ΤZINA ΠΟΛΙΤΗ – ΜΙΑ ΠΡΟΣΩΠΙΚΗ ΣΥΝΕΝΤΥΞΗ ΣΤΗΝ ΕΥΦΡΟΣΥΝΗ ΜΑΣΤΡΟΚΑΛΟΥ

 

τχ. 162-163

Η συνέντευξη έγινε στις 20 Οκτωβρίου του 2019 στο σπίτι τής Τζίνας Πολίτη στο Παγκράτι, με αφορμή την παράσταση «Κομμώτριες/ΜΕΤΑΠΟΛΙΤΕΥΣΗ, ΤζιάνγκΣινΜπιΣιν, Φαντάσου την καρδιά μου δική σου», η οποία παρουσιάστηκε τον Φεβρουάριο του 2020 στο «Θησείον, ΕΝΑ ΘΕΑΤΡΟ ΓΙΑ ΤΙΣ ΤΕΧΝΕΣ» σε σκηνοθεσία του Μιχαήλ Μαρμαρινού. Την απομαγνητοφώνηση της συνέντευξης έκανε η Ευφροσύνη Μαστρόκαλου, την οποία και ευχαριστούμε θερμά. Από την απομαγνητοφωνημένη συνέντευξη έχουν αφαιρεθεί ορισμένα αποσπάσματα τα οποία δηλώνονται με αποσιωπητικά εντός αγκυλών: […]. Έχουν γίνει και λίγες προσθήκες λέξεων ή εκφράσεων εντός αγκυλών, ώστε να διευκολύνεται η ανάγνωση χωρίς, ωστόσο, να μειώνεται η προφορικότητα της συζήτησης.

Πότε αρχίζει η Μεταπολίτευση;

Η Μεταπολίτευση αρχίζει από τη στιγμή που έγινε το δημοψήφισμα. Νομίζω [ότι αρχίζει όταν] έγινε το δημοψήφισμα για τον βασιλιά. Οπότε το πρώτο ιστορικό συμβάν για εμένα είναι αυτό, ότι πλέον δεν υπάρχει ο θεσμός της βασιλείας στην Ελλάδα. Αυτό νομίζω ήτανε μια τομή στον ιστορικό χρόνο. Από εκεί και πέρα δεν μπορώ να πω πότε αρχίζει, εάν θέλουμε να δούμε τη Μεταπολίτευση σαν μια στιγμή που παύει να λειτουργεί το παλιό κράτος, το οποίο ας πούμε έχει πίσω του όλα τα… της τουρκοκρατίας, το ρουσφέτι, όλο αυτό το πελατειακό με την παλαιά έννοια που θα λέγαμε, που το διαβάζουμε στον Καρκαβίτσα, ας πούμε, [όπως και] σε διάφορους [άλλους]. Όλο αυτόν τον τρόπο πριν δημιουργηθούν τα [σύγχρονα] κόμματα, ο θεσμός του κόμματος το οποίο είναι ένα σύμπτωμα της μεταπολίτευσης· το Κόμμα, το οποίο [το] αντιγράφουν [τα άλλα κόμματα]. Το ΠΑΣΟΚ, ας πούμε, ήτανε μια αντιγραφή της δομής του ΚΚΕ. Όλα τα κόμματα, ακόμη και έως έναν βαθμό και ο ΣΥΡΙΖΑ, [έχουν] αυτήν τη δομή. Έρχεται κάποιος από το κόμμα σαν καθοδηγητής να μιλήσει στα μέλη κλπ. Τέλος πάντων. Καλά, η πτώση της Χούντας, δεν το συζητάμε [αποτελεί τομή]. Νομίζω ότι ο θεσμός της βασιλείας που καταργήθηκε και η αναγνώριση του ΚΚΕ ως κοινοβουλευτικού κόμματος, που παύει να υπάρχει η εξόντωση των κουμουνιστών, είναι δυο πάρα πολύ σημαντικές στιγμές.

Τώρα από εκεί και πέρα είναι θέμα… Βεβαίως, δεν μπορεί κανείς να μιλάει για Μεταπολίτευση χωρίς να μιλάει για το ΠΑΣΟΚ, την αλματώδη άνοδο [αυτού] του κόμματος, που έως έναν βαθμό μπορούμε να πούμε μια παρόμοια ιστορία και με τον ΣΥΡΙΖΑ στην εποχή μας: από ένα κόμμα του 4% έγινε κυβέρνηση· και ο Παπανδρέου ίδρυσε αυτό το κόμμα. Βέβαια, σε αντίθεση με [τον ΣΥΡΙΖΑ], ο Παπανδρέου [εκφράζει] αυτό που έχει πει ο Πουλαντζάς: το φαινόμενο του βοναπαρτισμού. Δηλαδή να είναι ένας ηγέτης ο οποίος βασικά δίνει πολιτική ταυτότητα σε μία μη τάξη, θα λέγαμε, η οποία δεν έχει πολιτική ταυτότητα. [Αν] από τη μια είναι η εργατική τάξη [και] από την άλλη η αστική τάξη, ο μικροαστός δεν έχει ταυτότητα πολιτική γιατί είναι η θέση του [τέτοια]. Μπορεί να κατρακυλήσει προς την εργατική ή να προσπαθεί να ανέβει προς την αστική τάξη. Οπότε, ενώ οι δύο αυτές τάξεις εκπροσωπούνται κομματικά, ο μικροαστός δεν έχει εκπροσώπηση και αποκτά ταυτότητα με έναν ηγέτη. Ακριβώς λοιπόν οι ψηφοφόροι του ΠΑΣΟΚ, γυναίκες και άντρες, ήτανε ως επί το πλείστον μικροαστοί. Δεν είχε [το ΠΑΣΟΚ] βάση γερή στην αστική τάξη ούτε στην εργατική, θα έλεγα. Εκτός από τους γηραλέους αριστερούς οι οποίοι νόμιζαν στην αρχή ότι επιτέλους δεν θα μας κυνηγάνε. Και έτσι λοιπόν ο Αντρέας ήτανε αυτός στον οποίο ο μικροαστός έβρισκε την ταυτότητά του. Ο ηγέτης. Και το ήξερε. Άλλωστε αυτός ήτανε και ο λόγος που [χρησιμοποιούσε το σλόγκαν] «Ελληνίδες Έλληνες μαζί». Αν ακούσει κανείς λόγους τού Ανδρέα, θα δει ότι δεν έχουν κανένα περιεχόμενο, εκτός από τα σλόγκαν κτλ., [κανένα] περιεχόμενο πολιτικό.

Πότε τελειώνει η Μεταπολίτευση; Τελειώνει; Τελείωσε;

Αυτό είναι πολύ δύσκολο ερώτημα. Θα έλεγα με την κρίση, την παγκόσμια κρίση, η οποία στην Ελλάδα πήρε τη μορφή των Μνημονίων. Νομίζω ότι εκεί τελειώνει η Μεταπολίτευση, [1] από την άποψη ότι ακόμα και στην κρίση, πριν έρθει στην κυβέρνηση η αριστερή παρένθεση, λειτουργούσαν τα παλιά δίκτυα. Αν θυμόσαστε, τα είχανε μοιράσει, τέσσερις διόριζε η Νέα Δημοκρατία, τέσσερις διόριζε, νομίζω, ο Βενιζέλος και έναν η ΔΗΜΑΡ. [2] Νομίζω ότι παρόλο που πήρε μια άλλη μορφή, δεν σταμάτησε να υπάρχει ας πούμε η διαπλοκή, δηλαδή το παλιό σύστημα. Και στα χρόνια της Μεταπολίτευσης, πριν την κρίση, αλλά ακόμα και μες στην κρίση, αυτοί οι μηχανισμοί δεν εξουδετερώθηκαν, δεν εξουδετερώθηκαν. Νομίζω αυτό είναι κάτι που το συναντάμε και σήμερα με το επιτελικό κράτος, με τον ερχομό, ας πούμε, της Νέας Δημοκρατίας, με φανφάρες στην εξουσία.

Βεβαίως [η Μεταπολίτευση τελειώνει και] με την πανευρωπαϊκή παράλυση των σοσιαλδημοκρατικών κομμάτων, όπου τώρα γίνεται μία προσπάθεια να ξαναβρούν μια ταυτότητα. Να δούμε. Εδώ στην Ελλάδα δεν φαίνεται να περπατάμε. […]

Εσείς πότε γεννηθήκατε;

Εγώ; Εγώ είμαι αντίκα, όπως λέω, αντίκα. Είμαι, και στο κόμμα [το] λέω, είμαι αντίκα. Οι αντίκες μπορεί να μην έχουν καμία αξία, μπορεί να έχουν και κάποια αξία. Εγώ γεννήθηκα το ’30, είμαι τώρα σχεδόν 89 ετών. Και βέβαια, κοιτάξτε, η δική μου γενιά… Εγώ πολύ δύσκολα μιλάω για τον εαυτό μου. Δηλαδή, δεν πρόλαβε, [σε] ένα μέρος της δικής μου γενιάς, να βγει από το παιδικό κουκούλι ένα «εγώ». Γιατί, ετών δέκα, απ’ τη μία μέρα στην άλλη, ένα πρωί, Δευτέρα πρωί, καλούμαι από την Ιστορία να λειτουργήσω ως εθνικό υποκείμενο. Να στηρίξουμε τον πόλεμο. Πάει ό,τι ήξερα. Δεν πρόλαβε να βγει ένα «εγώ» απ’ το κουκούλι. Όταν μιλάμε σήμερα για το «εμείς», το «εμείς» δεν μπορείς να το κατασκευάσεις, είναι [η] Ιστορία που το δημιουργεί. Δεν μπορείς εκτός Ιστορίας να το κατασκευάσεις πλασματικά, ας πούμε. Δεν γίνεται. Λοιπόν, και ετών 12, εγώ μαθήτρια, από μία μεγαλύτερη στο σχολείο, εντάσσομαι στην ΕΠΟΝ, ας πούμε. Δεκατεσσάρων χρονών ήμουν. Όχι, τι λέω, δώδεκα. Με καθοδηγητές τον Ριρή τον Διαμαντόπουλο και τον Γιάννη τον Σπράο. Ξέρουμε, ο Σπράος μετά πήγε να φέρει στην Ελλάδα, επί Σημίτη, το ασφαλιστικό τού Πινοσέτ. Θυμόσαστε τότε που βγήκαν όλοι στους δρόμους, ένα εκατομμύριο εργαζόμενοι, και δεν πέρασε αυτό. Λοιπόν, οπότε από εκεί και πέρα, εγώ –χωρίς να έχω διαβάσει ούτε Μαρξ ούτε τίποτα– «αδελφότητα, αλληλεγγύη, ισότητα». Αυτά. [Ήμασταν] μια παρέα από νέα παιδιά, μικρά παιδιά, που είχαμε βιβλία. Έχω ας πούμε, σκεφτείτε, Το υπόγειο του Ντοστογιέφσκι, τα έργα τού Ίψεν, τα ’χω στη βιβλιοθήκη μου, εκδόσεις Γκοβόστη. Διαβάζαμε, άλλοι παίζαν μουσική, ακούγαμε τα ρεμπέτικα, τα τραγουδούσαμε από τότε. Κι έτσι μας καθόρισε η Ιστορία, μας καθόρισε η Ιστορία. Απ’ τη γενιά μου, που ενταχθήκαμε στην Αριστερά, πολλές φορές, ας πούμε, σκέφτομαι ότι εγώ μεγάλωνα σε μια οικογένεια όπου ήταν οι μαμάδες, οι γιαγιάδες, παραδοσιακή οικογένεια. Με έναν πάρα πάρα πολύ δημοκρατικό πατέρα, ο οποίος στην Κατοχή είχε πει στη μητέρα μου (ήμασταν τρεις αδελφές): «Έχασα την εξουσία στις κόρες μου». Πράγματι, την είχε χάσει. Παρόλο που, όπως λέω, ήτανε πάρα πολύ δημοκρατικός άνθρωπος και είχαμε πολλές ελευθερίες. Αλλά με την Κατοχή, πώς το λένε, οι Γερμανοί μας βάζανε τους περιορισμούς, τουλάχιστον στο σπίτι μου, όχι ο πατέρας μου. Ε, αυτά. …

Ήταν δύσκολη η Κατοχή, πολύ δύσκολη, πείνα, όλα αυτά. Φοβερές εμπειρίες. Μέχρι που, όπως γιορτάζουμε αυτές τις μέρες [την 28η Οκτωβρίου], [έρχεται] η μέρα που φεύγουν οι Γερμανοί και τρέχουμε κάτω. Πλατεία Αμερικής μέναμε, στην πλατεία Αγάμων, όπως τη λέγαν τότε. Και ποτέ, και τώρα, σε κανένα από τα παλιά που δείχνουνε, που φεύγουν οι Γερμανοί, [δεν δείχνουν] την εικόνα που είδα εγώ: στην οδό Πατησίων, να κατεβαίνουν, πάνω στα άλογα, οι αντάρτες, με τα φυσεκλίκια τους και τα γένια τους και όλα αυτά. Από εκεί και πέρα, ήμασταν και παιδιά που, ίσως επειδή είχαμε ενταχθεί στην Αριστερά, ήμασταν επαναστατημένη γενιά. Δηλαδή εγώ, μέσα από μια αστική οικογένεια, ας πούμε, η οποία –βεβαίως με τον πόλεμο διαλύθηκαν αυτές οι ταξικές διαφορές–, επαναστάτησα. Δεν σπούδαζαν τότε τα κορίτσια, εγώ έφυγα… Τέλος πάντων.

Αλλά βεβαίως είχαν μεσολαβήσει κι άλλα γεγονότα. Μεσολάβησε η φοβερή μέρα, που άρχισε ο Εμφύλιος, που άρχισε στην Αθήνα, και ρίξανε οι Εγγλέζοι στη διαδήλωση αυτή του ΚΚΕ που είχε γίνει. Ε, κι εγώ ήμουν σε εκείνη την πορεία. Και το μόνο πράγμα που συγκρατώ στη μνήμη μου, φαντάζεστε τον τρόμο που θα ’νιωσα, το μόνο πράγμα που συγκρατώ στη μνήμη μου είναι ότι είμαι στη γωνία, έξω από τη Μεγάλη Βρετανία, εκεί, Αμαλίας, και είναι πίσω τα Ανάκτορα τότε. Είναι μία συννεφιασμένη μέρα και είναι στο κράσπεδο που χωρίζει τον δρόμο μια αντάρτισσα, νέα, με αντρικά ρούχα, η οποία έχει μία ντουντούκα και φωνάζει «Λαϊκή, λαϊκή δημοκρατία». Δεν θυμάμαι τίποτα άλλο, τίποτα άλλο. Και με τη Μεταπολίτευση βρίσκομαι –το ’80, πότε ήταν;– σε έναν κινηματογράφο και [παίζει] τον Θίασο του Αγγελόπουλου. Και είναι μία αναπαράσταση, αν θέλετε, αυτής της σκηνής, κι εμένα βγαίνει, απ’ το ασυνείδητο, όλο αυτό και με πιάνει ένα κλάμα, μέσα στον κινηματογράφο. Είχα πάει μόνη μου να το δω το έργο. Ένα κλάμα… Γιατί, τι είναι και αυτή η μνήμη. Πώς έφτασα, παιδάκι, πόσο ήμουνα τότε, δεκατεσσάρων χρονών, από το Σύνταγμα στην πλατεία Αμερικής τρέχοντας; Ούτε ξέρω πώς έφτασα. Είναι τέτοια πράγματα που κουβαλάμε εμείς, τους κρεμασμένους στην πλατεία Αγάμων από τους φανοστάτες, δύο άντρες. Μ’ έστειλε ο πατέρας μου να πάρω τσιγάρα, που τα πουλούσαν χύμα τότε, και είδα μπροστά μου δύο άντρες κρεμασμένους από τους φανοστάτες. Εκεί μεγαλώσαμε. Κι έτσι, όπως λέω, το «εμείς», η έννοια του συλλογικού υποκειμένου, η ατομική μας ζωή, η ιδιωτική μας ζωή, ό,τι και να ’τανε δεν ήταν κάτι που το επικοινωνούσες. Λειτουργούσα εγώ, και ακόμα λειτουργώ, έτσι. Είμαι ακόμα ενταγμένη, είμαι ακόμα στην τοπική οργάνωση του Παγκρατίου, και λοιπά και λοιπά. Δουλεύω στις εκλογές στα περίπτερα, παρά την ηλικία μου. Δεν γίνεται αλλιώς για μένα, δεν γίνεται. Αυτά.

[…]

Κοιτάξτε, εγώ έλειψα και πολλά χρόνια, γιατί μετά, ήταν τόσο τραυματικές αυτές οι εμπειρίες… Και μάλιστα αυτό που έλεγα πριν για τη δική μου τη γενιά, σε κάθε γενιά υπάρχουν τα παιδιά που επαναστατούν.

[…]

Και επιπλέον, όπως μου λένε όλοι: «Μα πώς εσείς [επαναστατήσατε], ούτε φεμινισμό γνωρίζατε τότε». Ιδέα δεν είχαμε. Μα, αν έβλεπες τις γυναίκες αντάρτισσες, αυτό ήταν για μας [φεμινισμός]. Η μαμά μου και η γιαγιά μου στο σπίτι –ξέρεις, νοικοκυρές– κι απ’ την άλλη έβλεπες γυναίκες με τα τουφέκια. Έτσι εμείς απαιτήσαμε τα δικαιώματά μας. Και πολλά απ’ τη δική μου τη γενιά τραυματισμένα παιδιά φύγαμε έξω. Ας πούμε, η κολλητή μου πήγε στη Γαλλία, ήθελε να γίνει ζωγράφος. Επαναστάτησε, έφυγε στη Γαλλία. Εγώ πήγα στην Αμερική λέγοντας ψέματα στον πατέρα μου, ότι απλώς πάω να δω τον αγαπημένο μου θείο που ήτανε Αριστερός, και στη δικτατορία τού Μεταξά ο πατέρας μου κατάφερε να τον βάλει σε ένα καράβι και να φύγει έξω και είχε πάει στην Αμερική. Αλλά εγώ είχα πάρει ήδη μια υποτροφία από το πανεπιστήμιο.

Πότε φύγατε για Αμερική;

Εγώ έφυγα το ’50 και πήγα στην Αμερική έχοντας εξασφαλίσει την υποτροφία. Ο πατέρας μου νόμισε ότι απλώς πάω να δω τον θείο μου και τη θεία μου και θα γυρίσω.

[…]

Ο σύντροφός μου [ο Κώστας] είχε μεγαλώσει με τον στρατηγό τον Οθωναίο, ο οποίος είχε χαρακτηριστεί Αριστερός. Και ο Κώστας ήταν Αριστερός. Και δυσκολεύτηκε πάρα πολύ να φύγει για σπουδές έξω, δεν του δίναν βίζα. Κατάφερε και του είπε μία Εγγλέζα που ήξερε, η οποία δούλευε στο Προξενείο, το Αμερικάνικο: «Mη γυρίσεις πίσω πριν τελειώσεις τις σπουδές σου». Και έτσι μείναμε εννέα χρόνια.

Επιστρέψατε από την Αμερική πότε;

Επιστρέψαμε από την Αμερική το ’57, όταν ο Κώστας πλέον τέλειωνε τη διατριβή του. Και είπαμε για όνομα του Θεού. Τότε είχε αρχίσει και μαλάκωνε το πράγμα, και είπαμε [ότι] δεν μπορεί να μη του δώσουνε [βίζα] έστω για να πάει να υποστηρίξει τη διατριβή του. Και πραγματικά δεν υπήρχε πρόβλημα. Μας δώσαν βίζα και πήγαμε, υποστήριξε τη διατριβή του.

Την περίοδο της Μεταπολίτευσης ποια πρόσωπα θεωρείτε σημαντικά, κατά τη γνώμη σας πάντα. Ποια πρόσωπα θα μπορούσατε να μου αναφέρετε ως σημαντικά; Εσείς την περίοδο της Μεταπολίτευσης ήσασταν στην Αθήνα;

Εγώ το ’80 γύρισα. Ήμουν στην Αγγλία, παραιτήθηκα από τη θέση μου – γιατί δίδασκα στο πανεπιστήμιο και, καλώς ή κακώς, παραιτήθηκα. Εν πάση περιπτώσει. Σε ό,τι αφορά τους πολιτικούς, δεν ξέρω πώς να τους αξιολογήσω. Παραδείγματος χάρη, πάρτε τον Γεώργιο Ράλλη, ο οποίος είχε και τη ρετσινιά από πίσω του, του πατρός. [3] Ας πούμε, ο Ράλλης κατήργησε τα πιστοποιητικά πολιτικών φρονημάτων. Αν δεν το είχε κάνει αυτό ο Ράλλης –ήτανε μία πολύ σπουδαία κίνηση–, εγώ δεν θα μπορούσα ποτέ να διδάξω στο ελληνικό πανεπιστήμιο. Και όχι μόνο εγώ. Μετά, καθιέρωσε τη δημοτική. Ο Ράλλης, αν θυμάμαι, ήταν. Επιτέλους έφυγε αυτός ο βραχνάς, αυτή η γλώσσα, την οποία δεν τη μιλούσε κανείς και γραφόταν μόνο στις εφημερίδες. [4]Ο Ράλλης, ένας ευγενής άνθρωπος και με κάποια, ας πούμε, παιδεία πίσω του, ο οποίος είπε, «Δεν θέλω ου», όταν αναφερότανε στον αντίπαλο. Αυτά εγώ τα εκτιμώ.

Άλλα πρόσωπα, εκτός απ’ τον Ράλλη, θυμάστε;

Εντάξει, ο Καραμανλής. Άλλαξε εντελώς, το πήγε αλλού το κόμμα αυτό, το παρελθόν εκείνο. Το πρόβλημα είναι τι νοοτροπίες δημιούργησαν αυτά τα κόμματα, οι πολιτικοί αρχηγοί. Τι νοοτροπίες δημιουργήθηκαν. Και δυστυχώς, στην Αριστερά, δεν υπάρχει περίπτωση να μην υπάρχει διάσπαση. Είχα γράψει στην Αυγή μια φορά [ότι] αν μετρήσει κανείς πόσα κομμουνιστικά, κομμουνιστο-λενινιστικά, αριστερά, τροτσκιστικά κόμματα υπάρχουν… Πουθενά δεν υπάρχει αυτό. Κόβεις ένα κομμάτι, γίνεται δύο. Είναι ένα πράγμα φοβερό στην Αριστερά αυτή η διάσπαση. Η διάσπαση και δεν τα βρίσκουν, δεν μπορούν να τα βρουν. Να, στην Πορτογαλία τώρα που τα βρήκανε [5]… Φαινόμενο.

Πρόσωπα από την Αριστερά, που θεωρείτε σημαντικά την περίοδο εκείνη, μια που το αναφέρατε;

Κοιτάξτε, για μένα, [είναι σημαντική] αυτή η προσπάθεια που έγινε από τον Φλωράκη και τον Κύρκο, να ενωθούν. [6] Θυμάμαι τα κλάματα και τις αγκαλιές που κάναμε μεταξύ μας, «Αδέλφια, ενωθήκαμε». Κάθε φορά που πήγαινε να γίνει κανένα τέτοιο, λέγαμε «Αδέλφια, ενωθήκαμε», λέγαμε εμείς οι αντίκες. Οι νεότεροι είναι εντελώς διαφορετικοί, η νοοτροπία των συντρόφων της γενιάς του Μάη του ’68. Ασφαλώς θεωρώ τον Φλωράκη μεγάλη φυσιογνωμία της Αριστεράς, πραγματικά. Τον Λεωνίδα, τον Κύρκο, ο οποίος όμως μετά… Θα με ενδιέφερε πάρα πολύ να δω ποια θα ήταν η θέση του Λεωνίδα, του Κύρκου, σήμερα […]

Ο Καραμανλής αναμφισβήτητα [ήταν σημαντικό πρόσωπο]. Δηλαδή, όλοι ώς έναν βαθμό μετά τη Μεταπολίτευση επιχείρησαν να αλλάξουν, κατά κάποιον τρόπο, τον ρου της ιστορίας, με τη διαφορά ότι τα δύο μεγάλα κόμματα δεν μπόρεσαν να ξεπεράσουν τις παλιές σχέσεις με το κράτος και την εξουσία. Γι’ αυτό μιλούσαμε για πρασινοφρουρούς, δηλαδή το δημόσιο, διορισμοί, διαπλοκή. Αυτά τα φαινόμενα, [ο] Κοσκωτάς, οι νεόπλουτοι. […]

Να πω ότι υπάρχει μια σημαντική στροφή –με τον Πουλαντζά, τον Τσουκαλά–, δημιουργείται πλέον και στην Ελλάδα ένας λόγος θεωρητικός, κυρίως γύρω από την πολιτική, την κοινωνιολογία, δηλαδή σε τέτοιους τομείς. Αρχίζουμε κι έχουμε μια άνθηση εκδοτική, βιβλία που κυκλοφορούν. Και βεβαίως και στην ποίηση, με τη «γενιά της ήττας», που θα λέγαμε – Αναγνωστάκης, Λεοντάρης. Γίνεται μια αναγέννηση.

Και επίσης πρέπει να πω… Όχι, αυτό ήταν πριν τη Χούντα. Πριν τη Χούντα, επί Καραμανλή, αν δεν κάνω λάθος. Εν πάση περιπτώσει, πω πω τι έχουμε ζήσει, έναν αιώνα ιστορία έχω ζήσει, σχεδόν. Υπήρχε πριν τη Χούντα, αν θυμάστε, δεν θυμάστε εσείς, αλλά θα τα έχετε διαβάσει. Επήγαινε κάτι να γίνει στο επίπεδο της κουλτούρας στην Ελλάδα: Τσαρούχης, Μαρία Κάλλας, Επίδαυρος, Φεστιβάλ Επιδαύρου. Όλο αυτό, κάτι γινότανε. Και μάλιστα θυμάμαι, συναντιόμασταν τότε στο «Μπραζίλιαν», Μόραλης, Ελύτης, οι νέοι ποιητές, Καρούζος… ε, όχι ο Καρούζος… ναι, και ο Καρούζος είναι τότε, αλλά είναι [και] ο Σαχτούρης, η Βακαλό, ο Σινόπουλος. Άλλαζε μια ατμόσφαιρα, κάτι γινότανε. Κάτι γινότανε. Ήταν και η εποχή που είχαν περάσει και οι beatniks από την Ελλάδα. Κάτι πήγαινε να γίνει εκεί πριν τη Χούντα· δεν πρόλαβε αυτό να καρποφορήσει. Μάλιστα, λέγαμε τότε: βρε παιδιά, όλοι αυτοί που είχαμε πάει έξω, όλοι αυτοί αν γύριζαν πίσω, να έχουμε κι εμείς ένα Μπλούμσμπερι, [7] να ’χουμε, ξέρω ’γω, να μαζευτούμε όλοι σε μια γειτονιά, να ’χουμε τη γειτονιά μας. Τέλειωσαν αυτά, με τη Χούντα δεν πρόλαβαν να ριζώσουν.

Και μετά, κοιτάξτε, τα δύο κόμματα αυτά δεν ενδιαφέρθηκαν ποτέ να ανεβάσουν το μορφωτικό επίπεδο. Δεν ενδιαφερόντουσαν. Αυτό φαινόταν [και στον] τρόπο με τον οποίο λειτουργούσαν τα πανεπιστήμια –γιατί το ’ζησα το ελληνικό πανεπιστήμιο και κάποτε θέλω να γράψω την ιστορία αυτή– τα οποία λειτουργούσαν χάρη στην αμέριστη αφοσίωση πολλών καθηγητών και μελών ΔΕΠ, που θα λέγαμε σήμερα, γιατί δεν ήταν μόνο οι καθηγητές. Αυτό ήταν το σημαντικό τού Παπανδρέου, πρέπει να το πω, ο Νόμος 1268 του ’82, που άλλαξε τα πανεπιστήμια και επιτέλους ήρθε το αστικό πανεπιστήμιο, κατήργησε τις έδρες και όλο αυτό το αυταρχικό σύστημα. Αυτή η κίνηση ήταν… Δηλαδή, ο Ανδρέας έκανε ορισμένα πράγματα [στο εποικοδόμημα], στη βάση, στην οικονομία δεν έκανε τίποτα. Στο εποικοδόμημα, δικαιώματα για τις γυναίκες, ας πούμε, ο πολιτικός γάμος, το να κρατάς το όνομά σου, άμα θέλεις. Τέτοιας μορφής κινήσεις, που έκανε. Απ’ την άλλη μεριά, ήταν και η διαφθορά. Οι πρασινοφρουροί διόριζαν, δηλαδή το παλαιοκομματικό, οι παλαιοκομματικές δομές.

[…]

Κοιτάξτε, αυτό που μπορώ να πω είναι ότι [στο πανεπιστήμιο τότε] ήταν μία πολύ μαχητική νεολαία, παρά το γεγονός ότι την καθυβρίζανε και τα λοιπά και τα λοιπά. Θυμάμαι, τουλάχιστον στη Φιλοσοφική, η συνεργασία μας με τους φοιτητές ήτανε άψογη. Και παρόλο [που] τα παιδιά, [ενώ] μπορεί να είχαμε ακόμα μια βδομάδα μαθήματα μέχρι τα Χριστούγεννα, φεύγανε, πηγαίναν στα σπίτια τους, και πιο αποδοτικά ήτανε και συνεργάσιμα και δεν υπήρχε ο ατομικισμός. Ο ατομικισμός είναι ένα φαινόμενο που εμφανίζεται τη δεκαετία του ’90. Εκεί διαλύεται αυτό που υπήρχε στα πανεπιστήμια. Αυτή η ζωτικότητα. Όχι μόνο στο επίπεδο της πολιτικής τους δράσης, [αλλά] και στο μυαλό. Από εκεί και πέρα πλέον, γίνεται μια φοβερή καθίζηση και αρχίζει να διαλύεται αυτή η έννοια του συλλογικού υποκειμένου, και αρχίζει να επιδρά αυτή η ιδεολογία του ατομικισμού, η οποία, νομίζω, είναι [κυρίαρχη] μέχρι σήμερα. Μέχρι σήμερα. Και τώρα, με κάθε μέσο, ακριβώς αυτό προσπαθεί να ενδυναμώσει, νομίζω, η νέα κυβέρνηση.

Υπάρχει κάποια προσωπική στιγμή που είναι σημαντική για σας, την περίοδο της Μεταπολίτευσης, που θα θέλατε να αναφερθείτε [σε αυτήν]; Από την περίοδο της Μεταπολίτευσης θυμάστε κάποιες φράσεις χαρακτηριστικές; ΄Η συνθήματα σλόγκαν που να σας έχουνε μείνει;

Αυτό είναι το πρόβλημά μου, το προσωπικό. Μπορώ να σας πω πολλά για τις πορείες που κάναμε όταν ήτανε ο νόμος τής Γιαννάκου που ήθελε να αλλάξει τα πανεπιστήμια και ήμασταν με κλειστούς δρόμους. Μπορώ να σας πω για τέτοιου είδους πράγματα. Προσωπικό […] Δεν έχω κάτι προσωπικό.

Κοιτάξτε, θυμάμαι πάρα πολλά συνθήματα: «Ένας είναι ο αρχηγός ο κυρίαρχος λαός». Αυτό είναι ΚΚΕ. Είχα γράψει και κάποια συνθήματα, τώρα με τον ΣΥΡΙΖΑ, με τον Συνασπισμό. Γιατί εγώ είμαι από εκεί. Γιατί εγώ ήμουνα, όπως λέω, με το ΚΚΕ όταν έγινε η διάσπαση. Και μάλιστα ήμουνα στο Cambridge με άδεια, στη βιβλιοθήκη, στη μεγάλη αίθουσα, και ήρθε ο Δρεττάκης, ο οποίος ήτανε τότε βουλευτής. Και του λέω «Τι έγινε;» και μου λέει «Εχτές το βράδυ χώρισαν μέσα στην βουλή. Κάθισαν σε άλλα έδρανα». Δεν θα την ξεχάσω ποτέ την σκηνή αυτή.

[…]

Αυτό ήτανε νομίζω… πότε ήτανε, το 1991… δεν θυμάμαι. [8]

Ε, βέβαια, η πτώση του τείχους, όλο αυτό, η κατάρρευση της Σοβιετικής Ένωσης. Αυτό δεν θα το ξεχάσω ποτέ. Δεν θα ξεχάσω τη στιγμή που είμαι στο ξενοδοχείο. Έχω έρθει από τη Θεσσαλονίκη και ήμουνα σε ένα ξενοδοχείο που πήγαινα κι έμενα, ήτανε πολύ άρρωστη η μάνα μου τότε, και διάβαζα στον Ριζοσπάστη για τον Γκορμπατσόφ που θα έφερνε τον κομμουνισμό με το ανθρώπινο πρόσωπο, και έκλαιγα από τη συγκίνησή μου και έλεγα: «Επιτέλους! Επιτέλους!». Τέτοιες στιγμές θυμάμαι. Ο προσωπικός μου βίος… Δεν μιλάω [γι’ αυτόν]. Και εάν υπάρχουν, ας πούμε, στιγμές, δεν μιλάω για αυτές. Αυτό που έχω να παρατηρήσω για την εποχή μας είναι ότι ενώ [εγώ] έζησα –ως παιδί, ως κοπέλα και μετά– φιλίες, δεν υπάρχουνε ανθρώπινες σχέσεις πια. Ούτε στο επίπεδο το ατομικό ούτε… Τρέχουνε ο ένας από εδώ, ο άλλος από εκεί. Οι άνθρωποι δεν έχουν καιρό. Ο χρόνος δεν είναι κάτι ιδιωτικό, ο χρόνος είναι μια τεχνολογία την οποία μάς επιβάλλει το σύστημα. Κοιτάξτε τι γίνεται ας πούμε. Τώρα πάλι θυμήθηκα τη Συρία. Ο πόλεμος στη Συρία κάποια στιγμή είχε ξεχαστεί, δεν τον έπαιζε η τηλεόραση. Πολεμούσαν αυτοί και ποιος νοιάζεται. Το ξεχνάς. Η πλειονότητα ζούνε σε έναν χρόνο που είναι χωρίς μνήμη –το παρελθόν σβήνει– και χωρίς προσδοκίες. Το σήμερα το σήμερα, το τώρα το τώρα. Δηλαδή ζούμε ένα τώρα. Δεν αφήνουνε ούτε παρελθόν ούτε μέλλον. Είναι ένα παρόν στο οποίο ζούμε. Φοβερό. Μας αναγκάζουν δηλαδή. Όλα αυτά είναι ο τρόπος με τον οποίο κατασκευάζουν τις υποκειμενικότητες, τις ταυτότητες. Όλο αυτό. Όλο αυτό. […] Δεν υπάρχει ελευθερία. Όσο για πρόσωπα, όπως λέω, δεν θα ξεχάσω ποτέ τον Τσαρούχη –ποτέ, ποτέ, τι ευφυής άνθρωπος!– την εποχή όλη εκείνη του Μπραζίλιαν που ζήσαμε…

Υπάρχει κάποιο τραγούδι χαρακτηριστικό της περιόδου της Μεταπολίτευσης που θυμάστε;

Τραγούδια; Στη Μεταπολίτευση. Για κάτσε. Τι τραγουδούσαμε τότε;

Κάποιο που αγαπάτε; Κάποιο που σας θυμίζει κάτι;

Bandiera rossa μού έρχεται στο μυαλό τώρα. Avanti o popolo, bandiera rossa…[9]Ε, τραγούδι, τα ρεμπέτικα μου αρέσανε πάρα πολύ και τραγουδούσα κιόλας γιατί είχα και βαριά φωνή. Τι είπατε;

Όπως; Κάποια συγκεκριμένα που αγαπάτε;

Για να θυμηθώ… Υπάρχει… προσπαθώ τώρα να το θυμηθώ, γιατί το μυαλό μου έχει γίνει σουρωτήρι με τις αναμνήσεις.

Όλα τα θυμάμαι.

Α! Ο Ταχτσής βέβαια ήτανε μεγάλη φυσιογνωμία, ο Κώστας ο Ταχτσής. Όπως αναφέρω τον Αναγνωστάκη, τον Λεοντάρη, εκτιμώ πάρα πολύ και την ποίηση της γυναίκας του η οποία είναι άλλης μορφής, της Ζέφης Δαράκη. Έχουμε πάρα πάρα πολύ καλούς ποιητές. Ξέρετε γιατί; Υπάρχει μια συνέχεια στην ποίηση. Δεν σταμάτησε ποτέ η ποίηση να γράφει έργα. Από τη μια μεριά έχεις τη χυδαιότητα, τη μικροαστική χυδαιότητα, και από την άλλη έχεις μια ποίηση η οποία είναι συνεχής. [Ενώ] άργησε πάρα πολύ το μυθιστόρημα στην Ελλάδα. Και το θέατρο. Δεν είχαμε Ξενόπουλους ξέρω εγώ. Δεν είχαμε θέατρο.

Το θέατρο την περίοδο της Μεταπολίτευσης;

Στη Μεταπολίτευση ναι, ναι. Ο Ζιώγας… Αρχίζει και γράφεται θέατρο. Δεν υπήρχε παραγωγή.

Αυτό που μου αναφέρατε πριν ξεκινήσουμε τη συνέντευξη για το θέατρο του Μαρμαρινού;

Κοιτάξτε, για έμενα το θέατρο του Μαρμαρινού… Πραγματικά την εποχή εκείνη οι παραστάσεις [του] που ανέβαιναν ήτανε αντίστοιχες, θα έλεγα, με αυτό που μας έφερε ο Κουν [παλαιότερα]. Δεν ξέραμε τίποτα. Από θέατρο τι ξέραμε; Αντίστοιχη ήτανε και αυτή όλη η παραγωγή τότε του Μαρμαρινού, νομίζω. Πάρα πολύ σημαντική ήτανε η παρουσία του Μαρμαρινού στο θέατρο. Ήτανε μία τομή. Τομή. Ήτανε εμπορικό [το] θέατρο [τότε], ας πούμε. Τομή. Θυμάμαι και εγώ, τότε που δίδασκα στη Θεσσαλονίκη, βλέπαμε και εκεί παραστάσεις που δεν μπορούσα να τις δω στην Αθήνα. Τον Heiner Müller, ας πούμε.

Αλλά κοιτάξτε να σας πω, δυστυχώς, δυστυχώς υπάρχουν αυτές οι κλίκες της μετριότητας, και τους ανθρώπους οι οποίοι έχουνε κάνει, έχουνε προσφέρει στην τέχνη, κοιτάζουν πώς να τους… Εγώ βλέπω και τον Τερζόπουλο. Δηλαδή εάν είναι δύο από τους καθιερωμένους, ας πούμε, που εκτιμώ ιδιαίτερα, είναι ο Μαρμαρινός και ο Τερζόπουλος. Ε, ποιος τους δίνει σημασία; Τους έχουνε τιμήσει; Κανείς. Έχει γίνει; Σαν τον Μητρόπουλο. Αυτό το θαυμάσιο που είχε κάνει ο Λευτέρης ο Βογιατζής με τον Σκεύα. [10] Το ίδιο πράγμα είναι. Άμα δούνε ότι κάποιος ξεπερνάει τα όρια της επαρχίας, αλίμονό του. Για αυτό λέω, είναι αυτή η μικροαστική νοοτροπία και ιδεολογία, και όλο κρατιέται κάτω και όταν πάει κάτι να ανθίσει το κόβουνε από τη ρίζα.

Σινεμά πηγαίνατε;

Κοιτάξτε, είναι περίεργο… Θέατρο τώρα είναι δύσκολα τα πράγματα, δεν μετακινούμαι και πολύ. Αλλά να πάω σε εστιατόριο να φάω μόνη μου βράδυ, κανένα πρόβλημα· να πάω θέατρο, κανένα πρόβλημα· να πάω συναυλία, κανένα πρόβλημα. [Ενώ] το σινεμά το έχω συνδυάσει με την παρέα από κοπελίτσα που ήμουνα.

Μιλάτε για τώρα.

Όλη μου τη ζωή. Δεν πάω μόνη μου σινεμά.

Την περίοδο της Μεταπολίτευσης πηγαίνατε σινεμά;

Έχω χάσει πάρα πολλά καλά έργα.

Υπάρχει κάποια ταινία που θυμάστε; ΄Η όταν βλέπατε ταινίες τι ταινίες βλέπατε;

Κοιτάξτε, όταν ήμουνα φοιτήτρια στην Αμερική, τότε επιτρεπόταν και το κάπνισμα, ήταν τα συνοικιακά, Λουΐς τα λέγανε, ήτανε chain και είχε δύο έργα, όλα τα καουμπόικα.

Καουμπόικα βλέπατε;

Όλα, και τα καουμπόικα και όλα. Και τα καλά και τα καουμπόικα. Έβλεπα πάρα πολύ κινηματογράφο. Κοιτάξτε, εμένα εάν είναι ταινίες που με έχουν συγκλονίσει, είναι του Ταρκόφσκι. Δηλαδή στα τρίσβαθα. Θυμάμαι… η Νοσταλγία. Είχαμε πάει με μια φίλη και το είδαμε μαζί στη Θεσσαλονίκη και βγαίνοντας από τον κινηματογράφο θυμάμαι είχαμε αγκαλιαστεί σφιχτά και οι δύο, μας είχε συγκλονίσει η ταινία. Και ήτανε η πρώτη φορά στη ζωή μου που ένοιωσα αγάπη για τον άνθρωπο. Δεν θα το ξεχάσω ποτέ. Ένοιωθα ότι αγαπούσα. Από τότε ήτανε μάθημα για εμένα. Και τώρα, ας πούμε, όταν πάω για διακοπές στην Αίγινα και κάθομαι σε ένα καφενείο και βλέπω την οικογένεια που έρχεται από τον Πειραιά, ο πάππους, η γιαγιά, τα εγγονάκια με τα μπαλόνια… Με έμαθε να αγαπάω ο Ταρκόφσκι. Όχι να συμμετέχω και να παλεύω. Να αγαπάω. Αυτό. Αυτή την ταινία, ας πούμε, δεν θα την ξεχάσω ποτέ.

Πώς θα χαρακτηρίζατε την περίοδο της Μεταπολίτευσης; Ευχάριστη, δυσάρεστη;

Κοιτάξτε, για εμένα ήτανε διάψευση ελπίδων. Σε διάφορα επίπεδα. Διαψεύστηκαν οι ελπίδες. Νομίζω ότι ο Αντρέας είχε όλη τη δύναμη τότε, γιατί ήτανε και οι συμμαχίες που είχανε γίνει, να αλλάξει πάρα πολλά πράγματα. Δεν είναι τυχαίο ότι αυτός ο βαθύτατα μορφωμένος άνθρωπος δεν είχε πάει ούτε μια φορά στο Ηρώδειο. Άντζελα Δημητρίου και ρεμπέτικα – [και] καλά. Εντάξει. Δεν έκανε τίποτα ας πούμε για την κουλτούρα, για να ανεβάσει το επίπεδο. Άλλο από τον νόμο για τα πανεπιστήμια κτλ. Από εκεί και πέρα, εντάξει, ήτανε και προσωπικότητα fiction, ας πούμε, με όλη την προσωπική του ζωή. Αυτά. […]

Υπάρχει κάποιο [τραγούδι] που τραγουδάτε ή σιγομουρμουρίζετε;

«Κάτω απ’ το, κάτω απ’ το σβηστό φανάρι,

κοιμάται κάποιο, κάποιο παλληκάρι.

Δεν έχει μάνα, μάνα να πηγαίνει

τα ρούχα του, τα ρούχα του τουλάχιστον να πλένει» (τραγουδάει). [11] Αυτά.

Και μια τελευταία ερώτηση. Αισθάνεστε ότι τώρα, εννοώ μιλώντας για τη Μεταπολίτευση, αισθάνεστε ότι όλα έχουν συμβεί; Υπάρχει κάτι που περιμένετε, κάτι που δεν περιμένετε;

Κοιτάξτε, λέω: πότε ξανά έχουμε εκλογές; Θα είμαι εδώ να ψηφίσω ΣΥΡΙΖΑ; Κοιτάξτε, αυτή τη στιγμή είμαι πάρα πολύ απογοητευμένη, και διεθνώς, με όλα αυτά που γίνονται γιατί είναι αχτύπητο πια. Κοιτάξτε τώρα, όλος ο πλούτος είναι μαζεμένος σε ένα 2%. Τι, τι; Πού πάει; Λένε όλοι: «Η Αριστερά, 21ος αιώνας, ποια ταυτότητα;» Δηλαδή αυτό είναι κάτι που θα ζυμωθεί. Και εάν είναι –λένε– ΠΑΣΟΚ; Μα δεν είναι. Τι μπορεί να κάνει σήμερα μια αριστερή δύναμη; Πώς μπορεί να παλέψει αυτό το πράγμα; Εκτός από μικρές τακτικές κινήσεις… Δηλαδή αυτή τη στιγμή μάς μοιάζει ότι είναι άθλος το να έχεις ένα κοινωνικό κράτος, να έχεις δημόσια παιδεία και υγεία. Καταλαβαίνετε ότι ζούμε… [ότι] μας γυρίζει η ταινία στο παρελθόν; Είναι σαν να γυρίζεις ανάποδα μια ταινία στον 19ο αιώνα. Πάνε τα εργατικά δικαιώματα, όλος αυτός ο αγώνας, όλο αυτό το αίμα που χύθηκε για να κερδίσει, για να κερδηθούν ανθρώπινα δικαιώματα, εργατικά δικαιώματα. Όλο αυτό έχει τελειώσει. Δηλαδή πάμε πίσω στον 19ο αιώνα.

Από την άλλη, εγώ πιστεύω δύο πράγματα. Καμιά φορά σκέφτομαι με όρους γεωλογικού χρόνου. Ωραία, και ποιος νομίζει ότι είναι ο άνθρωπος; Υπήρξαν δεινόσαυροι, πάνε οι δεινόσαυροι. Λοιπόν, κάποια στιγμή θα τελειώσει και ο άνθρωπος. Γεωλογικός χρόνος. Ποιος είπε ότι είμαστε αιώνιοι; Και το άλλο είναι ότι θα καταλήξει ο καπιταλισμός σε κομμουνισμό. Από ποια άποψη; Με την τεχνητή νοημοσύνη, με όλα αυτά τα ρομπότ [που] θα κάνουνε τα πάντα, θα δίνουνε σε όσους ζούνε και δεν πεθαίνουνε, δεν γερνάνε, από 30 χρονών [σε όσους] επιζούν θα λένε: «Παίρνε ένα βασικό επίδομα να ζεις και διάβαζε, βλέπε τηλεόραση». Δεν ξέρω πώς θα είναι η ζωή στα επόμενα χρόνια. Αλλά δεν θα εργάζεται πλέον ο άνθρωπος. Κοιτάξτε, βλέπετε ποτέ εσείς γράμματα στο γραμματοκιβώτιο σας; Όχι. Υπάρχουν ταχυδρόμοι; Πάνε οι ταχυδρόμοι. Δηλαδή ένα ένα, όπως τότε που ήμουνα εγώ παιδί εξαφανίστηκε η πλύστρα, τώρα έχουν εξαφανιστεί οι ταχυδρόμοι. Εγώ, ας πούμε, τώρα [που] είμαι μόνη μου, [θα] μπορούσα κάλλιστα να έχω την Alice, πώς τις λένε, το ρομπότ το οποίο τώρα εκφράζει και συναισθήματα. Να μου λέει «Μαντάμ», να με χαϊδεύει, να πατάω το κουμπί να μου φέρνει τον δίσκο με το φαγητό μου. Ποιοι θα κάνουν όλες τις δουλειές; Τα ρομπότ, τα ρομπότ. Οπότε δεν θα υπάρχει εργασία για τον άνθρωπο, θα κάθεται, θα κάθεται, θα τρώει… ρίζες, δεν ξέρω τι θα τρώει. Δεν χρειάζεται να δουλεύεις. Εκεί θα καταλήξουμε. Και κάποια στιγμή θα πάψει να υπάρχει και ο άνθρωπος. Και ποιος είναι δηλαδή ο άνθρωπος; Δεν κατάλαβα.

Σας ευχαριστώ πάρα πολύ.

Και εγώ ευχαριστώ πάρα πολύ. Την αγάπη μου στον Μιχαήλ.

Η Ευφροσύνη Μαστρόκαλου είναι σκηνοθέτις, δραματουργός και actor trainer.

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

[1] Αν και δεν μιλάει για τέλος της Μεταπολίτευσης, ο Βαγγέλης Καραμανωλάκης υπογραμμίζει: «Νομίζω ότι το 2009 αποτελεί ένα σημείο τομής, η οικονομική κρίση και οι μετασχηματισμοί που επέφερε αποτέλεσαν μια τόσο βίαιη εξέλιξη που δύσκολα νομίζω ότι κανείς μπορεί να χρησιμοποιήσει […] τον όρο [Μεταπολίτευση]» στο Βαγγέλης Καραμανωλάκης, «Η Μεταπολίτευση άλλαξε την ελληνική ιστορία του 20ού αιώνα», Αυγή, 26.05.2024 (συνέντευξη στην Πόλυ Κρημνιώτη).

[2] Το 2012 η συγκυβέρνηση Σαμαρά-Βενιζέλου-Κουβέλη σπεύδει να μοιράσει «το κράτος σε κομμάτια»: η αναλογία κατανομής των διοικήσεων δημοσίων οργανισμών και φορέων είναι «4 στον νικητή των εκλογών, 2 και 1 στους κυβερνητικούς εταίρους» στο Στέργιος Ζαμπάκης, «Ντοκουμέντο: Το κράτος ως λάφυρο της κυβέρνησης ΝΔ-ΠΑΣΟΚ-ΔΗΜΑΡ», tvxs, 25.01.2016 (πρόσβαση 25.5.2024).

[3] Πατέρας του ήταν ο Ιωάννης Ράλλης, διορισμένος πρωθυπουργός των κατοχικών δυνάμεων την περίοδο 1943-1944.

[4] Το 1976, όταν ο Γιώργος Ράλλης ήταν υπουργός Παιδείας, καθιερώθηκε η χρήση της δημοτικής στη διοίκηση και την εκπαίδευση.

[5] Μετά τις εκλογές του 2015, τη μειοψηφική σοσιαλιστική κυβέρνηση του Αντόνιο Κόστα στηρίζουν, χωρίς να συμμετέχουν με στελέχη τους σε αυτήν, το μπλοκ της Αριστεράς, το Κομμουνιστικό Κόμμα και οι Πράσινοι. Το 2019 το Σοσιαλιστικό Κόμμα πέτυχε την εκλογική νίκη χάρη στη στήριξη της ευρύτερης Αριστεράς. Όμως η συμμαχία Κομμουνιστών-Πρασίνων τιμωρήθηκε από τους ψηφοφόρους για αυτή τους την επιλογή. Εuronews 27.11. 2015 και José Santana Pereira, «“Αντίο, ‘Geringonça’”: Οι εκλογές του 2019 στην Πορτογαλία», ΕΝΑ, Ινστιτούτο Εναλλακτικών Πολιτικών (πρόσβαση 26.5.24).

[6] Το 1988 συναντήθηκε ο Χαρίλαος Φλωράκης με τον Λεωνίδα Κύρκο, Γραμματέα της Ελληνικής Αριστεράς (ΕΑΡ). Η ολομέλεια της Κεντρικής Επιτροπής του ΚΚΕ τον Δεκέμβριο του 1988 επικύρωσε το «κοινό πόρισμα» της ομάδας εργασίας του ΚΚΕ με την ΕΑΡ. Ριζοσπάστης, 21.02.2021 (πρόσβαση στο διαδίκτυο 24.5.24). Έτσι το 1989 ιδρύθηκε ο Συνασπισμός της Αριστεράς και της Προόδου ως εκλογική συμμαχία του ΚΚΕ και της ΕΑΡ. «Το ¨κοινό πόρισμα” δεν αγκαλιάστηκε από το πιο ορθόδοξο τμήμα του ΚΚΕ», Θοδωρής Λέννας, «Οι διασπάσεις της Αριστεράς: Από τη μαχαιριά της Βουδαπέστης στο νέο εμφύλιο της Κουμουνδούρου», Καθημερινή, 07.11.2023 (πρόσβαση στο διαδίκτυο 24.5.24).

[7] Ο αντικομφορμιστικός κύκλος διανοουμένων και καλλιτεχνών στην Αγγλία του μεσοπολέμου. Η Βιρτζίνια Γουλφ, ο Λόρδος Στράτσλεϋ, ο Μέυναρντ Κέυνς, η Βανέσα Μπελ ήταν κάποια από τα επιφανή μέλη τού κύκλου αυτού.

[8] Τον Ιούνιο του 1991 το ΚΚΕ αποχωρεί από τον Συνασπισμό της Αριστεράς και της Προόδου.

[9] Το επαναστατικό τραγούδι «Bandiera rossa» εμψύχωσε τους εργάτες που διαδήλωναν και απεργούσαν την «Κόκκινη Εβδομάδα» αναταραχών, το 1914: «Εμπρός λαέ ξεσηκώσου! / Η κόκκινη σημαία, η κόκκινη σημαία / Εμπρός λαέ, ξεσηκώσου / Η κόκκινη σημαία θα θριαμβεύσει. / Η κόκκινη σημαία θα θριαμβεύσει / Ζήτω ο κομμουνισμός και η ελευθερία». Κατόπιν καθιερώθηκε ως ύμνος του Κομμουνιστικού Κόμματος.

[10] Γιώργος Σκεύας, Γυμνά χέρια: Μια ταινία-ντοκιμαντέρ για τον Δημήτρη Μητρόπουλο (2012). Στην ταινία πρωταγωνιστούσε ο Λευτέρης Βογιατζής.

[11] «Το σβηστό φανάρι», σε στίχους και μουσική τού Γιώργου Μητσάκη, το τραγουδούσε η Σωτηρία Μπέλλου.

 

Δείτε Επίσης

Αφήστε μια απάντηση

IΔPYTHΣ Σταμάτης Χρυσολούρης

EKΔOTEΣ Γιώργος Γουλάκος, Έλλη Δρούλια, Αλέξανδρος Κεσσόπουλος, Λάμπρος Μπαλτσιώτης, Κώστας Χριστόπουλος

ΣYNTAKTIKH EΠITPOΠH Έφη Αβδελά, Νίκος Αλιβιζάτος, Νικόλας Βαγδούτης, Θανάσης Βαλαβανίδης, Κώστας Βλασόπουλος, Κώστας Γαβρόγλου, Γιώργος Γιαννακόπουλος, Γιώργος Γιαννουλόπουλος, Έλλη Δρούλια, Χάρης Εξερτζόγλου, Ελευθερία Ζέη, Όλγα Θέμελη, Βίκυ Ιακώβου, Γιώργος Ιωαννίδης, Αλέξανδρος Κεσσόπουλος, Αλέξανδρος Κιουπκιολής, Λούση Κιουσοπούλου, Ηλίας Κούβελας, Νίκος Κουραχάνης, Δημήτρης Κυρτάτας, Σαράντης Λώλος, Γιώργος Μαλάμης, Αχιλλέας Μητσός, Γιάννης Μπαλαμπανίδης, Λάμπρος Μπαλτσιώτης, Ρίκα Μπενβενίστε, Βαγγέλης Μπιτσώρης, Στρατής Μπουρνάζος, Ανδρέας Πανταζόπουλος, Άκης Παπαταξιάρχης, Στέφανος Πεσμαζόγλου, Κατερίνα Ροζάκου, Αντιγόνη Σαμέλα, Αθηνά Σκουλαρίκη, Δημήτρης Χριστόπουλος, Κώστας Χριστόπουλος, Θωμάς Ψήμμας

ΓPAMMATEIA ΣYNTAΞHΣ Αλέξανδρος Κεσσόπουλος, Κατερίνα Ροζάκου, Αντιγόνη Σαμέλα, Νίκος Σιγάλας, Αθηνά Σκουλαρίκη, Κώστας Χριστόπουλος

KAΛΛITEXNIKH EΠIMEΛEIA Βουβούλα Σκούρα

ΔIEYΘYNTHΣ EKΔOΣHΣ Γιώργος Γουλάκος

ΔIOPΘΩΣH KEIMENΩN Αναστασία Λαμπροπούλου

HΛEKTPONIKH ΣEΛIΔOΠOIHΣH Πόπη Αλεξίου

EKTYΠΩΣH Γιώργος Kωστόπουλος, Aκομινάτου 67-69, τηλ.: 210.8813241

BIBΛIOΔEΣIA Βασ. & Ζαχ. Μπετσώρη O.Ε., Στ. Γονατά 13A, τηλ.: 210.5743.783

ΕΙΔΟΠΟΙΗΣΕΙΣ

Εισάγετε το email σας για να ενημερώνεστε για τα νέα άρθρα