Η δικτατορία των συνταγματαρχών, ιδωμένη από το Λονδίνο [1]

Richard Clogg

τχ. 137

 

Η αλήθεια είναι ότι στη Γεννάδειο Βιβλιοθήκη έχω περάσει πολλές ευχάριστες ώρες τον τελευταίο μισό αιώνα, στη διάρκεια των οποίων μου πέρναγε φευγαλέα από τον νου ότι αρχική πρόθεση του Ιωάννη Γεννάδιου ήταν να δωρίσει αυτό το υπέροχο κτίριο στη Βρετανική Σχολή [2]. Χαίρομαι επίσης ιδιαίτερα που δίνω την 26η διάλεξη στη μνήμη του Francis Walton: θυμάμαι τις συζητήσεις που κάναμε με τον Frank στο γραφείο του για τα τραγελαφικά καμώματα της χούντας. Ως διευθυντής της Γενναδείου ο Frank δεν μπορούσε να εκφράζεται δημοσίως, αλλά η αποστροφή του για το καθεστώς ήταν αναμφίβολη. Μας συνέδεε τότε ένα κοινό ενδιαφέρον για τα βιβλία που εκδίδονταν επί Τουρκοκρατίας στα ελληνικά, για το ελληνικό αναγνωστικό κοινό. Εγώ τότε ενδιαφερόμουν επίσης για τα καραμανλίδικα: τα βιβλία που εκδίδονταν στα τουρκικά με ελληνικούς χαρακτήρες για τους πολυάριθμους Τουρκόφωνους Έλληνες της Μικράς Ασίας. Κατά το ακαδημαϊκό έτος 1966-1967, βρεθήκαμε με τη γυναίκα μου στην Αθήνα, στη Βρετανική Σχολή, όπου η Mary Jo εργάστηκε ως βιβλιοθηκάριος. Ζήσαμε έτσι από κοντά το στρατιωτικό πραξικόπημα και την εγκαθίδρυση της δικτατορίας: μια εμπειρία καθοριστική, καθώς έστρεψε το ενδιαφέρον μου στην τρέχουσα πολιτική ζωή της Ελλάδας, για την οποία τότε γνώριζα ελάχιστα. Στα εντατικά μαθήματα ελληνικής πολιτικής που ακολούθησαν συνέβαλαν οι έλληνες φίλοι, όπως ο Νίκος και η Βέτα Οικονομίδη και ο Γιάγκος Πεσμαζόγλου.

Έχουν περάσει 50 χρόνια από το πραξικόπημα της 21ης Απριλίου 1967. Θυμάμαι τον Ρόδη Ρούφο και το βιβλίο του Verité sur la Grèce [3] (Η αλήθεια για την Ελλάδα) που είχα την τιμή και χαρά να μεταφράσω στα αγγλικά, με την πολύτιμη βοήθεια της Mary Jo: εκεί ανέφερε ότι οι αντίπαλοι του καθεστώτος συνέδεαν σκωπτικά δύο στομφώδη συνθήματα των συνταγματαρχών: «Στις 20 Απριλίου 1967 η Ελλάδα βρισκόταν στο χείλος της αβύσσου»· «Στις 21 Απριλίου 1967 η Ελλάδα έκανε ένα γιγάντιο βήμα μπροστά».

Αλλά η δικτατορία των συνταγματαρχών δεν ήταν αστεία υπόθεση. Θα ήθελα απόψε να μιλήσω για την αντίδραση, στη Βρετανία, σε αυτό το πρώτο και μόνο πραξικόπημα που έλαβε χώρα στη μεταπολεμική Ευρώπη. Το δικτατορικό καθεστώς υπήρξε κτηνώδες, βίαιο και συγχρόνως αναχρονιστικό. Όμως μια απρόσμενη όσο και καλοδεχούμενη συνέπειά του ήταν ότι, με την κατάρρευσή του, συνέβαλε στην επιτάχυνση της ένταξης της Ελλάδας στην Ευρωπαϊκή Ένωση (τότε ΕΟΚ).

Η βρετανική αντίδραση στη δικτατορία δεν ήταν κάτι ιδιαίτερα ξεχωριστό. Ξέρω καλά ότι όσα πρόκειται να σας πω έχουν παραλληλισμούς με τη Γαλλία, τη Γερμανία, την Ιταλία, τις Σκανδιναβικές χώρες, τις ΗΠΑ και αλλού. Πράγματι, θυμάμαι να επισκέπτομαι την Ελένη Βλάχου, που πέρασε εν πολλοίς την επταετία στο λημέρι της, στη φωλιά της, κοντά στην Oxford Street, και να της δείχνω περιχαρής μια δημοσίευση της αντιδικτατορικής επιτροπής του Καράκας στη Βενεζουέλα: ενδιαφέρουσα περίπτωση, αν αναλογιστούμε ότι στις δεκαετίες του ’60 και του ’70 μεγάλο μέρος της Λατινικής Αμερικής υπέφερε επίσης από στρατιωτικές δικτατορίες.

Όμως το αντιδικτατορικό κίνημα στη Βρετανία έμελε να αποδειχθεί ιδιαίτερα αποτελεσματικό. Σε αυτό συνέβαλε και η παρουσία στο Λονδίνο σημαντικών προσώπων, πολέμιων του καθεστώτος, όπως λ.χ. η εκδότρια Ελένη Βλάχου και ο δημοσιογράφος Τάκης Λαμπρίας. Ιδιαίτερα σπουδαίο ρόλο έπαιξε και η Ελληνική Υπηρεσία του BBC, η οποία, από κοινού με την Deutsche Welle που εξέπεμπε από τη Βόννη, αποτελούσε βασική πηγή έγκυρης πληροφόρησης για τους έλληνες δημοκράτες σε όλη τη διάρκεια της επταετούς ανωμαλίας.

Θα ήθελα, αρχίζοντας, να αποτίσω φόρο τιμής στο βιβλίο της Μαρίας Καραβία Το ημερολόγιο του Λονδίνου: σημειώσεις από την εποχή της δικτατορίας. Εκδόθηκε το 2007 [εκδ. Άγρα], ακριβώς 40 χρόνια μετά το πραξικόπημα. Παρέχει μια γλαφυρή και λεπτομερή περιγραφή της περιόδου, από τη σκοπιά ενός καλά δικτυωμένου έλληνα εξόριστου στο Λονδίνο. Ιδιαίτερη αξία έχει ο θησαυρός φωτογραφιών, τις περισσότερες των οποίων τράβηξε η ίδια η Μαρία, δημοσιογράφος της Καθημερινής, όπου απεικονίζονται πολλές αντιδικτατορικές διαδηλώσεις, κυρίως στο Λονδίνο.

Το βιβλίο είναι ιδιαίτερα διαφωτιστικό για τη δράση των συντηρητικών πολέμιων του καθεστώτος που ζούσαν στο Λονδίνο και για τις επαφές τους με φίλα προσκείμενους που πηγαινοέρχονταν στην Αθήνα. Αλλά η Μαρία αναφέρεται λιγότερο στον ρόλο ελλήνων και βρετανών αντιπάλων του καθεστώτος με πιο περιορισμένες διασυνδέσεις.

Οι απολογητές της χούντας συχνά διατείνονταν ότι η βρετανική ενασχόληση και κριτική κατά του καθεστώτος ήταν δυσανάλογα μεγάλη σε σχέση με άλλες ανά τον κόσμο δικτατορίες, που ήταν τότε πάρα πολλές. Για παράδειγμα, ο κλασικός φιλόλογος Peter Green, σε (ανώνυμη τότε) επιστολή του στο Times Literary Supplement έγραψε ότι «αναμφίβολα η παγκόσμια κατακραυγή για το πραξικόπημα των συνταγματαρχών υπερτερεί κατά πολύ έναντι αντίστοιχων αντιδράσεων σε παρόμοιες ενέργειες». Ένας άλλος απολογητής της χούντας, ο ιστορικός του στρατού Alistair Horne, γράφοντας στη Daily Telegraph, δήλωνε εντυπωσιασμένος από τον λόγο του Παπαδόπουλου «ως Έλληνα, στρατιώτη και αξιωματικού» και διαμαρτυρόταν ότι ήταν σχεδόν αδύνατον να δημοσιευτεί οτιδήποτε στη Βρετανία που να μην είναι «δυσφημιστικό για τους Συνταγματάρχες».

Γράφοντας εξόχως επαινετικά για τη χούντα στην Daily Telegraph, ο Constantine Fitzgibbon κάνει ανάλογες επισημάνσεις. Το εν λόγω άρθρο του με τον τίτλο: «Μια νέα μορφή δημοκρατίας» αναδημοσιεύτηκε και διαδόθηκε ευρέως από τη χούντα, η οποία είχε χαρεί ιδιαίτερα, καθώς διψούσε για κάποια ευμενή κάλυψη στον διεθνή Τύπο. Κατά τον Fitzgibbon, η φήμη της χούντας είχε αμαυρωθεί από τους «αποστόλους και προπαγανδιστές του χάους». Σύμφωνα με την επιχειρηματολογία του, η Ελλάδα ήταν από τις λίγες χώρες που γλίτωσαν από το κύμα «νεο-μηδενισμού» που κατέκλυσε την Ευρώπη το καλοκαίρι του 1968, μετά τις μαζικές φοιτητικές διαμαρτυρίες και τη γενική απεργία που είχαν συγκλονίσει τη Γαλλία. O Fitzgibbon θεωρούσε ότι η Ελλάδα «είναι η μόνη χώρα όπου κυοφορείται ένα νέο είδος διακυβέρνησης και όπου ίσως γεννηθεί μια νέο-δημοκρατία»· διατεινόταν μάλιστα ότι η στρατιωτική κυβέρνηση ήταν «εξαιρετικά δημοφιλής».

Αλλά ο ενθουσιασμός της χούντας για τον Fitzgibbon είχε άδοξο τέλος: έναν χρόνο αργότερα, ο Fitzgibbon έκανε στροφή 180 μοιρών, γράφοντας: «Αντί να ελευθερώνονται οι πολιτικοί κρατούμενοι, φυλακίζονται και άλλοι. Αντί για μια επιστροφή σε πιο παραδοσιακές δημοκρατικές μεθόδους, το δικαστικό σώμα διαλύεται. Αντί να απολύονται όσοι αστυνομικοί βιαιοπραγούν κατά των πολιτικών κρατουμένων, υπάρχουν αυξανόμενες ενδείξεις ότι τέτοιες βάρβαρες μέθοδοι τείνουν να καθιερωθούν. Όσο για εκλογές, ούτε λόγος».

Ο αριθμός των βιβλίων και δημοσιεύσεων που επέκριναν τη χούντα υπερείχε κατά πολύ όσων ήταν ευνοϊκές για το καθεστώς. Ανάμεσά τους, τα απομνημονεύματα της Ελένης Βλάχου με τίτλο House Arrest (1970), της Αμαλίας Φλέμιγκ A Piece of Truth (1972) [4] και της Μελίνας Μερκούρη I Was Born Greek (1971) [5]. Το τελευταίο γράφτηκε από τη Μελίνα και ως απάντηση στη στέρηση της ελληνικής της ιθαγένειας από το καθεστώς. Θυμάμαι να διαβάζω στο βιβλίο αυτό, με μια δόση αμφιβολίας, τον ισχυρισμό της ότι είχε συναντήσει στις Σπέτσες έναν ψαρά πάνω στο γαϊδουράκι να διαβάζει Προυστ.

Το 1968 η Μελίνα έβγαλε έναν πύρινο λόγο κατά της δικτατορίας σε μια ογκώδη συγκέντρωση στην πλατεία Τραφάλγκαρ. Όπως ήταν αναμενόμενο, το γεγονός πήρε μεγάλη δημοσιότητα. Το 1970, σε μια άλλη επίσκεψή της στο Λονδίνο, συμμετείχε σε μια πολύ επιτυχημένη συναυλία στο Albert Hall, με ογκώδες ακροατήριο. Όμως από πλευράς δημοσίων σχέσεων, αυτή η συγκεκριμένη επίσκεψή της λίγο έλειψε να καταλήξει σε φιάσκο για τον αντιδικτατορικό αγώνα. Ο λόγος: δεν είχε προσυμφωνηθεί ποιος θα πλήρωνε τη διαμονή της στο ξενοδοχείο και έφυγε δίχως να το πληρώσει. Η διεύθυνση απείλησε ότι θα άφηνε να διαρρεύσει το θέμα στον Τύπο και έδωσε προθεσμία μόνο λίγων ωρών για να εξοφληθεί ο λογαριασμός. Αυτό οδήγησε σε μια φρενήρη, ευτυχώς επιτυχή, κινητοποίηση για να μαζευτούν τα χρήματα σε χρόνο μηδέν – το ποσόν δεν ήταν ευκαταφρόνητο. Για να είμαστε ακριβοδίκαιοι, οι οργανωτές θα έπρεπε να είχαν διευκρινίσει εξαρχής στη Μελίνα ποιος θα κάλυπτε τα έξοδά της.
Υπήρξαν και πολλά άλλα βιβλία επικριτικά της χούντας. Ένα από αυτά είναι το Greece under Military Rule [6] (Η Ελλάδα κάτω από στρατιωτικό ζυγό) [7]: το επιμεληθήκαμε ο Γιώργος Γιαννόπουλος, που δίδασκε οικονομικά στο Πανεπιστήμιο του Reading και εγώ, λέκτορας τότε σύγχρονης ελληνικής ιστορίας στο Πανεπιστήμιο του Λονδίνου. Το βιβλίο επιχειρούσε να παράσχει μιαν έγκυρη και τεκμηριωμένη ανατομία του καθεστώτος. Τα κεφάλαια ήταν γραμμένα κυρίως από Έλληνες, ορισμένοι εκ των οποίων ζούσαν μάλιστα στην Ελλάδα ̶ αρκετοί δεν δίστασαν να χρησιμοποιήσουν το όνομά τους αντί για ψευδώνυμο. Ανάμεσά τους ο Γιάγκος Πεσμαζόγλου, ο Αλέκος Ξύδης, ο Αλέξης Δημαράς, η Ελένη Βλάχου και ο Ρόδης Ρούφος. Σημειωτέον ότι το βιβλίο του Ρούφου Verité sur la Grèce κυκλοφόρησε μεταφρασμένο στα αγγλικά με τον τίτλο Inside the Colonels’ Greece τo 1972, [8] την ίδια χρονιά με το Η Ελλάδα κάτω από στρατιωτικό ζυγό: επρόκειτο για μια ακόμη αντικαθεστωτική πολεμική που είχε απήχηση.
Ιδιαίτερα σημαντικό στάθηκε το γεγονός ότι το βιβλίο Η Ελλάδα κάτω από στρατιωτικό ζυγό περιείχε το κεφάλαιο «Η “Επανάσταση” στο ιστορικό της πλαίσιο», γραμμένο από τον Monty Woodhouse, βουλευτή τότε του Συντηρητικού Κόμματος. Επί Κατοχής, ο συγγραφέας είχε διατελέσει αρχηγός της Συμμαχικής Στρατιωτικής Αποστολής στην Ελληνική Αντίσταση. Η πολιτική του διαδρομή και η ευρεία γνώση των ελληνικών πραγμάτων δυσχέραιναν τον ισχυρισμό των υποστηρικτών του καθεστώτος ότι το βιβλίο ήταν έργο αριστερής προπαγάνδας. Το βιβλίο κέντρισε το ενδιαφέρον του λόρδου Sainsbury, μέλους της δυναστείας του ομώνυμου σουπερμάρκετ: οργάνωσε δεξίωση παρουσίασής του στη Βουλή των Λόρδων και κανόνισε να αγοραστούν πολλά αντίτυπα για να αποσταλούν σε πολιτικούς, βιβλιοθήκες (ιδίως πανεπιστημιακές), δημοσιογράφους και εν γένει «διαμορφωτές της κοινής γνώμης».

Υπήρξαν και ορισμένα –λιγοστά– βιβλία που αποπειράθηκαν να δώσουν μια θετική εικόνα του καθεστώτος των συνταγματαρχών. Ένα τέτοιο ήταν το The Greek Passion [9] (Το ελληνικό πάθος) του Kenneth Young, που εκδόθηκε το 1969 και χαιρετίστηκε από τον Peter Green ως «αναμφίβολα το πολυτιμότερο βιβλίο στα αγγλικά για τη σύγχρονη ελληνική πολιτική σκηνή». Δεν κυκλοφορούσαν τότε πολλά βιβλία στα αγγλικά για την ελληνική πολιτική κατάσταση, αλλά ακόμα και έτσι το σχόλιο ήταν πολύ άστοχο. Ο Young, δημοσιογράφος και ο ίδιος, είχε αναλάβει να συμβουλεύσει τη χούντα σε θέματα νομοθεσίας του Τύπου. Στο Greek Report, αντιδικτατορική επιθεώρηση που εξέδιδε ο Τάκης Λαμπρίας, ο εκδότης επέκρινε το βιβλίο, χαρακτηρίζοντάς το ως εκτεταμένη ευχαριστήρια επιστολή του Young για τη φιλοξενία που του πρόσφερε η χούντα. Δεν ήταν πολύ σοφή κίνηση, από πλευράς Λαμπρία: βοηθούσης της δρακόντειας βρετανικής νομοθεσίας, που ίσχυε τότε για θέματα συκοφαντικής δυσφήμισης, ο Young του έκανε μήνυση και κέρδισε. Με τη σειρά του όμως, ο ίδιος ο Young βρέθηκε κατηγορούμενος και καταδικάστηκε μετά από μήνυση του Austen Kark, προϊστάμενου τότε του νοτιο-ευρωπαϊκού τμήματος της εξωτερικής υπηρεσίας του BBC. Το επίμαχο κομμάτι στο βιβλίο του Young έγραφε: «μια και η εγχώρια ραδιοφωνία στην Ελλάδα απέφευγε οτιδήποτε επικριτικό της κυβέρνησης και το BBC, με τη σειρά του, οτιδήποτε ευνοϊκό ̶ενώ οι κομμουνιστικοί δορυφόροι εξέπεμπαν ψέματα ̶ η ενημέρωση του ελληνικού κοινού χώλαινε». Ο Young μηνύθηκε και από τον δικηγόρο Anthony Marecco, που είχε προσκομίσει, εκ μέρους της Διεθνούς Αμνηστίας, πειστικά στοιχεία για τον συστηματικό βασανισμό πολιτικών κρατουμένων. Λόγω δικαστικών ενταλμάτων, το βιβλίο αποσύρθηκε από την κυκλοφορία από τον εκδότη. Ακόμα και σήμερα, αν θέλει κανείς να συμβουλευτεί το The Greek Passion στη Βρετανική Βιβλιοθήκη, παρά το γεγονός ότι οι εμπλεκόμενοι στις αντιδικίες έχουν πια πεθάνει, πρέπει να το διαβάσει υπό επιτήρηση στον ειδικό χώρο που προορίζεται για πορνογραφικά βιβλία. Κάπως άβολο περιβάλλον…
Ένα άλλο βιβλίο, απολογητικό του καθεστώτος και μάλλον χολερικό, ήταν το Greece without Columns: The Making of the Modern Greeks [10] (Η Ελλάδα χωρίς κίονες: η διαμόρφωση των σύγχρονων Ελλήνων) του David Holden. Εξωτερικός ανταποκριτής των Sunday Times ειδικευμένος στη Μέση Ανατολή, ο συγγραφέας έχαιρε φήμης ως δημοσιογράφος. Το βασικό του επιχείρημα ήταν ότι, αν και η στρατιωτική δικτατορία μπορούσε να θεωρηθεί ανεπιθύμητη, οι Έλληνες ήταν ένας τόσο αδιόρθωτος και απείθαρχος όχλος, που μόνο ένας στρατιωτικός νόμος μπορούσε να τους βάλει σε τάξη. Το βιβλίο του πρόδιδε μια μάλλον φτωχή αντίληψη της σύγχρονης ελληνικής ιστορίας, ενώ το ύφος του ήταν ενίοτε υπερβολικό: για παράδειγμα έγραφε ότι «όπως το νόθο τέκνο μιας επιπόλαιης παράνομης ερωτικής σχέσης, η σύγχρονη Ελλάδα γεννήθηκε μέσα από την πολιτική της ανευθυνότητας, της οποίας αποτελεί αναπόσπαστο συστατικό».

Η Ελληνική Υπηρεσία του BBC αποδείχθηκε πολύτιμη πηγή ισορροπημένης ειδησεογραφίας για τους έλληνες δημοκράτες. Τη χρηματοδοτούσε το Υπουργείο Εξωτερικών και οι σχέσεις μεταξύ των δύο οργανισμών δεν ήταν πάντα ρόδινες. Ο στόχος του BBC να παρέχει αντικειμενική κάλυψη της ελληνική κατάστασης προσέκρουε ενίοτε στην επιθυμία του Υπουργείου Εξωτερικών να διατηρεί ό,τι αποκαλούσε «μια καλή σχέση εργασίας» με το καθεστώς των συνταγματαρχών. Εύγλωττη είναι, εν προκειμένω, η ετήσια αναφορά για το 1973 του βρετανού πρέσβη στην Αθήνα Sir Robin Hooper, που απευθύνεται στον Υπουργό Εξωτερικών Sir Alec Douglas-Home, γράφοντας: «οι αντικαθεστωτικές ομάδες πίεσης (στις οποίες περιλαμβάνω την Ελληνική Υπηρεσία του BBC, που φαίνεται να ακολουθεί, με κρατική χρηματοδότηση, μια πολιτική που απέχει πολύ από αυτήν που εσείς, σερ, με πληρώνετε να εφαρμόζω) πάσχιζαν να…».

Ένας παραδοσιακός όμιλος φιλελλήνων στη Βρετανία, που χρονολογείται από παλιά, είναι ο Αγγλοελληνικός Σύνδεσμος (Anglo-Hellenic League). Τα τελευταία χρόνια βρίσκεται σε παρακμή, αν και εσχάτως έχει κάπως αναβιώσει. Ο Σύνδεσμος, όντας φιλανθρωπική οργάνωση, αυτοπροσδιορίζεται αυστηρά ως μη πολιτικός. Ωστόσο, όταν ιδρύθηκε, την εποχή των Βαλκανικών πολέμων (1912-1913), είχε σαφείς πολιτικούς στόχους: τη στήριξη των αλυτρωτικών φιλοδοξιών και του Ελευθερίου Βενιζέλου, ως ενσάρκωση αυτού του αλυτρωτισμού. Την εποχή της ίδρυσης του Συνδέσμου, η ελληνική κοινότητα του Λονδίνου ήταν συντριπτικά βενιζελική. Κατά παράδοση, επίτιμος πρόεδρός της είναι ο εκάστοτε έλληνας πρέσβης στο Λονδίνο. Συνεπώς, με το πραξικόπημα προέκυψε το εξής δίλημμα: αν ο Σύνδεσμος αρνιόταν να ορίσει τον πρέσβη ως επίτιμο πρόεδρο, θα προέβαινε σε μια σαφή πολιτική πράξη, το ίδιο όμως θα συνέβαινε εάν αποδεχόταν σε αυτό το αξίωμα τον εκπρόσωπο ενός έκδηλα αντιδημοκρατικού καθεστώτος. Όταν τελικά ο πρέσβης ανέλαβε πρόεδρος, ορισμένοι παραιτήθηκαν από τον Σύνδεσμο. Ένας εξ αυτών ήταν ο καλός μου φίλος Σταύρος Παπασταύρου, λέκτορας τότε σύγχρονης ελληνικής γλώσσας στο Πανεπιστήμιο του Κέμπριτζ.

Σημαίνον μέλος του Αγγλοελληνικού Συνδέσμου ήταν η Lady Katherine Brandram, τρίτη κόρη και νεότερο τέκνο του έλληνα βασιλιά Κωνσταντίνου Α´. Ύστερα από ένα θυελλώδες ειδύλλιο, είχε παντρευτεί τον βρετανό ταγματάρχη Richard Brandram, στις 21 Απριλίου 1941, λίγες μέρες πριν εισβάλλουν στην Αθήνα τα στρατεύματα της Βέρμαχτ. Πέθανε το 2007 στα 94 της, ως η τελευταία εν ζωή δισέγγονη της βασίλισσας Βικτωρίας. Μετά από την αποτυχημένη απόπειρα αντιπραξικοπήματος για την ανατροπή της χούντας από τον βασιλιά, τον Δεκέμβριο του 1967, η λαίδη Brandram παραιτήθηκε από τον Σύνδεσμο εις ένδειξη διαμαρτυρίας για την κακομεταχείριση του ανιψιού της Κωνσταντίνου εκ μέρους των συνταγματαρχών. Μετά τη μεταπολίτευση, την καλωσόρισαν πίσω στον Σύνδεσμο και την έκαναν διά βίου μέλος.

Στον αντίποδα του Αγγλοελληνικού Συνδέσμου βρισκόταν η Ένωση για τη Δημοκρατία στην Ελλάδα (League for Democracy in Greece). Είχε ιδρυθεί το 1946 με σκοπό τη συμπαράσταση στην ελληνική Αριστερά και υπήρξε ιδιαίτερα δραστήρια στη διάρκεια του Εμφυλίου 1946-1949. Στην πράξη, επρόκειτο για κομμουνιστική μετωπική οργάνωση και ήταν απορίας άξιον ότι πρώτος πρόεδρός της διετέλεσε ο Sir Compton Mackenzie, περισσότερο γνωστός ως συγγραφέας, που υπήρξε και αρχηγός της Βρετανικής Μυστικής Υπηρεσίας στην Ελλάδα κατά τη διάρκεια του Α´ Παγκοσμίου Πολέμου. Ορισμένοι από σας ίσως θυμούνται τις εξιστορήσεις των ηρωικών του πράξεων στα τετράτομα απομνημονεύματά του για εκείνα τα χρόνια στην Ελλάδα: εκεί μεταφέρει αυτολεξεί πάμπολλες συζητήσεις – κάτι που με κάνει εμένα, ως ιστορικό, κάπως επιφυλακτικό ως προς την ιστορική τους εγκυρότητα. Πριν από κάπου 60 χρόνια, όταν φοιτούσα στο Εδιμβούργο, είχα συναντήσει τον Mackenzie, που είχε ήδη αποκτήσει φήμη ως σοφός γέρων σκωτσέζος λόγιος. Το μόνο που θυμάμαι από εκείνη τη φευγαλέα συνάντηση είναι ο ισχυρισμός του ότι είχε πλήρη μνήμη από την ηλικία των δύο ετών ̶ εξού και οι συζητήσεις που καταγράφονται αυτούσιες στα βιβλία του.

Η Ένωση για τη Δημοκρατία στην Ελλάδα υπήρξε ιδιαίτερα δραστήρια στα χρόνια του Εμφυλίου και αναβίωσε στη διάρκεια της δικτατορίας: οργάνωνε δημόσιες εκδηλώσεις, διαδηλώσεις και ψηφίσματα, εστιάζοντας στα δεινά των πολιτικών κρατουμένων, πολλοί εκ των οποίων ήταν κομμουνιστές. Η Ένωση διαχειριζόταν επίσης το Ελληνικό Ταμείο Βοήθειας για τις οικογένειες πολιτικών κρατουμένων. Εξέχουσα φωτεινή παρουσία στην Ένωση ήταν η Marion Sarafis, χήρα του στρατηγού Στέφανου Σαράφη, που επί Κατοχής είχε ηγηθεί του ΕΛΑΣ. Πριν από τον πόλεμο, η Marion βρισκόταν ως φοιτήτρια στη Βρετανική Σχολή στην Αθήνα.

Με την πτώση της δικτατορίας και την αποκατάσταση της δημοκρατίας, η Ένωση διαλύθηκε και χάρηκα ιδιαίτερα που τα πλούσια αρχεία της κατέληξαν στο King’s College του Λονδίνου, όπου τότε δίδασκα. Αρκετοί ιστορικοί από την Ελλάδα έχουν μελετήσει αυτό το οργανωμένο, πολύτιμο αρχειακό υλικό.

Επί επταετίας, ξεφύτρωσαν διάφορες αντιδικτατορικές επιτροπές και ομάδες. Ορισμένες εξέχουσες προσωπικότητες, όπως ο βυζαντινολόγος Steven Runciman και ο Maurice Bowra, κλασικός φιλόλογος στην Οξφόρδη, δήλωσαν επίσημα ότι δεν θα επισκέπτονταν την Ελλάδα όσο διαρκούσε το καθεστώς. Καθ’ όλη τη διάρκεια της δικτατορίας, έγιναν πολλές πορείες, διαδηλώσεις, πικετοφορίες γύρω από την ελληνική πρεσβεία. Στα τέλη της δεκαετίας του ’60 και στις αρχές της δεκαετίας του ’70, εισήχθη από τις ΗΠΑ η πρακτική των ενημερωτικών συναθροίσεων (teach ins), που είχαν ανθίσει στο πλαίσιο των διαμαρτυριών κατά του πολέμου στο Βιετνάμ. Έλαβαν χώρα πολλές τέτοιες συναθροίσεις σχετικά με τη δικτατορία. Για παράδειγμα, το τοπικό παράρτημα της Διεθνούς Αμνηστίας του Sevenoaks στο Kent οργάνωσε μια τέτοια εκδήλωση. Προήδρευε ο Antony Marecco, ο δικηγόρος που είχε κάνει σπουδαία δουλειά για να αποκαλύψει πόσο διαδεδομένα ήταν τα βασανιστήρια επί χούντας. Ομιλητής ήταν επίσης ο Τάκης Λαμπρίας, αρχισυντάκτης της Μεσημβρινής πριν από τη δικτατορία και αρχισυντάκτης του Greek Report που διαδέχθηκε την Hellenic Review της Ελένης Βλάχου. Ήταν επίσης στην εκδήλωση η ίδια η Ελένη, καθώς και ο Γιάννης Γιαννουλόπουλος, πρόεδρος προδικτατορικά της ΕΦΕΕ (Εθνικής Φοιτητικής Ένωσης Ελλάδας) και μεταπτυχιακός φοιτητής στο Λονδίνο. Μίλησαν ακόμα η Stephanie Grant και ο υποφαινόμενος.

Ήμασταν όλοι εναντίον του καθεστώτος, με μία εξαίρεση: τον δικαστή Gerald Sparrow, νομικό και συγγραφέα, τον οποίο η ελληνική πρεσβεία του Λονδίνου χρηματοδοτούσε για τις ενέργειές του ως απολογητή του καθεστώτος. Μετά τη μεταπολίτευση, έπεσε στα χέρια μου μια αναφορά για κάποια σύσκεψη που είχε υποβάλει στους χρηματοδότες του στην πρεσβεία. Εκεί ο Sparrow αναφέρει ότι η Ελένη Βλάχου ήταν «πολύ χαμηλότερων τόνων από το σύνηθες», ενώ ο Anthony Marecco χαρακτηρίζεται ως «επικίνδυνος». Εμένα με απέρριπτε ως «καλοπροαίρετο τύπο μπερδεμένου καθηγητή απορροφημένου στο ερευνητικό του έργο».
Εκτός από ενημερωτικές συναθροίσεις, πορείες και πικετοφορίες, υπήρξαν και μερικές βίαιες διαμαρτυρίες. Η πλέον αξιομνημόνευτη έλαβε χώρα στο Κέμπριτζ τον Φεβρουάριο του 1970 και έγινε γνωστή ως η διαδήλωση του Garden House: ήταν ένας από τους σπάνιους απόηχους, στο Ηνωμένο Βασίλειο, των φοιτητικών διαμαρτυριών στη Γαλλία.

Τα γεγονότα αυτά διαδραματίστηκαν στο πλαίσιο της «Ελληνικής Εβδομάδας», που είχε οργανωθεί από τον ΕΟΤ στα ξενοδοχεία Cambridge και Garden House. Για αρκετές μέρες, οι φοιτητές διαδήλωναν έξω από τα δύο αυτά ξενοδοχεία. Η κατάσταση οξύνθηκε στις 13 Φεβρουαρίου 1970, με τη διαμαρτυρία εναντίον του επίσημου δείπνου για τους συμμετέχοντες στην «Ελληνική Εβδομάδα». Επιχειρήθηκε να διακοπούν οι ομιλίες με τη μουσική του Μίκη Θεοδωράκη να εκπέμπεται στη διαπασών από το παρακείμενο διαμέρισμα ενός πανεπιστημιακού του Κολεγίου Peterhouse. Ως γνωστόν, η μουσική του Θεοδωράκη είχε απαγορευτεί από τη χούντα και ο ίδιος ο Θεοδωράκης είχε συλληφθεί και εκτοπιστεί.

Οι διαδηλωτές ανέβηκαν στην ταράτσα του ξενοδοχείου και επιχειρήθηκε να διασκορπιστεί το πλήθος με πυροσβεστικές αντλίες. Τρυπήθηκαν τα λάστιχα των αυτοκινήτων ορισμένων παρισταμένων. Το ξενοδοχείο υπέστη ζημιά αξίας 2000 λιρών – ποσό σεβαστό για την εποχή. Ένας ακαδημαϊκός, υπεύθυνος πειθαρχίας των φοιτητών, κτυπήθηκε στο κεφάλι με ένα τούβλο και μεταφέρθηκε στο νοσοκομείο. Επιστρατεύτηκαν ογδόντα αστυνομικοί, εκ των οποίων ένας τραυματίστηκε σοβαρά στις συμπλοκές, και χρησιμοποιήθηκαν σκύλοι της αστυνομίας για να αποκατασταθεί η τάξη, κατά τις 11.

Έξι φοιτητές συνελήφθησαν στις διαδηλώσεις της 13ης Φεβρουαρίου και οι υπεύθυνοι πειθαρχίας του Πανεπιστημίου έδωσαν στην αστυνομία τα ονόματα περίπου 60 διαδηλωτών. Δεκαπέντε δικάστηκαν με κατηγορίες όπως διατάραξη της τάξης, βία κατά αστυνομικών και οπλοκατοχή. Επτά, ηλικίας 19-2 ετών, αθωώθηκαν ενώ οκτώ καταδικάστηκαν. Για τους έξι, η καταδίκη ήταν από εννέα έως δεκαοκτώ μήνες φυλάκιση. Για δύο, έναν Βραζιλιάνο και έναν Νοτιοαφρικανό, που προφανώς είχαν πείρα από καταπιεστικά καθεστώτα, η ετυμηγορία ήταν να απελαθούν.

Οι διαδηλωτές είχαν την ατυχία να δικαστούν από τον Melford Stevenson, ίσως τον πιο αντιδραστικό βρετανό δικαστή της εποχής. Ήταν αυτός που εισήγαγε στη βρετανική νομολογία τον όρο: «κάπως αναιμικό είδος βιασμού». Δήλωσε ότι οι καταδίκες θα ήταν αυστηρότερες, εάν δεν υπήρχε ως ελαφρυντικό «η κακή επίδραση πάνω στους φοιτητές ορισμένων μελών της ακαδημαϊκής Κοινότητας» ̶ εννοώντας προφανώς τους διδάσκοντες στο Πανεπιστήμιο. Ορισμένοι φοιτητές, με ελαφρύτερες κατηγορίες, τιμωρήθηκαν από τις πανεπιστημιακές αρχές: τους επιβλήθηκε αναστολή σπουδών για ένα έτος. Στη δεκαετία του ’90, εκδόθηκε μια τετράτομη ιστορία του Πανεπιστημίου του Κέμπριτζ που φτάνει στο σημείο να χαρακτηρίσει τα επεισόδια του Garden House ως τη «μελανότερη στιγμή» στα 800 χρόνια ιστορίας του Πανεπιστημίου.

Μια, ευτυχώς μη βίαιη, απόπειρα να πληγεί η χούντα, στην οποία συμμετείχα και εγώ, ήταν να τορπιλιστεί η προσπάθεια εξωραϊσμού της εικόνας του καθεστώτος με την πληρωμή μεγάλων ποσών σε εταιρεία δημοσίων σχέσεων.

Οι αρχικές απόπειρες της χούντας να προβληθεί μια πιο θετική εικόνα της ήταν γελοιωδώς ανεπαρκείς. Αλλά η κατάσταση άλλαξε έναν χρόνο μετά το πραξικόπημα, όταν οι συνταγματάρχες προσέλαβαν, έναντι αδρής πληρωμής, την εταιρεία δημοσίων σχέσεων Maurice Fraser and Associates. Ο Fraser το πήρε ζεστά και στρώθηκε στη δουλειά. Μία από τις πρώτες επιτυχίες του ήταν όταν, τον Απρίλιο του 1968, οργάνωσε μια διερευνητική αποστολή μελών του Βρετανικού Κοινοβουλίου στην Αθήνα. Η ομάδα απαρτιζόταν από δύο συντηρητικούς, δύο εργατικούς και έναν φιλελεύθερο βουλευτή. Περιττό να προσθέσω ότι όλα τα έξοδα, μετά συζύγων, του ταξιδιού ήταν πληρωμένα. Αυτοί οι εύπιστοι πέντε βουλευτές ήταν διατεθειμένοι να αποδεχτούν τον λόγο τιμής του Παπαδόπουλου «ως στρατιώτη και αξιωματικού» ότι η χούντα σκόπευε να επαναφέρει τη χώρα σε δημοκρατική διακυβέρνηση. Δεν βρήκαν στοιχεία για βασανισμούς και πείστηκαν ότι το καθεστώς ήταν πιο δημοφιλές απ’ όσο άφηναν να εννοηθεί το BBC και ο βρετανικός Τύπος. Άμα τη επιστροφή των πέντε βουλευτών, δόθηκε ευρεία δημοσιότητα στις αφελείς τους εντυπώσεις.

Ο Fraser οργάνωσε επίσης την αποστολή δεκατριών βρετανών βουλευτών στην Αθήνα τον Σεπτέμβριο του 1968, ως παρατηρητών του χουντικού ψευδοδημοψηφίσματος για νέο σύνταγμα. Ένας-δυο εξ αυτών είχαν γνήσιο ενδιαφέρον για την τύχη της ελληνικής δημοκρατίας, αλλά για τους περισσότερους δεν ήταν παρά ένα πληρωμένο ταξίδι αναψυχής, μια ωραία εποχή του χρόνου.

Όμως αυτή η μάλλον άγαρμπη απόπειρα εξωραϊσμού της χούντας προσέκρουσε στον πάταγο που προκλήθηκε στον βρετανικό Τύπο από τη διαρροή μιας από τις εκθέσεις του Fraser, που αφορούσε τις δοσοληψίες του με τον συνταγματάρχη Παπαδόπουλο. Ένα πρωινό προς τα τέλη Σεπτεμβρίου 1968, έπινα το καφεδάκι μου με την Ελένη Βλάχου στο λημέρι της, που ήταν κέντρο αντιδικτατορικών μηχανορραφιών αλλά και κουτσομπολιού ̶ χώρος όπου ο Compton Mackenzie θα αισθανόταν στο στοιχείο του. Συνήθιζα τότε να μεταφράζω για το Hellenic Review υλικό που λάμβανε η Βλάχου από την Ελλάδα.

Καθώς αναχωρούσα, η Ελένη ανέφερε φευγαλέα ότι μόλις της είχε έρθει ένα έγγραφο από τον Κ. Καραμανλή, που ζούσε τότε αυτοεξόριστος στο Παρίσι. Ο ίδιος το είχε λάβει από έναν αντίπαλο της χούντας που είχε πρόσβαση στο γραφείο του Παπαδόπουλου: είχε φωτοτυπήσει το έγγραφο και το είχε στείλει στον Καραμανλή. Θυμάμαι, σαν να είναι σήμερα, να το διαβάζω και να πέφτω σχεδόν από το κάθισμά μου στο λεωφορείο: ο ενθουσιασμός μου ήταν μεγάλος καθώς, ανάμεσα σε διάφορες λεπτομέρειες για τη φιλοδικτατορική δράση του Fraser, προέκυπτε και ότι πλήρωνε κανονικότατα ένα μέλος του Βρετανικού Κοινοβουλίου. Επρόκειτο για δυνάμει εκρηκτική αποκάλυψη. Θυμάμαι να εισβάλλω φουριόζος στο Βρετανικό Μουσείο, που ήταν τότε το δεύτερο σπίτι μου, να τηλεφωνώ στην Ελένη Βλάχου για να τη ρωτήσω αν μπορούσα να δείξω το έγγραφο στον John Barry, σημαίνοντα δημοσιογράφο των Sunday Times, που είχα γνωρίσει στο πλαίσιο της αντιδικτατορικής δράσης. Μου έδωσε το πράσινο φως και ο Barry δεν άργησε να το διαβάσει και να διαπιστώσει το εκρηκτικό του πράγματος. Πρωταρχικής σημασίας ήταν ένα τέτοιο έγγραφο να μεταφραστεί με όσο το δυνατό μεγαλύτερη ακρίβεια και έτσι επικοινώνησα με τον φίλο μου Αλέξη Δημαρά. Ήρθε στα γραφεία των Sunday Times και βαλθήκαμε να το μεταφράσουμε.

Η αναφορά αυτή είχε αρχικά συνταχθεί στα αγγλικά, αλλά στη συνέχεια είχε μεταφραστεί στα ελληνικά για τον Παπαδόπουλο. Ο ανώνυμος μεταφραστής είχε δυσκολίες με την επιλογή της εκάστοτε λέξης που θα περιέγραφε καλύτερα τις δραστηριότητες του βρετανού βουλευτή, που δεν κατονομαζόταν. Ο μεταφραστικός γρίφος ήταν το «lobbyist», όρος που την εποχή εκείνη δεν ήταν διαδεδομένος στην Ελλάδα και είναι αμφίβολο κατά πόσο θα τον καταλάβαινε και ο ίδιος ο Παπαδόπουλος. Ο έλληνας μεταφραστής κατέληξε συνεπώς στην εξής απόδοση: εκείνος που «εργάζεται παρασκηνιακώς με σκοπόν να επηρεάσει άλλους Άγγλους βουλευτάς».

Οι Sunday Times σχεδίαζαν να καλύψουν εκτενέστατα το θέμα και, δεδομένης της έντονα ανταγωνιστικής φύσης του βρετανικού Τύπου, άλλες σοβαρές εφημερίδες προσπαθούσαν απεγνωσμένα να πάρουν στα χέρια τους το έγγραφο ή τουλάχιστον να δώσουν συνέχεια στην ιστορία. Ακόμα και η σοβιετική Πράβντα κάλυψε το ζήτημα, με άρθρο υπό τον τίτλο «Ελληνικές μηχανορραφίες».

Αλλά ο Fraser κατάφερε να εξασφαλίσει ένταλμα που απαγόρευε τη δημοσίευση του σχετικού άρθρου, λίγες μόλις ώρες πριν φθάσει στο πιεστήριο των Sunday Times. Από πλευράς τακτικής αυτό ήταν λάθος, καθώς η απαγόρευση γιγάντωσε το θέμα, πυροδοτώντας φρενήρες ενδιαφέρον για την όλη ιστορία. Τελικά η απαγόρευση άρθηκε και η υπόθεση πήρε τεράστια δημοσιότητα. Ωστόσο, η ταυτότητα του βουλευτή, ο οποίος εμμέσως χρηματιζόταν από τη χούντα, παρέμενε ακόμα άγνωστη. Η δικτατορία ανακοίνωσε ότι δεν θα ανανέωνε το συμβόλαιο με τον Fraser, αξίας 100.000 λιρών (1,5 εκατ. λιρών με σημερινούς όρους). Η ταυτότητα του βουλευτή τελικά αποκαλύφθηκε στα μέσα Φεβρουαρίου 1969, σε ενημερωτική εκπομπή του τηλεοπτικού καναλιού Thames Television: επρόκειτο για τον Gordon Bagier, βουλευτή των Εργατικών στην περιφέρεια Sunderland South, παλιό σιδηροδρομικό με εργατικές καταβολές ̶ είδος υπό εξαφάνιση, πλέον, στο Εργατικό Κόμμα.

Η μεγάλη δημοσιότητα που πήρε η υπόθεση Fraser έβαλε τέρμα σε οποιαδήποτε σκέψη του καθεστώτος να προσλάβει, έναντι γενναίας αμοιβής, κάποιον άλλον ειδικό στις Δημόσιες Σχέσεις για να βελτιώσει την εικόνα του στο εξωτερικό.

Δύσκολα βρίσκει κανείς κάποιο όφελος που να προέκυψε για την Ελλάδα από τη διακυβέρνηση του Παπαδόπουλου και των συνεργών του. Παραδόξως όμως, άφησε ένα θετικό αποτύπωμα στη λειτουργία της βρετανικής δημοκρατίας. Πράγματι, και πριν από όλη αυτή την αμφιλεγόμενη ιστορία δημοσίων σχέσεων και πληρωμένων βουλευτών, είχε υπάρξει πίεση για διαφανή καταγραφή των ποικίλων εξωτερικών δραστηριοτήτων και συμφερόντων των βρετανών βουλευτών.

Άμεσο αποτέλεσμα ήταν να θεσπιστεί από τον τότε πρωθυπουργό Harold Wilson μια ειδική επιτροπή για να διερευνώνται οι εξωτερικές δοσοληψίες, ιδιαίτερα οι πηγές εισοδήματος, των βουλευτών. Αυτό ενίσχυσε το αίτημα για υποχρεωτική καταγραφή τέτοιου είδους σχέσεων και συμφερόντων ̶ αν και υπάρχουν πάντα εκκρεμή σκάνδαλα, με βουλευτές να κατηγορούνται ότι προσφέρουν τις υπηρεσίες τους επί πληρωμή για να προωθήσουν συγκεκριμένα συμφέροντα εταιρειών ή ξένων κρατών.

Είναι κάπως παράδοξο ότι ένας από τους αποτελεσματικότερους και πλέον ενημερωμένους κοινοβουλευτικούς επικριτές της δικτατορίας υπήρξε συντηρητικός βουλευτής, ενώ ανάμεσα στους πιο κραυγαλέους υποστηρικτές της ήταν ένας εργατικός βουλευτής. Ο συντηρητικός βουλευτής ήταν ο Chris M. (Μonty) Woodhouse, στον οποίο αναφέρθηκα προηγουμένως. Με βαθειά γνώση της Ελλάδας, που χρονολογούνταν από τα χρόνια της Κατοχής, ήταν ανοικτά και ανεπιφύλακτα επικριτικός στο καθεστώς, ιδίως όταν η χούντα κακομεταχειριζόταν ορισμένους φίλους του ή και αντίπαλους του από την εποχή της Αντίστασης.

Στον αντίποδα βρισκόταν ο εργατικός βουλευτής Francis Noel-Baker, που συνδεόταν και αυτός με τα ελληνικά πράγματα από την εποχή του Β´ Παγκοσμίου Πολέμου. Από την αρχή ήδη της δικτατορίας, ο Noel-Baker είχε προς αυτήν φιλική προδιάθεση. Λίγο μετά το πραξικόπημα μάλιστα, έγραψε άρθρο στους Sunday Times, όπου υποστήριζε ότι οι συνταγματάρχες ήσαν «άνθρωποι σεμνοί, ταπεινοί, ειλικρινείς». Καθ’ όλη την επταετία μάλιστα, δημιουργούσε προβλήματα στην Ελληνική Υπηρεσία του BBC, κατηγορώντας την για μεροληψία.

Η περίπτωση Noel-Baker παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον, δεδομένου ότι, στα νιάτα του, ήταν δραστήριος στην αριστερή πτέρυγα του Εργατικού Κόμματος. Όπως και ο Woodhouse, στη διάρκεια του Β´ Παγκοσμίου Πολέμου είχε διατελέσει μέλος της ηγεσίας της βρετανικής Οργάνωσης Ειδικών Αποστολών (SOE), αλλά σε αντίθεση με τον Woodhouse, δεν υπηρέτησε στην Ελλάδα. Ήταν ένας από τους σχετικά λίγους στη SOE που ήταν φίλα προσκείμενοι στο ΕΑΜ. Ρώτησα κάποτε τον Woodhouse πώς συμβιβαζόταν να βλέπει ο Noel-Baker ευνοϊκά τόσο το ΕΑΜ όσο και τη φανατικά αντικομμουνιστική χούντα. Κατ’ αυτόν, η απάντηση ήταν απλή: στην προσπάθειά του να διατηρήσει τη μεγάλη οικογενειακή ιδιοκτησία του στην Εύβοια, και στις δύο περιπτώσεις ο Noel-Baker επιχειρούσε να συμμαχήσει με όποιους νόμιζε ότι θα ήταν νικητές: με την πλευρά της άκρας αριστεράς στην Ελλάδα της δεκαετίας του 1940, με την πλευρά της άκρας δεξιάς στη δεκαετία του 1960. Και στις δύο περιπτώσεις έπεσε έξω.
Πάντως, στο Βρετανικό Κοινοβούλιο δραστηριοποιήθηκε αντιδικτατορικά σεβαστός αριθμός βουλευτών του Εργατικού Κόμματος και μικρότερος αριθμός του Συντηρητικού. Η επίδραση όλης αυτής της κινητοποίησης στη διαμόρφωση της βρετανικής πολιτικής έναντι του καθεστώτος δεν μπορεί εύκολα να αποτιμηθεί. Ωστόσο, η αναφορά του πρωθυπουργού Harold Wilson σε «θηριωδίες» του καθεστώτος των συνταγματαρχών δείχνει ότι όλη η αντιδικτατορική προπαγάνδα για την οποία μιλούσα σαφώς και είχε κάποιο αποτέλεσμα. Αλλά μια πλήρης ανάλυση της επίσημης βρετανικής πολιτικής ως προς το καθεστώς των συνταγματαρχών θα απαιτούσε μια ολόκληρη διάλεξη. Σας επισημαίνω πάντως ότι επί του θέματος υπάρχουν δύο εξαιρετικά βιβλία νέων ελλήνων μελετητών: το Britain and the Greek Colonels: Αcommodating the Junta in the Cold War [11] που εκδόθηκε το 2012 και το υπό έκδοση Britain, Greece and the Colonels 1967-74. A Troubled Relationship [της Κωνσταντίνας Μαραγκού].

Κλείνοντας, θα ήθελα να αναφερθώ σε ένα κάπως σουρεαλιστικό περιστατικό, που συνέβη στη δέκατη επέτειο της φοιτητικής κατάληψης του Πολυτεχνείου τον Νοέμβριο του 1973 – που σηματοδότησε και την αρχή του τέλους της δικτατορίας.

Είχε λοιπόν οργανωθεί από τη νέα ακόμη κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ, τον Νοέμβριο του 1983, κάτι σαν γιορτή. Μια ολιγομελής ομάδα από όσους είχαμε συμμετάσχει ενεργά στο αντιδικτατορικό κίνημα στη Βρετανία βρεθήκαμε στην Αθήνα για ένα μακρύ Σαββατοκύριακο, μαζί με άλλες αντίστοιχες ομάδες από την Ευρώπη και τις ΗΠΑ (ανάμεσά τους θυμάμαι τον John K. Galbraith, οικονομολόγο πρώην συνάδελφο του Ανδρέα Παπανδρέου). Στη βρετανική αντιπροσωπεία περιλαμβάνονταν: ο Monty Woodhouse, που δεν ήταν πια βουλευτής· ο δικηγόρος Anthony Marreco, που είχε συμβάλει αποφασιστικά στην αποκάλυψη των βασανιστηρίων της χούντας· ο Sir Hugh Greene, πρώην διευθυντής του BBC, αδελφός του συγγραφέα Graham Greene και πρόεδρος της Ευρωατλαντικής Επιτροπής (Euro-Atlantic Committee) που ασκούσε επιρροή και έκανε τη ζωή δύσκολη στη χούντα και, τέλος, ο George Forrest, κλασικός φιλόλογος στην Οξφόρδη και γενναίος υπερασπιστής της αποκατάστασης της δημοκρατίας στην Ελλάδα.
Μαζί με τους ομολόγους μας από άλλες χώρες, απολαύσαμε τρεις μέρες χλιδής στο ξενοδοχείο Μεγάλη Βρετανία ή στο King George. Σε κάποια φάση, το πρόγραμμα προέβλεπε τη συμμετοχή μας στην καθιερωμένη πορεία προς την αμερικανική πρεσβεία, κραυγάζοντας το σύνθημα «Λαός ενωμένος ποτέ νικημένος». Μαζί με τον Anthony Marreco, επιλέξαμε να οδεύσουμε προς την αντίθετη κατεύθυνση, στα γραφεία της Καθημερινής, όπου βρεθήκαμε με την Ελένη Βλάχου και τη Μαρία Καραβία και θυμηθήκαμε τα παλιά, τότε που θεωρούμασταν από τη χούντα ανθέλληνες. Τα δείπνα, οι δεξιώσεις, οι εκδρομές δεν είχαν τελειωμό – σεβαστό κόστος για τον έλληνα φορολογούμενο. Ιδωμένη εκ των υστέρων, όλη αυτή η φιέστα εντάσσεται, υποπτεύομαι, στο πλαίσιο των αλόγιστων δημοσίων δαπανών που συνέβαλαν στην παρούσα οικονομική κρίση.

Ο καθένας μας έλαβε και από έναν κατάλογο των προσκεκλημένων. Είδα ότι ανάμεσά τους ήταν ο νορβηγός δημοσιογράφος Arne Treholt, που είχε γράψει ένα από τα κεφάλαια του βιβλίου Greece under Military Rule, που είχα επιμεληθεί από κοινού με τον Γιώργο Γιαννόπουλο. Δεν τον είχαμε ποτέ συναντήσει ̶ ούτε εγώ, ούτε, νομίζω, ο Γιαννόπουλος. Τον Treholt τον είχε προτείνει μετ’ επιτάσεως στον Γιώργο, ως συντελεστή της έκδοσης, ο Α. Παπανδρέου που ήταν στενός του φίλος. Όπως ήταν φυσικό λοιπόν, αναζήτησα τον Treholt και κάναμε μια κουβέντα για την εποχή του αντιδικτατορικού αγώνα.

Μερικές εβδομάδες αργότερα, στο βραδινό δελτίο ειδήσεων του BBC, βλέπω τον παρουσιαστή να αναφέρει ως πρώτο θέμα ότι συνελήφθη στη Νορβηγία «σημαίνον στέλεχος της KGB», με φωτογραφία του πράκτορα. Δεν ήταν άλλος από τον Treholt. Τελικά κρίθηκε ένοχος και καταδικάστηκε για κατασκοπεία. Ανακουφίστηκα μαθαίνοντας αργότερα ότι ο Treholt προσελήφθη επί πληρωμή στην KGB το έτος 1974, δύο χρόνια μετά την έκδοση του βιβλίου. Θα μας έφερνε σε δύσκολη θέση να είχαμε συμπεριλάβει ανάμεσα στους συγγραφείς έναν εν ενεργεία πράκτορα της KGB…

Με την υπόθεση Treholt, για την οποία έχουν γραφτεί πολλά (δυστυχώς μόνο στα νορβηγικά), κλείνει κάπως απογοητευτικά ο κύκλος της χούντας των συνταγματαρχών.

Μτφρ. Βασίλης Πεσμαζόγλου

Ο Richard Clogg δίδαξε σύγχρονη ελληνική ιστορία στο King’s College του Λονδίνου (1969-1988). Από το 1995 είναι επισκέπτης ερευνητής στο St. Antony’s College της Οξφόρδης. Από τα έργα του, ιδιαίτερα γνωστή είναι η Σύντομη ιστορία της Ελλάδας (A Concise History of Greece) (1992). Κατά την επταετία 1967-1974 συμμετείχε ενεργά στην αντιδικτατορική κινητοποίηση στην Αγγλία.

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

[1]. Στμ.: Το άρθρο βασίζεται στη διάλεξη που έδωσε ο R. Clogg στη Γεννάδειο Βιβλιοθήκη, στις 25 Απριλίου 2017, με θέμα: «The Colonels’ Dictatorship: the View from London».

  1. 2. Στμ.: Η Γεννάδειος Βιβλιοθήκη ανήκει στην Αμερικανική Σχολή Κλασικών Σπουδών.
  2. 3. Στμ.: Par un intellectuel grec, Verité sur la Grèce, La Cité, Éditions l’Age d’homme, Λωζάνη
  3. 4. Στμ.: Ελληνική μτφρ.: Αμαλία Φλέμιγκ, Προσωπική κατάθεση, Εστία, Αθήνα 1995.
  4. 5. Στμ.: Ελληνική μτφρ.: Μελίνα Μερκούρη, Γεννήθηκα Ελληνίδα, εκδ. Χριστάκης, Αθήνα
  5. 6. Στμ.: Richard Clogg / George Yannopoulos (επιμ.), Greece under Military Rule, Secker & Warburg, Λονδίνο
  6. Στμ.: Γιώργος Ν. Γιαννόπουλος / Richard Clogg (επιμ.), Η Ελλάδα κάτω από στρατιωτικό ζυγό, Παπαζήσης, Αθήνα 1976.
  7. 8. Στμ.: ‘Athenian’, Inside the Colonels’ Greece, Chatto & Windus, Λονδίνο 1972.
  8. 9. Στμ.: Kenneth Young, The Greek Passion, J. M. Dent & Sons, Λονδίνο

[1]0. Στμ.: David Holden, Greece without Columns: The Making of the Modern Greeks, Lippincott 1972.

[1]1. Στμ.: Alexandros Nafpliotis, Britain and the Greek Colonels: Αcommodating the Junta in the Cold War, Tauris Academic Studies, 2012.

 

ΕΙΔΟΠΟΙΗΣΕΙΣ

Εισάγετε το email σας για να ενημερώνεστε για τα νέα άρθρα