ΜΠΑΛΙΜΠΑΡ ΚΑΙ ΕΥΡΩΠΗ: ΣΥΝΟΠΤΙΚΟΣ ΑΠΟΛΟΓΙΣΜΟΣ

Μιχάλης Μπαρτσίδης

τχ. 136

 

Με αφορμή την κυκλοφορία στα ελληνικά του πρόσφατου βιβλίου του Ετιέν Μπαλιμπάρ για την Ευρώπη, σκεφτήκαμε να επιχειρήσουμε μια ανα-θεώρηση στο σύνολο των τεσσάρων βιβλίων του πάνω στο ίδιο θέμα. Η αναδρομή αυτή ίσως μας δίνει τη δυνατότητα του ιστορικού ελέγχου των θέσεων του φιλοσόφου, του είδους της ενότητάς τους, των μετασχηματισμών των απόψεών του και, τελικά αλλά όχι τελεολογικά, ενός απολογισμού περί της δικαίωσης ή μη της πολιτικής επινοητικότητας αλλά και αποτελεσματικότητάς του. Ο ίδιος χαρακτηρίζει τις προτάσεις του ως κινούμενες «ανάμεσα σε ρεαλισμό και ουτοπία», υπονοώντας μια σχέση ανάμεσα στα πράγματα και την επινοητική φαντασία. Από μια τέτοια συνολική εξέταση, αναδύεται η φιγούρα ενός ριζοσπαστικού κληρονόμου του ευρωκομουνισμού, που υπερβαίνει την παράδοσή του εμβαθύνοντας στην Ευρώπη ως ηθικο-πολιτικό πρόγραμμα στη σημερινή εποχή και προσφέρει πολύ γόνιμες ιδέες. Η καμπύλη της ιδεολογικής και συναισθηματικής του δέσμευσης στο ευρωπαϊκό πρόταγμα, κορυφώνεται την εποχή των συζητήσεων για το Ευρωσύνταγμα και σταδιακά αποκλιμακώνεται μέχρι το 2015, χωρίς να εγκαταλείψει ποτέ το ενδιαφέρον του.

Θα εξετάσουμε αδρομερώς τα τέσσερα βιβλία του Μπαλιμπάρ για την Ευρώπη ως ένα παράδειγμα, ως ένα ιστορικό και θεωρητικό πείραμα σύστασης μιας ενότητας-πολιτείας και συγχρόνως των υποκειμένων της, μια διπλή διαδικασία που αναφέρεται, συγχρόνως, στη «συγκρότηση της ιδιότητας του πολίτη». Το έργο του Μπαλιμπάρ μας υποβάλλει την υπόθεση ότι η σύσταση αυτή εγείρει το ζήτημα μιας νέας ηθικής: μπορεί η Ευρώπη, συνηθισμένη ιστορικά σε διαιρέσεις και πολέμους, να αποτελέσει μια ρυθμιστική ιδέα-οδηγό, έναν τρόπο (ethics) επίλυσης των κοινωνικών συγκρούσεων και των πολιτισμικών διαιρέσεων, κατάλληλο για τον ιστορικό προσανατολισμό ατόμων και μαζών μέσω μιας νέας ορθολογικότητας;[1] Στην ουσία, εξετάζουμε αν πείραμα και ιδέα, από κοινού, υποδεικνύουν τον τόπο για την επινόηση μιας νέας πολιτικής στην υπηρεσία μιας «ολοκληρωμένης» ανθρωπ(ιν)ότητας.

 

Η Ευρώπη ως ηθικό και πολιτικό ερώτημα

Στο πλαίσιο της γενικευμένης συζήτησης για την Ευρώπη, που εντάθηκε μετά το 1989, ορισμένοι ριζοσπάστες αριστεροί θεωρητικοί, όπως οι Χαρντ και Νέγκρι,[2] ο Μπαλιμπάρ [3] κ.ά., αισθάνθηκαν την ανάγκη να σκεφτούν και να τοποθετηθούν, ορίζοντας έναν κοινό χώρο με άλλους δημοκράτες στοχαστές, όπως ο Χάμπερμας ή ο Ούλριχ Μπεκ (Ulrich Beck). Μπορεί άραγε να σκεφτεί κανείς ότι αντικατέστησαν το προηγούμενο μοντέλο-ιδεώδες του σοσιαλισμού, που μόλις είχε καταρρεύσει, με αυτό της Ευρώπης; Γιατί, τι άλλο υποδεικνύει η παράφραση της γνωστής διατύπωσης του Νίκου Πουλαντζά: «η πολιτική Ευρώπη ή θα είναι δημοκρατικότερη από τα έθνη-κράτη ή δεν θα υπάρξει καθόλου»; [4] Από την άλλη, το ιδεώδες της Ευρώπης, αν δεν έχει την καθολικότητα του σοσιαλισμού, μπορεί, ωστόσο, να εκφράζει μια εναλλακτική αντίληψη πολιτικής ενοποίησης της ανθρωπότητας; Αν ναι, πόσο ανεξάρτητα από την «υπαρκτή Ευρώπη;»

Η Ευρώπη απέκτησε τη σημασία της για ορισμένους λόγους ιστορικής σημασίας. Καταρχήν, η αποδόμηση ενός κόσμου των δύο «στρατοπέδων», πόσο μάλλον η κατάρρευση του Τείχους (συμβόλου του κόσμου αυτού), καταλείπει ένα κενό προσανατολισμού και αποκαλύπτει, συνάμα, έναν πολυπολικό χώρο-κόσμο. Αυτός ήταν ο σημαντικότερος λόγος για τη σημασία της «Ευρώπης ως μεθόδου», αφού μετά από τόσους πολέμους θεωρείται ως ο τόπος που μπορεί να εντάξει μια λογική εκπολιτισμού ή θεσμικής «πολιτοφροσύνης» μέσα στη διαλεκτική της βίας. Σε γενικές γραμμές, θεωρείται ως χώρος της ειρήνης μετά τον πόλεμο, της «συγκρουσιακής δημοκρατίας» για τα κοινωνικά δικαιώματα και την εκκοσμίκευση, και της «γλωσσικής ενδο-μετάφρασης», συνεπώς χώρος «εκδημοκρατισμού των κάθε λογής συνόρων».[5]

Επίσης, κάθε κίνηση των από πάνω απαιτεί και μια απάντηση των από κάτω.[6] Γιατί όμως η απάντηση των από κάτω θα είναι εντός του νέου πλαισίου της ολοκλήρωσης και μάλιστα, όταν αυτή είχε ως συστατικό τον νεοφιλελεύθερο χαρακτήρα της; Ενώ η καπιταλιστική συσσώρευση και επέκταση μπορεί να συνεχίζεται και να επαναλαμβάνεται, εντούτοις οι πολιτικές μορφές, αντιστρόφως, δεν ξαναρχίζουν με απλό τρόπο – διότι από τότε που απωλέσθηκε η επαναστατική ελπίδα των μαζών, το πλαίσιο της ολοκλήρωσης θεωρείται ότι είναι αυτό που διανοίγει τη δυνατότητα για δημοκρατικές μεταρρυθμίσεις, για την αναγέννηση των μεγάλων κοινωνικών κινημάτων. Η ταξική πάλη ενσωματώθηκε στο πολιτικό πλαίσιο των κρατών-εθνών ως «συγκρουσιακή δημοκρατία» και μόνο στο νέο πλαίσιο μπορεί να τεθεί το ζήτημα της ανανέωσης των πολιτικών στόχων και ιδεωδών. Σε συνθήκες «παγκοσμιοποίησης», αντιθέτως, το ζήτημα της μετανάστευσης είναι το κρίσιμο για την ευρωπαϊκή ταυτότητα, καθόσον η πάλη για τα δικαιώματα των μεταναστών είναι που δεν ενσωματώνεται και ως εκ τούτου απαιτείται μια μορφή ολοκλήρωσης πέραν του κράτους-έθνους.

Το επαναστατικό δεν είναι μόνο το αντικαπιταλιστικό αλλά και το εναλλακτικό. Συνδέεται με την ενεργοποίηση της δυνατότητας για την αναζήτηση μιας «άλλης Ευρώπης», πέρα από τον μέχρι τώρα ορισμό και τρόπο συγκρότησής της. Η ιστορικότητα της διαδικασίας σημαίνει ότι είναι εσωτερικά αντιφατική, δηλαδή ότι έχει –και είχε πάντοτε– δύο όψεις, εκ των οποίων η μία κυριαρχεί, απωθώντας την άλλη στη σκοτεινή πλευρά, την αφώτιστη. Μία «από τα πάνω», η κυρίαρχη, και μία «από τα κάτω», με την έμπρακτη εμπλοκή και συμμετοχή των μαζών. Μετά το 2005 εμφανίστηκε μια γραμμή ενοποίησης «από τα πάνω», η οποία επικράτησε σταδιακά και μάλιστα επικράτησε απόλυτα, μετά την εμφάνιση της κρίσης το 2008.

Γενικά, η αναδρομή αναδεικνύει τρεις θεματολογίες, οι οποίες διατρέχουν επίσης το έργο του Μπαλιμπάρ:

  • σύνορα και συγκρότηση υποκειμένων-ευρωπαϊκή ταυτότητα,
  • διεθνής ρόλος της Ευρώπης και θέση της στον κόσμο,
  • δημοκρατία και πολιτική ενότητα μετά το έθνος.

Η αναδρομή στις κατά περιόδους θέσεις του συγγραφέα αρθρώνεται, αφενός πάνω στο θέμα της Ευρώπης ως ηθικο-πολιτικού προβλήματος και αφετέρου ως προς τη δικαίωσή τους από αυτή τη σκοπιά και μόνο. Με άλλα λόγια, δεν μας ενδιαφέρει μια τελεολογική και ηθικολογική κρίση, αλλά το ερώτημα εάν ο φιλόσοφος αντελήφθη ορθά τις δυνατότητες και τα διακυβεύματα, εγγραφόμενος σε αυτά, ακόμα κι αν κάποια έκλεισαν σταδιακά και χάθηκαν. Γνωρίζουμε πλέον ότι οι στοχαστές δεν εισακούστηκαν. Τίθεται, λοιπόν, αμείλικτο το ερώτημα: τι, άραγε, να σημαίνει αυτή η «φωνή βοώντος εν τη ερήμω» που αποτέλεσαν;

 

Σύνορα, εσωτερικά όρια και ευρωπαϊκή ταυτότητα μετά το 1989

Στο πρώτο από τα βιβλία που εξετάζουμε, το Nous, citoyens dEurope? (2001), ο Μπαλιμπάρ συγκεντρώνει κείμενα της δεκαετίας του 1990, με αρκετά θεωρητικό και φιλοσοφικό χαρακτήρα, κυρίως πάνω στην έννοια της ιδιότητας του πολίτη.

Η κατασκευή μιας ευρωπαϊκής ιδιότητας του πολίτη αποτελεί τη συνθήκη μιας νέας πολιτικής ενότητας, μια δεκαετία μετά το ’89, στο πλαίσιο της παγκοσμιοποίησης, μετά τον πόλεμο στα Βαλκάνια, την εμφάνιση των «χωρίς χαρτιά» στη Γαλλία και του νεοφασισμού στην Αυστρία. Οι συζητήσεις περί σουβεραινισμού ή ομοσπονδίας θέτουν το ερώτημα αν υπάρχει ο «ευρωπαϊκός λαός».  Τότε ο Μπαλιμπάρ εκτιμούσε ότι η Ευρώπη προσέγγιζε σε ένα σταυροδρόμι, ένα σημείο αδυνατότητας της ολοκλήρωσης, η οποία, ωστόσο, ενίσχυε, τότε ακόμη, την αναγκαιότητά της.[7]

Η νομισματική, διοικητική και κανονιστική ενοποίηση, μετά το Μάαστριχτ και το Άμστερνταμ, οδηγούσε στη διάγνωση ότι η ολοκλήρωση διέβη ένα σημείο μη επιστροφής, παρόλο που συνοδεύεται από υλικά και διανοητικά μπλοκαρίσματα-αδιέξοδα. Αποκαλυπτικό στοιχείο αδυνατότητας θεωρούσε την αδύναμη, ακόμη, κοινή ευρωπαϊκή δημόσια σφαίρα, την περιορισμένη κυκλοφορία ιδεών και προτάσεων, χωρίς τα οποία δεν υπάρχει δημοκρατία. Ο στοχαστής αυτό το αποδίδει στο ότι η παγκοσμιοποίηση γίνεται αντιληπτή ως οικονομική κυρίως διαδικασία έναντι της οποίας οφείλουν να υπάρξουν αντιστάσεις, και καθόλου ως μια ανοιχτή δυνατότητα. Ας συνυπολογίσουμε και τον φορμαλιστικό τρόπο (άλλο δυσοίωνο στοιχείο), με τον οποίο τέθηκε το Ευρωσύνταγμα, εκπορευόμενο από μια γραφειοκρατία και όχι εντός μιας ευρείας έννοιας της ευρωπαϊκής θεσμικής συγκρότησης. Ο Μπαλιμπάρ αναφωνεί την εγελιανή φράση: «Δεν υπάρχει κράτος στην Ευρώπη»,[8] εννοώντας ότι δεν υπάρχει πολιτικός θεσμός, πράγμα που προκαλεί και τη δυσπιστία ατόμων και μαζών. Το αίσθημα στασιμότητας δεν οφείλεται στην επιβίωση των εθνικών ταυτοτήτων, αλλά στην αδυναμία προσανατολισμού της δι-εθνικής κατασκευής σε μια πρόοδο της ιδιότητας του πολίτη, καθόσον μειώνονται, αντιθέτως, τα κοινωνικά δικαιώματα και εντείνονται οι αποκλεισμοί των μεταναστών υπό τον τύπο ενός ευρωπαϊκού απαρτχάιντ.[9]

Οι κεντρικές έννοιες που κινητοποιεί αφορούν τα σύνορα: τι είναι εξωτερικό και εσωτερικό, συμπερίληψη ή αποκλεισμός, εσωτερικά όρια και υποκειμενοποίηση, η κρίση της κανονιστικής λειτουργίας τους με βάση τη μορφή-έθνος; Ειδικά η έννοια του «εσωτερικού ορίου» προσφέρει τη δυνατότητα, που δεν είχαμε έως τώρα, για τον χειρισμό των πολιτισμικών διαφορών που εσωτερικεύονται από τους ανθρώπους, στη συνέχεια για τον αποχωρισμό της ιδιότητας του πολίτη από τη μονόπλευρη συναισθηματική δέσμευση με την εθνικότητα και, τέλος, για την ένταξη του ατόμου σε έναν «οικείο» δι-εθνικό δημόσιο χώρο.[10]

Ο Μπαλιμπάρ έθετε, κριτικά προς τα κινήματα της εποχής, το ζήτημα της άρθρωσής τους στις δημόσιες πολιτικές δομές ώστε να πολλαπλασιάζονται οι μορφές ένταξης που θα οδηγούσαν σε μια νέα, ανέκδοτη μορφή πολιτικής ενότητας. Ο σχετικός πεσιμισμός του αποδίδεται στο ότι δεν λαμβάνονταν «από τα κάτω» πρωτοβουλίες θεσμικής δημιουργίας.

 

Ο διεθνής ρόλος της Ευρώπης ως «εξαφανιζόμενου μεσολαβητή»

Στο βιβλίο του Η Ευρώπη, η Αμερική, ο Πόλεμος. Σκέψεις για την ευρωπαϊκή μεσολάβηση (2004), ο Μπαλιμπάρ, συλλέγοντας συστηματικά υλικό στο πλαίσιο των διεθνών σχέσων, αναζητεί ένα νέο διεθνή ρόλο της Ευρώπης, με βάση μια νέα αντίληψη για την «αντι-στρατηγική»: μια λογική ηθικών επιρροών, εγγεγραμμένη σε μια γενικότερη πολιτισμική διαδικασία, έναντι της λογικής της αναμέτρησης δυνάμεων.

Ο Μπαλιμπάρ, ως «αντι»-διεθνολόγος σε μια εποχή «πολυμερούς» διεθνούς δομής και αισιοδοξίας για την πολιτική ενοποίηση της Ευρώπης, ανταποκρίνεται στο αίτημα διαλόγου των αμερικανών φιλελεύθερων διανοούμενων, για μια Ευρώπη σε εξισορροπητικό ρόλο «αντίβαρου»-αντισταθμιστικής δύναμης στην υπερδύναμη των ΗΠΑ.[11] Επισημαίνει σε αυτούς ότι η Ευρώπη δεν υπάρχει ως πολιτική οντότητα ισχύος, καθόσον είναι μεν οικονομικώς ισχυρή αλλά παραμένει στρατιωτικώς ανίσχυρη. Παρατηρεί, επίσης, ότι το συνηθέστερο, στην ιστορία, δεν είναι η ευρωπαϊκή μεσολάβηση στις αμερικανικές επεμβάσεις αλλά η αμερικανική μεσολάβηση στις ευρωπαϊκές συγκρούσεις και κατακερματισμούς. Η ανικανότητα της Ευρώπης να μετατρέψει την ηθική ταυτότητα σε πολιτική, αποδεικνύει ότι δεν υπάρχει συλλογική ευρωπαϊκή ταυτότητα και, επομένως, ούτε ισχύς. Αντιθέτως, η ίδια η Ευρώπη είναι ένα σύνορο που διέπεται από τη «συγκρουσιακή δημοκρατία»[12] και ο Μπαλιμπάρ ορίζει εκ νέου, μέσα από αυτό, τις έννοιες της στρατηγικής, της δύναμης και της υποκειμενικότητας.[13]

Η κλασική αντίληψη της στρατηγικής (Κλαούζεβιτς) συλλαμβάνει την «ισχυρή Ευρώπη-δύναμη» ως καθοριζόμενη από τα «σύνορα ασφαλείας» και τον «βαθμό ομοιογένειάς» της. Σε μια αντι-στρατηγική, η ισχύς δεν προϋπάρχει μυθικά ούτε προηγείται της δράσεως, αλλά είναι αποτέλεσμα αυτής (Φουκώ) και, επίσης, η δύναμη του ενός μπορεί να είναι η (ή να χρησιμοποιεί τη) δύναμη του Άλλου.

Ο Μπαλιμπάρ ενεργοποιεί τη διάκριση, ανάμεσα σε εξουσία (macht, pouvoir) και ισχύ (puissance) αντί της ταύτισής τους στον όρο power. Η εξουσία αναφέρεται στις σχέσεις εξουσίας, μέσω των οποίων δομείται μια ηγεμονία, ενώ η ισχύς παραπέμπει στη δόμηση της κυριαρχίας, δηλαδή ενός ασύμμετρου μεν συσχετισμού δυνάμεων μεταξύ κυρίαρχων και κυριαρχούμενων, στο πλαίσιο του οποίου όμως, μπορεί να τεθεί το ζήτημα της συνθετοποίησης της «δύναμης των αδυνάμων». Επομένως, θα μπορούσε να νοηθεί μια «μη ηγεμονική πολιτική ως μια πολιτική χωρίς εξουσία».[14] Στις συνθήκες εκείνης της εποχής, απασχολούσε το ομόλογο ερώτημα, αν η διεθνής δημόσια τάξη θα έπρεπε να είναι μια πολιτική μεσολάβηση χωρίς εξουσία. Το νέο πρότυπο του διαπραγματευτή χωρίς εξουσία, αποκλήθηκε από τον Μπαλιμπάρ «εξαφανιζόμενη μεσολάβηση».[15] Παρόμοια προβληματική αναδύθηκε και στους κόλπους του κινήματος της εναλλακτικής παγκοσμιοποίησης και ιδίως στο Παγκόσμιο Κοινωνικό Φόρουμ, χωρίς να κυριαρχήσει, τελικά, έναντι της κλασικής αντιιμπεριαλιστικής αντίληψης της «πολιτικής της ισχύος» και των πολέμων (Machtpolitik).

 

Άνοιγμα, διεύρυνση, πολιτική ενοποίηση: η ατελέσφορη «συντακτική στιγμή;»

Ενώ θα μπορούσε να ολοκληρωθεί η πολιτική συγκρότηση μετά τη φάση της διεύρυνσης ή «επανένωσης» της ανατολικής Ευρώπης, προκρίθηκε η νομική συγκρότηση, συγκαλύπτοντας, έτσι, την απουσία της κοινωνικής ολοκλήρωσης. Στο τρίτο βιβλίο του, Europe, Constitution, Frontière (2005), που εμφανίζει θεματολογική ενότητα με το προηγούμενο, ο Μπαλιμπάρ συζητά την ταυτότητα εντός του ευρωπαϊκού χώρου και τη σύσταση ευρωπαϊκής ιδιότητας του πολίτη στη συγκυρία της πρότασης του Ευρωσυντάγματος.

Η βασική έννοια που παρουσίασε αναλυτικά ήταν εκείνη της «Ευρώπης ως μεθορίου-borderland»,[16] με στόχο τον μετασχηματισμό του καθεστώτος των συνόρων που ορίζουν έναν χώρο ασφάλειας και γλωσσικής κοινότητας. Αξιοποιώντας τη διατύπωση: «είμαστε ένα όριο» του γάλλου ψυχαναλυτή Αντρέ Γκριν, πρότεινε τη θεώρηση των συνόρων ως θεσμών ένταξης και συγκρότησης της ατομικότητας (πέραν του Φουκώ), αντί του μεμονωμένου ατόμου.

Επειδή ο ευρωπαϊκός χώρος βρίθει συνόρων, αυτά πρέπει να λειτουργούν ανοικτά, αν θέλουμε η Ευρώπη να αποτελέσει ένα μοντέλο ένταξης. Ο Μπαλιμπάρ ανέλυσε την «πολιτικοποίηση ενός χώρου» μέσω της κριτικής των διαθέσιμων γεωγραφικών μοντέλων, βάσει των οποίων σκεφτόμαστε και διευθετούμε στην εποχή μας τους χώρους (κέντρο-περιφέρεια, παγκόσμιο δίκτυο αντιστάσεων, σύγκρουση πολιτισμών), προκρίνοντας ως καταλληλότερο για τον ευρωπαϊκό χώρο το μοντέλο της «επικάλυψης των στρωμάτων».[17]

Αυτός ο χώρος χαρτογραφείται σε μια τριπλή πολιτική κατανομή του παγκόσμιου χώρου με αναφορά την Ευρώπη: ευρωατλαντικός χώρος, ευρωμεσογειακός και ευρωασιατικός, με τις αντίστοιχες πολιτισμικές «ζώνες επαφής». Εκεί αναδύεται η μετάφραση ως πολιτική επικοινωνίας και κατασκευής ενός ευρωπαϊκού ή παγκόσμιου δημόσιου χώρου. Πρόκειται, για μια εννοιολόγηση της πολιτικής ως μετάφρασης, που συνεχίζει να ενθαρρύνει τον Μπαλιμπάρ μετά την αποτυχία του Ευρωσυντάγματος.[18]

Ο Μπαλιμπάρ έθετε τότε το αίτημα να στοχαστούμε τον δυισμό έσω/έξω[19] ως μια διαλεκτική «ανοίγματος-κλεισίματος» με σκοπό τη «συγκρότηση» της δημοκρατίας και του συλλογικού φαντασιακού στον χώρο. Δυστυχώς, διαφαινόταν, ήδη, η φιλοατλαντική τοποθέτηση των μετασοσιαλιστικών κρατών και η τάση του «εθνικισμού των φραχτών». Με την «αισιοδοξία των αρχών», που διαπερνούσε τις αναλύσεις του, ο Μπαλιμπάρ υποτίμησε την εν λόγω τάση, παρόλο που του το υποδείκνυαν ήδη από τότε.[20] Στις μέρες μας, αναστοχαστήκαμε τον ίδιο δυισμό με αφορμή την ελληνική κρίση, το Brexit και το προσφυγικό, αλλά με πολιτικά κυρίαρχη την τάση ανέγερσης εξωτερικών φραχτών και εσωτερικών-πολιτισμικών συνόρων, που οδηγεί στον εσωτερικό αποκλεισμό ή μπλοκάρισμα της Ευρώπης.

Όσον αφορά την πρόταση του ευρω-Συντάγματος, πολλοί αναγνωρίζουν σήμερα ότι η «συντακτική στιγμή» του 2005 ήταν ένα κατώφλι, ένα σημείο μη αναστροφής: ή θα βάλτωνε η ενοποίηση ή θα επινοούσε μια πολιτική ιδέα. Ήταν μια συγκρουσιακή, δημόσια διαβούλευση (bottom-up), ενδεχομένως όχι τόσο παραγωγική για τις εναλλακτικές πολιτικές λύσεις, που, ωστόσο, ακολουθήθηκε από μια «κατασίγαση» (Συνθήκη της Λισαβόνας). Υπήρχε τότε ένας ακόμη καλύτερος συσχετισμός, διότι η Γαλλία και η Γερμανία, όπως άλλωστε και η Ελλάδα, ήταν υπέρ κάποιων κοινωνικών δικαιωμάτων σε ευρωπαϊκό επίπεδο πριν η Λευκή Βίβλος μπει στο συρτάρι. Μπορούσαν να γίνουν ακόμη οι συνδέσεις ανάμεσα στις απορίες της συζήτησης (λαϊκή κυριαρχία, ευρωπαϊκή ταυτότητα-σύνορα, μη θεσμοθέτηση κοινωνικών δικαιωμάτων) και το επείγον των κοινωνικών αναγκών. Είχε κατασκευαστεί, για πρώτη φορά, ένας χώρος συζήτησης που μπορούσε να ανοίξει τη σχέση δικαίου (Χάμπερμας) και πολιτικής (Νέγκρι), σχέση που εξουδετερώνεται σε εθνικό επίπεδο.

Ο Μπαλιμπάρ πόνταρε στον πολλαπλασιασμό των πηγών του δικαίου και συγχρόνως στην αναγκαιότητα των συγκρούσεων. Επέλεξε τελικά το ΟΧΙ ως θετικό σοκ υπέρ της δημοκρατίας, αλλά φοβούμενος, συγχρόνως, ότι θα ευνοούνταν ο λαϊκισμός και θα χανόταν η ευκαιρία. Δεν είχε και πολύ άδικο.[21] Αμέσως διαπιστώθηκε το τραγικό κενό ιδεών και προτάσεων στα πολιτικά κόμματα, τα συνδικάτα, τους διαμορφωτές της κοινής γνώμης, στα θεσμικά όργανα της «κοινωνίας των πολιτών» ή στα «εναλλακτικά» κινήματα της  «εναλλακτικής παγκοσμιοποίησης».[22]

Αντίθετα, επικράτησε ο ανταγωνισμός και το δίκαιο του ισχυρότερου ως κοινή πολιτική, ο φόβος της μεταφοράς του μύθου της συγκροτούσας «λαϊκής κυριαρχίας» σε μεταεθνικό επίπεδο κυριαρχίας, η πολιτισμική ομοιογένεια («εσωτερικό όριο»)[23] έναντι του ετερογενούς δι-εθνικού. Όλα μαζί μπλόκαραν την πολιτική, καταστρέφοντας αυτό που έπρεπε να κτιστεί, δηλαδή μια δομή υπερεθνική ή υπερκρατική, με τρόπο που να προωθεί τη δημοκρατία,[24] και έτσι η ενοποίηση οδηγήθηκε στο «αδύναμο υπερ-Κράτος».[25]

Λόγω των αδιεξόδων αυτών, ο Μπαλιμπάρ τροποποιεί την πολιτική προσέγγιση της «εξαφανιζόμενης μεσολάβησης», δίνοντας προτεραιότητα στην έννοια της μετάφρασης. Ανοίγεται στην πολιτισμική διάσταση σε φόντο κοσμοπολιτικής, δηλαδή στον ρόλο των διανοουμένων και των καλλιτεχνών ως «μεταφραστών» στην επινόηση της νέας ιδιότητας του πολίτη, αντί των «νομικών τεχνικών».

 

Κρίση και τέλος; Ο  εσωτερικός αποκλεισμός της Ευρώπης

Τέλος, στο σημερινό κλίμα κρίσης και διαλυτικών τάσεων, ο Μπαλιμπάρ δημοσιεύει το Ευρώπη, κρίση και τέλος; με κείμενα που γράφτηκαν μετά την κρίση του 2010 και έως τον Νοέμβριο του 2015. Εκ των πραγμάτων, δεν έχει τη δυνατότητα να ενσωματώσει εκτενώς και αναλυτικά ούτε το Brexit ούτε την εκλογή Τραμπ στις ΗΠΑ. Στο βιβλίο κυριαρχεί η ανάλυση της Ε.Ε. υπό το φως της εξέλιξης της ελληνικής κρίσης. Ο γάλλος στοχαστής επισκέφτηκε αρκετές φορές την Ελλάδα κατά τη διάρκεια των ετών αυτών. Ειδικά η Αθήνα συνιστά το εσωτερικό όριο-εμπόδιο της ενοποίησης, και συγχρόνως το εξωτερικό σύνορο της ευρωπαϊκής επικράτειας, ένας ρόλος τόσο μικρός και τόσο μεγάλος, μια αντιφατική δομή στην οποία παίζονται πολλά.

Μετά το γαλλικό δημοψήφισμα του 2005, τα γεγονότα και οι εξεγέρσεις του 2011 έως και το ελληνικό ΟΧΙ, αποτέλεσαν το επόμενο κομβικό σημείο δημόσιας και συγκρουσιακής διαβούλευσης, που αγνόησε το «υπαρκτό Σύνταγμα» της σιωπηρής διακυβέρνησης. Θα ήταν εύλογη η κριτική προς τον Μπαλιμπάρ ότι σε ολόκληρο το βιβλίο δεν θεματοποιεί καθόλου τα πολύ σημαντικά παγκοσμιο-τοπικά κινήματα του 2011, που θεωρήθηκαν από τη διεθνή βιβλιογραφία, ως πολιτική που δημιούργησε θεσμούς (counter-institutions). Ίσως το ερώτημα απαντηθεί εμμέσως στον διάλογο που ξεκίνησε ο Μπαλιμπάρ, τα τελευταία χρόνια, με τις μεταποικιακές σπουδές και την πολιτισμική ανθρωπολογία.

Το πολύπλοκο επιχείρημα του Μπαλιμπάρ χρήζει εδώ μιας τελικής συνολικής αποσαφήνισης. Η ευρωπαϊκή ολοκλήρωση βρίσκεται σε μια κρίση διαλυτική, που την οδηγεί σε ένα τέλος. Ωστόσο, το τέλος αυτό είναι η στιγμή για μια αναθεμελίωσή της, καθόσον μια ολοκλήρωση είναι μια μη αντιστρεπτή διαδικασία για λόγους θεσμικούς, επιστημολογικούς και ανθρωπολογικούς. Ο μετασχηματισμός των ιδρυτικών αρχών-θεμελίων πρέπει να γίνει με μια κίνηση «εξόδου προς τα μέσα», κυρίως προς τα εσωτερικά όρια της δομής, αφού υπό μία ορισμένη έννοια «δεν υπάρχει ένα έξω» για να αποδημήσει κανείς.

Προς τον σκοπό αυτό, όσο δυσοίωνα και να είναι τα πράγματα, πρέπει να ενεργοποιηθούν πολιτικοί και κοινωνικοί παράγοντες και, κυρίως, η δράση των αποκλεισμένων, δηλαδή των παντός είδους Άλλων. Στη Μεσοβασιλεία που ζούμε, στην «παγκοσμιοποίηση χωρίς καθολικό ιδεώδες», λείπει μια ιδέα-οδηγός η οποία, ωστόσο, μπορεί να προκύψει μόνο ως αποτέλεσμα επινόησης εκ μέρους της πολιτικής, ακόμη και αν αυτή λάβει τον χαρακτήρα μιας επανάστασης, μη βίαιης αλλά θεσμικής.

Αν λάβει κανείς υπόψη ότι οι εξελίξεις κινούνται προς την αντίθετη κατεύθυνση, φαίνεται ότι η θέση του Μπαλιμπάρ εγείρει εύλογες ενστάσεις. Ωστόσο, το ανεπίστρεπτο της διαδικασίας δεν αποτελεί μια αφελή, οπτιμιστική πολιτική πεποίθηση του φιλοσόφου. Αντιθέτως, έχει ως αφετηρία μια επιστημολογική αρχή και ως επέκτασή της μια ανθρωπολογική θέση.[26]

Το ιδεώδες της «συμπερίληψης των διαφορών με αξιοπρέπεια, δικαιώματα και πρόοδο», δέχεται αλλεπάλληλα πλήγματα που σημαδεύουν την κρίση της πολυπολιτισμικότητας, της ανοχής της ετερότητας και του εκδημοκρατισμού. Το σημαντικότερο πλήγμα επήλθε από τη διαχείριση των προσφυγικών κυμάτων, με το κλείσιμο των συνόρων και την ύψωση τειχών, παρά από την πρωτοφανή, επίσης, ωμότητα στη διαχείριση της ελληνικής κρίσης. Ευθεία βολή στην εγγενώς ιστορικά και θεσμικά εύθραυστη ολοκλήρωση. Η σκληρότητα, η ωμότητα που επέδειξαν όχι μόνο οι ιθύνοντες αλλά και «λαοί της Ευρώπης», αποκάλυψε την αδυναμία διαχείρισης  της κρίσης – και η αδυναμία αυτή οδηγεί στη βία. Η Ευρώπη φαίνεται πιο μικρή: προηγουμένως ικανοποιούσε τις προσδοκίες των διαμενόντων στα εδάφη της αλλά και όσων κινούνταν προς τα εκεί, τώρα πλέον όχι. Δεν βλέπει κανείς από μέσα της τον άπειρο ορίζοντα, αλλά το πεπερασμένο και ασφυκτικά κλειστό εσωτερικό. Ποια είναι τα «πάθη» που κινούν προς τη σκοτεινή «αλλαγή του κόσμου»;

Το ανωτέρω παράδοξο μιας «παγκοσμιοποίησης χωρίς (καθολικές) αξίες», οδηγεί τα άτομα και τις ομάδες στη «σαγήνη της ισχύος», στο αίσθημα μιας «παντοδυναμίας του αδυνάμου», λόγω της απειλής κατάρρευσης του κράτους, και, τέλος, στη βία και στον πόλεμο. Οι αντιφατικές διαδικασίες και καταστάσεις «διπλού δεσμού», όπως αυτή εδώ, περιγράφουν μια συνεχή αιώρηση ανάμεσα στο «ούτε… ούτε», τον μετεωρισμό ανάμεσα σε δύο άκρα χωρίς καμιά ισορροπία. Μια συνθήκη που ευνοεί την «αναστροφή των παθών», από χαρούμενα σε θλιβερά, σύμφωνα με το σπινοζικό μάθημα, που, ακόμη χειρότερα, τροφοδοτεί τις ποικίλες παραστάσεις του τέλους ως Αρμαγεδδώνος, εντείνοντας τον «πόλεμο των πολιτισμών» συγχρόνως με την επιστροφή της σωτηρίας διά των θρησκειών. Τελικά, έχει κριθεί ποιο μοντέλο «πολιτικοποίησης του χώρου» επικράτησε.

 

Η «προσδιορισμένη άρνηση»

Τι προσκόμισε όλη αυτή η συζήτηση; Πώς προσλαμβάνεται στα καθ’ ημάς και πώς γονιμοποιεί την αντίστοιχη ελληνική συζήτηση, και ειδικά εντός της Αριστεράς; Πόσο άλλαξε, πόσο μετατοπίστηκε ο μανιχαϊκός χαρακτήρας της συζήτησης για την Ευρώπη στα χρόνια που πέρασαν; Σε ποιο βαθμό αναδεικνύεται η δυνατότητα μιας εναλλακτικής θετικού-αρνητικού αντί της εναλλαγής του «καλού» και του «κακού»; Όχι και πολλά, αν κρίνουμε από το γεγονός ότι διαμορφώθηκε ένα σύγχρονο κριτήριο νομιμοφροσύνης, το «ευρωπαϊκό τόξο».

Μια διαρκής απορία και αμηχανία όμως συνόδευε πάντοτε αυτές τις απαντήσεις. Ο «εκβιαστικός», τρόπον τινά, χαρακτήρας του διλήμματος «υπέρ ή κατά», αποκαλύπτει ότι πρόκειται, σε γενικές γραμμές, για το μοντέλο ενός ηθικού διλήμματος: το ναι και το όχι. Η μορφή του συνίσταται στο να θέτει ένα ιδεώδες ως τελεολογικά προκαθορισμένο και με εξωτερικό σκοπό, δηλαδή με κλειστή, πάγια, προκαθορισμένη προοπτική. Τίποτε δεν αφήνεται ανοικτό, ενώ ακριβώς όλα διακυβεύονται. Η απόρριψη του ερωτήματος, μια πολιτική στάση ρήξης και αυτοκαθορισμού, είναι ευάλωτη στην κατηγορία της «ανευθυνότητας» και, αν μη τι άλλο, δεν έχει γονιμότητα.

Μπορούμε να αντλήσουμε μια τρίτη απάντηση, η οποία δεν αντιτίθεται στην προηγούμενη αλλά τη γενικεύει οριακά. Αυτό που κομίζουν αναλύσεις σαν του Μπαλιμπάρ είναι ακριβώς ό,τι θα μπορούσε να αποκληθεί μια στάση «προσδιορισμένης άρνησης», ναι ή όχι, αλλά εξετάζοντας κάθε φορά τα δεδομένα της περίστασης.

Πρόκειται για μια διπλή κίνηση μετατόπισης. Σε μια πρώτη στιγμή, θέτουν την έννοια της Ευρώπης ως κάτι που πρέπει, εξ ορισμού, να σκεφτούμε και συγχρόνως τολμούν να την ορίσουν ως ένα συλλογικό πρότυπο-ιδεώδες, με την έννοια του πολιτικού στόχου μιας πρακτικής, ως μια συλλογική κατασκευή. Ένα συμβολικό σημείο αναφοράς ανάμεσα σε ρεαλισμό και ουτοπία: οι ουτοπικές διατυπώσεις αποτελούν αντίβαρο στην οπισθοδρόμηση του εθνικιστικού λόγου, λειτουργούν ως κινητοποιούσες ζωτικές ψευδαισθήσεις. Σε μια δεύτερη στιγμή, καλείται κανείς «να πάρει μια θέση», δηλαδή να «μερο-ληπτήσει» εμπράκτως σε συγκεκριμένα ζητήματα, τα οποία διαμορφώνουν ενεργητικά έναν πολιτικό στόχο, επηρεάζοντας το μέλλον. Το υπέρ και το κατά μπορούν να εναλλάσσονται ως μια συλλογική «μεροληπτική υπευθυνότητα» ως προς το διαρκές πρόσταγμα μοναδικών διαδικασιών μιας εμμένουσας ηθικής.

Με την πολιτική και θεωρητική κίνηση πάνω στα όρια μιας «αναγκαιότητας ανέφικτης», ο Μπαλιμπάρ δήλωνε όχι αισιόδοξος και συγχρόνως εντατικοποιούσε την εργασία για ένα πολιτικό πρόγραμμα.[27]

Στενά συνδεδεμένο με τη μεροληπτική υπευθυνότητα αυτής της φιλοσοφικής στρατηγικής είναι το παράλληλο ερώτημα που θέσαμε για την «επίδραση» των στοχαστών. Εμπλέκονται ως μέρος του προβλήματος, αποδεχόμενοι ότι δεν υπάρχει ένας τόπος από τον οποίο να θεωρήσουν το πρόβλημα «από έξω», διαμορφώνουν έναν «στόχο», επηρεάζοντας την κατεύθυνση της διαδικασίας. Τότε μόνο δεν είναι «φωνή βοώντος εν τη ερήμω», όπως δίδαξε ο Αλτουσέρ. Ωστόσο, το αν μια διατύπωση ή έννοια (όπως η ισοελευθερία, η αξιοπρέπεια) θα συναντηθεί ή όχι με τις μαζικές πρακτικές, αν θα έχει συνέπειες και αποτελέσματα, εξαρτάται απόλυτα από «συσχετισμούς δυνάμεων» και από την εξέλιξή τους στο πλαίσιο των εκάστοτε συγκυριών. Οι επεξεργασίες των ριζοσπαστών στοχαστών σαν τον Μπαλιμπάρ δεν είχαν, ίσως, αποφασιστική σημασία αλλά ήταν κάτι που «δεν πρέπει να χαθεί, διότι αλλιώς θα μπούμε στο μέλλον με τα μάτια κλειστά».[28]

Για τον Μπαλιμπάρ, το καθοριστικό είναι η υπευθυνότητα προκειμένου «να μην καταστρέφεται» ο θεσμός αλλά να μετασχηματίζεται. Η συντακτική δύναμη του πλήθους των πολιτών, «ως εάν να καθοδηγείται από τον λόγο», οδηγεί στη «σύσταση» ενός θεσμού, μιας νέας πολιτικής ενότητας και, συνεπώς, μιας πολιτικής υπευθυνότητας. Συνάγουμε, λοιπόν, ότι ο Μπαλιμπάρ είχε λάβει την αντι-ηγεμονική θέση για «δράση επί δράσης». Ωστόσο, είναι απαραίτητη μια προσθήκη, έστω εκ των υστέρων. Χρειάζεται επιπλέον μια θεσμική πολιτική παρέμβαση, διότι ακόμη και αν «η αντίσταση έρχεται πρώτα», υπάρχει, τελικά, η προληπτική αντίδραση της κυριαρχίας, αυτή ακριβώς που έδειξε τα δόντια της στα χρόνια της κρίσης. Ας διευκρινιστεί ότι αυτό δεν πρέπει να συγχέεται με μια παραδοσιακή αριστερή αρνητική κριτική των κινημάτων και των ελλείψεών τους, που μια συνειδητή πρωτοπορία θα έπρεπε να πολιτικοποιήσει. Ο Μπαλιμπάρ, οριοθετούμενος από τη νομική κανονιστικότητα, εννοεί ότι ο ρόλος της «άλλης Ευρώπης» έγκειται στο να διανοίγεται το πεδίο της σχέσης κράτους-πολιτικής, δημιουργώντας θεσμούς που δεν εξαντλούνται στους κρατικούς μηχανισμούς.

 

Από την ανάλυση που προηγήθηκε, αναδεικνύεται, σήμερα πια, το ηθικό αδιέξοδο στον εσωτερικό αποκλεισμό της Ευρώπης. Για τη διέλευση του εσωτερικού συνόρου-εμποδίου και τη σταθεροποίηση του μετεωρισμού των υποκειμένων, προτείνεται η δράση σε έναν «ενδιάμεσο χώρο» ως προνομιακό τόπο για την πολιτική: τον δι-εθνικό χώρο. Εκεί υπάρχουν και ανταγωνίζονται, τόσο η πολιτική όσο και το κεφάλαιο. Οι δικές μας δυνάμεις, οι δυνάμεις της δημοκρατίας και της «ελευθερίας μαζί με τους άλλους», είναι οι δημόσιοι χώροι και τα κοινά που έχουμε καθήκον να υπερασπιζόμαστε, είναι οι σκέψεις και οι δράσεις των μαζών και του πλήθους που μετασχηματίζονται σε μορφές του πολίτη και ιδρύουν  θεσμούς. Το «ανάμεσα» αποκτά τη σημασία του από τη σκοπιά της συγκρότησης των υποκειμένων, της πολιτικής ενότητας και της διατήρησης των ανθρώπινων ατόμων στην ύπαρξη. Γενικά, προβάλλει το αίτημα υπεράσπισης της δημοκρατίας ως ενεργητικής ισορροπίας, είτε με συγκρούσεις είτε με θεσμική δημιουργία. Η απάντηση στο ερώτημα περί Ευρώπης ως ηθικού προβλήματος, μπορεί ίσως να δοθεί, αν προσδιοριστεί η δυνατότητα η Ευρώπη να λειτουργήσει ως ένα ιδεώδες αποτέλεσμα της κοσμο-πολιτικής, σε αντικατάσταση της ουτοπίας, του κομμουνισμού και του κλασικού κοσμοπολιτισμού.

 

Ο Μιχάλης Μπαρτσίδης διδάσκει πολιτική φιλοσοφία στο ΕΑΠ και στο Πανεπιστήμιο Μακεδονίας

 

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

  1. Για τη συνολική προβληματική της διατομικής συγκρότησης, κυριαρχίας και

υποταγής, βλ. Μιχάλης Μπαρτσίδης (επιμ.), Διατομικότητα. Κείμενα για μια οντολογία της σχέσης, μτφρ. Λουκία Μάνο-Χρηστίδη, Νήσος, Αθήνα, 2014, σ. 17-19, 47-53, και ειδικότερα για το διατομικό ηθικό ιδεώδες της «συγκρουσιακής αναγνώρισης»: σ. 84-89

  1. Μ. Hardt / A. Negri, Αυτοκρατορία, μτφρ. Νεκτάριος Καλαϊτζής, Scripta, Αθήνα 2002, σ. 105-135
  2. Ετιέν Μπαλιμπάρ, Τα όρια της Δημοκρατίας, μτφρ. Ε. Μποναφάτου / Α. Πανταζόπουλος, Πολίτης, Αθήνα 1993, σ. 9-50
  3. Etienne Balibar, Europe, Constitution, Frontière, Éditions du Passant, Παρίσι 2005, σ. 86 και passim
  4. Etienne Balibar, Nous, citoyens d’Europe?, La Découverte, Παρίσι 2001, σ. 10, 182-201· Balibar, Europe, Constitution, Frontière, ό.π., σ. 21
  5. Etienne Balibar, Η Ευρώπη, η Αμερική, ο Πόλεμος. Σκέψεις για την ευρωπαϊκή μεσολάβηση, μτφρ. Γιάννης Στρίγκος, Δαρδανός, Αθήνα 2004, σ. 84
  6. Για τις επιστημολογικές διαστάσεις αυτής της προβληματικής μπορεί ο αναγνώστης να ανατρέξει και στην «Εισαγωγή» μας στο τέταρτο από τα εξεταζόμενα εδώ βιβλία: Etienne Balibar, Ευρώπη, κρίση και τέλος; Εισαγωγή-επιμ. Μιχάλης Μπαρτσίδης, μτφρ. Γιάννης Ανδρουλιδάκης, Ταξιδευτής, Αθήνα 2017, σ. 11-34
  7. Balibar, Nous, citoyens dEurope?, ό.π., σ. 221-240· Μπαλιμπάρ, Τα όρια της Δημοκρατίας, ό.π., σ. 51-79
  8. Balibar, Nous, citoyens d’Europe?, ό.π., σ. 69-90
  9. Μ. Μπαρτσίδης, (επιμ.), Διατομικότητα, ό.π., σ. 51· βλ. του Ίδιου, «O εσωτερικός αποκλεισμός της Ευρώπης: hotspot politics vs κοσμο-πολιτική», Θέσεις 138 (2017), σ. 123-14· του Ίδιου, «Ο Μπαλιμπάρ και ο εσωτερικός αποκλεισμός της Ευρώπης», Η Αυγή της Κυριακής, ένθετο: «Αναγνώσεις», 22 Ιαν. 2017, και του Ίδιου, «Room: η φαντασία (Einbildungskraft) στην τοπική του “εσωτερικού ορίου”», Σάσα Λαδά / Κυριακή Τσουκαλά / Κέλλυ Παπαϊωάννου (επιμ.), Χωρικές αφηγήσεις της μνήμης, Επίκεντρο, Θεσσαλονίκη (υπό έκδοση)
  10. Balibar, Η Ευρώπη, η Αμερική, ο Πόλεμος, ό.π., σ. 30
  11. Ό.π., σ. 125
  12. Ό.π., σ. 42
  13. Ό.π., σ. 136
  14. Ό.π., σ. 64-69. Σημειωτέον ότι ο όρος που αποτελούσε ρητό δάνειο από τον Φρέντρικ Τζέημσον, αντλείται ως φιλοσοφικό μοτίβο του Μπαλιμπάρ από τον Αλτουσέρ αλλά, βαθύτερα, μπορούμε να της αποδώσουμε ως αναφορά την κατακλείδα του κεφαλαίου για τον «Φετιχισμό του εμπορεύματος» του Μαρξ
  15. Balibar, Europe, Constitution, Frontière, ό.π., σ. 90-160
  16. Ό.π., σ. 114-117
  17. Ό.π., σ. 145-153
  18. Ό.π., σ. 16-18
  19. Ό.π., σ. 29, 47
  20. Συμβουλευόμενος τα προσωπικά μου αρχεία από τις σχετικές συζητήσεις στα σεμινάρια και εργαστήρια του Ευρωπαϊκού Κοινωνικού Φόρουμ, την εποχή εκείνη, φαίνεται καθαρά η διαίρεση σε δύο απόψεις: η άποψη της θεσμικής πρωτοβουλίας υποχώρησε και επικράτησε εκείνη της καταγγελίας της Ευρώπης ως οριστικά νεοφιλελεύθερης δομής
  21. Balibar, Europe, Constitution, Frontière, ό.π., σ. 53
  22. Ό.π., σ. 64
  23. Ό.π., σ. 11
  24. Ό.π., σ. 82
  25. Θα πρέπει να εστιάσουμε σε ορισμένες πολιτικές και επιστημολογικές θεματικές για να κατανοήσουμε περιεκτικά την παρέμβαση του Μπαλιμπάρ και περί αυτών βλ. την «Εισαγωγή» μου στο Balibar, Ευρώπη, κρίση και τέλος; ό.π.
  26. Balibar, Europe, Constitution, Frontière, ό.π., σ. 52
  27. Ό.π., σ. 54
Tags  

ΕΙΔΟΠΟΙΗΣΕΙΣ

Εισάγετε το email σας για να ενημερώνεστε για τα νέα άρθρα