Για το βιβλίο: Αλέξανδρος Κεσσόπουλος, Η αυτοκτονία του Δήμου: Πολιτική κρίση και συνταγματικός λόγος στη Βαϊμάρη, Ευρασία, Αθήνα 2018, 304 σ.

 

Χαράλαμπος Κουρουνδής

τχ. 145-146

Η άνοδος και (κυρίως) η πτώση της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης έχει αποτελέσει αντικείμενο πολλών και σημαντικών μελετών στη διεθνή βιβλιογραφία. Στην Ελλάδα όμως, η σχετική έρευνα περιοριζόταν σε μεταφράσεις ξενόγλωσσων έργων αναφοράς, όπως εκείνου του Heinrich Winkler, Βαϊμάρη: Η ανάπηρη Δημοκρατία 1918-1933 (Πόλις, 2011). Ακόμα περισσότερο, από την εγχώρια βιβλιογραφία έλειπε μία μελέτη η οποία να συνδέει την πολιτική ιστορία της περιόδου με τις επεξεργασίες της συνταγματικής θεωρίας, που κάθε άλλο παρά ασήμαντο ρόλο έπαιξε στη θεσμική δικαιολόγηση και νομιμοποίηση του αυταρχισμού. Η μελέτη του Αλέξανδρου Κεσσόπουλου αποτελεί μια σημαντική συμβολή στην κάλυψη αυτού του κενού, καθώς σκιαγραφεί γλαφυρά την πολιτική Ιστορία της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης και ταυτόχρονα μπαίνει στα βαθιά νερά του διαλόγου εντός της συνταγματικής θεωρίας, που σημαδεύτηκε από τις παρεμβάσεις του Carl Schmitt και την υποχώρηση του θετικισμού. Το βιβλίο χωρίζεται σε τέσσερα μέρη, από τα οποία το πρώτο εξετάζει τη διαμόρφωση, τις προβλέψεις και την ερμηνεία του Συντάγματος της Βαϊμάρης, το δεύτερο μελετά τη νόθευση της κοινοβουλευτικής μορφής του πολιτεύματος από το 1930, το τρίτο εστιάζει το ενδιαφέρον του στην τελική φάση της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης και το τελευταίο κλείνει με την ψήφιση του Εξουσιοδοτικού Νόμου που ουσιαστικά σήμανε την έναρξη της απόλυτης πρωτοκαθεδρίας του Φύρερ.

Η ιστορία της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης ξεκινά με μια επανάσταση και τελειώνει με μια αντεπανάσταση. Η επανάσταση του Νοεμβρίου του 1918, με πρωταγωνιστές τους εργάτες και τους στρατιώτες του μετώπου, ανέτρεψε τον Κάιζερ και ο καγκελάριος Max Von Baden αναγκάστηκε να διορίσει στη θέση του καγκελάριου τον Friedrich Ebert, εξέχον μέλος της ηγεσίας του Σοσιαλδημοκρατικού Κόμματος Γερμανίας (SPD). Παρά την εκτίμηση του Κεσσόπουλου –που στο σημείο αυτό φαίνεται να συντάσσεται με τους Γερμανούς θετικιστές της εποχή– ότι η παραβίαση της συνταγματικής νομιμότητας την οποία συνεπαγόταν ο διορισμός του Ebert «δεν προσέβαλε με τέτοιον τρόπο τον πυρήνα του πολιτεύματος, ώστε να μπορεί να γίνει λόγος για πραξικοπηματική κατάλυση της μοναρχίας» (σ. 42), η πολιτειακή ρήξη με το παρελθόν ήταν κάθετη. Η συνταγματική μοναρχία έδωσε τη θέση της στην κοινοβουλευτική δημοκρατία. Τούτο οφείλεται στο γεγονός ότι η ηγεσία των σοσιαλδημοκρατών αντιλήφθηκε έγκαιρα πως η αρχική επιδίωξή της για διατήρηση του μοναρχικού θεσμού είχε πλέον καταστεί ανεδαφική λόγω της επαναστατικής ριζοσπαστικοποίησης των μαζών και πως η επιμονή σε αυτήν θα έθετε σε κίνδυνο το ίδιο το κοινωνικό καθεστώς. Εξάλλου, όπως ορθά σημειώνει ο συγγραφέας, στην πρώτη φάση της επανάστασης η de facto κυβέρνηση του Συμβουλίου των Εντεταλμένων του Λαού αντλούσε την πολιτική της νομιμοποίηση από τα σοβιέτ των εργατών και των στρατιωτών. Το κρίσιμο στοιχείο που καθόρισε τις εξελίξεις σ’ αυτήν τη μεταβατική περίοδο ήταν το γεγονός ότι το SPD είχε τον πολιτικό έλεγχο και των δύο πόλων της δυαδικής εξουσίας, της «επίσημης» κυβέρνησης και των συμβουλίων. Η προτεραιότητα που έδωσαν οι σοσιαλδημοκράτες στη διατήρηση του κοινωνικού status quo είχε ως αποτέλεσμα να θυσιάσουν την πολιτειακή συνέχεια προς όφελος της κοινωνικής.

Το βιβλίο αναλύει με συνοπτικό αλλά εμπεριστατωμένο τρόπο το οργανωτικό μέρος του Συντάγματος της Βαϊμάρης, που ψηφίστηκε από τη Συντακτική Συνέλευση το καλοκαίρι του 1919. Το άρθρο 1 παρ. 2 του νέου Συντάγματος όριζε ότι η κρατική εξουσία προέρχεται από τον λαό, κατοχυρώνοντας με αυτόν τον τρόπο τη δημοκρατική αρχή, όπως εύστοχα σημειώνει ο Κεσσόπουλος, μέσω μιας διπλής οριοθέτησης: από τη μια πλευρά έναντι του μοναρχικού παρελθόντος της χώρας και από την άλλη έναντι της προοπτικής μιας σοβιετικής δημοκρατίας, στο πλαίσιο της οποίας η κυριαρχία θα έδρευε στα συμβούλια των εργατών και των στρατιωτών. Η θεσμική μηχανική του Συντάγματος βασιζόταν στον αμοιβαίο έλεγχο και εξισορρόπηση των τριών άμεσων οργάνων του κράτους, του Κοινοβουλίου, της κυβέρνησης και του προέδρου του Ράιχ. Ωστόσο, η άμεση εκλογή του τελευταίου και η δυνατότητά του να διαλύει τη Βουλή έδινε στον πρόεδρο μια θεσμική υπεροπλία απέναντι στη λαϊκή αντιπροσωπεία, ακόμα και σε περιόδους ομαλότητας. Ταυτόχρονα, ο συντακτικός νομοθέτης έδωσε με το περίφημο άρθρο 48 στον αρχηγό του κράτους τη δυνατότητα να αναστείλει την ισχύ πλήθους θεμελιωδών δικαιωμάτων σε περίπτωση κινδύνου της δημόσιας ασφάλειας και τάξης. Η ερμηνεία αυτού του άρθρου, που έθετε ουσιαστικά τους όρους επιβολής μιας συνταγματικής δικτατορίας, αποτέλεσε εξαρχής πεδίο θεωρητικής αντιπαράθεσης. Ο Carl Schmitt υποστήριξε τη διασταλτική ερμηνεία του δικαίου της ανάγκης, διευρύνοντας ουσιαστικά απεριόριστα το πεδίο εφαρμογής του άρθρου 48. Από την άλλη πλευρά, οι θετικιστές συνταγματολόγοι προέκριναν τη συσταλτική ερμηνεία, επικαλούμενοι τη συστηματική ένταξη του άρθρου 48 στο συνολικό συνταγματικό πλαίσιο και τον εξαιρετικό χαρακτήρα των προβλέψεών του. Η άποψη που προέκρινε τη στενή ερμηνεία παρέμεινε κρατούσα σε επίπεδο συνταγματικής θεωρίας καθ’ όλη τη διάρκεια της δεκαετίας του ’20, όμως η κρίση που ακολούθησε μετέβαλλε τα δεδομένα…

Στο σημείο αυτό, είναι αναγκαία μια παρατήρηση στην περιοδολόγηση της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης από τον συγγραφέα. Σύμφωνα με τον Κεσσόπουλο, η λειτουργία των δημοκρατικών θεσμών στη Γερμανία ήταν σχετικά ομαλή από το 1919 έως το 1930 (σ. 21). Αυτή η εκτίμηση δεν φαίνεται να ευσταθεί, τουλάχιστον για την περίοδο μέχρι το 1923, καθώς η διαμάχη μεταξύ επανάστασης και αντεπανάστασης δεν έληξε με την ψήφιση του Συντάγματος. Το 1920 εκδηλώθηκε στρατιωτικό πραξικόπημα για την ανατροπή της κυβέρνησης συνασπισμού στην οποία ηγούνταν οι σοσιαλδημοκράτες, το οποίο αρχικά επικράτησε αλλά κατόπιν κατέρρευσε υπό την πίεση μιας μαζικής γενικής απεργίας. Το 1923, η απογείωση του πληθωρισμού και η κατάληψη της βιομηχανικής ζώνης του Ρουρ από γαλλικά στρατεύματα έφτασαν τη Γερμανία στα πρόθυρα νέας επαναστατικής έκρηξης. Η «ανωμαλία» της περιόδου 1919-1923 έχει ιδιαίτερη σημασία, καθώς η θεσμική αντιμετώπισή της δημιούργησε, μεταξύ άλλων, σημαντικά νομικά προηγούμενα, που έμελλε να γενικευτούν όταν στις αρχές της δεκαετίας του ’30 ξέσπασε η νέα οικονομική κρίση. Όπως παρατηρεί ο ίδιος ο συγγραφέας (σ. 109-110), το 1920 και το 1923 εκδόθηκαν βάσει του άρθρου 48 του Συντάγματος έκτακτα διατάγματα νομοθετικού περιεχομένου για την ποινική αντιμετώπιση ένοπλων εξεγέρσεων, ενώ το 1923-1924 εκδόθηκαν τέτοια διατάγματα για την αντιμετώπιση καταστάσεων έκτακτης ανάγκης στο πεδίο της οικονομίας. Το Ανώτατο Ακυρωτικό Δικαστήριο, με σειρά αποφάσεών του από το 1920 έως το 1924, έκρινε ως σύμφωνη με το Σύνταγμα την παραγωγή ουσιαστικών νόμων βάσει του άρθρου 48, τόσο στο επίπεδο της δημόσιας τάξης όσο και στο επίπεδο της οικονομίας. Σε αυτό το πλαίσιο, η ερμηνευτική κατασκευή του Carl Schmitt για τη δυνατότητα άσκησης της νομοθετικής λειτουργίας σε συνθήκες κρίσης από τον πρόεδρο του Ράιχ –στην οποία δικαιολογημένα ασκεί εκτεταμένη κριτική ο συγγραφέας– έπαιξε επίσης σημαντικό ρόλο. Σε μεθοδολογικό επίπεδο, είχε την προφανή αδυναμία ότι ερμήνευε τις σχετικές προβλέψεις του ομοσπονδιακού Συντάγματος με βάση τις (ευνοϊκότερες για την ενεργοποίηση του δικαίου της ανάγκης) αντίστοιχες του Συντάγματος του κρατιδίου της Πρωσίας. Η λαθροχειρία του Schmitt συνέβαλε στη νομιμοποίηση της επιλογής των κυβερνήσεων του 1923-1924 και του 1930-1932 «να στηρίξουν στη δικτατορική εξουσία του προέδρου του Ράιχ την εξυγίανση της εθνικής οικονομίας». Με άλλα λόγια, η πολιτική εξουσία της περιόδου 1920-1924 προέβη σε διασταλτική ερμηνεία του δικαίου της ανάγκης, η νομολογία την επικύρωσε και ο Schmitt της έδωσε συνταγματικό άλλοθι. Με αυτά τα δεδομένα, η εφαρμογή του άρθρου 48 στις αρχές της δεκαετίας του 1930 δεν ήταν κεραυνός εν αιθρία αλλά μία ήδη δοκιμασμένη στο παρελθόν (σε μικρότερη προφανώς έκταση) πρακτική αντιμετώπισης οικονομικών και πολιτικών κρίσεων.

Το κραχ του 1929 και η διεθνής ύφεση που ακολούθησε είχαν άμεσο αντίκτυπο στη γερμανική οικονομία και κοινωνία, καθώς η απότομη πτώση του παγκόσμιου εμπορίου είχε καταστροφικές συνέπειες στις βιομηχανικές εξαγωγές της Γερμανίας. Το δίλημμα που τέθηκε ήταν επιτακτικό και αφορούσε την κατανομή των βαρών της κρίσης: οι βιομήχανοι και οι τράπεζες πίεζαν για τη δραστική συρρίκνωση του κράτους πρόνοιας, ενώ τα εργατικά συνδικάτα προέκριναν την επιβάρυνση των πιο εύρωστων κοινωνικών ομάδων. Η ραγδαία επιδείνωση της οικονομικής κρίσης είχε άμεσες πολιτικές συνέπειες. Δεν είναι τυχαίο ότι στις εκλογές του 1930 οι ναζί εκτινάχθηκαν από το 2,6% στο 17,8%. Η διαχείριση της κρίσης από την κυβέρνηση Μπρύνινγκ μετά τις εκλογές χαρακτηρίστηκε από την επιβολή αυστηρής λιτότητας και δημοσιονομικής πειθαρχίας με τη στήριξη των αστικών δημοκρατικών κομμάτων και την ανοχή του SPD, στοιχείο που ορθά ο συγγραφέας προσδιορίζει ως κομβικό για τη διάρρηξη των σχέσεων αντιπροσώπευσης. Η υλοποίηση του προγράμματος μέσω της λήψης έκτακτων οικονομικών μέτρων από τον πρόεδρο του Ράιχ επιδείνωσε την κρίση σε θεσμική. Το «Προεδρικό Καθεστώς», στο οποίο είχε πλέον μεταλλαχθεί η Δημοκρατία της Βαϊμάρης, είχε όλα τα εξωτερικά χαρακτηριστικά ενός, με μαρξιστική ορολογία, βοναπαρτιστικού καθεστώτος, του έλειπαν όμως τα κοινωνικά ερείσματα. Με άλλα λόγια, η απεξάρτηση της εκτελεστικής εξουσίας από τα κόμματα (σε μεγάλο βαθμό ακόμα και από εκείνα που το στήριζαν) και η αυταρχική «φυγή προς τα εμπρός» με τη συστηματική νομοθέτηση μέσω έκτακτων διαταγμάτων είχε πήλινα πόδια. Αντικατόπτριζε την πρόωρη κατάρρευση της παλιάς κοινωνικής ισορροπίας χωρίς να είναι σε θέση να σηματοδοτήσει την αρχή μιας νέας. Εξάλλου, όπως επανειλημμένα τονίζει ο Κεσσόπουλος, η λειτουργία του Προεδρικού Καθεστώτος ήταν άρρηκτα συνδεδεμένη με την εφαρμογή της συγκεκριμένης οικονομικής πολιτικής (σ. 218). Ακριβώς επειδή ήταν μέρος του προβλήματος, αδυνατούσε να είναι και μέρος της λύσης.

Η συνταγματική θεωρία έχει κι εκείνη μερίδιο ευθύνης για τη διολίσθηση στον αυταρχισμό. Οι θετικιστές νομικοί εγκατέλειψαν τις παλαιότερες θέσεις τους και έδωσαν επιστημονική κάλυψη στην αλλοίωση του πολιτεύματος συντασσόμενοι κατ’ ουσίαν με τον πάλαι ποτέ αντίπαλό τους Carl Schmitt. Η αναλυτική παρουσίαση και η συστηματική κριτική των απόψεων του Schmitt από τον Κεσσόπουλο γίνεται από τη σκοπιά της θετικιστικής θεωρίας και εμπνέεται από τον Hans Kelsen. Χωρίς να αγνοεί αντιθετικιστικές απόπειρες (όπως του Heller) για τη συγκρότηση δημοκρατικών αντιβάρων απέναντι στον αυταρχισμό, ο συγγραφέας επιλέγει συνειδητά τον θετικιστικό εγγυητισμό ως καλύτερη ασπίδα για τη δημοκρατία. Ταυτόχρονα, η μελέτη του Κεσσόπουλου συμβάλλει σε μια διαφορετική ανάγνωση του έργου του Schmitt, ο οποίος παρουσιάζεται συνήθως στην Ελλάδα ως ο συνταγματολόγος των ναζί. Πραγματικά, ο Schmitt συντάχθηκε, και μάλιστα ένθερμα, με τους εθνικοσοσιαλιστές μετά την άνοδό τους στην εξουσία το 1933. Έως τότε όμως, και τούτο είναι το ιδιαίτερα ενδιαφέρον, υπήρξε ο θεωρητικός του «επίσημου» αυταρχισμού του Προεδρικού Καθεστώτος, ο υποστηρικτής της «συνταγματικής δικτατορίας» του προέδρου του Ράιχ. Και ακόμα περισσότερο, όσο και αν τούτο ηχεί παράδοξα λαμβάνοντας υπόψη την κατοπινή ένταξή του στο κόμμα του Χίτλερ, ο Schmitt υποστήριξε το 1932 σχέδια έκτακτης ανάγκης που αποσκοπούσαν στην καταστολή όχι μόνο των κομμουνιστών αλλά και των ναζί. Με άλλα λόγια, πριν μετατραπεί σε αξιοθρήνητο υμνητή του Φύρερ, ο Γερμανός νομικός είχε υπάρξει πολέμιος «των δύο άκρων» και είχε προσπαθήσει να διασώσει το πνεύμα του Συντάγματος της Βαϊμάρης (όπως εκείνος το προσδιόριζε βέβαια) από τους «εχθρούς» του, συμπεριλαμβανομένων των ναζί.

Στο τελευταίο μέρος του βιβλίου διαβάζουμε, με κομμένη σχεδόν την ανάσα, την πορεία που οδήγησε στην κατάλυση της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης. Οι παρασκηνιακές διαβουλεύσεις μεταξύ των πολιτειακών παραγόντων, οι μετατοπίσεις και οι αμφιταλαντεύσεις τους θυμίζουν αστυνομικό μυθιστόρημα. Ιδιαίτερα σημαντική είναι η παρατήρηση του Κεσσόπουλου για τον καταλυτικό ρόλο που έπαιξε η στήριξη της κυρίαρχης τάξης στην άνοδο του Χίτλερ στην εξουσία. Βιομήχανοι, τραπεζίτες και μεγαλογαιοκτήμονες ανάγκασαν στα τέλη του 1932 τον πρόεδρο Χίντεμπουργκ να αποπέμψει τον Σλάιχερ από τη θέση του καγκελάριου, όταν ο τελευταίος έκανε μια απέλπιδα προσπάθεια να διασώσει το Προεδρικό Καθεστώς μέσα από την εξαγγελία ορισμένων μέτρων ανακούφισης των ασθενέστερων κοινωνικών ομάδων. Δεν είναι τυχαίο το γεγονός ότι οι παρασκηνιακές διαβουλεύσεις μεταξύ Χίντεμπουργκ και Χίτλερ, που οδήγησαν τον τελευταίο στην καγκελαρία, έγιναν στην οικία επιφανούς τραπεζίτη. Από αυτήν την άποψη, χωρίς να υπάρχει αμφιβολία για την έλξη που άσκησε ο Χίτλερ σε μαζικά στρώματα των μικρομεσαίων, των ανέργων και της υπαίθρου, που προηγουμένως στήριζαν τα αστικά δημοκρατικά κόμματα, η αναφορά σε «αυτοκτονία του Δήμου» φαίνεται κάπως σχηματική. Η κατάλυση της Δημοκρατίας ήταν περισσότερο καρπός μιας συνειδητής πολιτικής των ελίτ να απαλλαγούν τόσο από τα υπολείμματα των συμβιβασμών της σοσιαλδημοκρατικής περιόδου όσο και από τον κομμουνιστικό κίνδυνο μέσα από την πλήρη διάλυση κάθε αυτόνομης κοινωνικής και πολιτικής έκφρασης των μαζών παρά αποτέλεσμα «αυτοκτονίας» των τελευταίων. Τούτο επιβεβαιώνεται και από το γεγονός ότι το πράσινο φως για την άνοδο του Χίτλερ στην εξουσία δόθηκε ενώ το Εθνικοσοσιαλιστικό Κόμμα είχε πέσει από το 37% των εκλογών του Ιουλίου 1933 στο 33% τον Νοέμβριο του 1933 και περνούσε μια σημαντική κρίση με την ανοιχτή διαφοροποίηση του Gregor Strasser.

Η είσοδος, πάντως, του Χίτλερ στην καγκελαρία μέσα από την πόρτα της νομιμότητας δεν τον «εξημέρωσε», αλλά, αντίθετα, του έδωσε τη δυνατότητα να ζητήσει την ψήφιση του περίφημου «Εξουσιοδοτικού Νόμου», που του έδινε ουσιαστικά απεριόριστες εξουσίες. Από νομική άποψη, ο Εξουσιοδοτικός Νόμος, που ψηφίστηκε σύμφωνα με την προβλεπόμενη αναθεωρητική διαδικασία, δεν κατάργησε τυπικά το Σύνταγμα αλλά το μετέτρεψε από σχετικά ήπιο (αναθεωρούμενο με ειδική διαδικασία και ειδικές πλειοψηφίες αλλά χωρίς σκληρό πυρήνα μη υποκείμενων σε αναθεώρηση διατάξεων) σε απολύτως ήπιο. Στην πράξη όμως, αποτέλεσε την ταφόπλακα του Συντάγματος της Βαϊμάρης, αφού, όπως εύστοχα σημειώνει ο Κεσσόπουλος, η κυβέρνηση αποκτούσε πλέον τη δυνατότητα άσκησης πρωτογενούς συντακτικής εξουσίας. Ο συγγραφέας καταγράφει με φανερή συγκίνηση την ομιλία του ηγέτη του SPD, Otto Wels, του μόνου κόμματος που καταψήφισε στη Βουλή τον Εξουσιοδοτικό Νόμο, αφού τα αστικά δημοκρατικά κόμματα επέλεξαν να τον υπερψηφίσουν ενώ οι κομμουνιστές βουλευτές είχαν ήδη συλληφθεί. Ήταν όμως πια αργά. Η Αριστερά, τόσο στη σοσιαλδημοκρατική όσο και στην κομμουνιστική εκδοχή της, έμελλε να πληρώσει με βαρύ φόρο αίματος την αποτυχία της να οικοδομήσει ένα ενιαίο μέτωπο απέναντι στον Χίτλερ.[1]

Η κατάρρευση της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης ήταν το κορυφαίο γεγονός του μεσοπολέμου. Η επικράτηση του ναζισμού άνοιξε τον δρόμο για τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο και τη θηριωδία του Ολοκαυτώματος. Από αυτήν την άποψη, η μελέτη εκείνης της περιόδου είναι και θα παραμένει επίκαιρη. Τούτο όμως δεν σημαίνει ότι η ερμηνεία των γεγονότων είναι μονοσήμαντη. Αντίθετα, η επίκληση των «διδαγμάτων της Βαϊμάρης» εξαρτάται ακριβώς από την ερμηνεία τους. Η διαμόρφωση του μεταπολεμικού Συντάγματος της Δυτικής Γερμανίας είναι ενδεικτική. Ο Θεμελιώδης Νόμος της Βόννης του 1949 στηρίχθηκε σε μία ερμηνεία που απέδιδε την επικράτηση του ναζισμού στην υπερβολική ανοχή της δημοκρατίας απέναντι στους εχθρούς της. Έτσι, υιοθέτησε ένα μοντέλο «μαχητικής» (Streitbare) δημοκρατίας, που απέρριψε την αξιολογική ουδετερότητα του Συντάγματος της Βαϊμάρης και ανήγαγε την «ελεύθερη και δημοκρατική τάξη» ως ύπατη πολιτειακή αρχή. Ο περιορισμός της δημοκρατίας θεωρήθηκε ως ο καλύτερος τρόπος υπεράσπισής της. Από την άλλη πλευρά, η εργαλειακή επίκληση της Ιστορίας από τους εκάστοτε κρατούντες αναδεικνύει εκ του αντιθέτου τον πολύτιμο χαρακτήρα των μελετών που φωτίζουν πολυπρισματικά το αντικείμενό τους. Τέτοια είναι η μελέτη του Κεσσόπουλου. Δεν είναι, ούτε θα μπορούσε ή θα έπρεπε να είναι, απαλλαγμένη από τη φόρτιση της σύγχρονης συζήτησης. Παίρνει θέση με επιστημονική ακρίβεια και μεθοδολογική συνέπεια και μ’ αυτά ακριβώς τα εφόδια σκιαγραφεί την πορεία της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης προς τον όλεθρο. Η επιμονή των ελίτ στη λιτότητα παρά το κοινωνικό της κόστος, η ανοχή των σοσιαλδημοκρατών στο Προεδρικό Καθεστώς που υλοποιούσε μια άνευ προηγουμένου δημοσιονομική προσαρμογή σε βάρος των κατώτερων τάξεων, ο προσανατολισμός όλων (παρά τις υπαρκτές διαφορές μεταξύ τους) των αστικών κομμάτων σε κάποιου είδους αυταρχική διέξοδο από την κρίση, η άρνηση των δυνάμεων της Αριστεράς να συγκροτήσουν ενιαίο μέτωπο απέναντι στον ναζισμό, η υποταγή της συνταγματικής θεωρίας στις απαιτήσεις της (κυρίαρχης) πολιτικής αναδεικνύονται, περισσότερο ή λιγότερο εκτεταμένα, ως βασικοί κόμβοι αυτής της τραγικής διαδρομής. Το «ποτέ ξανά» που αρθρώνεται μέσα από τις σελίδες του βιβλίου αποτελεί πρό(σ)κληση επιστημονικής και πολιτικής εγρήγορσης για να μην επαναληφθούν τα τραγικά λάθη του παρελθόντος που οδήγησαν στα «Μεσάνυχτα του αιώνα».

Ο Χαράλαμπος Κουρουνδής είναι μεταδιδακτορικός ερευνητής στη Νομική του ΑΠΘ και διδάσκει στο Τμήμα Δημόσιας Διοίκησης του ΕΑΠ. ([email protected])

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

1 Δυστυχώς, τα δύο κόμματα επέμειναν μέχρι τέλους να εξισώνουν αλλήλους με τους ναζί. Το μεν KPD, με την καθοδήγηση της ευρισκόμενης υπό τον απόλυτο έλεγχο του Στάλιν Κομιντέρν, χαρακτήριζε συλλήβδην τους σοσιαλδημοκράτες ως «σοσιαλφασίστες». Το δε SPD έκρινε ότι η απειλή προερχόταν εξίσου από «τα δύο άκρα», όπως φαίνεται χαρακτηριστικά και στην προεκλογική αφίσα του που βρίσκεται στο οπισθόφυλλο του βιβλίου

 

 

Δείτε Επίσης

Αφήστε μια απάντηση

ΕΙΔΟΠΟΙΗΣΕΙΣ

Εισάγετε το email σας για να ενημερώνεστε για τα νέα άρθρα