Η ΚΡΑΤΙΚΟΠΟΙΗΣΗ ΤΗΣ ΑΚΑΔΗΜΑΪΚΗΣ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ

Θωμάς Ψήμμας

τχ. 150-152

 

Το σχέδιο νόμου «Εισαγωγή στην Τριτοβάθμια Εκπαίδευση, Προστασία της Ακαδημαϊκής Ελευθερίας, Αναβάθμιση του Ακαδημαϊκού Περιβάλλοντος και άλλες διατάξεις», το οποίο ψηφίστηκε από την κοινοβουλευτική-κυβερνητική πλειοψηφία (Νέα Δημοκρατία) και την Ελληνική Λύση του Κυρ. Βελόπουλου, αποσκοπεί, σύμφωνα με την αιτιολογική του έκθεση, α) στην ενίσχυση της ακαδημαϊκής ποιότητας μέσω της διασφάλισης των ακαδημαϊκών προϋποθέσεων της επιτυχούς φοίτησης και της έγκαιρης ολοκλήρωσης των σπουδών στην τριτοβάθμια εκπαίδευση, και β) στην προστασία της ακαδημαϊκής ελευθερίας και τη βελτίωση του ακαδημαϊκού περιβάλλοντος μέσα από την πρόβλεψη ενός συνεκτικού πλαισίου για την ασφάλεια εντός των χώρων των ΑΕΙ.

Στην κριτική επισκόπηση του νόμου που ακολουθεί, κατά τη γνώμη μου, διαφαίνεται ότι ένα υπαρκτό πρόβλημα παραβατικότητας σε ορισμένα πανεπιστημιακά ιδρύματα της χώρας επιχειρείται να επιλυθεί με δραστική περιστολή της ακαδημαϊκής ελευθερίας, μέσα από την υποκατάσταση του πανεπιστημιακού αυτοδιοίκητου από τον κρατικό πατερναλισμό σε ποικίλες πτυχές του ακαδημαϊκού βίου. Η πατερναλιστική λογική του νόμου και η διάχυτη καχυποψία απέναντι στα αυτοδιοικούμενα πανεπιστημιακά όργανα αποκαλύπτεται, εξάλλου, στις μεταβατικές διατάξεις (άρθ. 40), όπου προβλέπεται ότι η «παράλειψη έκδοσης από ΑΕΙ της απόφασης έγκρισης του κανονισμού ελεγχόμενης πρόσβασης, και η μη εφαρμογή και λειτουργία των συστημάτων ελεγχόμενης πρόσβασης εντός των προθεσμιών, λαμβάνεται υπόψη κατά την κατανομή της τακτικής δημόσιας επιχορήγησης του». Παρομοίως, σε περίπτωση μη συμμόρφωσης των ΑΕΙ με τις νέες ρυθμίσεις για τη διαγραφή σπουδαστών/τριών που έχουν συμπληρώσει το ανώτατο όριο φοίτησης, τούτο λαμβάνεται υπόψη για την έκδοση της απόφασης κατανομής της τακτικής δημόσιας επιχορήγησης (άρθ. 34 παρ. 5).

Εν συνεχεία, παρουσιάζονται συνοπτικά τέσσερις διατάξεις του νόμου που έχουν ως κοινό παρονομαστή τη συρρίκνωση της αυτενέργειας των συμμετεχόντων στην ακαδημαϊκή κοινότητα: α) η θέσπιση ελάχιστης βάσης εισαγωγής στα ΑΕΙ, β) η σύσταση Ομάδων Προστασίας Πανεπιστημιακών Ιδρυμάτων (ΟΠΠΙ) υπαγόμενων απευθείας στον υπουργό Προστασίας του Πολίτη, γ) η τοποθέτηση συστημάτων ασφαλείας-επιτήρησης εισόδου και δ) η διαγραφή φοιτητών/τριών που έχουν συμπληρώσει τη μέγιστη επιτρεπόμενη χρονική διάρκεια φοίτησης.

α) Ελάχιστη βάση εισαγωγής

Με το άρθρο 1 του νόμου θεσπίζεται ελάχιστη βάση εισαγωγής για την πρόσβαση στην τριτοβάθμια εκπαίδευση. Η Σύγκλητος του ΑΕΙ, έπειτα από πρόταση της Σχολής ή του Τμήματος, δύναται να καθορίζει την ακριβή βάση εισαγωγής σε κάθε Σχολή, κινούμενη ανάμεσα στο ελάχιστο και στο μέγιστο όριο που έχει προκαθοριστεί από το υπουργείο Παιδείας.

Η συγκεκριμένη διάταξη έχει ως ratio μια εμπειρικά αστήρικτη συνάφεια ανάμεσα στην εισαγωγή ενός μαθητή με ιδιαίτερα χαμηλό βαθμό σε Σχολή τριτοβάθμιας εκπαίδευσης και στην αδυναμία ολοκλήρωσης των σπουδών του. Πρόκειται για μια αυθαίρετη, αντιπαιδαγωγική πρόγνωση, καθώς προδιαγράφονται η φιλομάθεια και η πορεία ζωής ενός προσώπου, με αποκλειστικό κριτήριο την επίδοσή του στις πανελλαδικές εξετάσεις.

Η υιοθέτηση της ελάχιστης βάσης εισαγωγής θα οδηγήσει σε μείωση του αριθμού εισακτέων στα δημόσια πανεπιστήμια κατά δεκάδες χιλιάδες. Ταυτόχρονα, η ισοτιμία των τίτλων σπουδών που χορηγούν τα ΑΕΙ με τα πτυχία αμφίβολης ποιότητας ιδιωτικών κολεγίων όχι μόνο δεν εγγυάται την αξιοκρατική πρόσβαση στην αγορά εργασίας, αλλά οξύνει την ταξική μεροληψία της εκπαίδευσης, δηλαδή του θεσμού εκείνου που επιτελεί θεμελιώδη ρόλο στη διασφάλιση της ισότητας των ευκαιριών και στη διατήρηση της κοινωνικής κινητικότητας. Με άλλα λόγια, η ελάχιστη βάση εισαγωγής, εν όψει της εξομοίωσης ΑΕΙ – κολεγίων ως προς τα επαγγελματικά δικαιώματα, δεν αποκλείει τους «κακούς» μαθητές, αλλά τους «κακούς» μαθητές που προέρχονται από τα ασθενέστερα κοινωνικά στρώματα.

β) Σύσταση Ομάδων Προστασίας Πανεπιστημιακών Ιδρυμάτων (ΟΠΠΙ) υπαγόμενων απευθείας στο υπουργείο Προστασίας του Πολίτη

Βάσει του άρθρου 18 του νόμου, συνιστώνται Ομάδες Προστασίας Πανεπιστημιακών Ιδρυμάτων (ΟΠΠΙ), οι οποίες συγκροτούνται από αστυνομικό προσωπικό και νεοπροσλαμβανόμενους ειδικούς φρουρούς (παρ. 1), οι οποίες έχουν ως αποστολή την προστασία και την ασφάλεια των προσώπων που βρίσκονται στους χώρους των ΑΕΙ και των υποδομών αυτών. Οι ΟΠΠΙ ασκούν αστυνομικά καθήκοντα, τα οποία ορίζονται κατά ενδεικτική απαρίθμηση, για την πρόληψη της τέλεσης και την αντιμετώπιση κάθε αξιόποινης πράξης εντός των χώρων των ΑΕΙ (παρ. 4). Το προσωπικό των ΟΠΠΙ δεν υπάγεται, άρα ούτε λογοδοτεί, στις πανεπιστημιακές αρχές, αλλά στην Ελληνική Αστυνομία (παρ. 5), με τις διοικήσεις των ΑΕΙ να υποχρεούνται να διευκολύνουν το προσωπικό των ΟΠΠΙ κατά την άσκηση των καθηκόντων τους (παρ. 3).

Πρόκειται για μια διάταξη που πλήττει ευθέως τη συνταγματικώς κατοχυρωμένη πλήρη αυτοδιοίκηση των Νομικών Προσώπων Δημοσίου Δικαίου που είναι επιφορτισμένα με την παροχή ανώτατης εκπαίδευσης (άρθ. 16, παρ. 5 Συντ.), με την κυβέρνηση να «μεριμνά» για το καλό των ΑΕΙ, χωρίς τα ίδια τα πανεπιστημιακά ιδρύματα να έχουν λόγο στην οργάνωση των όρων προστασίας και ασφάλειάς τους. Η πλήρης αυτοδιοίκηση των ΑΕΙ, εξάλλου, δεν αποτελεί διαδικαστική πολυτέλεια, αλλά συνιστά θεσμική εγγύηση για την πραγμάτωση του λειτουργικού προσανατολισμού της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης, ήτοι την ανεμπόδιστη ανάπτυξη και προαγωγή της επιστήμης, της έρευνας και της διδασκαλίας (άρθ. 16, παρ. 1 Συντ.) και τη διάπλαση των συμμετεχόντων στην ακαδημαϊκή συνεργατική διεργασία σε ελεύθερους και υπεύθυνους πολίτες (άρθ. 16, παρ. 2 Συντ.).

Οι πανεπιστημιακές Αρχές οφείλουν, ασφαλώς στο μέτρο του δυνατού και με κάθε δικαιοκρατικά προβλεπόμενο μέσο, να αποτρέψουν την εκτύλιξη ντροπιαστικών γεγονότων όπως η πρόσφατη «διαπόμπευση» του πρύτανη του Οικονομικού Πανεπιστημίου Αθηνών από εξωπανεπιστημιακές «συλλογικότητες», ωστόσο η αποτελεσματική αυτοπροστασία των ΑΕΙ από έσωθεν και έξωθεν απειλές της ακαδημαϊκής ελευθερίας δεν δύναται να λάβει χώρα κατά παρέκκλιση από τη συνταγματική νομιμότητα. Η σαφής οριοθέτηση μεταξύ της συντεταγμένης έκτακτης ανάγκης και της δικαιικά ανέλεγκτης κατάστασης εξαίρεσης (με την αυθαίρετη επίκληση έκτακτων περιστάσεων ως λόγων αποδέσμευσης του κυριάρχου από τις θεμελιακές αρχές νομιμότητας και νομιμοποίησης της πολιτικής εξουσίας), εξάλλου, είναι αυτή που διακρίνει καταστατικά μια –έστω και ατελή– φιλελεύθερη δημοκρατία από τις «ανελεύθερες δημοκρατίες» (Ουγγαρία, Πολωνία) που ενέχονται για συστηματικές παραβιάσεις του δημοκρατικού κράτους δικαίου και των θεμελιωδών δικαιωμάτων.

γ) Τοποθέτηση συστημάτων ασφαλείας – επιτήρησης εισόδου

Στο πλαίσιο της πολιτικής ασφάλειας και προστασίας των ΑΕΙ, εισάγεται ρύθμιση, με την οποία κάθε πανεπιστημιακό ίδρυμα, με κριτήρια το μέγεθός του, τις ιδιαίτερες ανάγκες, τη συχνότητα εμφάνισης παραβατικών συμπεριφορών κ.λπ., τοποθετεί ηλεκτρονικά και λοιπά συστήματα ασφάλειας που καλύπτουν μέρος ή το σύνολο των εσωτερικών και εξωτερικών χώρων του (άρθ. 12, παρ. 2). Προβλέπεται, παράλληλα, η εγκατάσταση «Κέντρου Ελέγχου και Λήψης Σημάτων και Εικόνων», όπου θα συνδέονται όλα τα τεχνολογικά συστήματα ασφάλειας και επικοινωνιών του ΑΕΙ (άρθ. 12, παρ. 3). Επιπλέον, θεσπίζεται καταρχήν υποχρεωτικό σύστημα ελεγχόμενης πρόσβασης στα ΑΕΙ κατά την είσοδο σε πανεπιστημιουπόλεις ή σε λοιπούς εξωτερικούς χώρους των ΑΕΙ (άρθ. 16).

Οι εν λόγω διατάξεις προξενούν διττό πρόβλημα λειτουργίας του πανεπιστημίου ως χώρου πραγμάτωσης θεμελιωδών δικαιωμάτων-ελευθεριών στη δημόσια σφαίρα.

Αφενός, η επιδιωκόμενη ασφαλειοποίηση των πανεπιστημιουπόλεων εκτρέπει τα ΑΕΙ από περιβάλλον ανοιχτής κοινωνίας και πλουραλισμού (στην ιδεατή, τουλάχιστον, εκδοχή τους) σε ένα είδος στρατοπέδου, ορθώνοντας φυσικά τείχη ανάμεσα στην ακαδημαϊκή κοινότητα και την κοινωνία των πολιτών.

Αφετέρου, αναφορικά με τα ζητήματα που σχετίζονται με την εγκατάσταση και τη λειτουργία των τεχνικών μέσων υπό το πρίσμα της προστασίας από την αθέμιτη συλλογή, επεξεργασία και χρήση προσωπικών δεδομένων, γίνεται μονάχα μια γενικόλογη αναφορά σε Προεδρικό Διάταγμα που θα εκδοθεί κατόπιν πρότασης της υπουργού Παιδείας και Θρησκευμάτων (άρθ. 17). Η καθ’ ύλην αρμόδια Αρχή Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού έχει εκφράσει σοβαρές επιφυλάξεις για την αναλογικότητα του μέτρου εν όψει της ευρύτατης διακριτικής ευχέρειας που επαφίεται στα όργανα διοίκησης του εκάστοτε ΑΕΙ υπό την ιδιότητα του Υπευθύνου Επεξεργασίας.

δ) Διαγραφή φοιτητών/τριών που έχουν συμπληρώσει τη μέγιστη επιτρεπόμενη χρονική διάρκεια φοίτησης

Στο άρθρο 34 του νόμου ρυθμίζονται θέματα που αφορούν τη μέγιστη δυνατή διάρκεια φοίτησης στα πανεπιστημιακά ιδρύματα. Ειδικότερα, η ανώτατη διάρκεια φοίτησης για τους νεοεισαχθέντες φοιτητές/τριες από το ακαδημαϊκό έτος 2021-2022 προσδιορίζεται στον ελάχιστο χρόνο σπουδών (8 εξάμηνα) προσαυξημένο κατά τέσσερα ακαδημαϊκά εξάμηνα (ν+2), με την Κοσμητεία να έχει δέσμια αρμοδιότητα να εκδώσει πράξη διαγραφής με τη συμπλήρωση του ορίου, εκτός αν πρόκειται για φοιτητές/τριες που αποδεδειγμένα εργάζονται ή φοιτητές/τριες με αναπηρία, οπότε παρέχεται η δυνατότητα της μερικής φοίτησης.

Κατά τη γνώμη μου, πρόκειται για ένα από τα πιο πατερναλιστικά και ιδεοληπτικά σημεία του νόμου για την ανώτατη εκπαίδευση, με πρόσχημα την αναβάθμιση του δημόσιου πανεπιστημίου. Οι φοιτητές/τριες που έχουν υπερβεί το ανώτατο όριο φοίτησης ούτως ή άλλως δεν δικαιούνται πρόσβαση στις υλικές παροχές που συνδέονται με τη φοιτητική ιδιότητα (π.χ. πάσο, συγγράμματα), άρα δεν επιφέρουν την οποιαδήποτε επιβάρυνση στον κρατικό προϋπολογισμό.

Συνεπώς, η συγκεκριμένη διάταξη εκπορεύεται από μια τιμωρητική λογική κατά των προσώπων που δεν επιδεικνύουν την «ενδεδειγμένη» συμπεριφορά του «καλού καγαθού» φοιτητή, χωρίς να επέρχεται από την εν λόγω συμπεριφορά τους η παραμικρή βλάβη σε κάποιο άλλο μέλος του κοινωνικού συνόλου. Η πατερναλιστική κύρωση της «αιώνιας» φοίτησης βρίσκεται σε πρόδηλη αντίθεση με τη συστατική αρχή του πολιτικού φιλελευθερισμού, την αυτενέργεια.

Το πρόσωπο που τιμωρείται με εξοστρακισμό από την ακαδημαϊκή κοινότητα ανταποκρίθηκε κάποτε επιτυχώς σε ανταγωνιστικές εξετάσεις (πανελλαδικές ή κατατακτήριες) και, κατά συνέπεια, κρίθηκε «άξιο» να κατέχει την εν λόγω θέση, οπότε η μεταγενέστερη εκούσια ή ακούσια απώλεια της γνωστικής επαφής με τις ακαδημαϊκές δραστηριότητες ουδόλως επιδρά στην καταλληλότητά του για την πρόσβαση στην τριτοβάθμια εκπαίδευση.

ε) Κριτικές παρατηρήσεις – Γενικό συμπέρασμα

Η κατάθεση, συζήτηση και ψήφιση ενός επιεικώς αμφιλεγόμενου νόμου, ο οποίος έχει προκαλέσει εύλογες θεσμικές και κινηματικές αντιδράσεις της ακαδημαϊκής κοινότητας, έρχεται σε μια χρονική περίοδο που στα πανεπιστήμια δεν υφίσταται φυσική παρουσία, άρα εκλείπει παντελώς ο λόγος επείγουσας νομοθέτησης (προστασία και ασφάλεια των συμμετεχόντων στην ακαδημαϊκή διαδικασία). Επιπλέον, η τήρηση των αναγκαίων περιοριστικών μέτρων για την αποφυγή της περαιτέρω εξάπλωσης της πανδημίας καθιστούσε ιδιαίτερα δυσχερή την πραγματοποίηση μαζικών δημόσιων υπαίθριων συναθροίσεων για την απόσυρση ή, έστω, την τροποποίηση των πιο σκοτεινών σημείων του νομοσχεδίου.

Η προστασία της δημόσιας υγείας ως επιτακτικός σκοπός δημόσιου συμφέροντος δεν θα πρέπει να αξιοποιείται από τους κυβερνώντες ως εργαλείο προληπτικής φίμωσης ή δραστικής καταστολής των κοινωνικών αντιδράσεων απέναντι σε διατάξεις που θέτουν εν αμφιβόλω ουσιώδεις πτυχές της προσωπικής και συλλογικής αυτονομίας, όπως είναι το αυτοδιοίκητο του πανεπιστημίου ως θεσμική εγγύηση για την πλήρη και ανεμπόδιστη ανάπτυξη της προσωπικότητας των συμμετεχόντων στο ακαδημαϊκό περιβάλλον.

Το κυβερνητικό discourse για την αναγκαιότητα ίδρυσης ειδικού σώματος φύλαξης των πανεπιστημιακών ιδρυμάτων, υπαγόμενου απευθείας στον υπουργό Προστασίας του Πολίτη, εδράζεται σε μια αναλυτική σύγχυση ανάμεσα στο ατελές είναι και στο ιδεώδες δέον.

Από τη μια πλευρά, υπερπροβάλλονται στον δημόσιο διάλογο (με καίρια ευθύνη των ολιγαρχικά διευθυνόμενων ΜΜΕ) οι πιο μελανές πτυχές του υπαρκτού Πανεπιστημίου (η τέλεση αξιόποινων πράξεων σε πανεπιστημιουπόλεις), χωρίς να γίνεται η παραμικρή μνεία στα σημαντικά επιτεύγματα χάρη στα οποία ορισμένα δημόσια πανεπιστήμια της Ελλάδας καταλαμβάνουν υψηλές θέσεις σε αξιόπιστες διεθνείς κατατάξεις και χωρίς να επιδιώκεται η θεραπεία άλλων σοβαρών παθογενειών των ΑΕΙ (υποχρηματοδότηση, υποστελέχωση, αναξιοκρατία, υπεργραφειοκρατικοποίηση).

Από την άλλη πλευρά, προτείνεται ως αντίδοτο ένα πλατωνικά εξιδανικευμένο αστυνομικό σώμα, σαν να μην πρόκειται για μονάδα που θα στελεχωθεί με fast-track διαδικασίες και θα υπάγεται στην υπαρκτή Ελληνική Αστυνομία, η οποία βαρύνεται με σωρεία παραβιάσεων θεμελιωδών δικαιωμάτων (κατάχρηση εξουσίας, έκθεση σε απάνθρωπη ή εξευτελιστική μεταχείριση) κατά την άσκηση των καθηκόντων της, όπως προκύπτει από δελτία Τύπου της Διεθνούς Αμνηστίας, πορίσματα του Συνηγόρου του Πολίτη καθώς και από την Έκθεση Επιτροπής Αλιβιζάτου για την αστυνομική βία.

Τέλος, κρίνεται εξόχως προβληματική η επίκληση μιας κατάστασης εξαίρεσης στα πανεπιστήμια ως δικαιολογητική βάση για τη θέσπιση ρυθμίσεων που βρίσκονται σε αντίθεση με συνταγματικά κατοχυρωμένους κανόνες και αρχές οργάνωσης και λειτουργίας της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης. Με τα λόγια του ίδιου του υπουργού Προστασίας του Πολίτη, κ. Μιχάλη Χρυσοχοΐδη, ο οποίος αναβαθμίζεται σε συναρμόδιο με την υπουργό Παιδείας σε νόμο με αντικείμενο την «αναβάθμιση του ακαδημαϊκού περιβάλλοντος»: «Σε κανέναν δεν αρέσει ως θέμα αρχής η αστυνομία στα πανεπιστήμια, είναι όμως εδώ που φτάσαμε μια αναγκαστική πράξη […] τα πανεπιστήμια είναι αυτοδιοίκητα, αλλά όχι χωρίς τον κοινό έλεγχο, ούτε χωρίς τη δυνατότητα κριτικής των πεπραγμένων τους. Έχουν αποτύχει στην αντιμετώπιση της βίας με πρώτα θύματα τους ίδιους, είναι δυστυχώς μια τρύπα στο κράτος δικαίου και η Πολιτεία είναι δυο φορές υπεύθυνη αν κάτσει με σταυρωμένα χέρια».

Η αναποτελεσματικότητα του αυτοδιοίκητου πανεπιστημίου στα ζητήματα προστασίας και ασφάλειας, λοιπόν, εκλαμβάνεται από τους κυβερνώντες ως «νομιμοποιητική» βάση για την παράκαμψη μιας διάταξης του καταστατικού χάρτη της ελληνικής Πολιτείας. Η υποτιθέμενα προσωρινή (ουδέν μονιμότερον του προσωρινού βέβαια) αναστολή κανόνων δικαίου, λόγω προβληματικής πρακτικής εφαρμογής τους, συνιστά κάτι ποιοτικά χειρότερο από ένα καίριο πλήγμα στην ακαδημαϊκή ελευθερία, καθώς υποσκάπτει εκ βάθρων τα δικαιοκρατικά θεμέλια της συνταγματικά οργανωμένης res publica.

Ο Θωμάς Ψήμμας είναι διδάκτωρ Φιλοσοφίας του Δικαίου της Νομικής Σχολής του ΑΠΘ

 

Δείτε Επίσης

Αφήστε μια απάντηση

ΕΙΔΟΠΟΙΗΣΕΙΣ

Εισάγετε το email σας για να ενημερώνεστε για τα νέα άρθρα