Επανάσταση και ρωσική πρωτοπορία: 100 χρόνια μετά

Ανδρέας Τάκης

τχ. 138-139

 

Κίνητρο να γράψω για την Επανάσταση και τη Ρωσική Πρωτοπορία, 100 χρόνια μετά, χωρίς να είμαι ούτε ιστορικός ούτε ειδικός στην τέχνη, είναι μια μάλλον προσωπική ανάγκη. Είναι η ανάγκη να μοιραστώ μια οπτική γωνία του θέματος που οφείλω στην προσωπική επαφή με το εκρηκτικής έντασης εικαστικό υλικό της Ρωσικής Πρωτοπορίας και, συγκεκριμένα, με την περιβόητη Συλλογή Κωστάκη, τον ανεκτίμητο αυτό πυρήνα των συλλογών του Κρατικού Μουσείου Σύγχρονης Τέχνης. Γι’ αυτό και οι σκέψεις που ακολουθούν έχουν αρκετή δόση αβεβαιότητας και, οπωσδήποτε, υποκειμενισμού. Κι αυτό, όχι επειδή επιχειρούν να βάλουν σε μια τάξη την προσωπική αισθητική εμπειρία – κάτι δηλαδή που για πολλούς λογίζεται ως αμετάκλητα υποκειμενικό. Αλλά, γιατί, όπως ίσως συμβαίνει στον καθένα που ενηλικιώθηκε πριν από το 1989, οι ιδέες μας για τη Μεγάλη Επανάσταση του 1917 είναι και αυτές αρκούντως προσωπικές και συγκινησιακά φορτισμένες. Οφείλω, λοιπόν, να ομολογήσω εξαρχής ότι η δική μου ίσως να μην έχει καταφέρει να απομακρυνθεί και πολύ από αυτήν που σχημάτισα, μαζί με πολλούς άλλους, στα πανεπιστημιακά αμφιθέατρα της δεκαετίας του ’80. Για εμάς τότε, η Επανάσταση του 1917 ήταν κάτι το τρομερά ελπιδοφόρο, που, κάποια στιγμή, πήγε πολύ, μα πάρα πολύ στραβά. Τόσο στραβά που, επειδή ακριβώς η παλιά αυτή ελπίδα ακόμη μας συγκινούσε, θα έπρεπε μετά το ’89 να απολογηθούμε γι’ αυτό.

Μέχρι να χρειαστεί να γράψω αυτές τις γραμμές, είχα ξεχάσει πόσο ενοχλητική έβρισκα τότε την ιδέα να πρέπει να απολογηθώ για αυτήν τη συγκίνηση. Δεν ήμουν όμως σε θέση να δώσω κάποια εξήγηση γι’ αυτό. Αν, λοιπόν, νιώθω σήμερα την ανάγκη να μοιραστώ αυτές τις σκέψεις είναι γιατί ακριβώς η προσωπική επαφή με την αισθητική παραγωγή της Ρωσικής Πρωτοπορίας μού αποκάλυψε έναν τουλάχιστον λόγο να νιώθω ότι δεν χρειάζεται να απολογούμαστε για τη συγκίνηση που επιμένει να υποδαυλίζει η Μεγάλη Επανάσταση.

Επανάσταση: Πληθυντικότητα και δημιουργικός μετασχηματισμός

Παλαιότερα, η ιδέα της επανάστασης είχε ένα ενιαίο μεταφυσικό χρώμα: πολλοί τη συνελάμβαναν με όρους θεολογικούς, σαν ένα θαύμα, μια γιγαντιαία απρόβλεπτη ανατροπή ή διάρρηξη της κανονικότητας που ενσκήπτει με όρους φυσικής αιτιότητας, ένα πραγματικό act of God. Ακόμη και σε ιστορικο-υλιστικό συγκείμενο, η ιδέα των μαζών, του ένθεου πλήθους, απηχούσε αυτήν ακριβώς τη θεολογική διάθεση: vox populi, ira Dei. Άλλωστε, κάτι τέτοιο ανταποκρινόταν απολύτως στην απαίτηση της κρατούσας σοβιετικής ελίτ να μεθερμηνεύει κατ’ αποκλειστικότητα το ιστορικό πεπρωμένο του επαναστατημένου πλήθους.

[…]

Ο Ανδρέας Τάκης διδάσκει Φιλοσοφία του Δικαίου στη Νομική Σχολή του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης και είναι πρόεδρος ΔΣ του Κρατικού Μουσείου Σύγχρονης Τέχνης.

ΕΙΔΟΠΟΙΗΣΕΙΣ

Εισάγετε το email σας για να ενημερώνεστε για τα νέα άρθρα