Για το βιβλίο: Χαράλαμπος Κουρουνδής, Το Σύνταγμα και η Αριστερά, Νήσος, Αθήνα 2018, 580 σ.

Αλέξανδρος Κεσσόπουλος

τχ. 143-144

Η συνταγματική ιστορία αποτελεί ένα από τα νόθα παιδιά της νομικής επιστήμης, δεδομένου ότι το αντικείμενό της δεν περιορίζεται στα στενά τείχη της δογματικής ερμηνείας του κανονιστικού περιεχομένου παλαιότερων Συνταγμάτων. Αντιθέτως, ο συγκεκριμένος κλάδος του συνταγματικού δικαίου δανείζεται μεθοδολογικά εργαλεία από άλλες κοινωνικές επιστήμες, προκειμένου να αναλύσει εκείνες τις πολιτικές, οικονομικές και ιδεολογικές διεργασίες, οι οποίες οδήγησαν, σε μια δεδομένη συγκυρία, στη σύνταξη, την αναθεώρηση ή την κατάλυση του Καταστατικού Χάρτη μιας χώρας. Σε αυτό ακριβώς το διεπιστημονικό πλαίσιο εγγράφεται και η μελέτη του Χαράλαμπου Κουρουνδή, με τίτλο «Το Σύνταγμα και η Αριστερά», η οποία καταπιάνεται με ένα όχι μόνο πρωτότυπο, αλλά και ιδιαίτερα προκλητικό θέμα. Ειδικότερα, το εν λόγω βιβλίο έχει ως αντικείμενο την ανάδειξη της ύπαρξης μιας –εν πολλοίς άγνωστης– νομικής και ιδεολογικής γέφυρας, η οποία επιχείρησε να συνδέσει δύο εκ πρώτης όψεως ασύνδετες πολιτειακές επικράτειες: αυτήν της καχεκτικής δημοκρατίας των μετεμφυλιακών χρόνων με εκείνην του ισχυρού μεταπολιτευτικού κράτους δικαίου. Η αφετηρία της νοητής αυτής γέφυρας εντοπίζεται στο έτος 1963, όταν ο Κωνσταντίνος Καραμανλής αποπειράθηκε ανεπιτυχώς να επιφέρει μια «βαθεία τομή» στο Σύνταγμα του 1952, ενώ το σημείο της κατάληξής της δεν είναι άλλο από την κατάρτιση του ισχύοντος Συντάγματος του 1975. Στο πλαίσιο του φιλόδοξου εγχειρήματός του να εντοπίσει τις συνέχειες και τις ασυνέχειες μεταξύ των σημαντικών αυτών στιγμών της ελληνικής συνταγματικής ιστορίας, ο Κουρουνδής επικεντρώνει το ενδιαφέρον του σε δύο βασικές θεματικές ενότητες, οι οποίες διατρέχουν ολόκληρο το βιβλίο του: η πρώτη εξ αυτών συνίσταται στη σύγκριση των προτάσεων της «βαθείας τομής» με τις συζητήσεις που απασχόλησαν μεταπολιτευτικά την Ε΄ Αναθεωρητική Βουλή, ενώ η δεύτερη αφορά τη στάση της Αριστεράς σε καθεμιά από τις δύο συγκυρίες και τον βαθμό της επιρροής της στον ρου των θεσμικών εξελίξεων.

Οι προτάσεις της ΕΡΕ για την αναθεώρηση του Συντάγματος του 1952 κατέτειναν στην επίτευξη δύο βασικών στόχων. Στο μεν πεδίο της οικονομίας, η ανάγκη ενίσχυσης του κρατικού παρεμβατισμού προϋπέθετε την ταχεία και αποτελεσματική λειτουργία της εκτελεστικής εξουσίας, ενώ, στο κοινωνικό πεδίο, η προϊούσα όξυνση των ταξικών συγκρούσεων υπαγόρευε τη θεσμοθέτηση μέτρων καταστολής κατά των κομμάτων της Αριστεράς. Με γνώμονα, συνεπώς, τις συγκεκριμένες πολιτικές προτεραιότητες, η κυβέρνηση του Κωνσταντίνου Καραμανλή εξήγγειλε μία δέσμη θεσμικών μεταρρυθμίσεων το 1963, οι οποίες αποσκοπούσαν: α) στην επιτάχυνση της λειτουργίας της νομοθετικής μηχανής, β) στην προάσπιση της κυβερνητικής σταθερότητας και γ) στην προστασία του πολιτεύματος από τους «εχθρούς» του. Σύμφωνα με την εύστοχη διατύπωση του Κουρουνδή (σ. 74), ο διττός στόχος της «βαθείας τομής» συνίστατο στον εξορθολογισμό των κρατικών λειτουργιών και στην επιβολή μιας πειθαρχημένης δημοκρατίας.

Πέρα από την τεχνοκρατική του διάσταση, το αναθεωρητικό σχέδιο της ΕΡΕ χαρακτηριζόταν και από μια ιδεολογικού χαρακτήρα στόχευση. Συγκεκριμένα, η συντηρητική παράταξη επεδίωκε μέσω της «βαθείας τομής» να συνταγματοποιήσει τη δίωξη του πολιτικού αντιπάλου, ούτως ώστε να περιβάλει εφεξής τις πρακτικές της με τον μανδύα ενός σύγχρονου κράτους δικαίου. Για τον σκοπό αυτόν κρίθηκε αναγκαία η εισαγωγή, στο αναθεωρημένο Σύνταγμα, μιας σειράς διατάξεων οι οποίες θα έθεταν υπό την κρίση της δικαστικής εξουσίας τη δυνατότητα κοινοβουλευτικής εκπροσώπησης των δυνάμεων της Αριστεράς. Όπως ορθά επισημαίνει ο Κουρουνδής, το θεσμικό πρότυπο για την οικοδόμηση μιας «μαχητικής δημοκρατίας» δεν ήταν άλλο από τον Θεμελιώδη Νόμο της Βόννης, ο οποίος απένεμε στο Συνταγματικό Δικαστήριο της Δυτικής Γερμανίας την αρμοδιότητα της απαγόρευσης αντιδημοκρατικών κομμάτων, είτε αυτά ήταν ακροδεξιά είτε κομμουνιστικά. Με άλλα λόγια, ο εκσυγχρονισμός του νομικού οπλοστασίου των εθνικοφρόνων αποτελούσε προτεραιότητα για τον Καραμανλή, καθώς με τον τρόπο αυτόν θα υποβάθμιζε τη λειτουργία του παρασυντάγματος, και, ως εκ τούτου, θα ενίσχυε τη νομιμοποίηση της κυβέρνησής του.

Ο βασικός λόγος που οδήγησε στη ματαίωση του αναθεωρητικού εγχειρήματος της «βαθείας τομής» δεν ήταν άλλος από την προϊούσα εκτράχυνση των όρων του πολιτικού ανταγωνισμού μετά την ανάδειξη της ΕΔΑ σε αξιωματική αντιπολίτευση το 1958. Αποκορύφωμα των φαινομένων παραβίασης της νομιμότητας υπήρξαν οι εκλογές βίας και νοθείας το 1961, οι οποίες είχαν ως επακόλουθο αρχικά την κήρυξη του Ανένδοτου Αγώνα από την Ένωση Κέντρου και στη συνέχεια τη συστράτευση σε αυτόν και της κομμουνιστικής Αριστεράς. Στο πλαίσιο ενός τέτοιου κλίματος ακραίας πόλωσης, οι αναθεωρητικές προτάσεις της ΕΡΕ δεν προκάλεσαν μόνο τη διατύπωση οξείας κριτικής από τα κόμματα της αντιπολίτευσης,[1] αλλά και τη σύσσωμη αποχώρησή τους από την κοινοβουλευτική διαδικασία. Πέρα, όμως, από το γεγονός της καθολικής ρήξης του Καραμανλή τόσο με το Κέντρο όσο και την Αριστερά, καθοριστική για το ναυάγιο του μεταρρυθμιστικού του σχεδίου υπήρξε η ήττα του στην εκλογική αναμέτρηση του 1963. Δικαίως, συνεπώς, ο συγγραφέας χαρακτηρίζει το συγκεκριμένο αποτέλεσμα ως την ταφόπλακα της «βαθείας τομής», τουλάχιστον σε ό,τι αφορά τη συγκυρία των μετεμφυλιακών χρόνων.

Μετά την πτώση της δικτατορίας, μία από τις βασικές προτεραιότητες της κυβέρνησης εθνικής ενότητας αποτέλεσε η άμεση κατάρτιση του νέου Καταστατικού Χάρτη της χώρας. Με δεδομένη την εκ νέου ανάδειξη του Καραμανλή στην πρωθυπουργία, το κυβερνητικό σχέδιο Συντάγματος, που κατατέθηκε στη Βουλή τον Ιανουάριο του 1975, μόλις 12 χρόνια μετά τη ματαίωση της «βαθείας τομής», έφερε καθαρό το ίχνος πολλών από τις προτάσεις του συγκεκριμένου εγχειρήματος. Όπως, όμως, επισημαίνει ο Κουρουνδής, η ιστορία διδάσκει ότι ο τρόπος διαμόρφωσης των θεμελιωδών κανόνων μιας έννομης τάξης δεν συνδέεται ευθύγραμμα με τη βούληση της πλειοψηφίας, αλλά τις περισσότερες φορές συνιστά τη συμπύκνωση του πολιτικού και κοινωνικού συσχετισμού των δυνάμεων σε μια δεδομένη συγκυρία. Παρά το γεγονός, λοιπόν, ότι στη μεταπολιτευτική Ελλάδα η Νέα Δημοκρατία έθεσε ως θεσμικούς στόχους την ενίσχυση της εκτελεστικής εξουσίας και την οικοδόμηση μιας μαχητικής δημοκρατίας, στο Σύνταγμα του 1975 δεν ενσωματώθηκαν τελικά παρά μόνο λίγες από τις προτάσεις της «βαθείας τομής» που περιλαμβάνονταν στην κυβερνητική πρόταση.

Στο δεύτερο μέρος του βιβλίου, ο συγγραφέας επιχειρεί να αποδείξει αυτήν ακριβώς τη διπλή θεωρητική θέση. Από τη μία πλευρά, δηλαδή, αναδεικνύει τις πολλές ομοιότητες του κυβερνητικού σχεδίου του 1975 με το μετεμφυλιακό αναθεωρητικό εγχείρημα, ενώ από την άλλη εστιάζει στις σημαντικές αλλαγές που υπέστη η αρχική πρόταση της ΝΔ στο πλαίσιο της Ε΄ Αναθεωρητικής Βουλής. Σύμφωνα με το κεντρικό του επιχείρημα, η μεταστροφή της κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας δεν προήλθε από κάποια διαδικασία αναστοχασμού επί του περιεχομένου των δικών της προτάσεων, αλλά υπήρξε συνέπεια της πίεσης των κινημάτων της μεταπολίτευσης, τόσο του εργατικού όσο και του φοιτητικού, τα οποία διεκδικούσαν περισσότερη δημοκρατία και κοινωνικά δικαιώματα. Με άλλα λόγια, ο Κουρουνδής περιγράφει το Σύνταγμα του 1975 ως το προϊόν ενός πλέγματος ουσιωδών συμβιβασμών, στους οποίους αναγκάσθηκε να προχωρήσει η συντηρητική παράταξη, προκειμένου να ενισχύσει τη νομιμοποίηση του μεταπολιτευτικού πολιτικού συστήματος και, επομένως, να διασφαλίσει τη σταθερότητά του. Ένα τέτοιο ερμηνευτικό πλαίσιο, όμως, το οποίο θέτει στο επίκεντρο τη σημασία των κινήσεων τακτικής αναδίπλωσης της ΝΔ, θα ήταν ασφαλώς ελλιπές, εάν δεν αναφερόταν διεξοδικά και στις αντίστοιχες πρωτοβουλίες της αντίπαλης πλευράς. Γι’ αυτό, άλλωστε, και ο τίτλος του βιβλίου μαρτυρά ότι η τελική μορφή του Συντάγματος του 1975 οφείλεται εν πολλοίς και στη στάση των κομμάτων της Αριστεράς, τα οποία αφενός αντιτάχθηκαν σε αρκετές από τις θέσεις της ΝΔ και αφετέρου διατύπωσαν δικές τους προτάσεις για την πολιτειακή οργάνωση του μεταπολιτευτικού κράτους.

Όπως προκύπτει από τη λεπτομερή σύγκριση των σχετικών κειμένων που παραθέτει ο Κουρουνδής, δεν ήταν λίγες οι προτάσεις της «βαθείας τομής», οι οποίες συμπεριλήφθηκαν στο κυβερνητικό σχέδιο του 1975 και, συνεπώς, τέθηκαν προς συζήτηση και ψήφιση στην Ε΄ Αναθεωρητική Βουλή. Από αυτές ξεχωρίζει ασφαλώς η δεύτερη απόπειρα της συντηρητικής παράταξης να μεταφέρει στην Ελλάδα το μοντέλο μιας μαχητικής δημοκρατίας, η οποία δεν ανέχεται τη συμμετοχή των εχθρών της στον πολιτικό ανταγωνισμό. Συγκεκριμένα, το κυβερνητικό σχέδιο προέβλεπε τη λειτουργία ενός Συνταγματικού Δικαστηρίου, επιφορτισμένου, μεταξύ άλλων, με την αρμοδιότητα να θέτει εκτός νόμου εκείνα τα κόμματα, «των οποίων η δράσις τείνει εις ανατροπήν του ελεύθερου δημοκρατικού πολιτεύματος». Η κοινοβουλευτική συζήτηση, βέβαια, επί του περιεχομένου της σχετικής πρότασης δεν θα μπορούσε να μείνει ανεπηρέαστη από το ιδεολογικό κλίμα που κυριαρχούσε στην ελληνική κοινωνία τα πρώτα χρόνια της Μεταπολίτευσης. Σε μια συγκυρία, δηλαδή, που οι πολιτικές διώξεις των μετεμφυλιακών χρόνων και της δικτατορίας ήταν ακόμη νωπές στη συνείδηση των πολιτών, η ενδεχόμενη υιοθέτηση της πρότασης για την απαγόρευση κομμάτων θα αποτελούσε αναμφίβολα casus belli για ολόκληρο το φάσμα του προοδευτικού χώρου. Από τη στιγμή, μάλιστα, που στο πλαίσιο της αναθεωρητικής διαδικασίας τα μεν κόμματα της Αριστεράς εξέφρασαν την απόλυτη αντίθεσή τους για το θέμα, ενώ στο εσωτερικό της Νέας Δημοκρατίας διατυπώθηκαν αρκετές διαφορετικές απόψεις, το μοντέλο της μαχητικής δημοκρατίας έμελλε τελικά να υποχωρήσει υπέρ εκείνου της ανεκτικής.[2] Σύμφωνα με τη διεξοδική ανάλυση του συγγραφέα, η αναδίπλωση της συντηρητικής παράταξης στο συγκεκριμένο ζήτημα υπήρξε πολιτικά επιβεβλημένη, καθώς οποιαδήποτε άλλη συνταγματική επιλογή θα συνεπαγόταν μια δομικού χαρακτήρα αμφισβήτηση του ίδιου του πυρήνα της μεταπολιτευτικής συναίνεσης.

Πέρα από το θέμα της απαγόρευσης των αντικοινοβουλευτικών κομμάτων, το κυβερνητικό σχέδιο του 1975 υιοθετούσε δύο ακόμη από τις προτάσεις της «βαθείας τομής», οι οποίες εντάσσονταν, σύμφωνα με το σχήμα του συγγραφέα, στον πυλώνα της οικοδόμησης μιας πειθαρχημένης δημοκρατίας. Η πρώτη από αυτές προέβλεπε σημαντικούς περιορισμούς της ελευθερίας του Τύπου, ενώ η δεύτερη αφορούσε την καθιέρωση μιας γενικής ρήτρας στέρησης των ατομικών δικαιωμάτων σε περίπτωση καταχρηστικής άσκησής τους. Λόγω της προφανούς δυσαρμονίας τους με το κυρίαρχο αίτημα της εποχής για εκδημοκρατισμό της πολιτικής ζωής, οι προτάσεις αυτές υπέστησαν τέτοιας έκτασης τροποποιήσεις κατά την αναθεωρητική διαδικασία, ώστε τελικά δεν άσκησαν παρά ελάχιστη επιρροή στο Σύνταγμα του 1975.

Όπως συνάγεται από τα παραπάνω, εκείνα τα σημεία του κυβερνητικού σχεδίου, τα οποία προέρχονταν από τη «βαθεία τομή» και αποσκοπούσαν στον περιορισμό των δικαιωμάτων του πολιτικού αντιπάλου, κρίθηκε σκόπιμο να μην ενσωματωθούν στο Σύνταγμα του 1975, καθώς συνέτειναν στη συνολική του απονομιμοποίηση. Αυτού του είδους η ασυνέχεια, όμως, ανάμεσα στο μετεμφυλιακό αναθεωρητικό εγχείρημα και τον μεταπολιτευτικό Καταστατικό Χάρτη εντοπίζεται μόνο στο σκέλος της προσπάθειας οικοδόμησης μιας πειθαρχημένης δημοκρατίας. Από την άλλη πλευρά, στο ζήτημα της ενίσχυσης της εκτελεστικής εξουσίας, όπου η Νέα Δημοκρατία τήρησε αδιάλλακτη στάση στην Ε΄ Αναθεωρητική Βουλή, τα ίχνη της «βαθείας τομής» αποτυπώνονται στο κανονιστικό περιεχόμενο αρκετών από τις ισχύουσες συνταγματικές διατάξεις. Εάν επέλεγε κάποιος να σταθεί στα πιο χαρακτηριστικά παραδείγματα, θα ξεχώριζε την καθιέρωση της αυτόνομης κυβερνητικής νομοθεσίας σε καταστάσεις έκτακτης ανάγκης, τη θωράκιση της κυβερνητικής σταθερότητας σε περιπτώσεις αμφισβήτησής της, καθώς και τη δυνατότητα περιορισμού της εθνικής κυριαρχίας, προκειμένου να ενταχθεί η χώρα στην Ευρωπαϊκή Οικονομική Κοινότητα. Ειδικότερα, την καταγωγή τους από τη «βαθεία τομή», τόσο σε νομοτεχνικό όσο και σε ιδεολογικό επίπεδο, έλκουν, μεταξύ άλλων, οι ακόλουθοι κανόνες του Συντάγματος του 1975: α) η αρμοδιότητα του Προέδρου της Δημοκρατίας να εκδίδει, κατόπιν πρότασης του Υπουργικού Συμβουλίου, πράξεις νομοθετικού περιεχομένου σε περιπτώσεις επείγουσας και απρόβλεπτης ανάγκης (άρθρο 44),[3] β) η καθιέρωση πιο αυστηρών διαδικαστικών προϋποθέσεων για την έκφραση δυσπιστίας προς την κυβέρνηση σε σύγκριση με τις αντίστοιχες για τη λήψη ψήφου εμπιστοσύνης (άρθρο 84) και γ) η θεσμοθέτηση της δυνατότητας μεταβίβασης συνταγματικών αρμοδιοτήτων σε όργανα διεθνών οργανισμών, ούτως ώστε να εξυπηρετηθεί σπουδαίο εθνικό συμφέρον (άρθρο 28).

Η μελέτη Το Σύνταγμα και η Αριστερά εμπλουτίζει αναμφίβολα τη βιβλιογραφία της ελληνικής συνταγματικής ιστορίας για λόγους που δεν ανάγονται μόνο στο εξαιρετικά πλούσιο πραγματολογικό της υλικό. Από μεθοδολογική άποψη, το βιβλίο του Κουρουνδή έρχεται να φωτίσει αρκετές αθέατες πτυχές μιας περιπετειώδους διαδρομής πολιτικών ιδεών και θεσμικών προτάσεων, οι οποίες υπερέβησαν τα όρια της καχεκτικής μετεμφυλιακής δημοκρατίας και τελικά επηρέασαν το περιεχόμενο μιας σειράς κανόνων του μεταπολιτευτικού Συντάγματος. Η πρώτη από αυτές τις πτυχές συνίσταται στη συγκροτημένη παρουσίαση του συνταγματικού λόγου που διατύπωσαν σε δύο κρίσιμες συγκυρίες οι πρωταγωνιστές της ιστορίας, δηλαδή οι κοινοβουλευτικές δυνάμεις τόσο της Δεξιάς όσο και της Αριστεράς. Από την παράθεση των θέσεών τους επί του συνόλου των θεσμικών ερωτημάτων που απασχόλησαν το ελληνικό πολιτικό σύστημα από τις αρχές της δεκαετίας του ΄50 μέχρι και τα μέσα της δεκαετίας του ΄70, προκύπτει κατ’ αρχήν το κάδρο των μεταξύ τους συγκρούσεων και συναινέσεων. Πέραν αυτού, όμως, αναδεικνύονται και οι πολύ ενδιαφέρουσες μετατοπίσεις της κάθε παράταξης, οι οποίες υπαγορεύονταν αφενός από το συγκεκριμένο διακύβευμα της αντίστοιχης συγκυρίας και αφετέρου από τον εκάστοτε συσχετισμό των πολιτικών δυνάμεων. Η δεύτερη συνεισφορά του βιβλίου έγκειται στην ανάδειξη του ιδιαίτερου πολιτικού και ιδεολογικού φορτίου πολλών από τις διατάξεις του Συντάγματος του 1975. Άλλες από αυτές υπήρξαν τέκνα του κοινωνικού ριζοσπαστισμού της Μεταπολίτευσης, ενώ κάποιες άλλες προήλθαν από τη μήτρα των εκσυγχρονιστικών ιδεών της μετεμφυλιακής Δεξιάς. Τόσο οι πρώτες, όμως, όσο και οι δεύτερες, δεν ενσωματώθηκαν στον Καταστατικό Χάρτη της χώρας ακατέργαστες, αλλά υπέστησαν τη βάσανο της κοινοβουλευτικής αντιπαράθεσης, ώστε τελικά να λάβουν την οριστική τους μορφή ως προϊόντα συμβιβασμών και αμοιβαίων υποχωρήσεων. Εν κατακλείδι, η τελευταία αρετή της μελέτης είναι περισσότερο θεωρητικού παρά ιστορικού χαρακτήρα. Από τη λεπτομερή ανάλυση του τρόπου κατάρτισης του Συντάγματος του 1975, εξάγεται το γενικότερο συμπέρασμα ότι η διαμόρφωση ενός κανονιστικού κειμένου αποτελεί πρωτίστως την αποτύπωση στο θεσμικό επίπεδο της έκβασης μιας σειράς συγκρούσεων στα πεδία της πολιτικής, της οικονομίας και της ιδεολογίας. Με δεδομένο, μάλιστα, ότι στο πλαίσιο ενός τέτοιου πολυδιάστατου αγώνα, ο τελικός νικητής σπάνια κατορθώνει να κερδίσει όλες τις επιμέρους μάχες, το περιεχόμενο κάθε θεμελιώδους νόμου είναι δύσκολο να μην περιλαμβάνει τόσο αντιφάσεις όσο και ασάφειες. Κατά λογική συνέπεια, η ολοκλήρωση της πολιτικής σύγκρουσης για τη διαμόρφωση του κειμένου ενός Συντάγματος ακολουθείται πάντα από την έναρξη της ιδεολογικής και θεωρητικής διαμάχης για την ερμηνεία των κανόνων του.

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

1. Ο Κουρουνδής αναλύει διεξοδικά την αρνητική στάση των κομμάτων της Αριστεράς απέναντι στις προτάσεις της «βαθείας τομής». Από το ψηφιδωτό των σχετικών αναφορών του βιβλίου, ιδιαίτερη μνεία αξίζει να γίνει στην παραπομπή του σε δύο κείμενα κριτικής, τα οποία δημοσιεύθηκαν στα Σύγχρονα Θέματα την άνοιξη του 1963. Το μεν πρώτο αποτελούσε ένα ανυπόγραφο σχόλιο του περιοδικού, ενώ το δεύτερο υπογραφόταν από το στέλεχος της ΕΔΑ, Λευτέρη Φιλιππάτο, και είχε ως τίτλο «Η κρίση των δημοκρατικών θεσμών και η αναθεώρηση του Συντάγματος».

2. Σε ό,τι αφορά το θεσμικό πλαίσιο λειτουργίας των πολιτικών κομμάτων, ο συντακτικός νομοθέτης καθιέρωσε μεν την υποχρέωσή τους να υπηρετούν το δημοκρατικό πολίτευμα, χωρίς, όμως, να προβλέψει καμία διαδικασία απαγόρευσής τους σε αντίθετη περίπτωση (άρθρο 29). Από την άλλη πλευρά, στις αρμοδιότητες του Ανώτατου Ειδικού Δικαστηρίου (άρθρο 100) δεν συμπεριλήφθηκε τελικά η δυνατότητά του να θέτει εκτός νόμου τα ακραία κόμματα.

3. Είναι άξιο αναφοράς το γεγονός ότι σε ορισμένα σημεία η Ε΄ Αναθεωρητική Βουλή δεν υιοθέτησε απλώς τις προτάσεις που κατατέθηκαν στο πλαίσιο της «βαθείας τομής», αλλά προχώρησε σε ακόμη μεγαλύτερη ενίσχυση των αρμοδιοτήτων της εκτελεστικής εξουσίας. Για παράδειγμα, στην περίπτωση της αυτόνομης κυβερνητικής νομοθεσίας, το αναθεωρητικό σχέδιο του 1963 προέβλεπε την υποχρέωση υποβολής στη Βουλή των πράξεων νομοθετικού περιεχομένου εντός 10 ημερών, ενώ η αντίστοιχη προθεσμία βάσει του άρθρου 44 του ισχύοντος Συντάγματος ορίσθηκε στις 40 ημέρες.

Ο Αλέξανδρος Κεσσόπουλος διδάσκει στο Τμήμα Πολιτικής Επιστήμης του Πανεπιστημίου Κρήτης.

ΕΙΔΟΠΟΙΗΣΕΙΣ

Εισάγετε το email σας για να ενημερώνεστε για τα νέα άρθρα