Για το βιβλίο: Θανάσης Γκιούρας, Ελευθερία και ιστορία: με βασική αναφορά στις θέσεις Για την έννοια της ιστορίας του Walter Benjamin

Εκδόσεις ΚΨΜ, Αθήνα 2012, 475 σ.

Γιώργος Στασινόπουλος

τχ.130-131

 

Οι περιπέτειες του ορθού λόγου στον 19ο και 20ό αιώνα τείνουν συχνά να συσκοτίσουν και να εξαλείψουν από τη συλλογική μνήμη ότι το πρωταρχικό αίτημα του διαφωτισμού και των νεότερων χρόνων ήταν η χειραφέτηση του λόγου από τις θεολογικές και κάθε είδους δεισιδαίμονες επιρροές, αίτημα που εκκινούσε από την οντολογική και ηθική ανατίμηση του ανθρώπου και συναρτούταν άμεσα και αδιάλυτα από τη ρήξη της ηθικής με τη θεολογία. Ο Καντ διέκρινε μεταξύ της βούλησης από την οποία προέρχονται οι de facto πράξεις του ανθρώπου και αφορούν την ικανότητα για επιλογή που επηρεάζεται, αλλά δεν καθορίζεται αποκλειστικά, από τα ορμέμφυτα (αρνητική έννοια της ελευθερίας), και της βούλησης που καθορίζεται από τη δυνατότητα του καθαρού λόγου να εξάγει συμπεράσματα πρακτικής φύσης (θετική έννοια της ανθρώπινης ελευθερίας), απ’ όπου προκύπτουν τα καθήκοντα του ανθρώπου, και των οποίων οδηγός είναι ο ηθικός νόμος. Η διάκριση είχε σκοπό να τονίσει ότι η δυνατότητα χειραφέτησης του ανθρώπου είναι συνάρτηση της γνώσης των φυσικών και, κυρίως, των κοινωνικών φαινομένων στη βάση του ορθού λόγου, και συνεπώς της διαμόρφωσης της «Ιδέας για την Οικουμενική Ιστορία», ως προσπάθειας ερμηνευτικής «εναρμόνισης» και ενοποίησης των τυχαίων ιστορικών συμβεβηκότων υπό τη σκέπη μιας ευρύτερης επιστημονικής ερμηνείας της πορείας της Ιστορίας. Τη διαπίστωση αυτή χρησιμοποιεί ο καθηγητής πολιτικής επιστήμης στο Πανεπιστήμιο Κρήτης Θανάσης Γκιούρας ως αφετηρία της μελέτης του σχετικά με την πορεία της ανθρώπινης ιστορίας και «των δυναμικών ορίων της πραγματικότητας, κάτι το οποίο εισέρχεται επανειλημμένα στην ημερήσια διάταξη των νεωτερικών επαναστάσεων» (σ. 23). Αυτή η θεωρητική περιπλάνηση γίνεται με βασική αναφορά στις Θέσεις για την ιστορία του Βάλτερ Μπένγιαμιν, η αφετηρία όμως της αφήγησης είναι το έργο κεντρικών στοχαστών του ευρωπαϊκού διαφωτισμού (των Καντ, Χέγκελ, Σίλερ, Γκαίτε) περνώντας στη συνέχεια σε δύο σημαντικότερους θεωρητικούς του 19ου αιώνα (Μαρξ, Νίτσε) για να καταλήξει στον Μπένγιαμιν ως εκφραστή «ενός κριτικού εγχειρήματος, το οποίο συνδυάζει γνωσιοθεωρητικές, θρησκευτικές και οντολογικές προκείμενες» (σ. 268). Ήδη, η αναφορά των κεντρικών αυτών διανοητών και η συζήτηση των θεμάτων, δείχνει το εύρος του εγχειρήματος του συγγραφέα και τη δυνατότητά του να χειρίζεται και να ελέγχει ένα πολύ μεγάλο και δύσκολο υλικό, χωρίς να εξαντλείται σε απλή παράθεση αποσπασμάτων και γνώσεων και χωρίς να καταφεύγει σε στερεότυπα και χιλιοειπωμένα επιχειρήματα, αλλά και χωρίς να μυθοποιεί ή αποδομεί τη σκέψη τους, όπως έκανε με αρκετή ευκολία, ομολογουμένως, η σύγχρονη επιστημονική φιλολογία, αναπαράγοντας λ.χ. στερεότυπα επιχειρήματα περί κλειστής σκέψης και εσχατολογίας για τη σκέψη του Μαρξ.

 

Ο Γιώργος Στασινόπουλος διδάσκει οικονομική πολιτική στο Πάντειο Πανεπιστήμιο.

Tags  

ΕΙΔΟΠΟΙΗΣΕΙΣ

Εισάγετε το email σας για να ενημερώνεστε για τα νέα άρθρα