Η επικαιρότητα του Θυρωρού της νύχτας της Liliana Cavani

Δήμητρα Μακρυνιώτη

τχ. 128-129, σ. 35-41

 

Ξαναβλέποντας μια κινηματογραφική ταινία που για πρώτη φορά προβλήθηκε πριν από σαράντα χρόνια, η διερώτηση είναι μάλλον εύλογη: γιατί τώρα, γιατί πάλι; Έχει να μας πει κάτι νέο; Εξακολουθεί η ματιά της να επικεντρώνεται με ανατρεπτική διάθεση σε κρίσιμα ζητήματα, πάντα επίκαιρα για το κοινωνικό, πολιτικό και πολιτιστικό γίγνεσθαι; Με ποια οπτική μπορούμε σήμερα, που η προσδοκία για την εξάλειψη του φασισμού και του ναζισμού από την αποκαλούμενη δημοκρατική Ευρώπη έχει αποδειχτεί μια θλιβερή αυταπάτη, να ξαναδούμε τον Θυρωρό της νύχτας; Με τα ερωτήματα αυτά δεν υπονοώ πως, σε ό,τι ακολουθεί, θα μιλήσω για την ταινία αποσυνδέοντάς την από το χωρικό και χρονικό της πλαίσιο, ούτε πως θα τη δω αποκλειστικά και μόνο υπό το πρίσμα του παρόντος. Κάτι τέτοιο και άδικο θα ήταν και μεθοδολογικά παρακινδυνευμένο. Οι άξονες ανάλυσης ωστόσο που επέλεξα, υποτιμώντας αναγκαστικά κάποιους άλλους, είναι τέτοιοι που πιστεύω ότι ευνοούν τις διασυνδέσεις του τότε και του τώρα, διασυνδέσεις που δεν προμηνύουν αναπαραγωγή και επανάληψη, αλλά εμπεριέχουν αλλαγές,  μετασχηματισμούς και ρήξεις που όμως συναντώνται σε έναν κοινό παρονομαστή: την αναβίωση του φασιστικού και του ναζιστικού φαινομένου, την αδυναμία των κοινωνικών θεσμών να τον αποκρούσουν και τη σχέση των δύο φαινομένων με έναν εξαιρετικά επιθετικό και αυταρχικό καπιταλισμό.

 

Θα ξεκινήσω τοποθετώντας την ταινία. Ο θυρωρός της νύχτας σε σκηνοθεσία της Λιλιάνας Καβάνι γυρίστηκε στη Βιέννη το 1974, την εποχή του ιταλικού νεορεαλισμού και των σπαγκέτι ουέστερν. Η ταινία έχει επίσημη γλώσσα τα αγγλικά και βρετανούς πρωταγωνιστές: τον Ντερκ Μπόγκαρτ (Μαξ, πρώην αξιωματικό των SS και νυν θυρωρό) και την Σαρλότ Ράμπλινγκ (Λουτσία, πρώην κρατούμενη σε στρατόπεδο συγκέντρωσης και νυν σύζυγο, με άλλο όνομα, ενός αμερικανού διευθυντή ορχήστρας της όπερας, που βρίσκεται σε περιοδεία στην Ευρώπη), και σε δεύτερους ρόλους, μεταξύ άλλων, τον Φιλίπ Λερουά και την ιταλίδα Ίσα Μιράντα (σταρ της φασιστικής Ιταλίας, η μόνη που έκανε ταινίες κατά τη διάρκεια του πολέμου σε όλον τον κόσμο, ακόμη και στις ΗΠΑ), στον ρόλο μιας παρακμιακής μοιραίας γυναίκας, της Έρικα. O Πιέρο Τόσι σχεδίασε τα κοστούμια, και το όνομά του αξίζει να το συγκρατήσουμε μιας και το σώμα, και κατ’ επέκταση ό,τι το καλύπτει ή το αποκαλύπτει, το τοποθετεί, το πλαισιώνει ή το αποστασιοποιεί, παίζει εμφατικό ρόλο  ̶ κυρίως γιατί τις περισσότερες φορές υποκαθιστά την έτσι κι αλλιώς πολύ μικρή λεκτική επικοινωνία μεταξύ των πρωταγωνιστών, συμβάλλοντας καθοριστικά στην εξέλιξη της αφήγησης αλλά και στην μοιραία διαπλοκή του παρόντος με το παρελθόν.

 

Πριν από τον Θυρωρό της νύχτας, η Καβάνι γύρισε δύο ντοκιμαντέρ για την ιταλική τηλεόραση, την Ιστορία του Γ΄Ράιχ (4ωρης διάρκειας, το 1962) και το La donna nella Resistenza (1965), με θέμα τις γυναίκες μέλη της Αντίστασης. Όπως η ίδια αποκαλύπτει, οι συνεντεύξεις από δύο επιζήσασες των στρατοπέδων έγιναν πηγή έμπνευσης για τον Θυρωρό της νύχτας, ιδίως η επισήμανση που έκανε μία από αυτές: «μην περιμένεις το θύμα να είναι πάντοτε αθώο, γιατί και το θύμα άνθρωπος είναι». Οι ιστορίες των δύο γυναικών, σύμφωνα με την Καβάνι, δείχνουν με παραδειγματικό τρόπο αυτό που ήθελε να συλλάβει στην ταινία της: «στην πραγματικότητα έψαχνα μια ερμηνεία για την αμφισημία της ανθρώπινης φύσης» που, όπως ισχυρίζεται, την ανακάλυψε στον φετιχισμό, στη δύναμη του μαζοχισμού, στη βία που γεννιέται μέσα μας και σε όλα όσα είναι καταχωνιασμένα στο ασυνείδητό μας. Παραδέχεται έτσι ότι δεν ενδιαφέρεται ούτε για το Ολοκαύτωμα ούτε για τα στρατόπεδα συγκέντρωσης, αλλά για την αμφισημία που σχετίζεται με την έλξη, την παραπλάνηση και την απέχθεια που ασκεί ο ναζισμός.

 

 

Η Δήμητρα Μακρυνιώτη διδάσκει κοινωνιολογία στο Τμήμα Εκπαίδευσης και Αγωγής στην Προσχολική Ηλικία του Πανεπιστημίου Αθηνών

Tags  

ΕΙΔΟΠΟΙΗΣΕΙΣ

Εισάγετε το email σας για να ενημερώνεστε για τα νέα άρθρα