Υπό το φως της αμαρτίας, ίσως

Διονύσης Καψάλης

Γιὰ τὸ βιβλίο:

Σταῦρος Ζουμπουλάκης, Ὑπὸ τὸ φῶς τοῦ μυθιστορήματος, Πόλις, Ἀθήνα 2015, 214 σ.

τχ. 132-133

 

 

Δέχθηκα μὲ μεγάλη χαρὰ νὰ συμμετάσχω στὴν παρουσίαση τοῦ βιβλίου τοῦ Σταύρου Ζουμπουλάκη, κατὰ κατάφωρη ὑπέρβαση τῶν γνώσεων καὶ τῆς ἁρμοδιότητάς μου, γιὰ δύο ἁπλούστατους λόγους: πρῶτον, γιὰ νὰ τιμήσω τὴ φιλία μας, καὶ δεύτερον, γιατί ὁ Σταῦρος Ζουμπουλάκης, ὅταν γράφει, ἔχει κάτι σημαντικὸ νὰ πεῖ. Τὸν πρῶτο λόγο τὸν ἀφήνω ἥσυχο στὴν ἰδιωτική του ἀσυλία, γιὰ νὰ ἀσχοληθῶ, στὰ λίγα λεπτὰ τῆς ὥρας ποὺ μοῦ ἀναλογοῦν, μὲ τὸν δεύτερο.

Γιὰ τὸ μυθιστόρημα εἰδικά, ἔχει πολλὰ νὰ πεῖ ὁ Σταῦρος Ζουμπουλάκης, ποὺ ἀφοροῦν ἄμεσα καὶ ἐπιτακτικὰ τὸν καιρό μας, τὸν κόσμο στὸν ὁποῖο ζοῦμε καὶ (μὲ τὴν ἄδειά σας) τὴν ἡλικία μας. Ὁ ἴδιος εἶναι τακτικὸς ἀναγνώστης μυθιστορημάτων, ὅπως φαίνεται ἀπὸ τὸ βιβλίο του, καὶ τὴν ἰδιότητα αὐτή, τὴν ἰδιότητα τοῦ ἀναγνώστη μυθιστορημάτων, κι ἂς μὴν τὴν τοποθετεῖ ψηλὰ στὴν κλίμακα τῆς γνώσης, ἐπείγεται ἐντούτοις νὰ τὴ διαφυλάξει ὡς ἀξία. Νὰ τὴ διαφυλάξει ἀπὸ τί; Πρωτίστως ἀπὸ ὅσα ὁ ἴδιος διατρανώνει πὼς δὲν εἶναι, αὐτὸς ἢ τὰ κείμενά του. Τὰ συναχθέντα δοκίμια, κατὰ ὁμολογία του, «…εἶναι κείμενα ἑνὸς ἀναγνώστη ποὺ διαβάζει μυθιστορήματα […] Εἶναι κείμενα ὑποκειμενικά, μὰ ὄχι αὐθαίρετα, ποὺ θέλουν νὰ συναντήσουν ἄλλους ἀναγνῶστες. Δὲν διεκδικοῦν κανενὸς εἴδους ἐπιστημονικότητα οὔτε ἐπιδιώκουν νὰ ἐπιβεβαιώσουν τὴν ὀρθότητα κάποιας λογοτεχνικῆς θεωρίας. Δὲν ἔχω ἄλλωστε καμία» (σ. 9).

Ὁμολογῶ κι ἐγὼ ὅτι τὶς προεισαγωγικὲς αὐτὲς προτάσεις τὶς δέχτηκα μὲ ἀνακούφιση. Συμμερίζομαι καὶ τὰ αἰσθήματα κόπωσης ποὺ διαγιγνώσκω νὰ ἔχουν συσσωρευτεῖ πίσω ἀπὸ αὐτές. Ἀφοῦ παραμερίσουμε διακριτικὰ διάφορες ἀνούσιες φλυαρίες καὶ φαντασιοπληξίες τῶν τελευταίων δεκαετιῶν, ὥστε νὰ μπορέσουμε ἀσχοληθοῦμε –πόσο δίκιο ἔχει σ᾽ αὐτὸ ὁ Ζουμπουλάκης– μὲ τοὺς πραγματικοὺς λόγους γιὰ τοὺς ὁποίους πραγματικοὶ ἄνθρωποι διαβάζουν μυθιστορήματα, μετὰ ἀπὸ αὐτὸ τὸ ἀναγκαῖο συγύρισμα τοῦ ταλαιπωρημένου μας μυαλοῦ, γεννιέται ἕνα ἁπλὸ ἐρώτημα: τί εἴδους πράξη συνιστᾶ ἡ ἀνάγνωση ἑνὸς μυθιστορήματος στὴ σημερινὴ κοινωνία; Τί σόι πλάσμα εἶναι αὐτὸς ὁ ἀναγνώστης μυθιστορημάτων; Δὲν ἔχω βέβαια καμιὰ σχηματισμένη ἀπάντηση στὰ ἐρωτήματα αὐτά, οὔτε ἄλλωστε τὰ κείμενα τοῦ Ζουμπουλάκη τὰ ἐπικαλοῦνται ἢ καταπιάνονται συστηματικὰ μὲ τὸ νὰ τὰ ἀπαντήσουν. Δείχνουν ὅμως σαφῶς πρὸς τὴν κατεύθυνση μιᾶς ἀπάντησης, ἕναν ὁρίζοντα πρὸς τὸν ὁποῖο μπορεῖ νὰ κινηθεῖ ἡ σκέψη μας καὶ νὰ συγκινηθεῖ ἡ ἀνάγνωσή μας. Διαβάζω πάλι ἀπὸ τὸν σύντομο ἀλλὰ μεστὸ πρόλογο:

«Πιστεύω ἁπλῶς καὶ ἁπλὰ ὅτι τὸ μυθιστόρημα σκέφτεται, μὲ τρόπο αἰνιγματικό, τὴ ζωὴ καὶ τὸν κόσμο, καὶ γι᾽ αὐτὸ ὅποιος καταφεύγει στὴν ἀνάγνωση παλαιότερων ἢ σύγχρονων, ἑλληνικῶν ἢ ξένων, –ἀδιάφορο– μυθιστορημάτων θέλει ἀκριβῶς, συνειδητὰ ἢ ἀνεπίγνωστα, νὰ ξεδιαλύνει λίγο τὸ αἴνιγμα τῆς ζωῆς του, νὰ φωτίσει τὸ μυστήριό της, μὰ καὶ νὰ διευρύνει τὰ ὅρια τῆς δικῆς του κατανόησης τοῦ κόσμου καὶ τῶν ἀνθρώπων» (σ. 9).

Τὸ βέλος –ποὺ, ὅπως γνωρίζουμε πιὰ ὅλοι, εἶναι τὸ βέλος τοῦ χρόνου στὴν κατεύθυνση τῆς φθορᾶς– δείχνει τὴν αἰνιγματικότητα τοῦ κόσμου καὶ τὸ μυστήριο τῆς ζωῆς. Σ᾽ αὐτὴν ἀκριβῶς τὴν κατεύθυνση, ὅπως τὴν ὑποδεικνύει ὁ πρόλογος τοῦ βιβλίου, θὰ πορευτοῦμε κι ἐμεῖς λίγο, προσδοκώντας νὰ σχηματίσουμε ἐναργέστερα τὸ πρόσωπο τοῦ ἀναγνώστη μυθιστορημάτων, ὅπως τὸ ἐνσαρκώνει, μέσα σ᾽ αὐτὰ τὰ κείμενα, ὁ συγγραφέας Σταῦρος Ζουμπουλάκης. Κρατῶ τὴν ἐμβληματικὴ φράση ὅτι «τὸ μυθιστόρημα σκέφτεται, μὲ τρόπο αἰνιγματικό, τὴ ζωὴ καὶ τὸν κόσμο»· τὴν κρατῶ ὄχι μόνο γιὰ τὴν ἔμφαση στὸ αἴνιγμα ἀλλὰ καὶ γιὰ τὴν ὑπέροχη διατύπωση ὅτι τὸ «μυθιστόρημα σκέφτεται», καὶ τὴ συμπληρώνω ἀμέσως μὲ μιὰν ἁπλὴ διαπίστωση. Κοντὰ σὲ ὅλα τ’ ἄλλα, ὅσα κατὰ καιροὺς ἀποφασίζουμε ὅτι διακρίνουν τὸν ἄνθρωπο ἀπὸ τὴν ὑπόλοιπη ἔμψυχη ζωὴ στὸν πλανήτη, εἶναι καὶ τὸ ἁπλούστατο γεγονὸς ὅτι εἴμαστε τὸ εἶδος ποὺ λέμε ἱστορίες ὁ ἕνας στὸν ἄλλον. Ἀπὸ τὸν 18ο αἰώνα, ὅταν τὸ γραμματειακὸ εἶδος μυθιστόρημα σχηματίζεται ὡς κοινωνικὸς θεσμός, μὲ συγγραφεῖς, ἐκδότες, ἀναγνῶστες καὶ ἀναγνώστριες –καὶ μ᾽ αὐτὴ τὴν ἔννοια λέμε ὅτι «γεννιέται»–, οἱ ἱστορίες αὐτὲς λειτουργοῦν ὡς συναυτουργοὶ τῆς ὅποιας αὐτογνωσίας μας καὶ μεταβολίζουν σὲ εἰκότες μύθους τὴ σχέση μας μὲ τὸν κόσμο. Σ᾽ αὐτὴ τὴν ἁπλὴ ἀλλὰ ὑπέροχα αἰνιγματικὴ πράξη ἑστιάζεται, σὰν σὲ ἀγαπημένη συνήθεια, ἡ ἐνασχόληση τοῦ Σταύρου μὲ τὸ μυθιστόρημα. Μένει νὰ ψηλαφήσουμε κάποια χαρακτηριστικά της.

Μπαίνω κατευθείαν στὴν οὐσία μὲ τὴν παρατήρηση ὅτι δύο θεματικοὶ πυρῆνες, δύο ἑστίες ἐνδιαφέροντος, φαίνεται νὰ κυριαρχοῦν στὰ δοκίμια ποὺ συναπαρτίζουν τὸ ἀνὰ χείρας βιβλίο: τὸ φαινόμενο τῆς πίστης, ποὺ γιὰ τὸν Ζουμπουλάκη εἶναι ἡ χριστιανικὴ πίστη, καὶ ἡ ἱστορικὴ δοκιμασία τοῦ ἰουδαϊσμοῦ. Τὰ δύο αὐτὰ θέματα (ἂν μποροῦμε νὰ ποῦμε ὅτι πρόκειται ἁπλῶς γιὰ «θέματα») δὲν σχηματίστηκαν παρεμπιπτόντως, σὰν ἀπόηχος τῶν μυθιστορημάτων ποὺ ἔτυχε νὰ διαβάσει ὁ Ζουμπουλάκης. Μαρτυροῦν καὶ τὰ δύο σθεναρότερη καὶ διαρκέστερη συνάρτηση μὲ τὴν πράξη τῆς ἀφήγησης, ὅπως τὴν γνωρίζουμε στὸν δυτικό, τουλάχιστον, κόσμο, καὶ γι᾽ αὐτό, ὅπως θὰ προσπαθήσω νὰ δείξω ὅσο πιὸ συνοπτικὰ μπορῶ, ἀποτελοῦν τὶς βαθύτερες ἀφορμὲς τῆς ἐνασχόλησης τοῦ Ζουμπουλάκη μὲ τὸ μυθιστόρημα καὶ ἀναγκαῖα στοιχεῖα τοῦ πνευματικοῦ του ὁρίζοντα.

Δύο παρεμπίπτουσες διευκρινίσεις, μᾶλλον προσωπικῆς ὑφῆς. Ἂν ἔπρεπε σώνει καὶ καλὰ νὰ τοποθετηθῶ, ὅπως λέμε, ἀπέναντι στὸ ἐρώτημα τῆς πίστης, θὰ ἔλεγα ὅτι ἀνήκω στοὺς ἀγνωστικιστές, κυρίως διότι δὲν ἐμπιστεύομαι τὸν μαχητικὸ ἀθεϊσμό: φιλοσοφικὰ ἀφελής, βιάζεται νὰ κλείσει ἐρωτήματα καὶ ἀπορίες τὶς ὁποῖες ἡ ἀνεξίθρησκη πίστη, ὅπως τοῦ Ζουμπουλάκη, φροντίζει νὰ παραμείνουν ἀνοιχτὰ καὶ ἐνεργὰ μέσα στὴ ζωή μας πρὸς ὄφελος ὅλων. Θέλω νὰ πῶ ὅτι ἡ πίστη τοῦ Ζουμπουλάκη εἶναι καλύτερος συνομιλητὴς –καὶ ἀσφαλῶς ὄχι μόνο γιὰ τὸ μυθιστόρημα– ἀπὸ τὸν βάναυσο ἀναγωγισμό, παραδείγματος χάριν, τοῦ Ρίτσαρντ Ντώκινς. Ἡ δεύτερη παρατήρηση ἀφορᾶ τὸν ἑβραϊσμό. Μὲ τὸν Σταῦρο μᾶς συνδέει, μεταξὺ ἄλλων, καὶ ἡ πεποίθηση ὅτι τὸ γεγονὸς τοῦ Ὁλοκαυτώματος δὲν μπορεῖ κατὰ κανένα τρόπο νὰ λείψει ἀπὸ τὸν ἠθικὸ στοχασμό μας σήμερα· ὅτι τὸ Ἄουσβιτς ἔχει ἀλλάξει ὁριστικὰ καὶ ἀμετάκλητα τὸν τρόπο μὲ τὸν ὁποῖο μποροῦμε νὰ σκεφτοῦμε τὴν ἠθικὴ ὑπόσταση τοῦ ἀνθρώπου, «ἐὰν αὐτὸ εἶναι ὁ ἄνθρωπος», ὅπως σπεύδουμε, μετὰ τὸν Πρίμο Λέβι, νὰ συμπληρώσουμε. Δὲν εἴμαστε ἀσφαλῶς οἱ μόνοι, οὔτε πιστεύω ὅτι ἡ δύσκολη καὶ δυσάρεστη αὐτὴ κοινή μας πεποίθηση μᾶς περιποιεῖ τιμὴ ἢ εὔσημα ἐγρήγορσης. Τὸ ἀναφέρω ἁπλῶς ἐπειδὴ ἀποτελεῖ συχνὰ ἀντικείμενο συζήτησης ἀνάμεσά μας ἀλλὰ καὶ ἐπειδὴ ἡ παραμικρὴ μνεία τοῦ θέματος –ὁ Θεὸς νὰ τὸ κάνει ἕνα «θέμα» σὰν ὅλα τ᾽ ἄλλα– μπορεῖ ἀκόμα, φεῦ, νὰ ἐγείρει κραυγὲς πολέμου στὸν τόπο μας, ὅπου ὁ ἀντισημητισμὸς μᾶλλον αὐξάνει παρὰ μειώνεται.

Ξεκινῶ λοιπὸν μὲ τὴν πίστη. Λέγοντας «πίστη», σπεύδω νὰ διευκρινίσω ὅτι ὁ Σταῦρος Ζουμπουλάκης δὲν ἀνήκει στὶς τάξεις τῶν μοραλιστῶν. Ἡ πίστη του εἶναι πλασμένη ἀπὸ ἀνθρώπινη ἀνάγκη ὄχι ἀπὸ δογματικοὺς κανόνες, ἠθικοπλαστικὰ πρότυπα καὶ κατήχηση· ἡ σκέψη του γιὰ τὸ φαινόμενο τῆς μεταφυσικῆς πίστης εἶναι μᾶλλον σπορὰ τοῦ Πασκὰλ καὶ τοῦ Λεβινάς.  Ἀπὸ τὴν ἴδια ὕλη, τὴν ὕλη τῆς ἀμφιβολίας, τῆς πλάνης, τῆς ἁμαρτίας, ἀπὸ τὸ σκεβρὸ ὑλικὸ τῆς ἀνθρωπότητας δηλαδή, εἶναι πλασμένο καὶ τὸ μυθιστόρημα. Ξεφυλλίζω τὶς σελίδες τοῦ βιβλίου τὶς ἀφιερωμένες στὴ Φλάννερυ Ο᾽Κόννορ, τὸ στοχαστικότερο γιὰ μένα κείμενο τῆς συναγωγῆς μαζὶ μὲ τὸ δοκίμιο γιὰ τὸν Ἰὼβ τοῦ Ρότ, καὶ διαβάζω:

«Ὅσο ἰσχυρὴ εἶναι μέσα στὴν Ο᾽Κόννορ ἡ ἐπιθυμία νὰ γίνει συγγραφέας, ἄλλο τόσο εἶναι καὶ ἡ ἐπιθυμία της νὰ μείνει πιστή […] Ξέρουμε ὅμως ὅτι αὐτὲς οἱ ἐπιθυμίες (ἢ ἀνάγκες) δὲν συμφιλιώνονται εὔκολα. Ἡ πίστη στὴν πληρότητά της μπορεῖ νὰ κάνει τὴ λογοτεχνία νὰ φαίνεται μάταιη καὶ περιττή» (σ. 140).

Τὸ μυθιστόρημα, ἑπομένως, δὲν μπορεῖ ποτὲ νὰ εἶναι ἡ ἀφήγηση τῆς πληρότητας ἢ τῆς βεβαιότητας τῆς πίστης. Ἀπεναντίας, ἔχοντας σφετεριστεῖ στὸν σύγχρονο κόσμο τὴ θέση τοῦ ἔπους, σύμφωνα μὲ μιὰ πειστικὴ ἐρευνητικὴ ὑπόθεση, τὸ μυθιστόρημα εἶναι τὸ χρονικὸ τῆς ἀπομάκρυνσης τοῦ ἀνθρώπου ἀπὸ τὸν Θεό, τῆς περιπλάνησής του μέσα στὴν ἁμαρτία.  Ἀπὸ τὴ στιγμὴ ποὺ ὁ Θερβάντες, ὅπως τὸν περιγράφει ὁ Κούντερα, τράβηξε τὸ μαγικὸ παραπέτασμα καὶ ἀποκάλυψε τὸν κόσμο ὅπως εἶναι, τὸ μυθιστόρημα εἶναι τὸ χρονικὸ αὐτοῦ τοῦ «ὅπως εἶναι». Χρειάζεται ὅμως νὰ προσθέσουμε ὅτι μετὰ τὴν ἀφαίρεση τοῦ παραπλανητικοῦ πέπλου, τοῦ ὑφασμένου μὲ θρύλους, παραισθήσεις καὶ αὐταπάτες, αὐτὸ τὸ ἀπομαγευμένο πλέον «ὅπως εἶναι» ἀποδεικνύεται παραδόξως ἐκ νέου αἰνιγματικό, ἀφοῦ, μὲ τὰ λόγια πάλι τοῦ Κούντερα ποὺ μνημονεύει ὁ συγγραφέας, «κάθε μυθιστόρημα λέει στὸν ἀναγνώστη: “τὰ πράγματα εἶναι πιὸ περίπλοκα ἀπὸ ὅσο νομίζεις”» (σ. 17). Πῶς γίνεται αὐτό; Πῶς ὁ ἀπομαγευμένος κόσμος τοῦ Δὸν Κιχώτη γίνεται ὁ κόσμος τοῦ Ἠλιθίου ἢ ὁ εἰρωνικὸς κόσμος τοῦ ἀντιντοστογιεφσκικοῦ Κούντερα; Ἡ λέξη κλειδὶ εἶναι «τὰ πράγματα» ἤ, ἀκριβέστερα, «ἡ ζωή».

Ὁ Ζουμπουλάκης παραθέτει εὐλαβικὰ τὴν τελευταία ἐγγραφὴ ἀπὸ τὸ Ἡμερολόγιο προσευχῆς τῆς Ο᾽Κόννορ: «Οἱ σκέψεις μου εἶναι τόσο μακριὰ ἀπὸ τὸν Θεό […] Σήμερα φάνηκε ὅτι εἶμαι λαίμαργη – γιὰ σκοτσέζικα μπισκότα βρώμης καὶ ἐρωτικὴ σκέψη. Δὲν μένει τίποτε ἄλλο νὰ πῶ» (σ. 141). Καὶ σχολιάζει:

«Τὸ μικρὸ ἔστω ξεμάκρεμα τῆς σκέψης ἀπὸ τὴν ἀποκλειστικὴ προσκόλλησή της στὸν Θεὸ καὶ τὴ θεωρία του ἀποτελεῖ προϋπόθεση γιὰ νὰ γράψεις τὴ λογοτεχνία ποὺ θέλει νὰ γράψει ἡ Ο᾽Κόννορ, δηλαδὴ μυθιστόρημα. Ἂν ἦταν νὰ γράψει ποίηση, τούτη ἡ ἀπομάκρυνση δὲν θὰ ἦταν ἀπαραίτητη. Ζώντας τὴ ζωὴ τοῦ μυστικοῦ, ποὺ ζητοῦσε ἡ Ο᾽Κόννορ, δὲν μπορεῖς νὰ γράψεις μυθιστόρημα μὲ συνολικὴ ἄποψη γιὰ τὸν κόσμο, τὸ σημαντικότερη στοιχεῖο τῆς ὁποίας θὰ εἶναι μιὰ ἀντίληψη γιὰ τὴν ἀγάπη, τὴ θεϊκή, τὴ φυσικὴ καὶ τὴ διεστραμμένη. Ἂν ξεριζώσεις ἀπὸ μέσα σου τὴν ἐρωτικὴ σκέψη καὶ τὴν ἐπιθυμία γιὰ σκωτσέζικα μπισκότα, μπορεῖς νὰ γράψεις πολλὰ καὶ σπουδαῖα πράγματα, πάντως ὄχι μυθιστόρημα, δὲν μπορεῖς δηλαδὴ νὰ μιλήσεις γιὰ τὸν κόσμο μας, τὸν κόσμο αὐτὸν τῆς ἁμαρτίας […]».

Ἐδῶ βρισκόμαστε στὴν καρδιὰ τοῦ θέματος. Ὁ Ζουμπουλάκης –καὶ σ᾽ αὐτὸ ὑπογραμμίζει ὅ,τι ἰσχύει ἀνεπίγνωστα καὶ πρωτογενῶς γιὰ τοὺς περισσότερους ἀναγνῶστες– ἕλκεται πρὸς τὸ μυθιστόρημα ἀκριβῶς ἐπειδὴ «ἀπὸ ὅλες τὶς τέχνες εἶναι ἡ πιὸ ἀκάθαρτη, ἡ πιὸ ταπεινή, ἡ πιὸ ἀνθρώπινη», ἑπομένως καὶ ἡ πιὸ ἁρμόδια νὰ ἐκφράσει τὴν ἀνάγωγη ποικιλία της ζωῆς καὶ νὰ μᾶς δώσει μιὰ πιθανὴ ἀφήγηση τοῦ σφάλματος στὸν ἀπομαγευμένο κόσμο μας. Μὲ θεολογικοὺς ὅρους, εἶναι τὸ χρονικὸ τοῦ εὐτυχοῦς σφάλματος, τῆς felix culpa, τῆς ἀπομάκρυνσης τοῦ ἀνθρώπου ἀπὸ τὸν Θεό, ἐν ἀντιθέσει πάντα μὲ τὴν ποίηση, ἡ ὁποία μπορεῖ νὰ χωρέσει καὶ τὴν πλήρη πίστη καὶ τὴν πλήρη ἀπιστία.

Ὅταν διάβασα αὐτὴ τὴν ἐξαιρετικὴ σύλληψη τοῦ Σταύρου, ὁ νοῦς μου πῆγε ἀμέσως σὲ δυὸ προτάσεις ποὺ μὲ εἶχαν ἐντυπωσιάσει ὅταν τὶς πρωτοσυνάντησα. Κρατῶ τὴν εὐτυχὴ συνήθεια νὰ σημειώνω στὰ βιβλία ποὺ διαβάζω, κι ἔτσι μπόρεσα ἐντέλει νὰ τὶς ἐντοπίσω ὥστε νὰ διαπιστώσω, γιὰ πολλοστὴ φορά, πόσο σπουδαῖος στοχαστὴς τοῦ λογοτεχνικοῦ φαινομένου στάθηκε ὁ Τέλλος Ἄγρας: «Γιὰ ὅποιον ἐννοεῖ, τὸ ἐσωτερικὸ στοιχεῖο τῆς ποίησης εἶναι ὁ Παράδεισος, ὅπου ἅγιασεν ἡ Βεατρίκη˙ μὰ τὸ ἐσωτερικὸ στοιχεῖο τῆς πρόζας εἶναι ἡ Κόλαση, ὅπου τιμωροῦνται ὅσοι πολὺ ἀγάπησαν τὴ ζωή».[1]

Ἀλλὰ ὁ πιστὸς Σταῦρος Ζουμπουλάκης θὰ μᾶς χαρίσει μιὰ μεγαλύτερη ἀκόμη ἔκπληξη στὴν ἔξοδο τοῦ κειμένου του γιὰ τὴν Φλάννερυ Ο᾽Κόννορ μὲ τὴν ἁπλὴ ὅσο καὶ θαρραλέα ἀποκήρυξη ἑνὸς «πνευματικοῦ λάθους», ὅπως τὸ χαρακτηρίζει ὁ ἴδιος: «τὴν ἰδέα ὅτι ὁ πόνος ἀποτελεῖ μετοχὴ στὸ Πάθος τοῦ Χριστοῦ» (σ. 144), τὴν ἰδέα ὅτι ὁ πιστὸς ὀφείλει νὰ ὑποφέρει ἀλλὰ καὶ νὰ ἀπολαμβάνει τὴν ὀδύνη του ὡς δῶρο ἐκ Θεοῦ. Ἀκοῦστε τὸν ὑπέροχο Σταῦρο:

«Ἂς μοῦ δείξει κάποιος μία ἔστω προσευχὴ τῆς Ἐκκλησίας μὲ τὴν ὁποία ζητᾶμε ἀρρώστιες, πόνο καὶ βάσανα. Γιὰ τὸ ἀντίθετο ἀκριβῶς προσευχόμαστε σὲ ὅλες τὶς προσευχὲς τῆς Ἐκκλησίας. Ἡ ἐκζήτησης τῆς ὀδύνης καὶ πολὺ περισσότερο ἡ ἀπόλαυσή της εἶναι ἁμαρτία, γιατὶ ἀρνεῖται ἀκριβῶς τὸν Θεὸ ὡς Δωρητὴ τῆς ζωῆς. Ἡ μόνη καλὴ χρήση τῆς ἀρρώστιας ποὺ ὑπάρχει εἶναι ἡ δημιουργικὴ ἐν ἀγάπη χρήση τοῦ δώρου τῆς ζωῆς μέχρι τέλους» (σ. 144-145).

Τὸ μόνο ποὺ θὰ εἶχε κανεὶς νὰ παρατηρήσει ἐδῶ εἶναι πὼς ἂν ἐννοήσουμε τὸ μυθιστόρημα ὡς τὴν ἀφήγηση τοῦ ἠμαρτημένου κόσμου, μέρος αὐτῆς τῆς ἀφήγησης εἶναι, μπορεῖ νὰ εἶναι, ἀκόμη καὶ αὐτὴ ἡ ὕστατη ἁμαρτία: ἡ ἀπόλαυση τῆς ὀδύνης. Οὔτε ὅμως καὶ αὐτὴ ἡ σκέψη δὲν θὰ ἀφαιροῦσε κάτι οὐσιῶδες ἀπὸ τὴ θεμελιώδη σύλληψη τοῦ Ζουμπουλάκη, ποὺ συνδέει τὸ μυθιστόρημα ὡς πολιτιστικὴ πράξη μὲ τὸ ἴδιο τὸ θαῦμα τῆς ζωῆς˙ ἀλλιῶς, τὸ δῶρο τῆς ζωῆς μὲ τὸ δῶρο τῆς ἀφήγησης, ἔτσι ὥστε κάθε ἀκροατὴς μιᾶς ἱστορίας νὰ μπορεῖ νὰ ἐκφράσει τὴν εὐγνωμοσύνη του στὸν ἀφηγητὴ μὲ τὸν ὁμηρικὸ στίχο ποὺ προσφυῶς ἀποθησαύρισε ὁ Ζουμπουλάκης: «αἰνῶς γὰρ μύθοισιν ἔπεσσί τε σοῖσιν ἀκούων τέρπομαι», δηλαδή, «εὐφραίνομαι πολὺ ὅταν ἀκούω τὰ λόγια καὶ τὶς ἱστορίες σου».

Ἡ συνέχεια λοιπὸν αὐτοῦ σύνθετου συλλογισμοῦ γιὰ τὸ μυθιστόρημα, καθὼς καὶ ὁ ἐλλεῖπον κρίσιμος ὅρος, τὸ θαῦμα, βρίσκεται στὸ κείμενο γιὰ τὸν Ἰὼβ τοῦ Γιόσεφ Ρότ. Παραθέτω πρῶτα τὴ συμπερασματική του κατακλείδα: «Καὶ στὰ δύο ἔργα ἄρα, στὸν Ἰὼβ αὐτοῦ τοῦ ἀλκοολικοῦ Ἑβραίου τῆς Γαλικίας καὶ στὸ Βιβλίο τοῦ Ἰὼβ τῆς Ἁγίας Γραφῆς, ἡ ὀδύνη καὶ ὁ θάνατος δὲν ἔχουν τὸν τελευταῖο λόγο. Καὶ στὰ δύο ἡ ζωὴ συνεχίζεται. Ἀδυσώπητη καὶ εὐφρόσυνη» (σ. 53). Καὶ συνεχίζεται πρωτίστως χάρη σ᾽ ἕνα θαῦμα ποὺ ἀποκαθιστᾶ τὸν συντετριμμένο Ἰώβ τοῦ μυθιστορήματος, λίγο πρὶν πεθάνει, στὴν ἀτέρμονη ζωή. Αὐτὸ ποὺ σοβεῖ σὲ ὅλο τὸ μυθιστόρημα θὰ γίνει στὸ τέλος: τὸ θαῦμα.  «Τὸ θαῦμα», γράφει ὁ Ζουμπουλάκης, «εἶναι ἡ κόκκινη κλωστὴ ποὺ διαπερνᾶ ὅλο τὸ μυθιστόρημα, ἀπὸ τὴν ἀρχὴ μέχρι τὸ τέλος: ἡ προσμονή του, ἡ βραδυπορία του, ἡ ματαίωση, ἡ τελικὴ πραγματοποίησή του» (σ. 32).

Πίστη, ὑπ᾽ αὐτὴ τὴν ἔννοια, σημαίνει πάνω ἀπ᾽ ὅλα τὴ δυνατότητα –ἂν ὄχι καὶ τὴν πιθανότητα– τοῦ θαύματος. Σὲ τί, θὰ ρωτήσετε ἴσως, ἀφορᾶ ἡ προοπτικὴ τοῦ θαύματος ἕναν μὴ πιστό; Ἀπαντῶ: στὴν κατανόηση ὅτι ἡ ἴδια ἡ ζωὴ εἶναι συνυφασμένη μὲ τὸ θαῦμα, μὲ αὐτὸ δηλαδὴ ποὺ δὲν γνωρίζουμε ἢ δὲν γνωρίζουμε ἀκόμα, τὸ ὁποῖο θαυμάζουμε καὶ γιὰ τὸ ὁποῖο ἀποροῦμε. Πρόκειται γιὰ μιὰ μορφὴ γενικοῦ ἠθικοῦ προσανατολισμοῦ πρὸς τὴν ἀξία τῆς ζωῆς, δηλαδὴ τὴν προτεραιότητα τῆς ζωῆς, τὴν ὁποία συνοψίζει, γιὰ τὸν Σταῦρο Ζουμπουλάκη καὶ γιὰ μένα, ἕνας κορυφαῖος δεκαπεντασύλλαβος τοῦ Σολωμοῦ ἀπὸ τὸν Πόρφυρα: «Δὲν τό ᾽λπιζα νά ᾽ναι ἡ ζωὴ μέγα καλὸ καὶ πρῶτο». Δυνάμει ἑνὸς τέτοιου γενικοῦ ἠθικοῦ προσανατολισμοῦ ὁ πιστὸς καὶ ὁ μὴ πιστὸς (ἐκλαμβάνω καὶ τὶς δύο λέξεις μὲ τὴ συμβατική τους ἔννοια) μποροῦν νὰ συναντηθοῦν ὄχι στὸν τόπο τῆς βεβαιότητάς τους ἀλλὰ στὸν τόπο τῆς ἀπορίας τους καὶ στὴν ἀμοιβαία πεποίθησή τους ὅτι ὁ τόπος αὐτὸς πρέπει νὰ παραμείνει ἀνοιχτὸς καὶ ἐπισκέψιμος γιὰ ὅλους, γιατὶ ὁ ἐγκλεισμός του στὴ μιὰ ἢ τὴν ἄλλη βεβαιότητα θὰ συμμαχοῦσε μὲ τὶς δυνάμεις τοῦ θανάτου.

Γιὰ τὴ δεύτερη θεματικὴ ἑστία τοῦ βιβλίου, τὸν ἑβραϊσμό, ἔχω ἤδη μιλήσει, ἐμμέσως ἀλλὰ ἐκτενῶς. Προσθέτω δυὸ λόγια ἀκόμη, ἀμεσότερα. Καὶ πάλι δὲν θεωρῶ τυχαῖο τὸ γεγονὸς ὅτι τέσσερα ἀπὸ τὰ ὀκτὼ σύγχρονα μυθιστορήματα μὲ τὰ ὁποῖα ἀσχολεῖται ὁ Ζουμπουλάκης (τὰ ὑπόλοιπα τέσσερα δοκίμια τοῦ τόμου ἀφοροῦν γενικότερα ζητήματα) εἶναι ἑβραίων συγγραφέων. Ἄλλωστε οὔτε ὁ ἴδιος τὸ ἀφήνει νὰ περάσει ἀσχολίαστο. Τὸ θαυμάσιο δοκίμιο γιὰ τὴν Ἐπιχείρηση Σάυλωκ τοῦ Φίλιπ Ρὸθ ξεκινᾶ ὡς ἑξῆς:

«Ποιὸς μπορεῖ νὰ φανταστεῖ τὴν ἀμερικανικὴ λογοτεχνία τοῦ εἰκοστοῦ αἰώνα καὶ κυρίως τὸ μεταπολεμικὸ μυθιστόρημα χωρὶς τοὺς Ἑβραίους συγγραφεῖς; […] Ἕνα ἐπιπλέον τεκμήριο τῆς μεγάλης καὶ ἀδιάκοπης πολιτιστικῆς δημιουργικότητας τῶν ῾Εβραίων, δυσεξήγητα δυσανάλογης πρὸς τὸν συνολικὸ ἀριθμό τους – δεκαέξι ἑκατομμύρια σὲ ὅλον τὸν κόσμο. Ἕνας ἀπὸ τοὺς λόγους δὲν μπορεῖ παρὰ νὰ εἶναι καὶ ἡ κεντρικὴ θέση τοῦ βιβλίου στὸν πολιτισμό τους, τὸ γεγονὸς δηλαδὴ ὅτι ὁ ἑβραϊσμὸς ἔχει οἰκοδομηθεῖ πάνω σὲ ἕνα Βιβλίο, τὴν τετράγωνη γραφὴ τοῦ ὁποίου οἱ Ἑβραῖοι, ἐξ ἁπαλῶν ὀνύχων, ἀσταμάτητα μέσα στοὺς αἰῶνες μελετοῦν καὶ ἑρμηνεύουν» (σ. 87-88).

Τὸ τέλος τοῦ δοκιμίου γιὰ τὸν Ρὸθ μᾶς ἐπιφυλάσσει μιὰν ἀκόμη κρυφὴ συνάντηση τοῦ μυθιστορήματος μὲ τοὺς δύο ἐμφανεῖς θεματικοὺς πυρῆνες τοῦ Ζουμπουλάκη: τὴν πίστη καὶ τὸν ἑβραϊσμό. Εἶναι, ὅπως τὴν ὀνομάζει ὁ τίτλος τοῦ δοκιμίου, «ἡ ἀνέφικτη κανονικότητα», ὡς καταδίκη τοῦ ἑβραϊκοῦ ἔθνους ἀλλὰ καὶ ὡς καθολικὴ κατάσταση τοῦ ἀνθρώπου. Διαβάζω: «Οἱ Ἑβραῖοι εἶναι καταδικασμένοι νὰ εἶναι ἐξαίρεση. Ἐξαίρεση αἱματηρή. Ἐδῶ ἄλλωστε, στὴν αἱματηρότητα, στὴ βία, βρίσκεται τὸ κρίσιμο ἐρώτημα τὸ ὁποῖο θέτει ἀπαιτητικὰ ἐνώπιόν μας ἡ ἑβραϊκὴ ἐξαίρεση, τὸ κατὰ πόσον δηλαδὴ μποροῦμε νὰ ὑπάρξουμε, ἀτομικὰ ἢ συλλογικά, ὡς ἐξαιρέσεις χωρὶς νὰ γινόμαστε ἀντικείμενο τῆς βίας καὶ τοῦ μίσους τοῦ ἄλλου. Πέρα ἀπὸ αὐτό, ἡ ἑβραϊκὴ ἐξαίρεση μᾶς ἀφορᾶ ὅλους καὶ γιὰ ἕναν ἄλλο βαθύτερο λόγο, γιατὶ ἐκφράζει μιὰ συγκλονιστικὴ ἐκδοχὴ τοῦ ἀνθρώπου, τὴν ἐκδοχή του ὡς ὕπαρξης ἐπισφαλοῦς, ἀπειλημένης, ἀβέβαιης» (σ. 109).

Εἴπαμε. Τὸ Ἄουσβιτς δὲν εἶναι κάτι ποὺ συνέβη μόνο στὸ ἑβραϊκὸ ἔθνος. Εἶναι κάτι ποὺ συνέβη στὴν ἀνθρωπότητα, στὴν ἴδια τὴν ἔννοια τοῦ ἀνθρώπου. Καὶ τὸ μυθιστόρημα εἶναι ἡ κατεξοχὴν τέχνη ποὺ μπορεῖ νὰ ἀφηγηθεῖ τὴν ἀνέφικτη κανονικότητα, τὴν ἐξαίρεση, ὡς δυνάμει καθολικὴ συνθήκη. Ἐὰν τὸ μυθιστόρημα εἶναι λοιπὸν τὸ χρονικὸ τῆς ἀπομάκρυνσης ἀπὸ τὸν Θεό, τὸ χρονικὸ δηλαδὴ μιᾶς ἐξαίρεσης καὶ μιᾶς περιπλάνησης (ποὺ ἐμπεριέχει καὶ τὴν πλάνη), ποιὰ πνευματικὴ παράδοση εἶναι ἡ πιὸ φιλόξενη σὲ αὐτὴ τὴν ἰδέα ἀπὸ τὴν παράδοση τοῦ περιπλανώμενου ἑβραϊκοῦ ἔθνους – ὅπως μεγαλοφυῶς συνέλαβε καὶ ἀνεπίληπτα δημιούργησε ὁ Τζόυς μὲ τὸν ἑβραῖο Μπλοὺμ στὸν Δουβλινέζο Ὀδυσσέα του; Καὶ δὲν εἶναι πάλι τὸ ἴδιο αὐτὸ θέμα ποὺ δίνει τὸν τόνο στὴν ἀντιπαραβολὴ δύο κυρίαρχων ἀφηγηματικῶν τρόπων, ὅπως τοὺς ἀναλύει ὁ μέγας Ἄουερμπαχ στὴν «Οὐλὴ τοῦ Ὀδυσσέα», τὸ πρῶτο κεφάλαιο τῆς Μίμησης; Ἐδῶ θὰ συναντούσαμε καὶ τὴ θεματικὴ τῆς παγκοσμιοποίησης, μὲ τὴν ὁποία καταπιάνεται τὸ τελευταῖο κείμενο τοῦ τόμου: τῆς παγκοσμιοποίησης στὴν ἀντιφατικὴ συμπλοκή της μὲ τὴν τοπικότητα, ὅπως τὴν πραγματοποιεῖ τὸ ἐγγενῶς μεικτὸ μυθιστόρημα, πάλι μὲ ἐξέχον παράδειγμα τὸν Ὀδυσσέα τοῦ Τζόυς. Ἡ ἴδια θεματικὴ θὰ μᾶς ὁδηγοῦσε ἀναπόφευτα στὴ Weltliteratur, τὴν «παγκόσμια λογοτεχνία» τοῦ Γκαῖτε, ποὺ τόσο εὔγλωττα τὴν ἐξαίρει ὁ Κούντερα, ἀλλὰ καὶ λίγο ἀλαζονικά, ὀφείλω νὰ προσθέσω, πρὸς ὅ,τι ὀνομάζει ἐπαρχιωτισμό˙[2] γιατὶ καὶ αὐτὴν τὴν ἀξίωση παγκοσμιότητας ἀναπόφευκτα θὰ τὴν συνεξετάζαμε μὲ τὴν ἐξίσου ἰσχυρὴ ἀνάγκη τῶν πλανημένων καὶ περιπλανώμενων ἀφηγητῶν νὰ εἶναι ριζωμένοι στὸ χρόνο καὶ στὸν τόπο τῆς ἀφήγησης ἢ στὴ γλωσσικὴ ἰδιαιτερότητά της. Ἂς θυμηθοῦμε τὸν Ἰσαὰκ Μπάσεβις Σίνγκερ, τὸν ὁποῖον τόσο εὔγλωττα καὶ τόσο δίκαια ἐγκωμιάζει ὁ Σταῦρος Ζουμπουλάκης. Ὁ συγγραφέας αὐτός, μὲ μιὰ πράξη ἠθικῆς γενναιότητας, διέσωσε τὴ χαμένη Yiddishland τῆς Ἀνατολικῆς Εὐρώπης ἀλλὰ καὶ τὴν ἴδια τὴ yiddish, τὴ μητρική του γλώσσα, καὶ τὴν ἀναγόρευσε σὲ λογοτεχνικὴ γλώσσα, ἱκανὴ νὰ διαφυλάξει τὴν ἐμπειρία μερικῶν ἑκατομμυρίων Εὐρωπαίων. Τί θὰ ἔλεγε ὁ Κούντερα γι᾽ αὐτὸν τὸν «ἐπαρχιωτισμό»; Ἀναρωτιέμαι. Ἀλλὰ ὀφείλουμε, γιὰ μιὰν ἀκόμη φορά, νὰ ὑποκλιθοῦμε στὸν δυνάστη χρόνο.

Εἶχα σκεφτεῖ ἀρχικὰ νὰ τιτλοφορήσω αὐτὸ τὸ κείμενο «Ὑπὸ τὸ φῶς τῆς πίστης». Τελικὰ διαπιστώνω ὅτι προσφυέστερος τίτλος θὰ ἦταν «Ὑπὸ τὸ φῶς τῆς ἁμαρτίας». Μετὰ ἀπὸ τόσα χρόνια ἀφιερωμένα στὸν παράδεισο τῆς Βεατρίκης, τολμῶ νὰ πῶ –κάπου στὸ βάθος μὲ ἐνθαρρύνει ἀκόμα ὁ Οὐίλλιαμ Μπλαίηκ μὲ τὶς δικές του «Παροιμίες τῆς κόλασης»– ὅτι ἡ σκέψη μου, ἴσως δὲ καὶ ἡ θέση μου, εἶναι μᾶλλον στὴν κόλαση, παρέα, ἐλπίζω, μὲ τὸν φίλο μου Σταῦρο Ζουμπουλάκη, γιὰ νὰ ἀνταλλάσσουμε ἱστορίες. Ἁπλῶς δὲν μποροῦμε νὰ γράψουμε μυθιστόρημα.

 

Ὁ Διονύσης Καψάλης εἶναι διευθυντὴς τοῦ Μορφωτικοῦ Ἱδρύματος Ἐθνικῆς Τραπέζης (ΜΙΕΤ). Ἔχει ἀσχοληθεῖ ἰδιαίτερα μὲ τὶς λογοτεχνικὲς μεταφράσεις.

 

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

  1. Τέλλος Ἄγρας, Κριτικά, τ. Δ´: Γενικὰ καὶ εἰδικὰ θέματα, φιλολ. ἐπιμ. Κώστας Στεργιόπουλος, Ἑρμὴς, Ἀθήνα 1995, σ. 87.
  2. Βλ. Μίλαν Κούντερα, Ὁ πέπλος: δοκίμιο σὲ ἑφτὰ μέρη, μτφρ. Γιάννης Χάρης, Βιβλιοπωλεῖον τῆς Ἑστίας, Ἀθήνα 2005. Ὅλο τὸ μέρος Β´ ἐπιγράφεται: «Die Weltliteratur».

 

Tags  

ΕΙΔΟΠΟΙΗΣΕΙΣ

Εισάγετε το email σας για να ενημερώνεστε για τα νέα άρθρα