Οι άριστοι, η ισοπέδωση και η δημοκρατία: οι εχθροί της ισότητας και οι αντιφάσεις τους κατά τον Σταύρο Κωνσταντακόπουλο

Γιώργος Φαράκλας

τχ. 128-129, σ. 42-49

 

Δὲν γνωρίζουμε μὲ βεβαιότητα ἂν ἡ κεφαλαιοκρατία εἶναι ἕνα ἀντιφατικὸ σύστημα, ὅπως ὑποστήριζε ὁ Κὰρλ Μάρξ. Σίγουρα ὅμως οἱ ὑποστηρικτές της δὲν ἀποφεύγουν τὸν σκόπελο τῆς ἀντίφασης. Ὅσο καλοπροαίρετα καὶ ἂν δοῦμε, π.χ., τοὺς φίλους τῆς κεφαλαιοκρατίας ποὺ καταφέρονται κατὰ τῆς ἰσότητας, ἀκόμη κι ἂν υἱοθετήσουμε τὶς εὐνοϊκότερες ἀναγνώσεις τους, δὲν τοὺς γλυτώνουμε ἀπὸ ἀντιφάσεις. Ἡ ἰσότητα, γιὰ τοὺς ἐχθρούς της, εἶναι εἴτε μιὰ ψευδαίσθηση εἴτε μιὰ ἐπικίνδυνη πραγματικότητα. Ἂν εἶναι ψευδαίσθηση, ματαιοπονοῦν ὅσοι θέλουν νὰ ἐμποδίσουν τὴν ἀνισότητα τῆς φύσης νὰ ἐκφρασθεῖ καὶ ὡς κοινωνικὴ ἀνισότητα. Ἂν ἡ ἰσότητα εἶναι, ἀντιθέτως, μιὰ πραγματικότητα ̶ ἔστω ἡ πραγματικότητα μιᾶς ψευδαίσθησης ̶ , οἱ πολέμιοί της ἐκτιμοῦν, ὅτι εἶναι μιὰ ἐπικίνδυνη πραγματικότητα, τὴν ὁποία πρέπει νὰ ἐμποδίσουμε νὰ ἐκφρασθεῖ ὡς κοινωνικὴ ἰσότητα. Στὶς δύο περιπτώσεις, οἱ ἐχθροὶ τῆς ἰσότητας ἀντιφάσκουν. Αὐτὸ ὑπῆρξε, θαρρῶ, τὸ βασικὸ θέμα τοῦ ἐπιστημονικοῦ ἔργου τοῦ Σταύρου Κωνσταντακόπουλου.

 

Δὲν ξέρουμε κατὰ πόσον ἡ κεφαλαιοκρατία μπορεῖ νὰ διαχειριστεῖ τὶς ἀντιφάσεις ποὺ προκύπτουν μέσα της, ὑποβιβάζοντάς τες σὲ δυσλειτουργίες καὶ ἐπιδιορθώνοντάς τες. Παρὰ τὶς προβλέψεις, ἡ κεφαλαιοκρατία ἐπιβιώνει καὶ μὲ τὴν καθολικὴ ψῆφο, κι ἂς μὴν ἔχει λύσει τὰ προβλήματά της. Ἀνοίγοντας νέες δουλειές, παράγοντας ἄυλα προϊόντα, ὁ προηγμένος καπιταλισμὸς κατορθώνει ν’ ἀπορροφήσει σὲ μεγάλο βαθμὸ τοὺς ἐργάτες ποὺ ἡ αὐτοματοποίηση τῆς παραγωγῆς βγάζει στὴν ἀνεργία, κρατώντας τὴν ἐξαθλίωση τῶν ὑπολοίπων ἐντὸς ὁρίων. Ἡ κεφαλαιοκρατία δὲν ἔχει καταστήσει τὰ μέσα παραγωγῆς κοινὸ κτῆμα, παρ’ ὅλο ποὺ στὸ προσκήνιο ἦλθαν οἱ ἀνώνυμες ἑταιρεῖες, ἐπιχειρήσεις ὅπου τὰ μέσα παραγωγῆς ἔχουν ἤδη πάψει ν’ ἀνήκουν σὲ ἕνα ἄτομο κι ὅπου ἄρχει  ̶ ὅπως φαίνεται ̶  ἡ νέα ἰθύνουσα τάξη τῶν διοικητῶν, ὄχι ἕνας κεφαλαιοκράτης. Ἐφ’ ὅσον ὅμως ἡ τάξη τῶν διευθυντῶν δὲν ὁρίζεται βάσει τῆς θέσης τους στὴν παραγωγή, ἀποτελεῖ μιὰ ἐλίτ, μιὰ ὁμάδα ποὺ ἡ ἐξουσία της δὲν ἔχει ὡς προϋπόθεση τὴν κατοχὴ τῶν μέσων παραγωγῆς, κι αὐτὸ τόσο στὴν περίπτωση τῶν διοικητῶν ἐπιχειρήσεων στὸν «ὑπαρκτὸ σοσιαλισμὸ» ὅσο καὶ σ’ αὐτὴ τῶν δυτικῶν μάνατζερ. Ἡ θέση τοῦ Μπέρναμ, ὅτι ἡ τάξη τῶν διευθυντῶν ἀντικαθιστᾶ πλέον τοὺς κεφαλαιοκράτες, ἢ τοῦ Τζίλας, ὅτι τὰ κομματικὰ στελέχη στὸν λεγόμενο σοσιαλισμὸ εἶναι μιὰ νέα ἄρχουσα τάξη, ἀποτελοῦν λοιπὸν ἐλιτιστικὲς θεωρίες. Τὸ ζήτημα εἶναι ἂν θεωρίες σὰν αὐτὲς ἐξηγοῦν τὴν μοίρα τῆς κεφαλαιοκρατίας καλύτερα ἀπὸ τὴν ταξικὴ ἀνάλυση. Τὸ ἔργο τοῦ Κωνσταντακόπουλου μᾶς βοηθᾶ νὰ θέσουμε ἕνα τέτοιο ζήτημα καίριας σημασίας γιὰ τὴν ἐποχή μας.

 

Ὁ Κωνσταντακόπουλος ἄσκησε ἐσωτερικὴ κριτικὴ στὰ δύο μεγάλα ἐπιχειρήματα κατὰ τῆς ἰσότητας, ποὺ στηρίζουν τὶς ἐλιτιστικὲς θεωρίες, τὸ ἐπιχείρημα τῆς φυσικῆς ἀνισότητας καὶ αὐτὸ γιὰ τὸν ἐλευθεροκτόνο χαρακτήρα τῆς ἱστορικῆς ἐξίσωσης, στὴν βάση τοῦ ἔργου τῶν ἱστορικῶν ἀντιπροσώπων τους. Στὸ πρῶτο ἐπιχείρημα πατᾶ τὸ «ἄριστον κατὰ Παρέτο (V. Pareto)», ἐργαλεῖο ποὺ χρησιμοποιεῖται μέχρι σήμερα ἀπὸ φιλελεύθερους οἰκονομικοὺς καὶ πολιτικοὺς ἀναλυτὲς καὶ τὸ ὁποῖο ἐπιτρέπει νὰ ὑποστηρίζει κανεὶς ὅτι αἰτήματα τῶν εὑρισκομένων στὰ κατώτερα σκαλοπάτια τῆς κοινωνικῆς κλίμακας εἶναι προτιμότερο νὰ μὴν ἱκανοποιοῦνται, ἂν αὐτὸ πρόκειται νὰ μειώσει δυσανάλογα τὴν ἱκανοποίηση ὅσον ἵστανται στὶς ἀνώτερες βαθμίδες. Στὸ δεύτερο ἐπιχείρημα πατᾶ ἡ ἄποψη τοῦ Τοκβὶλ (A. de Tocqueville), ὅτι ἡ ἰσότητα πρέπει νὰ περισταλεῖ τόσο ὥστε νὰ διασωθεῖ ἡ ἀριστεία. Ἡ θέση τοῦ Παρέτο καὶ τὸ δέον τοῦ Τοκβὶλ βρίσκονται στὴν καρδιὰ πολλῶν συντηρητικῶν καὶ φιλελεύθερων, πάντως ἀντισοσιαλιστικῶν πολιτικῶν.

 

Ο Γιώργος Φαράκλας διδάσκει πολιτική φιλοσοφία στο Τμήμα Πολιτικής Επιστήμης και Ιστορίας του Παντείου Πανεπιστημίου (gfaraklas@gmail.com)

Tags  

ΕΙΔΟΠΟΙΗΣΕΙΣ

Εισάγετε το email σας για να ενημερώνεστε για τα νέα άρθρα