο Πάνιτς), και, τέλος, το κατά πόσον «αναδεικνύουν ορισμένα κεντρικά χαρακτηριστικά της περιόδου» (σ. 136). Θα ήθελα ωστόσο να επισημάνω και ορισμένες ελλείψεις, έχοντας βεβαίως επίγνωση του γεγονότος ότι ο καθένας και η καθεμία θα μπορούσε να επισημάνει άλλες. Κατά τη γνώμη μου, στον χάρτη αυτόν θα έπρεπε να είχε καταλάβει κάποιον χώρο ο Κορνήλιος Καστοριάδης, πέραν εκείνου του ελάχιστου που καταλαμβάνει σε μερικά σημεία, ειδικότερα στο υποκεφάλαιο του πρώτου μέρους με τίτλο «Από μια απολίθωση στην άλλη», όπου ο Κεσεγιάν, στο πλαίσιο μιας άστοχης, κατά τη γνώμη μου, παρουσίασης αυτού που έχει αποκληθεί «αντιολοκληρωτική στιγμή» στη Γαλλία, παρουσιάζει τον Καστοριάδη ως μία από τις φωνές που διαμόρφωσαν την «αντιολοκληρωτική συναίνεση» που δέσποσε στη Γαλλία μετά τη δημοσίευση του βιβλίου του Σολζενίτσιν (A. Ι. Solzhenitsyn) Αρχιπέλαγος Γκουλάγκ, στα μέσα της δεκαετίας του 1970. Στη συνάφεια αυτή, να πω επίσης ότι ο συγγραφέας αδικεί, κατά τη γνώμη μου, και τον Κλωντ Λεφόρ (Cl. Lefort), τονίζοντας μόνο την ύστερη στροφή του στον φιλελευθερισμό (την οποία, εξάλλου, μπορεί κανείς να διαπιστώσει και σε άλλους, όπως ο Χάμπερμας ή ο Μπαλιμπάρ), και αποσιωπώντας ολωσδιόλου τόσο τη σημαντικότητα των μελετών του της περιόδου του Σοσιαλισμός ή βαρβαρότητα όσο και τις μετέπειτα εργασίες του περί δημοκρατίας και σύγκρουσης (στις οποίες χρωστούν πολλά τόσο η θεωρία των Λακλάου και Μουφ [Ch. Mouffe] όσο και ο πρώιμος Ζίζεκ). Αν έκανα μια υπόθεση σχετικά με αυτή την έλλειψη και την αδικία, θα ήταν ότι ίσως οφείλεται σε μια κάποια άρρητη, ανομολόγητη δέσμευση του Κεσεγιάν σε ένα είδος μαρξισμού που δεν μπορεί να αντέξει μέχρι τέλους την κριτική στον σταλινισμό. Εντύπωση επίσης μού έκανε η περιορισμένη παρουσία Γερμανών θεωρητικών. Ίσως από τη χαρτογραφία του Κεσεγιάν δεν θα έπρεπε να απουσιάζει ο Όσκαρ Νεγκτ (Oskar Negt) ο οποίος, σε συνεργασία με τον Αλεξάντερ Κλούγκε (Alexander Kluge) και στον αντίποδα του Χάμπερμας, έχει από τις αρχές της δεκαετίας του 1970 ξεκινήσει να επεξεργάζεται μια κριτική θεωρία της δημόσιας σφαίρας, με έμφαση στην προλεταριακή δημόσια σφαίρα και σε αυτό που αργότερα αποκαλεί «εναντιωματική» δημόσια σφαίρα όπου συναντιούνται οι «ανυπότακτες υποκειμενικότητες». Επίσης, ένας σύγχρονος θεωρητικός, τον οποίο πρόσφατα ανακάλυψα και δεν έχω ακόμη διαβάσει παρά μόνο παρουσιάσεις βιβλίων του στα γαλλικά, είναι ο Χάρτμουτ Ρόζα (Hartmut Rosa) που προτείνει μια κριτική θεωρία της νεωτερικότητας υπό το πρίσμα του ζητήματος της επιτάχυνσης και επανενεργοποιώντας, στον πνεύμα της κλασικής κριτικής θεωρίας, την έννοια της αλλοτρίωσης.

Υπάρχει στα μάτια μου κάτι το διφορούμενο, ένα είδος έντασης σε αυτό το βιβλίο. Θα έλεγα ότι συνίσταται στο εξής: αφενός ο Κεσεγιάν εγγράφει σαφώς το εγχείρημά του στην προοπτική μιας κριτικής διερώτησης σχετικά με τη χειραφέτηση, δεσμεύεται με άλλα λόγια από μια σκοπιά· αφετέρου, ως καλός κοινωνιολόγος, μένει προσηλωμένος σε ένα είδος αξιολογικής ουδετερότητας, που συνεπάγεται πως αποφεύγει να εκφέρει κρίση ή να εγείρει κάποια κριτικά ερωτήματα επί των θεωριών που εκθέτει. Ωστόσο, το κείμενό του μας επιτρέπει να θέσουμε τέτοια ερωτήματα, σχεδόν τα προκαλεί – γι’ αυτό και η ένταση είναι παραγωγική. Μερικά από αυτά θα ήταν τα εξής: κατά πόσον η θεολογική στροφή που χαρακτηρίζει μέρος της συγκαιρινής μας πολιτικής θεωρίας και την οποία ο Κεσεγιάν υπογραμμίζει στο πρώτο μέρος του βιβλίου –έχω κατά νου τον Αγκάμπεν, τον Μπαντιού και εν μέρει τον Ζίζεκ– μπορεί να συμβάλει στη σκέψη της χειραφέτησης; Μήπως αυτή η στροφή δεν συνιστά παρά μια όχι και τόσο συγκαλυμμένη επιστροφή του θεολογικοπολιτικού, η λύση του οποίου είναι καταστατική της πολιτικής, χειραφετικής παράδοσης της νεωτερικότητας – όπως έχει καταδείξει, μεταξύ άλλων, και ο αδικημένος από τον Κεσεγιάν, Κλωντ Λεφόρ; Άλλο ερώτημα, που μου γεννήθηκε διαβάζοντας το αφιερωμένο στην Ντόνα Χάραγουεϊ υποκεφάλαιο: κατά πόσον είναι κριτικά, όχι σε επίπεδο διακηρύξεων, προθέσεων ή ρητορικής, το πρόγραμμά της για την «επεξεργασία μιας νέας “οντολογίας” που να συνάδει με το πρόγραμμα της τεχνολογίας» (σ. 327) και οι θέσεις της για το σάιμποργκ [cybernetic organism], το ον εκείνο που συνιστά διασταύρωση ανθρώπου και μηχανής, ως «κεντρική χειραφετητική φιγούρα του καιρού μας, πραγματική και ουτοπική συγχρόνως» (σ. 326); Σκέφτομαι εδώ τις αναλύσεις των Αντόρνο (Τh. Adorno) και Χορκχάιμερ (M. Horkheimer) και του δυστυχώς σχεδόν απαξιωμένου πλέον Μαρκούζε (H. Marcuse) για τη συνάφεια της τεχνικής ορθολογικότητας με τον καπιταλισμό, όπως και τις αναλύσεις του Μπένγιαμιν για τη συνάφεια μεταξύ τεχνικής και φασισμού. Ή, σε ό,τι αφορά τη Σπίβακ, η οποία, στο βασικό κείμενό της «Μπορούν να μιλήσουν οι υποτελείς;», δίνει αρνητική απάντηση στο ερώτημα του τίτλου, με το επιχείρημα –παραθέτω τον Κεσεγιάν– ότι «οι υποτελείς της μεταποικιοκρατίας έχουν καταπιεστεί τόσο πολύ ώστε κυριολεκτικά πλέον δεν έχουν φωνή» (σ. 350), αναρωτιέμαι μήπως η θεωρία της αποτελεί ακόμη ένα παράδειγμα αυτού που ο Ρανσιέρ αναδεικνύει ως άρρητη προκείμενη της θεωρίας του Αλτουσέρ (L. Althusser), δηλαδή της θέσης σύμφωνα με την οποία μόνο οι αστοί σκέφτονται, διότι οι προλετάριοι δεν έχουν ούτε μπορούν πραγματικά να αποκτήσουν γνώση των μηχανισμών της κυριαρχίας και της εκμετάλλευσης. Κάποια από τα ερωτήματα αυτά με παραπέμπουν σε ένα πολύ γενικότερο, που αφορά το ζήτημα του αντιανθρωπισμού. Ο Κεσεγιάν τονίζει ότι κατά τη δεκαετία του 1960 η έννοια της αλλοτρίωσης λειτούργησε ως συγκολλητική ουσία και συνέβαλε στη «σύγκλιση διάσπαρτων κοινωνικών και πολιτικών αγώνων στο θεωρητικό πεδίο» (σ. 71)· επισημαίνει, εξάλλου, εύστοχα ότι «δεν υπάρχει μέχρι σήμερα μια γενική διανοητική ιστορία του αριστερού αντιανθρωπισμού» (σ. 331). Έχω την αίσθηση ότι πολλές από τις νέες κριτικές θεωρίες, στο πνεύμα αυτού του αντιανθρωπισμού, που μοιάζει δυστυχώς να έχει καταστεί κάτι σαν αξεπέραστος ορίζοντας, περισσότερο μεριμνούν να καταδείξουν το τι οι υποτελείς, οι κυριαρχούμενοι, όσοι υφίστανται την εκμετάλλευση δεν είναι ικανοί να είναι και να κάνουν, πόσο είναι μπλεγμένοι στους γενικούς μηχανισμούς του συστήματος (όπως και αν αυτό εννοιολογείται) και καθορισμένοι από αυτούς, παρά να αναδείξουν τις όποιες γραμμές διαφυγής προς αυτό που «είναι επιθυμητό να υπάρχει», για να καταφύγω στη διατύπωση που χρησιμοποιεί ο Κεσεγιάν προκειμένου να προσδιορίσει τις κριτικές θεωρίες. Και εδώ θα έθετα έναν τελευταίο προβληματισμό: στον ενδιαφέροντα επίλογο του βιβλίου, σχετικά με το ενδεχόμενο μέλλον του σοσιαλισμού, με τίτλο «Πυλώνες», ο συγγραφέας επισημαίνει πως οι σύγχρονες κριτικές θεωρίες «βαρύνονται από την απουσία στοχασμού επί του θέματος» της στρατηγικής (σ. 430). Πέραν του ότι το τι θα ήταν ο σοσιαλισμός παραμένει θέμα προς συζήτηση, στο μέτρο, παραδείγματος χάριν, που θα έπρεπε να εξετάσει κανείς –και αυτό έχει ήδη γίνει από κάποιες πλευρές– κατά πόσον ο μαρξισμός (και δεν εννοώ μόνο τον ορθόδοξο) παρέμεινε εξαρτημένος από το πλαίσιο σκέψης του αντιπάλου του σχετικά με θέματα όπως η εργασία, η ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων ή η πρόοδος (έχω πάλι εδώ κατά νου τον Μπένγιαμιν, αυτήν τη φορά των Θέσεων Για την έννοια της ιστορίας), μου φαίνεται ότι οι νέες κριτικές θεωρίες πάσχουν από ένα έλλειμμα ουτοπίας. Δεν υποστηρίζω πως αυτό το έλλειμμα οφείλεται αποκλειστικά σε θεωρητικούς λόγους, μολονότι υπάρχουν και πολλοί τέτοιοι, και είναι πολύ εδραιωμένοι και εξαιρετικά ισχυροί. Ίσως όμως οι νέες κριτικές θεωρίες θα έπρεπε να προσπαθήσουν να διερευνήσουν, για να χρησιμοποιήσω τα λόγια του πολύ νεαρού Μαρξ από μια επιστολή του στον Άρνολντ Ρούγκε (Arnold Ruge) το 1843, εάν «ο κόσμος είχε επί μακρόν το όνειρο ενός πράγματος, για το οποίο αρκεί να έχει μόνο τη συνείδηση ώστε να το αποκτήσει πραγματικά».[2]

Άφησα για το τέλος δύο πράγματα που είναι για εμένα πολύ σημαντικά. Εννοώ την καλαισθησία της έκδοσης και την ποιότητα της μετάφρασης, χωρίς την οποία το ωραίο αυτό αντικείμενο –με το λιτό εξώφυλλο που έχει φιλοτεχνήσει η Κυριακή Μαυρογεώργη– δεν θα ήταν και ένα καλό βιβλίο. Ο Γιώργος Καράμπελας μας προσφέρει ένα κείμενο εξαιρετικά προσεγμένο, που ρέει απρόσκοπτα ακόμη κι εκεί που διαισθάνεται κανείς ότι δεν ισχύει το ίδιο για το πρωτότυπο. Αυτό συνεπάγεται πως στον εννοιολογικό πλούτο του κειμένου δεν προστίθεται για τον αναγνώστη το επιπλέον βάρος να τα βγάλει πέρα με μια μετάφραση που καταφεύγει σε εύκολες λύσεις. Επιπλέον, ο Γιώργος Καράμπελας έχει φροντίσει να μας δώσει στις υποσημειώσεις όλες τις υπάρχουσες ελληνικές μεταφράσεις των έργων που πραγματεύεται ο Κεσεγιάν – τα οποία, όπως εικάζω ότι έγινε σαφές, είναι πάρα πολλά στον αριθμό. Γι’ αυτούς και για ορισμένους ακόμα λόγους, στους οποίους δεν χρειάζεται να αναφερθώ, και ενώ υποθέτω ότι τόσο ο μεταφραστής όσο και η Ρόζα Κοβάνη, που έκανε την επιμέλεια και τη διόρθωση, πιθανότατα έχουν βρει κάτι που τους ξέφυγε, οφείλω από την πλευρά μου να τους πω ότι βρήκα το κείμενο αψεγάδιαστο και να τους συγχαρώ γι’ αυτό.

Η Βίκυ Ιακώβου διδάσκει Πολιτική Φιλοσοφία στο Πανεπιστήμιο Αιγαίου.

 

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

  1. Το κείμενο αυτό αποτελεί ελάχιστα τροποποιημένη εκδοχή ομιλίας που εκφωνήθηκε στην εκδήλωση παρουσίασης του Αριστερού ημισφαιρίου, την οποία διοργάνωσαν οι εκδόσεις Angelus Novus τον Ιούνιο του 2017 στην Αθήνα, με συνομιλητές τον Γιώργο Καράμπελα και τον Ανδρέα Καρίτζη. Ευχαριστώ τον εκδότη Τάσο Ευσταθίου για την πρόσκληση. Για λόγους οικονομίας, οι παραπομπές στις σελίδες του βιβλίου δίνονται σε παρένθεση εντός του κειμένου.
  2. Κ. Μαρξ, «Επιστολές από τη γαλλογερμανική επετηρίδα», στο του ιδίου, Κείμενα από τη δεκαετία του 1840. Μια ανθολογία, επιλογή-μτφρ. Θ. Γκιούρας, επιμ. Θ. Γκιούρας, Θ. Νουτσόπουλος, ΚΨΜ, Αθήνα 2014, σ. 199.

 

Δείτε Επίσης

Αφήστε μια απάντηση

ΕΙΔΟΠΟΙΗΣΕΙΣ

Εισάγετε το email σας για να ενημερώνεστε για τα νέα άρθρα