Ισλαμική Ανατολή και Ευρώπη: η ιστορική συνείδηση του Ματίας Ενάρ απέναντι στην αντιδραστική ρητορική του Μισέλ Ουελμπέκ

Αντιγόνη Σαμέλα

Για τα βιβλία: Mathias Énard, Πυξίδα, μτφρ. Σοφία Διονυσοπούλου, Στερέωμα, Αθήνα 2016, 472 σ., και Mισέλ Ουελμπέκ, Υποταγή, μτφρ. Λίνα Σιπητάνου, Εστία, Αθήνα 2015, 312 σ.

τχ. 138-139

 

«Η Ανατολή και η Δύση δεν εμφανίζονται ποτέ ξέχωρα […] είναι πάντοτε μπλεγμένες, παρούσες η μία μέσα στην άλλη. Οι λέξεις αυτές –Ανατολή, Δύση– δεν έχουν περισσότερη χρηστική αξία από ό,τι οι κατευθύνσεις της πυξίδας που δεν τις φτάνουμε ποτέ».

Mathias Énard, Πυξίδα 

«Το απόγειο της ανθρώπινης ευτυχίας έγκειται στην απόλυτη υποταγή. Πρόκειται για μια ιδέα που θα δίσταζα να παρουσιάσω στους ομόθρησκούς μου, που ίσως να την έκριναν βλάσφημη, όμως για μένα υπάρχει μια σχέση μεταξύ της απόλυτης υποταγής της γυναίκας στον άντρα, όπως την περιγράφει η Ιστορία της Ο, και της υποταγής του ανθρώπου στον Θεό, όπως τη θεωρεί το Ισλάμ».

                                                                  Michel Houellebecq, Υποταγή

 

 Η Πυξίδα αφηγείται την ιστορία ενός ιδιότυπου έρωτα, όπου η φαντασίωση ανανεώνεται από την επαφή με την αλήθεια του άλλου και η σαγήνη ανατροφοδοτείται από τη ματαίωση. Αντίθετα, η Υποταγή πραγματεύεται το σεξ ως (μη) σχέση αδιάφορης επιβολής σε εύκολα αναλώσιμα αντικείμενα. Και στις δυο περιπτώσεις, ο τρόπος που αντιλαμβάνονται οι συγγραφείς την επιθυμία αντικατοπτρίζει το πώς αναπαριστάται η σχέση Ανατολής – Δύσης. Για τον Μισέλ Ουελμπέκ, οι όροι του δίπολου ενέχουν την αντιπαράθεση δύο κόσμων ανίκανων να συνδεθούν μεταξύ τους: στις συγκυριακές συναντήσεις τους απουσιάζει κάθε ίχνος συναισθήματος· η χαρά της ανακάλυψης εξοβελίζεται από ένα σύμπαν όπου κυριαρχεί η στείρα αναπαραγωγή στερεότυπων φαντασιωσικών εικόνων. Αντίθετα, ο Ματιάς Ενάρ, συγγραφέας και μελετητής της περσικής και αραβικής λογοτεχνίας ο ίδιος, διερευνά την αμοιβαία έλξη που έχει αναπτυχθεί ανάμεσα στους δύο πόλους της πυξίδας, με στόχο την ανάδειξη του υβριδικού χαρακτήρα της νεωτερικότητας, όπως αυτή διαμορφώνεται από κοινού σε Ανατολή και Δύση. Προς επίρρωση του δημιουργικά αποδομητικού εγχειρήματός του παραθέτει, σχεδόν συνειρμικά, τα πορίσματα της σύγχρονης έρευνας δείχνοντας τις ατραπούς που οδηγούν στις μυθικές ζωές των οριενταλιστών του 19ου και του 20ού αιώνα.

 

  1. Οριενταλιστές

Στο επίκεντρο της Πυξίδας είναι ο έρωτας του Φραντς Ρίτερ για τη Σάρα. Η εμμονική προσκόλληση του Αυστριακού μουσικολόγου στην άπιαστη σαν όνειρο οριενταλίστρια ανακαλεί «τη μέθη εκείνων που έχουν βασανιστεί πολύ στην αναζήτηση του άλλου»,[1] όλων εκείνων που στην προσπάθειά τους να δραπετεύσουν από τον εαυτό τους, ίσως και από την εποχή τους, τρελάθηκαν.

O Ενάρ, περιγράφοντας τον οριενταλισμό «ως ονειροπόληση, ως θρήνο, ως μια αέναα διαψευσμένη εξερεύνηση»,[2] αναφέρεται στην Αννεμαρίε Σβάρτσενμπαχ (Annemarie Schwarzenbach): o «απαρηγόρητος, ρημαγμένος άγγελος», όπως την αποκαλούσαν οι νομπελίστες Ροζέ Μαρτέν ντυ Γκαρ (Roger Martin du Gard) και Τόμας Μαν (Thomas Mann). Η Αννεμαρίε άρχισε να γράφει το 1927 το πρώτο της μυθιστόρημα, όταν ήταν δεκαεννιά χρονών, την εποχή που σπούδαζε ιστορία και φιλοσοφία στο Πανεπιστήμιο της Ζυρίχης. Μετά την άνοδο του Χίτλερ, το 1933, οι εξαιρετικά εύποροι γονείς της στρέφονται προς το ακροδεξιό ελβετικό κόμμα, ενώ εκείνη αναλαμβάνει τη χρηματοδότηση της αντιφασιστικής εφημερίδας Die Sammlung, της οποίας εκδότης ήταν ο Κλάους Μαν (Klaus Mann). Την ίδια χρονιά ξεκινάει με μια ομάδα αρχαιολόγων την πρώτη της εξόρμηση στη Μέση Ανατολή: Ιστανμπούλ-Ικόνιο-Χαλέπι-Παλμύρα και μετά ανασκαφή στο Ρέι, στα περίχωρα της Τεχεράνης, για να ξεφύγει από την κυριαρχική μητέρα της, «την ελβετική φενάκη» και τον έρωτά της για τη «σκληρή μορφή» της Έρικα Μαν (Erika Mann). Είχαν προηγηθεί η απόπειρα αυτοκτονίας και η εισαγωγή της σε κλινική για να αποτοξινωθεί από τον εθισμό της στη μορφίνη.[3] Σε ηλικία είκοσι επτά χρονών καταγράφει τις ταξιδιωτικές της εμπειρίες στο βιβλίο Θάνατος στην Περσία, που δεν εκδόθηκε παρά μόνο το 1998. Τη διετία 1937-1938 καταγράφει με τον φωτογραφικό φακό την άνοδο του φασισμού στην Ευρώπη και τις άθλιες συνθήκες διαβίωσης των Αμερικανών στις περιοχές που είχαν πληγεί από τη μεγάλη ύφεση. Οι ανταποκρίσεις της στις ελβετικές εφημερίδες καλύπτουν τον αγώνα των εργατών της General Motors για την καθιέρωση συλλογικών συμβάσεων εργασίας, δίχως να αποσιωπάται η ανταγωνιστική και συχνά ρατσιστική συμπεριφορά των φτωχών λευκών απέναντι στους μαύρους, στις φυτείες και στα εργοστάσια.[4] Το 1939 ταξιδεύει με την περιηγήτρια και αυτοδίδακτη εθνολόγο Έλα Μαγιάρτ (Ella Maillart) στην Τουρκία, στην Περσία, στο Αφγανιστάν και στο Τουρκμενιστάν. Οι φωτογραφίες της αποτυπώνουν την παραδοσιακή ζωή των ιθαγενών της κεντρικής Ασίας δίχως ίχνος εξωτισμού. Όπως η ίδια έλεγε, απεχθανόταν τα ταξίδια αναψυχής που ικανοποιούν μια απλή φιλολογική περιέργεια. Το 1932 πεθαίνει στην Ελβετία μετά από ποδηλατικό δυστύχημα, σε ηλικία τριάντα τεσσάρων χρονών. Το πολυσχιδές συγγραφικό της έργο παραμένει ακόμη, σε μεγάλο βαθμό, ανέκδοτο.[5] Περιγράφοντας τους Σιίτες του Ιράκ, η Αννεμαρίε παρατηρούσε την αρνητική δύναμη του οπισθοδρομικού πνεύματος που εγκλωβίζεται στον εαυτό του, σπεύδοντας να προσθέσει ότι αυτό το πνεύμα φανερωνόταν με την πιο τρομακτική του όψη στην Ευρώπη της εποχής της. Στην Ανατολή, το πνεύμα του φανατισμού «δεν συνιστούσε παρά μια δυνατότητα ανάμεσα σε τόσες άλλες. Έδινε πνοή σε μια άγια Πόλη δίχως να ξεπερνάει τα όρια των φοινικόδεντρών της».[6] Για την Ελβετίδα οριενταλίστρια, η Ανατολή ήταν «στέππα του στοχασμού, γεμάτη αγκάθια»,[7] η μυθική μήτρα της Ευρώπης μα και όλης της ανθρωπότητας, η δημιουργικότητα που απορρέει από την πολιτισμική πολυμορφία αλλά και συνάμα η «τρομακτική εμπειρία του μηδενός».[8] Η Σβάρτσενμπαχ αντιλαμβανόταν την Ανατολή ως «δύναμη αντίστασης, ως αναζήτηση ίασης από μια σκοτεινή ασθένεια […] μια μυστικιστική έρευνα χωρίς Θεό».[9]

Βίοι μυθιστορηματικοί: Ζερμαίν Νουβώ (Germain Nouveau). Παραγνωρισμένος ποιητής. Σύντροφος του Ρεμπώ (Rimbaud) στο ταξίδι του στο Λονδίνο. Το 1891, μετά τη νοσηλεία του σε ψυχιατρική κλινική, ξεκινά την περιήγησή του στη Βηρυτό και το Αλγέρι. Διδάσκει στο ελληνικό Καθολικό γυμνάσιο της Βηρυτού, γράφει τα «Λιβανέζικα σονέτα» (Sonnets du Liban) και κατόπιν απαρνιέται τα εγκόσμια ζώντας ως «διά Χριστόν σαλός»: πηγαίνει για προσκύνημα στην Ιερουσαλήμ με τα πόδια και όταν επιστρέφει στο Παρίσι καταφεύγει στην επαιτεία και τη νηστεία, ώσπου να ξεψυχήσει από την ασιτία. Τα χειρόγραφά του δεν διασώθηκαν. Οι στίχοι του αποθησαυρίστηκαν στη μνήμη του φίλου και θαυμαστή του, κόμη Λεόντιου ντε Λαρμαντί (Compte Léonce de Larmandie). Όπως τα ποιήματα των μεγάλων τροβαδούρων της Ανατολής, έτσι και το έργο του Νουβώ διαιωνίστηκε χάρη στην προφορική παράδοση.[10]

Η τρέλα συνιστά το έναυσμα της περιπλάνησης και ταυτόχρονα αποτελεί το αναπόφευκτο τίμημα της γνώσης. Όμως, ο Ματιάς Ενάρ δεν εξετάζει απλώς το ψυχολογικό, φαντασιακό και σεξουαλικό υπόβαθρο του οριενταλισμού αλλά και τις πολιτικές συνδηλώσεις του: ο συνθέτης Ανρί Ραμπώ (Henri Rabaud), την εποχή που ήταν διευθυντής του Εθνικού Ωδείου της Γαλλίας (Conservatoire), κατέδιδε στους Ναζί τους Εβραίους ομότεχνούς του. Επιπλέον, στις 4 Απριλίου 1943, τη μέρα του καταστροφικού βομβαρδισμού των εργοστασίων της Renault στο Παρίσι, διηύθυνε το συμφωνικό έργο του Μαρούφ, ο τσαγκάρης του Καΐρου, μπροστά στους Γερμανούς στρατιωτικούς και τους υποστηρικτές του Βισύ. Ο Μαρούφ, οπερατική οριενταλιστική ερμηνεία επεισοδίων από τις Χίλιες και μια νύχτες, εξυπηρετούσε τις ανάγκες του πιο φριχτά απλουστευτικού εξωτισμού, ρίχνοντας παραπέτασμα πλασματικής ευτυχίας πάνω στη ζοφερή πραγματικότητα της εποχής.[11]

Εκείνο που θεωρείται «αμιγώς “ανατολίτικο” είναι στην πραγματικότητα πολλές φορές η αναβίωση ενός “δυτικού” στοιχείου που μεταμορφώνει κάποιο άλλο, προγενέστερο “ανατολίτικο” στοιχείο».[12] Ακόμα και η τζιχάντ,[13] η τόσο συχνά προβαλλόμενη από τα μέσα μαζικής ενημέρωσης ως πεμπτουσία του ισλαμισμού, αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της ευρωπαϊκής ιστορίας στις πιο νοσηρές παγκοσμιοποιημένες εκδοχές της.[14] Ο ρόλος που έπαιξαν οι ιμπεριαλιστικές έριδες των χωρών της Δύσης στη διεθνοποίηση της ισλαμικής τζιχάντ γίνεται προφανής, αν ανατρέξουμε στα έργα και τις ημέρες του αρχαιολόγου Μαξ φον Όπενχαϊμ (Max von Oppenheim).

Αν και αυτοδίδακτος αρχαιολόγος, ο Όπενχαϊμ έχαιρε εκτίμησης στους συγγενικούς με τα ενδιαφέροντά του επαγγελματικούς κύκλους της εποχής του. Ανάμεσα στο 1911 και το 1923 ανακάλυψε στη βορειοανατολική Συρία, στο Τελ Χαλάφ, κέντρο εμπορίας ελεφαντόδοντος την αραμαϊκή εποχή, εντυπωσιακά ευρήματα από τη βιβλική πόλη Γκοζάν: το παλάτι του Καπάρα, σφίγγες, «την Καρυάτιδα της θεάς Γκουζάνα» «τη γυναίκα με το πέπλο» και «την ενθρονισμένη θεά», την οποία ο Όπενχαϊμ αποκαλούσε με τρυφερή κτητικότητα «η Αφροδίτη μου».[15] Αρχαιολόγος, περιηγητής, μελετητής των εθίμων των βεδουίνων, κατάσκοπος, γνώστης των Αραβικών και του Κορανίου, υποκινητής της παγκόσμιας μουσουλμανικής τζιχάντ προς όφελος των γερμανικών συμφερόντων την εποχή του A΄ Παγκοσμίου Πολέμου, συνεργάτης του Βέρνερ Κάσκελ (Werner Caskel) στον οποίο είχε προταθεί η μετάφραση του Mein Kampf στα αραβικά: αυτές οι ετερόκλητες αλλά αλληλένδετες ιδιότητες συγκροτούν την προσωπικότητα του Όπενχαϊμ. Παρότι Εβραίος (κατά το ήμισυ), κατόρθωσε να χρηματοδοτηθεί η ανασκαφή του από τον Γκέρινγκ (Göring), επειδή παρουσίαζε τα ευρήματά του ως αρχαία τεκμήρια του πολιτισμού της αρίας φυλής![16]

Τo 1914, ενώ η Τουρκία τηρούσε στάση ουδετερότητας απέναντι στις δυνάμεις που εμπλέκονταν στη διεθνή σύρραξη, και ενώ τόσο οι διανοούμενοι όσο και οι Νεότουρκοι είχαν εκφράσει την αντίθεσή τους στον πόλεμο, ο Όπενχαϊμ κατάφερε να πείσει τον σουλτάνο να υιοθετήσει το «Υπόμνημα που αφορά την υποκίνηση επαναστάσεων στις ισλαμικές επικράτειες των εχθρών μας». Ταυτόχρονα κυκλοφόρησε φυλλάδιο γραμμένο στα αραβικά και με πολλές αναφορές στο Κοράνι, με στόχο την υποδαύλιση του θρησκευτικού μίσους. Το υπόμνημα που είχε συντάξει ο ίδιος ο Όπενχαϊμ οδήγησε τον Σουλτάνο στην κήρυξη της τζιχάντ στο Φατίχ τζαμί του Μωάμεθ του Πορθητή, στις 14 Νοεμβρίου του 1914, σε μια τελετή τέλεια ενορχηστρωμένη από τις γερμανικές Αρχές. Το υπόμνημα έγραφε: «Βλέπετε την Αίγυπτο, το Μαρόκο, την Τυνησία, την Αλγερία και το Σουδάν […] να αναστενάζουν πιασμένοι στα νύχια των εχθρών του Θεού και του απόστολου. Όπου και να κοιτάξετε, βλέπετε τους εχθρούς της αληθινής θρησκείας, ιδιαίτερα τους Άγγλους, τους Ρώσους και τους Γάλλους να συνθλίβουν το Ισλάμ και να καταπατούν τα δικαιώματά του με κάθε δυνατό τρόπο […]. Αλλά τώρα έχει έρθει η ώρα για τον Ιερό Πόλεμο· χάρη σ’ αυτόν, η γη του Ισλάμ θα ελευθερωθεί για πάντα από την καταπιεστική εξουσία των απίστων. Αυτός ο ιερός πόλεμος έχει καταστεί τώρα θρησκευτικό καθήκον. Να γνωρίζετε ότι το αίμα των απίστων στα ισλαμικά εδάφη μπορεί να χυθεί ατιμωρητί – εκτός εκείνων στους οποίους η μουσουλμανική εξουσία έχει υποσχεθεί ασφάλεια και οι οποίοι είναι συνασπισμένοι με αυτήν. (Οπότε οι Γερμανοί και οι Αυστριακοί εξαιρούνται από τη σφαγή)».[17]

Ο Όπενχαϊμ ανέλαβε το «Γραφείο Κατασκοπείας στην Ανατολή». Αποστολή του ήταν: η διάδοση πανισλαμικών ιδεών στους μουσουλμάνους, όπου κι αν βρίσκονταν, συμπεριλαμβανομένων όσων υπηρετούσαν στα στρατεύματα της Αντάντ (Entente), η ενθάρρυνση της συμμετοχής στον ιερό πόλεμο ενάντια στους Βρετανούς, τους Γάλλους και τους Ρώσους και, τέλος, η διαλάληση των γερμανικών στρατιωτικών επιτυχιών, έτσι ώστε να πειστούν οι πολλοί ανεπαρκώς φανατισμένοι μουσουλμάνοι να συνδράμουν στην τζιχάντ. Επιπλέον, χρηματοδότησε τη διάδοση προπαγανδιστικών φυλλαδίων τόσο στο δυτικό μέτωπο όσο και στα μουσουλμανικά εδάφη, στην αραβική, στην περσική, στην τουρκική και σε άλλες γλώσσες. Στα εξειδικευμένα παραρτήματα του Γραφείου Κατασκοπείας εργάστηκε πλήθος Γερμανών ειδημόνων στις ανατολικές σπουδές. Παρόλο που υπήρχαν οριενταλιστές που αντιτίθεντο στην τακτική του Όπενχαϊμ, ο καγκελάριος Μπέτμαν-Χόλβεγκ (Bethmann-Hollweg) και ο Κάιζερ Γουλιέλμος B΄ (Wilhelm II) ενέκριναν τις σχεδιαζόμενες από το ινδικό επαναστατικό κόμμα τρομοκρατικές πράξεις ενάντια στους Βρετανούς και αδράνησαν όταν έμαθαν από το γερμανικό προξενείο στην Τουρκία ότι η υποδαύλιση της τζιχάντ ενθάρρυνε τη σφαγή των Αρμενίων το 1915-1916.[18]

Ο εξπέρ στην ίντριγκα οριενταλιστής Όπενχαϊμ έτρεφε βαθιά περιφρόνηση για όλους τους Ανατολίτες: για τους Τούρκους έλεγε ότι δεν μπορούν να κάνουν τίποτα δίχως την καθοδήγηση των Γερμανών και για τους Αρμένιους και τους Γεωργιανούς ότι είναι δειλοί και μηχανορράφοι.[19] Οι μουσουλμάνοι δεν ανταποκρίθηκαν στο κάλεσμα της παγκόσμιας τζιχάντ και ο Όπενχαϊμ συνέχισε να προωθεί τον γερμανικό αποικιοκρατικό εθνικισμό σε άλλες, λιγότερο ευνοϊκές για αυτόν συνθήκες, μέσω της αρχαιολογίας. Ακόμα και μετά θάνατον, ο συνεργάτης των Ναζί δρέπει τις δάφνες για τα επιτεύγματά του στο Τελ Xαλάφ.[20] Όπως παρατηρεί η Σάρα στην Πυξίδα: οι «Ευρωπαίοι οριενταλιστές χρωστούσαν πολλά στα όνειρα της αποικιοκρατικής ζωής» και εκμεταλλεύονταν τα ερείπια, όπως και το υπέδαφος, το πλούσιο σε πλουτοπαραγωγικές πηγές:[21] «Η Ευρώπη υφάρπασσε την αρχαιότητα κάτω απ’τα πόδια των Σύρων, των Ιρακινών, των Αιγυπτίων· τα ένδοξα έθνη μας οικειοποιήθηκαν το οικουμενικό μέσα από το μονοπώλιο της επιστήμης και της αρχαιολογίας, στερώντας από τις αποικιοκρατούμενες χώρες ένα παρελθόν, το οποίο αίφνης παρουσιάζεται ως αλλογενές».[22]

Η Ευρώπη από τη μια ιδιοποιήθηκε την αρχαία κληρονομιά των αποικιών της και από την άλλη αντιμετώπισε σαν ξένο σώμα όσους εκδιώχτηκαν από τις πατρίδες τους, εξαιτίας των πολιτικών της. Οχυρώθηκε πίσω από την ιδεολογία της πολιτισμικής καθαρότητας αποδίδοντας την παρακμή της Δύσης στην εισβολή αλλότριων στοιχείων και στην υποτιθέμενη κυριαρχία των λαϊκών τάξεων. Το θεμέλιο των ρατσιστικών θεωριών του οριενταλιστή Γκομπινώ (Gobineau) «ήταν η αχρειότητα: η αίσθηση του μακρόχρονου ξεπεσμού της Δύσης, η δυσφορία απέναντι στη χυδαιότητα», η αποστροφή της δημοκρατίας, η περιφρόνηση για τη βλακεία ενός κόσμου ανίκανου να εκτιμήσει το εκλεπτυσμένο γούστο της αριστοκρατίας, αντιπροσωπευτικής της άριας φυλής στη γαλλική εκδοχή της.[23] Η υπεροπτική αγανάκτηση του Γκομπινώ θυμίζει αρκετά «ομιλίες σημερινών διανοουμένων της άκρας Δεξιάς».[24] Στην οργισμένη ρητορική του Γκομπινώ, ο Ενάρ αντιπαραβάλλει την άποψη ότι η δημιουργία «χρειάζεται τη νοθεία», για να καταλήξει στη ριζοσπαστική διαπίστωση: το οικοδόμημα της νεωτερικότητας είναι κοινό σε Ανατολή και Δύση.[25]

 

  1. Ο ανέφικτος διαχωρισμός Ανατολής και Δύσης

Οι πρώτες αποτυπώσεις της Παλμύρας που έφεραν μαζί τους στην Ευρώπη οι Άγγλοι περιηγητές τον 18ο αιώνα άφησαν τα ίχνη τους στις νεοκλασικές προσόψεις στο Λονδίνο, στο Παρίσι και στη Βιέννη, παρατηρεί ο αρχαιολόγος Μπίλγκερ, καθώς ξεναγεί τον Φραντς Ρίτερ και τη Σάρα στα ερείπια της αρχαίας πόλης.[26] Ο Ρίτερ επισημαίνει ότι η δυτική μουσική του 20ού αιώνα οφείλει τον πρωτοποριακό της χαρακτήρα στα δάνειά της από την αραβική μουσική. Η εγγενής στους ρυθμούς της Ανατολής δυνατότητα ανανέωσης αποτυπώνεται στο Τραγούδι του ερωτευμένου μουεζίνη του Κάρολ Σιμανόφκι (Karol Szymanowski), έργο που εμπνεύστηκε ο Πολωνός συνθέτης από το ταξίδι του στην Αλγερία και την Τυνησία το 1914, και, κυρίως, στη ρηξικέλευθη σύνθεση του έργου Μύθοι.[27] Επίσης, ο Μότσαρτ, η κορωνίδα της πολιτισμένης Δύσης, η «ανακεφαλαίωση της απόλυτης αλήθειας του δυτικού κόσμου», όπως είθισται να λέγεται,[28] ενσωμάτωσε, σύμφωνα με τον πρωταγωνιστή της Πυξίδας, όλα τα χαρακτηριστικά του τουρκικού ύφους, καθώς το έργο του, Rondo Alla Turca, «διατηρεί την πιο στενή σχέση με τις ορχήστρες Μεχτέ, τις μπάντες των γενιτσάρων».[29] Και τι θα μπορούσε να πει κανείς για το Τουρκικό εμβατήριο του Μπετόβεν, διασκευασμένο το 1974 από τον πιανίστα Ράντου Λούπου (Radu Lupu) για δεκαέξι χέρια;[30]

Θα ήταν σημάδι του πιο κακόγουστου οριενταλισμού αν υποστηριζόταν ότι κάθε επίδραση της Ανατολής στη Δύση ήταν θετική, δεδομένου ότι και η πρώτη δεν έμεινε ανέγγιχτη από τις αρνητικές εκφάνσεις της δυτικής νεωτερικότητας. Έτσι, ο Οθωμανός συνθέτης Αύγουστος φον Άντελμπουργκ Αμπράμοβιτς (August von Adelburg Abramović), παρότι γεννημένος το 1830 στην Κωνσταντινούπολη, όταν πήγε την εποχή των εθνικισμών στη Βουδαπέστη, εξύμνησε στην όπερα Μίκλος Ζρίνιγι (Miklós Zrinyi) τον ομώνυμο εξολοθρευτή των Τούρκων και αποπειράθηκε να αποδείξει την καθαρότητα της ουγγρικής μουσικής αποσυνδέοντας την τελευταία από τις τσιγγάνικες ρίζες της.[31] Επιπλέον, είναι αξιοσημείωτο ότι το θέατρο του Μπαϊρόιτ οικοδομήθηκε χάρη στο καθόλου ευκαταφρόνητο χρηματικό ποσό που έστειλε ο Οθωμανός σουλτάνος Αμντουλαζίζ στον Βάγκνερ, συνθέτη σύμβολο, κατά τον Ρίτερ, του ζαχίρ, της απαστράπτουσας επιφάνειας της «άνυδρης, δυσοίωνης Δύσης».[32]

Η σχέση Ανατολής – Δύσης είναι αμφίδρομη. Ο Γκαίτε (Goethe) εμπνέεται από τη μετάφραση του Ντιβάν του Πέρση ποιητή Χαφέζ από τον οριενταλιστή Γιόζεφ φον Χάμερ Πούργκσταλ (Joseph von Hammer Purgstall), ενώ ο τελευταίος υπαγορεύει στον Μπαλζάκ (Βalzac), ο οποίος υπήρξε φίλος του, ένα κείμενο στα αραβικά, κλειδί για την κατανόηση του Μαγικού δέρματος.[33] Ο Ουόλτερ Σκοτ (Walter Scott) αναβίωσε το μεσαιωνικό έπος της Ισπανίας,[34] ενώ ο Προυστ (Proust) αναφέρεται στο Αναζητώντας τον χαμένο χρόνο πάνω από διακόσιες φορές στην Ανατολή και ιδιαίτερα στις Χίλιες και μια νύχτες.[35]

Από την άλλη πλευρά, ας γίνει μνεία στον Αχμέντ Φαρίς Σιντιάκ (Ahmed Faris Shidyaq), χριστιανό από τον Λίβανο, που ασπάστηκε το Ισλάμ στην Τυνησία το 1860 σε ηλικία πενήντα πέντε ετών, τον κατά γενική ομολογία ιδρυτή του μοντερνισμού στην αραβική λογοτεχνία. Ο Σιντιάκ ήταν περιηγητής, δημοσιογράφος, λεξικολόγος, ποιητής, φιλόλογος, μεταφραστής της Βίβλου στα Αραβικά και συγγραφέας του πρωτοποριακού φεμινιστικού έργου Η ζωή και οι περιπέτειες του Φαριάκ. Αυτή η κοινωνικά ανατρεπτική παρωδία των ηθών της εποχής στην Ανατολή του πρώτου μισού του 19ου αιώνα έχει συγκριθεί με το Τρίστραμ Σάντυ του Λώρενς Στερν (Laurence Sterne), ενώ για τη Σάρα, την οριενταλίστρια της Πυξίδας, αποτελεί αραβική μεταγραφή του Δον Κιχώτη.[36] Ο πόλος της Ανατολής έδειχνε τη Δύση. Ο Πέρσης μυθιστοριογράφος Σαντέκ Χενταγιάτ (Sadeq Hedayat) είχε μεταφράσει Κάφκα και ο Ιρακινός ποιητής Μπαντρ Σακίρ αλ-Σαγιάμπ (Badr Shakir al-Sayyab) είχε δεχτεί επιρροές από τον Έλιοτ.[37]

O Ενάρ ανιχνεύει ρεύματα της νεωτερικότητας στην αραβική κουλτούρα ενώ σύγχρονες μελέτες καταδεικνύουν ότι το μεσαιωνικό Ισλάμ, τουλάχιστον σε ορισμένες εκφάνσεις του, όχι μόνο δεν ήταν ασύμβατο με τον ουμανισμό και τις γνωσιολογικές προϋποθέσεις του Γαλλικού Διαφωτισμού αλλά και ευνόησε την άνθηση των γραμμάτων, από τον 13ο αιώνα, την εποχή των Μαμελούκων, μέχρι το τέλος του 18ου αιώνα, την παρακμή της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας.[38]

Όμως και πριν από αυτή την περίοδο, ελευθερόφρονες στοχαστές, όπως οι Ιμπν αλ Ραουάντι (Ibn al-Rāwāndi, 9ος αιώνας) και Αμπού Μπακρ αλ-Ράζι (Abū Bakr al Rāzi, 10ος αιώνας) θεωρούσαν την ανθρώπινη διάνοια επαρκής πηγή κάθε γνώσης. Ως εκ τούτου, αρνούνταν όλες τις θρησκείες που θεμελιώνονταν στην αυθεντία της προφητείας και στην αποκάλυψη και ασκούσαν κριτική στις μουσουλμανικές τελετές. Δίχως να ασπάζονται τον αθεϊσμό, οι αμφισβητίες φιλόσοφοι έλκονταν από κουλτούρες αποκηρυγμένες από το Ισλάμ. Τον σκεπτικιστή Ραουάντι τον γοήτευε ο βραχμανισμός, ενώ τον πλατωνιστή γιατρό αλ-Ράζι οι ειδωλολάτρες Σαβαίοι. Για τον τελευταίο, η μόνη παραμυθία του ανθρώπου για την οδύνη της ύπαρξης βρισκόταν στην πίστη ότι ο σοφός και ελεήμονας Θεός τον έχει προικίσει με τα απαραίτητα πνευματικά εφόδια για την κατάκτηση της γνώσης.[39]

Τον 10ο αιώνα, στη Βασόρα (Ιράκ), η Αδελφότητα της Αγνείας έφερε σε πέρας εγχείρημα ανάλογο με την Εγκυκλοπαίδεια των διαφωτιστών. Η αδελφότητα, στις Επιστολές της, οριοθετεί γνωστικά πεδία όπως η άλγεβρα, τα μαθηματικά, η λογική, η γεωμετρία, η μουσική, η φιλοσοφία, με στόχο να τεθούν οι προϋποθέσεις μιας ορθολογικής/θεωρητικής επιστήμης ερειδόμενης στη διασαφήνιση και σύγκριση των όρων της αρχαιοελληνικής, της αραβικής και της ινδο-περσικής γνώσης. Όπως το έργο του Ντ’Αλαμπέρ, οι Επιστολές της μουσουλμανικής αυτής αδελφότητας αντλούσαν την έμπνευσή τους από τις συζητήσεις, τις συναθροίσεις και την αλληλογραφία εκτεταμένου δικτύου λογίων, οι οποίοι, χάριν μιας εμπειρικά θεμελιωμένης κοσμοθεωρίας, επικαλούνταν αρχαίες αυθεντίες για να αμφισβητήσουν ξεπερασμένες ιδέες. Με τη διαφορά ότι τα μέλη της αδελφότητας επέλεξαν την ανωνυμία για να αποφύγουν τις διώξεις των εχθρικά διακείμενων προς αυτούς παραδοσιακών θεολόγων και κοσμικών εξουσιών.[40] Σε κάθε περίπτωση, υποστηρίζει ο αραβολόγος Μουσίν αλ-Μουσάβι (Mushin al-Musawi), είτε πρόκειται για τη λαϊκή ποίηση των σούφι είτε για τη λόγια παράδοση της Αδελφότητας της Αγνείας και των διαδόχων τους, η κοσμοπολίτικη ισλαμική πολιτεία των γραμμάτων αμφισβητεί τον κανόνα για να ενθαρρύνει την ανταλλαγή και «την κινητικότητα ανάμεσα σε λόγιους, κοινωνικές ομάδες, πολιτισμικές νόρμες, και λογοτεχνικά είδη».[41] Είναι αλήθεια ότι οι αιρετικά σκεπτόμενοι φιλόσοφοι αντιμετωπίστηκαν εχθρικά από τις θρησκευτικές και κοσμικές Αρχές.[42] Όμως, το ίδιο συνέβη στη Βυζαντινή Ανατολή και τη Λατινική Δύση.

Το βιβλίο του Ενάρ, στην έξοχη μετάφραση της Σοφίας Διονυσοπούλου, διασαλεύει τις βεβαιότητες που ενέχονται στην εξιδανίκευση ή δαιμονοποίηση της Ανατολής και της Δύσης. Εξάλλου, όπως παρατηρεί η Σάρα, υπάρχει και ανατολικός οριενταλισμός.[43] Αντίθετα, στο βιβλίο του Ουελμπέκ επιστρέφουμε σε μια σκέψη περιχαρακωμένη στον εύκολο αγοραίο διπολισμό Ανατολής – Δύσης, στις αναπαραγόμενες από τους απανταχού παρόντες συντηρητικούς διανοουμένους αποφάνσεις για το εκ γενετής «οπισθοδρομικό» Ισλάμ. Η Υποταγή διαβάζεται «χωρίς κούραση και χωρίς απόλαυση».[44] Το μόνο όφελος που προσκομίζει ο αναγνώστης είναι ότι έρχεται σε επαφή με τους φόβους που γεννάει η προκατάληψη σε συνδυασμό με την κακώς οργανωμένη υποδοχή των μεταναστευτικών ρευμάτων. Φόβοι που δεν ανακουφίζονται παρά εντείνονται, όπως συμβαίνει συχνά στο λογοτεχνικό είδος της δυστοπίας, στο οποίο τυπολογικά ανήκει το μυθιστόρημα του Ουελμπέκ.

 

  1. To μπεστ σέλερ της κοινοτοπίας: η διαμάχη για τη μαντήλα

«Μπροστά στην πόρτα της αίθουσας των μαθημάτων μου, τρεις τύποι γύρω στα είκοσι, δυο Άραβες και ένας μαύρος, εμπόδιζαν την είσοδο […]. “Δεν υπάρχει πρόβλημα, κύριε, ήρθαμε απλά να επισκεφτούμε τις αδελφές μας…”, είπε [ο μαύρος]. Στην πραγματικότητα, οι αδελφές ήταν μόνο δυο κορίτσια από το Μαγκρέμπ […] ντυμένες με μαύρη μπούρκα, τα μάτια καλυμμένα πίσω από τη γρίλλια […] Η Μοντ, όπως και γενικότερα όλες οι εφημερίδες της κεντροαριστεράς, κατήγγειλαν τις “Κασσάνδρες” που πρόβλεπαν εμφύλιο πόλεμο μεταξύ μουσουλμάνων μεταναστών και αυτόχθονων πληθυσμών της Δυτικής Ευρώπης».

                                                      Michel Houellebecq, Υποταγή

«Σύμφωνα με τις αναφορές που έφταναν από τον Νότο, όλα ακόμα έμοιαζαν ήρεμα στο κατάστρωμα των καραβιών του στόλου των προσφύγων […]. Ο εκφωνητής δίσταζε. Και ποιος θα μπορούσε να τον κατηγορήσει γι’ αυτό; Πώς θα έπρεπε κάποιος να κατανομάσει την αναρίθμητη δυστυχισμένη μάζα; Εχθρό; Ορδή; Εισβολή; Η επέλαση του Τρίτου Κόσμου […]; Οι φτωχοί κατάκλυσαν τη γη».

                                                      Jean Raspail, Το στρατόπεδο των αγίων

Αν και γραμμένο το 1973, Το στρατόπεδο των αγίων γνωρίζει τα τελευταία χρόνια μεγάλη εκδοτική επιτυχία. Το μυθιστόρημα του Ζαν Ρασπάιγ (Jean Raspail) αποτελεί σημείο αναφοράς τόσο για τον Στηβ Μπάνον (Steve Bannon), προπαγανδιστή της διαδικτυακής Ακροδεξιάς στην Αμερική του Τραμπ, όσο και για τον πρωθυπουργό της Ουγγαρίας Βίκτορ Όρμπαν,[45] επειδή περιγράφει τη μετανάστευση από χώρες του Τρίτου Κόσμου ως καταστροφική μαζική επέλαση αποκρουστικών πληθυσμών στις όχθες της «πολιτισμένης» Δύσης: οι Άραβες, οι Ινδοί και οι Αλγερινοί πρόσφυγες που κατακλύζουν τα λιμάνια της Νότιας Γαλλίας μόνο μίσος μπορούν να νιώσουν για τους λευκούς ιθαγενείς. Η χώρα οδηγείται στο αιματοκύλισμα και ο πρόεδρός της αναγκάζεται να κηρύξει καθεστώς έκτακτης ανάγκης.

Στα μάτια του καθολικού βασιλόφρονα συγγραφέα οι έγχρωμοι, και προπάντων οι Άραβες, φαντάζουν βιαστές και δολοφόνοι, μιάσματα που μολύνουν με την παρουσία τους την καθαρή από «φυλετικές» προσμείξεις Ευρώπη. Μέσα από τον παραμορφωτικό φακό της δυστοπίας, ο Ρασπάιγ προασπίζεται την αποικιοκρατική Δύση και τη φυσική κυριαρχία των λευκών έναντι όσων δεν έχουν όνομα και ιστορία. Η απειλή φαντάζει τρομακτική όταν δεν έχει πρόσωπο, όταν ο ξένος περιγράφεται σαν να ’ναι τόσο αποκρουστικός όσο ένα πτώμα σε σήψη.[46]

Στην Υποταγή, επίσης, τα πάντα μοιάζουν να υπακούουν σε μια φυσική προαιώνια νομοτέλεια. Οι μάχες ανάμεσα στους Ισραηλινούς και τη Χαμάς περιγράφονται σαν να είναι «αναπόφευκτες» και «φυσιολογικές».[47] Η κυριαρχία των αρσενικών έναντι των θηλυκών εμφανίζεται ως αποτέλεσμα της φυσικής επιλογής, όπως, εξάλλου, και η πορνογραφία ανταποκρίνεται «στις φαντασιώσεις φυσιολογικών ανδρών ανά τον πλανήτη».[48] Τέλος, «ο διανοούμενος στη Γαλλία δεν όφειλε να είναι υπεύθυνος, δεν ήταν στη φύση του».[49] Στα έργα του Ουελμπέκ, τα μυθιστορηματικά πρόσωπα συχνά λειτουργούν ως το alter ego του συγγραφέα.[50] Άρα, μήπως θα έπρεπε να συναινέσουμε στη «φυσική» ανευθυνότητα του Γάλλου διανοουμένου και να δεχτούμε ελαφρά τη καρδία τις απροκάλυπτες δημόσιες εκδηλώσεις μίσους του Ουελμπέκ εναντίον του Ισλάμ και την ταύτιση που κάνει ανάμεσα στη μουσουλμανική θρησκεία και την επιβολή της μπούργκας;[51] Η Υποταγή προβάλλει όσα νομίζει η κοινή λογική ότι γνωρίζει για το Ισλάμ ως αυταπόδεικτες αλήθειες. Όμως, αυτές αναιρούνται από την πραγματικότητα.

Το 2008, η υπουργός Εσωτερικών της Γαλλίας ανακοίνωσε τα αποτελέσματα έρευνας που αποδείκνυαν ότι η κάλυψη του προσώπου με μπούργκα «αποτελεί εντελώς περιθωριακή πρακτική στους μουσουλμάνους της Γαλλίας»: Πρόκειται για 1.900 περιπτώσεις σε όλη τη χώρα, δηλαδή το 1/10 του 1% του μουσουλμανικού πληθυσμού. Οι μισές από αυτές αφορούν νέες Παριζιάνες, στην πλειονότητά τους Γαλλίδες υπήκοοι, το 1/4 των οποίων είναι προσήλυτες στο Ισλάμ. Όσοι από το Ισλάμ είναι υπέρμαχοι της μπούργκας ανήκουν στους σαλαφιστές, φονταμενταλιστική απολίτικη σέκτα που έχει υπό τον έλεγχό της είκοσι με τριάντα από τα 2.000 τζαμιά στη χώρα. Από τις μπουργκοφορεμένες γυναίκες που ρωτήθηκαν για τα κίνητρα της ενδυματολογικής τους προτίμησης, οι περισσότερες απάντησαν ότι ήταν δική τους επιλογή· μάλιστα, συχνά η «συμβολική διαμαρτυρία» τους ερχόταν σε αντίθεση με τις επιθυμίες της κοινότητάς τους.[52]

Η απαγόρευση της μαντήλας (νικάμπ) το 2004 από την κυβέρνηση Σιράκ έγινε στο όνομα του κοσμικού χαρακτήρα του γαλλικού κράτους. Επικαλούμενη την αρχή της ουδετερότητας απέναντι σε όλες τις θρησκείες και την αρχή της ισότητας των φύλων, η γαλλική κυβέρνηση απαγόρευσε τη μαντήλα στους δημόσιους χώρους. Αυτό το μέτρο είχε ακριβώς τα αντίθετα από τα αναμενόμενα αποτελέσματα. Ενθάρρυνε τη δημόσια προβολή της μουσουλμανικής θρησκείας και ώθησε πολλούς να στείλουν τα κορίτσια στα ιδιωτικά θρησκευτικά σχολεία, όπου ήταν επιτρεπτή η μαντήλα.[53] Παρά ταύτα, θα ήταν λάθος να ισχυριστεί κανείς ότι αυτό το ζήτημα συνδέεται αναγκαστικά με τη συμμόρφωση των γυναικών στις θρησκευτικές επιταγές της κοινότητας. Φεμινίστριες μουσουλμάνες φορούν τη μαντήλα ως έμβλημα της διττής ταυτότητάς τους ή γυναίκες που θέλουν, όπως οι ίδιες λένε, να προστατευτούν από τα βλέμματα των αντρών. Εξάλλου, σε χώρες της Αφρικής ακόμα και η υιοθέτηση του χιτζάμπ συχνά σηματοδοτεί την προσπάθεια αυτονόμησης των γυναικών από την οικογενειακή εστία. Προφανώς, δεν αμφισβητούνται έτσι οι πατριαρχικές δομές, όμως αυτό που τονίζουν όλοι οι μελετητές είναι ότι η μαντήλα μπορεί να εκφράζει την προσωπικότητα της γυναίκας που τη φοράει και να πρέπει να ερμηνευτεί ως ένδειξη ατομικισμού, παρά ως επιβολή των κυρίαρχων ηθών.[54]

Στο μυθιστόρημα του Ουελμπέκ, η μπούργκα λειτουργεί από τη μία ως σύμβολο της εξωτικής ετερότητας του Ισλάμ και από την άλλη σαν φλάμπουρο του, υποτιθέμενου, πολιτισμικού ιμπεριαλισμού του για να καταστεί αυτονόητη, μέχρι γελοιότητας, η θέση που υποστηρίζει, ότι το Ισλάμ ούτε θέλει μα ούτε και μπορεί να ενταχθεί στην Ευρώπη. Αντίθετα, ο Αμερικανός ανθρωπολόγος Τζον Ρ. Μπάουεν (John R. Bowen), αυτόπτης μάρτυρας του τρόπου λειτουργίας των θεσμών της μουσουλμανικής κοινότητας στο Παρίσι (σχολεία, δικαστήρια και διαδίκτυο), πιστοποιεί ότι μπορεί να υπάρξει γαλλικό Ισλάμ. Σε κάποια από τις τακτικές συζητήσεις που διεξάγονται στα τζαμιά, μια γυναίκα ρώτησε τον κ. Μούσα, πρύτανη των ισλαμικών σπουδών στο Οράν, στην Αλγερία, ο οποίος παρευρισκόταν εκεί, αν θα έπρεπε να συμμορφωθεί με τις υποδείξεις και να βγάλει την μαντήλα, όπως της είχαν ζητήσει να πράξει στη δουλειά όπου εργαζόταν ως μηχανικός. Ο κ. Μούσα απάντησε: «Τα ζητήματα που προκύπτουν από την τριβή μας με την πραγματικότητα επιλύονται με την κρίση μας (ijtihad). Είναι καλύτερο να στηρίξω έξυπνη νεαρή μουσουλμάνα γυναίκα στον χώρο δουλειάς της παρά να την υποχρεώσω να τον εγκαταλείψει». Αρκετοί στο ακροατήριο βρήκαν πολύ φιλελεύθερη τη στάση του κ. Μούσα. Τότε, ένας λόγιος ανταπάντησε ότι ο νομοδιδάσκαλος «θα πρέπει να εξετάζει το πνεύμα του νόμου και τις συνθήκες εφαρμογής των κανόνων του». Παρόλο που υπήρχε συνείδηση της διαφοράς των νόμων του Ισλάμ από αυτούς της Γαλλίας, οι ουλαμάδες και οι σχολάρχες στην πλειονότητά τους πρότειναν την προσαρμογή των μουσουλμάνων στο γαλλικό Δίκαιο. Αυτό επιβεβαιωνόταν από το Κοράνι και την προφορική παράδοση: ήταν γνωστό ότι την κλασική περίοδο, στις αρχές του 7ου αι., ο χαλίφης Ουμάρ ήταν πρόθυμος να αλλάξει τις ισλαμικές νόρμες, όταν οι κοινωνικές συνθήκες ή η επιβίωση των μουσουλμάνων το απαιτούσαν. Τα πολιτικά αιτήματα των μουσουλμάνων, καταλήγει ο Μπάουεν, αφορούν «την ισότιμη εφαρμογή των γαλλικών νόμων (σε ό,τι σχετίζεται με τα σχολεία, τη θρησκευτική ελευθερία, και τους χώρους λατρείας) και σε καμία περίπτωση την εφαρμογή της σαρία».[55]

 

  1. Πυξίδα και Υποταγή: μια σύγκριση

Εκ πρώτης όψεως, φαίνεται να υπάρχει μορφολογική συνάφεια ανάμεσα στα υπό συζήτηση μυθιστορήματα. Και στα δύο ο συγγραφέας έχει πολλά κοινά με τον κύριο αφηγητή: ο Ενάρ με τον οριενταλιστή μουσικολόγο Ρίτερ και ο Ουελμπέκ με τον άθεο κυνικό καθηγητή Φρανσουά. Τόσο στην Υποταγή όσο και στην Πυξίδα, θα μπορούσε να καταλογίσει κανείς κάποιον ακαδημαϊσμό. Η πρώτη περιστρέφεται γύρω από τη θρησκευτική καμπή του Ουισμάνς (Huysmans), του αντισημίτη συγγραφέα του αριστουργήματος Ενάντια στη φύση, με τον οποίο ο αφηγητής μοιράζεται τον μισανθρωπικό πεσιμισμό του. Η δεύτερη δίνει περίοπτη θέση στον Χενταγιάτ (Hedayat), τον Πέρση συγγραφέα του μοντερνιστικού μυθιστορήματος Τυφλή κουκουβάγια. Για τον Ενάρ, ο Χενταγιάτ λειτουργεί ως μετωνυμία για όσους έζησαν στο μεταίχμιο πολιτισμών και εποχών, για αυτούς που πήραν νέους δρόμους προσπαθώντας να ξεφύγουν από τους περιορισμούς της μονοσήμαντα ερμηνευόμενης ταυτότητάς τους.[56]

Όμως, παρά τη λογιοσύνη του, ο Ενάρ ανανεώνει τη σαγήνη της Ανατολής. Ακόμη και όταν αποκαλύπτεται ότι «δεν υπάρχει πρωτότυπο. Τα πάντα βρίσκονται εν κινήσει»,[57] το πάθος για την Ανατολή δεν σβήνει, αλλά μεταμορφώνεται καθώς εμπλουτίζεται από νέα ερωτικά ερεθίσματα. Η απομάκρυνση από τις φαντασιώσεις του πρώιμου οριενταλισμού που επιτυγχάνεται σταδιακά με την αποδόμηση της αντίθεσης Ανατολή – Δύση διεγείρει την επιθυμία για καινούργιες αναζητήσεις.

Το ακριβώς αντίθετο προκαλεί το μυθιστόρημα του Ουελμπέκ. Τελειώνοντάς το, ο αναγνώστης αισθάνεται μίσος όχι μόνο για το σύγχρονο Ισλάμ αλλά και για τη μετανεωτερική Ευρώπη. Ο ισοπεδωτικός μηδενισμός του συγγραφέα, ο τόσο εμβληματικός της νέας γενιάς Γάλλων διανοουμένων,[58] σκοτώνει κάθε επιθυμία για γνώση. Η Υποταγή παραπέμπει σε αυτό που υποδηλώνει ο τίτλος της: στην εκπόρνευση της καταπίεσης των μουσουλμάνων γυναικών, όπως υποδηλώνεται στο ομώνυμο ολλανδικό φιλμ του 2004,[59] αλλά και στην υποταγή των Ευρωπαίων αδελφών τους, όπως αποθανατίστηκε στην περιβόητη Ιστορία της Ο. Το βιβλίο του Ουελμπέκ δεν είναι παρά προβολή του «δυτικού» μισογυνισμού στην ισλαμική Ανατολή. Προτιμότερο να χαθούμε στην Πυξίδα του Ενάρ, μήπως και ξεχάσουμε τον έως τώρα λανθασμένο προσανατολισμό μας. Για να πορευτούμε πέρα από τους διαζευκτικούς διπολισμούς, άντρας / γυναίκα, Ανατολή / Δύση, Ισλάμ / Χριστιανισμός που εγκλωβίζουν τη σκέψη και, το κυριότερο, μας στερούν κάθε δυνατότητα ζωής.

 

Η Αντιγόνη Σαμέλα είναι ιστορικός κοινωνιολόγος.

 

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

  1. Mathias Énard, Πυξίδα, μτφρ. Σοφία Διονυσοπούλου, Στερέωμα, Αθήνα 2016, σ. 14.
  2. Αυτ., σ. 142. Barbara Lorey de Lacharrière, Annemarie Schwarzenbach: A Life, Swiss Institute of Contemporary Art (πρόσβαση στο διαδίκτυο: 9.8.2017)· Ruth M. Pettis, Annemarie Schwarzenbach (πρόσβαση στο διαδίκτυο: 9.8.2017)· το ντοκιμαντέρ της Carole Bonstein, Annemarie Schwarzenbach. Une swisse rebelle (2000) (πρόσβαση στο Youtube: 9.8.2017) και, κυρίως, Annemarie Schwarzenbach, La Quête du Réel. Textes choisis, présentés et traduits par Dominique Laure Miermont et Nicole le Bris. Photographies d’ Annemarie Schwarzenbach, Louis Vuitton, Παρίσι 2011, σ. 311-317.
  3. Αυτ., σ. 142. Barbara Lorey de Lacharrière, Annemarie Schwarzenbach: A Life, Swiss Institute of Contemporary Art (πρόσβαση στο διαδίκτυο: 9.8.2017)· Ruth M. Pettis, Annemarie Schwarzenbach (πρόσβαση στο διαδίκτυο: 9.8.2017)· το ντοκιμαντέρ της Carole Bonstein, Annemarie Schwarzenbach. Une swisse rebelle (2000) (πρόσβαση στο Youtube: 9.8.2017) και, κυρίως, Annemarie Schwarzenbach, La Quête du Réel. Textes choisis, présentés et traduits par Dominique Laure Miermont et Nicole le Bris. Photographies d’ Annemarie Schwarzenbach, Louis Vuitton, Παρίσι 2011, σ. 311-317.
  4. Schwarzenbach, La Quête du Réel, ό.π., σ. 101, 105, 108-109.
  5. Αυτ., 108-109. Γράφει: «Je déteste le mélange voyage d’agrément et curiosité littéraire»· αυτ., σ. 147.
  6. Αυτ., σ. 178-179.
  7. Αυτ., σ. 145.
  8. Αυτ., σ. 152, 202, 150.
  9. Énard, Πυξίδα, ό.π., σ. 433.
  10. Αυτ., σ. 257-261.
  11. Αυτ., 230-233.
  12. Αυτ., σ. 230.
  13. «H αραβική λέξη “τζιχάντ” δεν έχει καμία σχέση με τον ιερό πόλεμο ούτε ακόμα με τον πόλεμο εν γένει. Το νόημά της προέρχεται από τη ρίζα τζ.χ.ντ, η οποία σημαίνει αγωνίζομαι, προσπαθώ, κοπιάζω. Ως εκ τούτου υπάρχουν πολλών ειδών τζιχάντ, η πλειοψηφία των οποίων δεν έχει να κάνει τίποτα με τον πόλεμο […]. Ακόμα και όταν σημαίνει πόλεμο χάριν του Ισλάμ (“τζιχάντ του σπαθιού”), ο όρος χρησιμοποιείται συχνά αναφορικά με τις συγκρούσεις ανάμεσα σε μουσουλμάνους. Η “τζιχάντ του σπαθιού” καθορίζεται από νομικά κριτήρια που θα μπορούσαν να παραλληλιστούν με αυτά που διέπουν τη σύγχρονη αντίληψη περί του δίκαιου πολέμου στη Δύση»· Reuven Firestone, Jihād. The Origin of Holy War in Islam, Oxford University Press, Οξφόρδη 1999, σ. 16-18. Την εποχή των σταυροφοριών, η τζιχάντ επαναπροσδιορίζεται ως το ατομικό καθήκον κάθε μουσουλμάνου και όχι απλώς του χαλίφη, όπως ήταν την εποχή των Αββασιδών. Επίσης, στρέφεται ενάντια σε παρεκκλίνοντες Σουνίτες και Σιίτες. Η θεώρηση της τζιχάντ ως επιβολή της «ορθοδοξίας» διά της βίας σε όλους τους μουσουλμάνους επηρέασε πολύ τον Μπιν Λάντεν και το ISIS· Souleiman Mourad, The Mosaic of Islam. A Conversation with Perry Anderson, Verso, Λονδίνο 2016, σ. 47-49.
  14. Ο Ενάρ γράφει για το ISIS: «Είναι τελικά μια τόσο ευρωπαϊκή ιστορία. Θύματα Ευρωπαίοι, δήμιοι με λονδρέζικη προφορά»· Énard, Πυξίδα, ό.π., σ. 275. Παρομοίως, ο Ολιβιέ Ρουά διαπιστώνει ότι «οι σύγχρονοι τζιχαντιστές δεν διστάζουν να απομακρυνθούν από τα ιερά κείμενα. Στόχος της τζιχάντ είναι η διαμόρφωση ενός νέου τύπου μουσουλμάνου, εντελώς ελεύθερου από εθνοτικούς, εθνικούς ή οικογενειακούς δεσμούς. Ένας παγκόσμιος μουσουλμάνος»· Olivier Roy, Η τζιχάντ και ο θάνατος, μτφρ. Κίττυ Ξενάκη, Πόλις, Αθήνα 2017.
  15. Lionel Gossman, The Passion of Max von Oppenheim: Archaeology and Intrigue in the Middle East from Wilhelm II to Hitler, Open Book Publishers, Μ. Βρετανία 2013, σ. 126, 137-142. Ο Καπάρα ήταν βασιλιάς του μικρού αραμαϊκού βασιλείου Μπιτ Μπαχιάν, που άνθησε, σύμφωνα με πρόσφατη εκτίμηση, τον 8ο αι. π.Χ.· βλ. Margaret L. Steiner/ Ann Killebrew, The Oxford Handbook of the Archeology of the Levant, Οξφόρδη 2014, σ. 691, υποσ. 19, 696-697.
  16. Gossman, The Passion of Max von Oppenheim, ό.π., σ. 38-40, 146, 208-228. Για τη σχέση Όπενχαϊμ και Κάσκελ: αυτ., σ. 208, 277.
  17. Αυτ., σ. 82, 90 (εκτενές παράθεμα), 87-92· Énard, Πυξίδα, 275, 276, 284.
  18. Gossman, The Passion of Max von Oppenheim, ό.π., σ. 97, 101-102.
  19. Αυτ., σ. 85, 147.
  20. Με αφορμή την έκθεση των 3.000 εκθεμάτων από το Τελ Χαλάφ στο Μουσείο της Περγάμου στο Βερολίνο, το 2011, διαβάζουμε στο άρθρο του Matthias Schulz, «Slave Girls and Pickled Heads.The Spectacular Life and Finds of Max von Oppenheim», Spiegel Οnline (28.1.2011): «Αλλά θα μπορούσε να συγχωρεθεί για τα σφάλματά του».
  21. Énard, Πυξίδα, ό.π., σ. 154, 419, 226, 250 (παράθεμα).
  22. Αυτ., σ. 66.
  23. Αυτ., σ. 297.
  24. Αυτ. Χαρακτηριστικά των εχθρών της νεωτερικότητας είναι: ο πεσιμισμός, το μίσος για την ουτοπία, το μίσος για τους διανοουμένους, ο ελιτισμός και η προβοκατόρικη ρητορική που αρέσκεται στα οξύμωρα: Antoine Compagnon, Les antimodernes. De Joseph de Maistre à Roland Barthes, Gallimard, Παρίσι 2016 [2005], passim· Στην πρώτη δεκαετία του 20ού αιώνα, τίτλοι βιβλίων όπως La Françe qui tombe: un constat clinique du déclin français και Adieu à la France qui sen va, δεν αφήνουν καμία αμφιβολία για το ποια είναι τα κυρίαρχα ρεύματα στη γαλλική πνευματική ζωή»· Jean-Philippe Mathy, Melancholy Politics. Loss, Mourning and Memory in Late Modern France, Pennsylvania State University Press, Πενσυλβάνια 2011, σ. 3.
  25. Énard, Πυξίδα, ό.π., σ. 320, 336.
  26. Αυτ., σ. 153.
  27. Αυτ., σ. 194.
  28. Jean Raspail, The Camp of the Saints, μτφρ. Norman Shapiro, Scribner, 1975, σ. 3 (πρόσβαση στο διαδίκτυο: 15.8.2017).
  29. Énard, Πυξίδα, σ. 49.
  30. Αυτ.
  31. Αυτ., σ. 89.
  32. Αυτ., σ. 289, 319.
  33. Αυτ., σ. 93-96, 113.
  34. Αυτ., σ. 324.
  35. Αυτ., σ. 235.
  36. Αυτ., σ. 454. Το μνημειώδες μυθιστόρημά του κυκλοφόρησε το 2015 από τις εκδόσεις του Πανεπιστημίου της Νέας Υόρκης με τον τίτλο Leg Over Leg. Οι πληροφορίες για τον συγγραφέα αντλούνται από την περίληψη για το εργαστήριο που έλαβε χώρα στο Βερολίνο, το 2008, με τίτλο The Life and Work of Ahmad Faris Shidyaq, από το EUME (Europe in the Middle East) (πρόσβαση στο διαδίκτυο: 14.8.2017).
  37. Énard, Πυξίδα, ό.π., σ. 13, 268.
  38. Muhsin J. al-Musawi, The Μedieval Islamic Republic of Letters. Arabic Knowledge Construction, University of Notre Dame Press, Ιντιάνα 2015, σ. 4-11, 310-311.
  39. Sarah Stroumsa, «The Religion of the Medieval Freethinkers of Islam», στο Friedrich Niewöhner / Olaf Pluta (επιμ.), Atheismus im Mittelalter und in der Rennaisance, Harrasowitz, Βισμπάντεν 1999, σ. 47-57.
  40. Al-Musawi, The Medieval Islamic Republic of Letters, ό.π., σ. 59-63.
  41. Αυτ., σ. 54 και 43, 245-251. Ενδιαφέρον για την ελληνική και βυζαντινή φιλοσοφία, και ιδιαίτερα για τον νεοπλατωνισμό και τη θεουργία έδειξε ο Μωάμεθ ο Πορθητής, για λόγους που εξηγεί η Μαρία Μαυρουδή σε πρόσφατο άρθρο της. Φυσικά, η παγκόσμια πολιτεία των γραμμάτων ενείχε ανταγωνισμούς και έριδες. Έτσι, ο βιβλιοθηκάριος του Μωάμεθ Β΄ εκτελέστηκε το 1494 ή 1495 κατηγορούμενος για μαγεία. Αυτό προφασίστηκαν οι συνάδελφοι του, γράφει πηγή της εποχής, επειδή τον ζήλευαν για τον υψηλό μισθό του· Maria Mavroudi, «Ελληνική φιλοσοφία στην αυλή του Μωάμεθ Β΄», Βυζαντινά 33 (2014), σ. 153-154, 179.
  42. Αl-Musawi, The Medieval Islamic Republic of Letters, ό.π., σ. 61-64, 73, 142-143, 202.
  43. Énard, Πυξίδα, ό.π., σ. 237.
  44. Υιοθετώ τη διατύπωση που εκφράζει την απογοήτευση του Φρανσουά, του καθηγητή που πρωταγωνιστεί στην Υποταγή, από τις σεξουαλικές του συνευρέσεις· Μισέλ Ουελμπέκ, Υποταγή, μτφρ. Λίνα Σιπητάνου, Εστία, Αθήνα 2015, σ. 203.
  45. Virgil, «Decline and Fall: the grim message of the Camp of the Saints», Breitbart, 24.11.2016 (πρόσβαση στο διαδίκτυο: 1.9.2017)· Steve Sailer, «Orban accuses George Soros of stoking the Camp of the Saints» (refugee wave to weaken Europe), UNZ Review, 1.11.15 (πρόσβαση στο διαδίκτυο: 1.9.2017).
  46. Raspail, Camp of the Saints, ό.π., σ. 11, 16, 18, 22. Σημειώνει: «Folk you didn’t even know. Just nameless people […] infernal symphony, the savage less than human howls […] then the ones barely visible, the damaged ones, starting to rot, all wormy inside»· αυτ., σ. 6, 7, 9. Φυσικά, το σενάριο στο μυθιστόρημα του Ρασπάιγ δεν είναι πρωτότυπο. Η εισβολή των μαύρων του στρατιωτικού Émile Driant (με το ψευδώνυμο Danrit), δημοσιευμένο το 1898, αφηγείται την απόπειρα κατάκτησης της Γαλλίας και της Ευρώπης από Αφρικανούς, με την υποστήριξη της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας· Shlomo Sand, La fin de lintellectuel français? De Zola à Houellebecq, La Découverte, Παρίσι 2016, σ. 215, υποσ. 17.
  47. Ουελμπέκ, Υποταγή, ό.π., σ. 170.
  48. Αυτ., σ. 301, 25.
  49. Αυτ., σ. 279.
  50. Jesse McCarthy, «Mathias Énard’s alternative cosmopolitanism», The Nation, 24.8.2017 (πρόσβαση στο διαδίκτυο: 30.8.2017).
  51. Αναφερόμενος στον Μισέλ, τον ήρωα του προηγούμενού του μυθιστορήματος Plateforme, ο Ουελμπέκ έλεγε σε συνέντευξή του στο περιοδικό Lire, το 2001: «Στην κατάσταση που βρίσκεται, είναι φυσικό να επιθυμεί ο Μισέλ να σκοτώσει όσους μουσουλμάνους γίνεται περισσότερο. Ναι, αυτό υπάρχει: η εκδίκηση. Το Ισλάμ είναι μια επικίνδυνη θρησκεία και αυτό από τη πρώτη μέρα της εμφάνισής του […]. Ναι, είναι αλήθεια, μισώ το Ισλάμ»· Sand, La fin de lintellectuel français, ό.π., σ. 212. Για τον βιολογισμό του και τις εμπρηστικές δηλώσεις του βλ. επίσης Daniel Lindenberg, Le rappel à lordre. Enquête sur les nouveaux réactionnaires, Seuil, Παρίσι 2016 [2002], σ. 36-39. Δυστυχώς, και ο διάσημος ανθρωπολόγος Lévi Strauss, στο βιβλίο του Θλιμμένοι τροπικοί, εξισώνει εκ προοιμίου το Ισλάμ με τη μισαλλοδοξία και τη μπούργκα· βλ. το άρθρο του Pierre Assouline, «Islam. Un triste tropisme pour Lévi-Strauss», Magazine Littéraire 581-582 (2017), σ. 109-111.
  52. Christian Joppke / John Torpey, Legal Integration of Islam. A Τransatlantic Comparison, Harvard University Press, Κέμπριτζ ΜΑ 2013, σ. 22-28.
  53. John R. Bowen, Can Islam Be French? Pluralism and Pragmatism in a Secularist State, Princeton University Press, Πρίνστον 2012 [2010], σ. 114-117, 193. Το ίδιο συνέβη στην πρώην γαλλική αποικία, το Βόρειο Καμερούν, τη δεκαετία του 1990, όταν απαγορεύτηκε να φοράνε στα δημόσια σχολεία τα κορίτσια χιτζάμπ· José van Santen, «“Without my headscarf I feel naked”. “Veiling” Laïcité, Politics and Islamist Discourse in North Cameroon», στο Meerten ter Borg / Jan Willem van Henten (επιμ.) Powers. Religion as a Social and Spiritual Force, Fordham University Press, Νέα Υόρκη 2010, σ. 197-200.
  54. Van Santen, «“Without my headscarf I feel naked”…», ό.π., σ. 200· Joppke / Torpey, Legal Ιntegration of Islam, ό.π., σ. 27· Lila Abu-Lughold, Do Μuslim Women Need Saving?, Harvard University Press, Κέμπριτζ ΜΑ 2013, σ. 138.
  55. Bowen, Can Islam Be French?, ό.π., σ. 150-152, 183, 191.
  56. Στην Τεχεράνη τον «λογόκριναν για όλα εκείνα που ενοχλούν». Η ζωή του αυτόχειρα συγγραφέα «σημαδεμένη από τα τραύματα και τις πληγές αυτής της λέπρας που τον κατέτρωγε στη μοναξιά και που μαντεύουμε ότι συνδέεται με το Ιράν, την Ανατολή, την Ευρώπη και τη Δύση· όπως ο Κάφκα ήταν στην Πράγα Γερμανός, Εβραίος και Τσέχος ταυτόχρονα, δίχως να είναι τίποτα απ’ όλα αυτά, χαμένος περισσότερο από όλους ή πιο ελεύθερος από όλους»· Énard, Πυξίδα, ό.π., σ. 12-13.
  57. Αυτ., σ. 412.
  58. Παράδειγμα ο Michel Onfray: «Mais désormais Onfray a franchi un pas: chacune de ses interventions, chacune de ses textes exhude la haine… Un ton commun ave l’ extreme droite, une façon torve de diaboliser pour mieux tuer»· Maurice Szafran, «Michel Onfray. Sortie de Route», Magazine Littéraire 581-582 (2017), σ. 81. Αν και τον προϊδεάζει η φιλοσοφία του Schopenhauer, ο μηδενισμός γίνεται κυρίαρχο διανοητικό ρεύμα μετά το 1848, όταν εγκαταλείπεται ο στόχος της χειραφέτησης μέσω του Διαφωτισμού. Κάτι ανάλογο συμβαίνει και στην εποχή μας· Gopal Balakrishnan, «Counterstrike West. The alternate modernity of the Ιnter-War Right», New Left Review 104 (2017), σ. 25.
  59. Οι μουσουλμάνες ως θύματα που εξάπτουν τη σαδομαζοχιστική φαντασία στο φιλμ Υποταγή του Τέο βαν Γκογκ. Η Σομαλή Χίρσι Άλι επαιρόταν ότι αυτή εμπνεύστηκε το αμφιβόλου γούστου θρησκευτικό ηδονοβλεψιακό έργο. Για όλα αυτά βλ. Abu-Lughold, Do Muslim Women Need Saving?, ό.π., σ. 102-103.

 

ΕΙΔΟΠΟΙΗΣΕΙΣ

Εισάγετε το email σας για να ενημερώνεστε για τα νέα άρθρα