ΚΥΠΡΙΑΚΟ : ΤΟ ΤΕΛΟΣ ΤΟΥ ΠΑΙΧΝΙΔΙΟΥ ΜΕ ΒΑΡΙΑ ΤΗΝ ΕΥΘΥΝΗ ΑΘΗΝΑΣ ΚΑΙ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ

Αλέξης Ηρακλείδης

τχ. 137

 

Η πορεία για την επίλυση του Κυπριακού που είχε ξεκινήσει με τις περισσότερες ελπίδες από κάθε άλλη φορά την άνοιξη του 2015, από τους κύπριους ηγέτες, Νίκο Αναστασιάδη και Μουσταφά Ακιντζί, έληξε άδοξα στις 7 Ιουλίου 2017. Ήταν η πρώτη φορά από το 1974 που  συνομιλίες για την επίλυση είχαν φτάσει τόσο κοντά στην λύση, με την επίλυση των περισσότερων προβλημάτων, ακόμη και των πιο δύσκολων, όπως το περιουσιακό, στο δε άλλο δύσκολο θέμα, το εδαφικό, η διαφορά μεταξύ των δύο πλευρών ήταν μόνη της τάξεως του ποσοστού του 1%. Επίσης, είναι η πρώτη φορά από τα πρώτα χρόνια της προεδρίας του Γιώργου Βασιλείου (στα τέλη της δεκαετίας του 1980) που υπήρχε μεταξύ των Ελληνοκυπρίων τόσο μεγάλο ρεύμα υπέρ της επίλυσης-επανένωσης της μεγαλονήσου. Όμως, ακόμη και τώρα οι ελπίδες δεν επιβεβαιώθηκαν. Ήταν για να θυμηθούμε την αγγλική έκφραση, πολύ καλό για να είναι αληθινό.

Η αποτυχία της ύστατης αυτής προσπάθειας ειρηνικής από κοινού επίλυσης του Κυπριακού που έλαβε χώρα φέτος στην πενταμερή Διάσκεψη του Κραν Μοντανά στις αρχές Ιουλίου, με την ενεργή συμμετοχή του γενικού γραμματέα του ΟΗΕ Αντόνιο Γκουτέρες, έδειξε για μία ακόμη φορά ότι το Κυπριακό είναι συνώνυμο με αυτό που ονομάζεται άλυτη (εθνοτική και διεθνής) διένεξη, υπό την έννοια ότι οι επιδιώξεις τον δύο πλευρών είναι αγεφύρωτες και η αμοιβαία έλλειψη εμπιστοσύνης επίσης αγεφύρωτη. Τώρα πια άνοιξε, όσο ποτέ άλλοτε μέχρι σήμερα, η οδός για το Plan B, το «βελούδινο διαζύγιο». Έρχεται όμως στο προσκήνιο ο εφιάλτης, το χειρότερο δυνατό σενάριο για τους Ελληνοκύπριους και την Αθήνα το ανταγωνιστικό διαζύγιο, δηλαδή χωρίς  επιστροφή εδαφών, με τη «βόρεια Κύπρο» στην ουσία ή στην πράξη τουρκική επαρχία.

Η τελευταία αποτυχία υπήρξε ιδιαίτερα επώδυνη για του οπαδούς της επίλυσης και επανένωσης της μεγαλονήσου όχι μόνο γιατί οι δύο πλευρές μεταξύ τους, χωρίς τις «άσπλαχνες μητέρες πατρίδες», είχαν έρθει, όπως είπαμε, τόσο κοντά στην λύση, αλλά γιατί ήρθε στην επιφάνεια μία ακόμη αρνητική πτυχή στο όλο σκηνικό που δεν υπήρχε πριν, στα σχεδόν δύο έτη των διακοινοτικών διαπραγματεύσεων. Προηγουμένως, στις τολμηρές συμφιλιωτικές προσπάθειες και αμοιβαίες υποχωρήσεις των δύο πλευρών, οι spoilers, ειδικά το 2016 και στις αρχές του 2017, ήταν η Άγκυρα (Ερντογάν) και η Αθήνα (Κοτζιάς). Τώρα ακόμη και ο Νίκος Αναστασιάδης πήρε θέση αρνητική, σε τέτοιο μάλιστα βαθμό ώστε να ακολουθεί τη γνωστή απορριπτική στάση του Νίκου Κοτζιά, ο οποίος είναι θιασώτης της σχολής του Τάσσου –Παπαδόπουλου (και Δούντα και Ζαχάρι στην Ελλάδα), δηλαδή όχι στη διζωνική δικοινοτική, και ελληνοκρατούμενη Κύπρο, με τους Τουρκοκύπριους στο περιθώριο ως μειονότητα. Ο  Αναστασιάδης έκανε, ως γνωστόν, κοινό μέτωπο με τον Κοτζιά στο Κραν Μοντανά, με τη  γνωστή ανυποχώρητη γραμμή «μηδέν εγγυήσεις-μηδέν τουρκικός στρατός», τοποθέτηση που ήταν βέβαιο ότι θα οδηγούσε τη διάσκεψη σε βέβαιο ναυάγιο.

Γιατί άλλαξε στάση ο Ελληνοκύπριος ηγέτης; Καταρχήν, υπήρχαν εδώ και μερικούς μήνες –συγκεκριμένα από τα τέλη του 2016– δείγματα ότι κάτι πήγαινε στραβά, δείγματα ότι είχε αρχίσει να γίνεται λιγότερο διαλλακτικός, σε αντίθεση με τον ομόλογό του Ακιντζί που με την εποικοδομητική του στάση εκνεύριζε την Άγκυρα και τους δικούς του απορριπτικούς. Το να φθάσει όμως ο Αναστασιάδης να συμπορεύεται με τον Κοτζιά, το οποίον ο ίδιος ο Ελληνοκύπριος ηγέτης (και οι στενοί του συνεργάτες, όπως ο νηφάλιος υπουργός Εξωτερικών Ιωάννης Κασουλίδης), μέχρι το τέλος του 2016 θεωρούσε απαράδεκτο με την απορριπτική του στάση, ξεπερνάει κάθε λογική (μάλιστα μετά την αποτυχία του Κραν Μοντανά κάλεσε τον Κοτζιά να λάβει μέρος και στο Κυπριακό Εθνικό Συμβούλιο, ο spoiler λίγο-πολύ σαν ήρωας!).

Ας προσπαθήσουμε, λοιπόν, με όσο γίνεται πιο νηφάλιο τρόπο, να ερμηνεύσουμε αυτή την αναπάντεχη στροφή 180 μοιρών του Αναστασιάδη. Υπάρχουν, θα έλεγα, τρεις κατηγορίες ερμηνειών. Η πρώτη που είναι και η πιο επιφανειακή, είναι ότι η απρόσμενη στροφή Αναστασιάδη: 1) οφείλεται σε μικροπολιτικό ελιγμό ενόψει των προεδρικών εκλογών του Φεβρουαρίου του 2018 (αυτόν τον κίνδυνο τον είχε επισημάνει ο Ακιντζί στα τέλη του 2016, όταν διαπίστωσε τα πρώτα πισωγυρίσματα του ομολόγου του, αλλά ο Αναστασιάδης απέρριψε αυτό το ενδεχόμενο) ή/και 2) οφείλεται στον παράγοντα Ερντογάν, υπό την έννοια ότι οτιδήποτε και αν συμφωνήσουν οι δύο Κύπριοι ηγέτες μπορεί, αν θελήσει, να το τορπιλίσει, οπότε προς τι το αίσιο τέλος των συνομιλιών, αν στο τέλος είναι καταδικασμένες να αποτύχουν λόγω Τουρκίας; Προσωπικά, θα ήθελα αυτές οι δύο ερμηνείες να ισχύουν, οπότε η στροφή των Ελληνοκυπρίων να είναι προσωρινή, αν και το κακό που έχει κάνει η έστω προσωρινή αυτή στροφή θα είναι πολύ δύσκολο να επουλωθεί, παρεκτός αν υπάρχει κρυφό understanding με τον Ακιντζί (που και εκείνος έχει να αντιμετωπίσει ισχυρό μέτωπο απορριπτικών), πράγμα δυστυχώς μάλλον απίθανο.

Μία δεύτερη κατηγορία ερμηνείας είναι ότι η Αθήνα, με πρωτεργάτη τον Κοτζιά, έπεισε τον Αναστασιάδη να αλλάξει ρότα, με το σκεπτικό ότι μία σκληρή στρατηγική (μηδέν εγγυήσεις-μηδέν τουρκικός στρατός), μια στρατηγική, θα έλεγα, τύπου «κρημνοβασίας» (brinkmanship) α λα Μακάριος (που την είχε εφαρμόσει, ανεπιτυχώς, από το 1955 μέχρι το 1974), θα φέρει ευνοϊκά αποτελέσματα. Δηλαδή, τώρα είναι η ευκαιρία «να στριμώξουμε» τον Ερντογάν, γιατί έχει γίνει πολύ αντιπαθής διεθνώς, δεν έχει φίλους και συμμάχους διεθνώς (ούτε τις ΗΠΑ, ούτε βέβαια την ΕΕ ή τη Γερμανία), και θα αναγκαστεί ή θα τον αναγκάσουν να υποχωρήσει κατά κράτος στο Κυπριακό και θα το κάνει για να περισώσει άλλα πράγματα. Εδώ δεν θα απέκλεια η νέα αυτή στρατηγική της Λευκωσίας και της Αθήνας να προέκυψε και ως παρενέργεια ενός υπόγειου καναλιού της Λευκωσίας και της Αθήνας, που ακούει στο όνομα Ρωσία του Πούτιν, αλλά αυτή την πιθανή διάσταση θα την ερευνήσει, ενδεχομένως, ο ιστορικός του μέλλοντος.

Πάντως, δεν νομίζω ότι η κρημνοβασία θα έχει αίσιο τέλος, γιατί εκτός από άκρως επικίνδυνη, κινδυνεύοντας να οδηγήσει την επίλυση του Κυπριακού στον γκρεμό (στην οριστική διχοτόμηση και μάλιστα χωρίς επιστροφή εδαφών), πάσχει και από κάτι πιο θεμελιώδες: ότι δεν λαμβάνει υπόψη τους φόβους και τις ανησυχίες της άλλης πλευράς, και εδώ εννοώ τον μελλοντικό συνέταιρο στο επανενωμένο κράτος, τους Τουρκοκύπριους, που θέλουν να υπάρχουν εγγυήσεις, διαφορετικές μεν αλλά χαλύβδινες, με ακόμη ζωντανές τις μνήμες από το τι υπέστησαν κατά την περίοδο από τα Ματωμένα Χριστούγεννα του 1963 μέχρι τον Ιούνιο του 1974.

Η τρίτη κατηγορία ερμηνείας είναι ότι δεν πρόκειται –ή κυρίως δεν πρόκειται για μικροπολιτική ή σκληρή στρατηγική – αλλά για κάτι πολύ βαθύτερο και πιο ουσιαστικό. Ήταν ο ίδιος λόγος που οι Ελληνοκύπριοι εναπόθεσαν το μέλλον της Κύπρου με το να ψηφίσουν τον Φεβρουάριο του 2003 ως πρόεδρο τον συνεπέστατα απορριπτικό Τάσσο Παπαδόπουλο, ο ίδιος λόγος που απέρριψαν το Σχέδιο Ανάν και ο ίδιος λόγος που δεν τελεσφόρησαν οι συνομιλίες Χριστόφια-Ταλάτ, τότε λόγω του πολιτικού κόστους που φόβιζε τον Χριστόφια. Και βέβαια είναι ο λόγος που ναυάγησαν και οι σημερινές συνομιλίες, πέρα από την κακή διεθνή συγκυρία (αρνητικός και εθνικιστής Ερντογάν, αρνητική και εθνικιστική Αθήνα, ουδέν ενδιαφέρον του Ερντογάν για την ΕΕ που θα συνέβαλε σε θετική στάση στο Κυπριακό, η αδιαφορία των ΗΠΑ του Ντόναλντ Τραμπ σε αντίθεση με τις ΗΠΑ του Μπαράκ Ομπάμα, κ.λπ.). Και αυτός ο λόγος για τη στροφή Αναστασιάδη, είναι ότι οι Ελληνοκύπριοι στην πλειοψηφία τους (τους υπολογίζω σήμερα στο 55-60%) δεν θέλουν την επανένωση, για την ακρίβεια δεν αποδέχονται μία επανένωση με τους Τουρκοκύπριους ισότιμους με αυτούς (σε αντίθεση με την πλειοψηφία των γηγενών Τουρκοκυπρίων), κάτι που, κατά την εκτίμησή μου, ισχύει εν πολλοίς από το τέλος της προεδρίας του Γιώργου Βασιλείου στις αρχές της δεκαετίας του 1990 μέχρι σήμερα, δηλαδή επί ένα τέταρτο του αιώνα. Το δε πληθυσμιακό ποσοστό του 80-20% δεν συμβάλλει στην κατανόηση του πόσο εκ των ουκ άνευ είναι αποδοχή της πολιτικής και νομικής ισότητας μεταξύ των δύο κοινοτήτων σε μία επανενωμένη Κύπρο. Το προφανές –και όχι τελείως παράλογο– ελληνοκυπριακό ερώτημα είναι γιατί να είναι ίσα τα τέσσερα πέμπτα του πληθυσμού με το ένα πέμπτο [1]. Υπάρχει και ένα άλλο ζήτημα που αποτελεί τεράστιο εμπόδιο στην επανένωση: η υποτίμηση των Τουρκοκυπρίων από τους περισσότερους Ελληνοκύπριους. Για τους μισούς η υποτίμηση ή ακόμη και περιφρόνηση είναι ξεκάθαρη, για άλλους υπάρχει μία πατερναλιστική στάση που θυμίζει λίγο πολύ τη στάση αρκετών φιλελεύθερων στοχαστών του 19ου αιώνα, όπως ο Τζον Στιούαρτ Μιλ και ο φίλος του Αλεξίς Ντε Τοκβίλ, έναντι των γηγενών πληθυσμών στις αποικίες. Οι δε Τουρκοκύπριοι, που ούτε κουφοί είναι ούτε τυφλοί, εισπράττουν αυτή τη στάση περιφρόνησης των μισών και πλέον Ελληνοκυπρίων, με αποτέλεσμα να μουδιάζουν στην ιδέα της ένωσης. Γιατί να δεχθούν μία λύση που γι’ αυτούς μπορεί να αποβεί χειρότερη από την παρούσα κατάσταση;

Αν όμως το Κυπριακό δεν επιλυθεί, όπως φαίνεται, ή λυθεί με «ανταγωνιστικό διαζύγιο», τι θα απογίνουν οι ελληνοτουρκικές σχέσεις που έχουν αρχίσει να χειροτερεύουν από το 2016 και μετά, σε σημείο ώστε να μπορούμε να μιλήσουμε για νέο ελληνοτουρκικό ψυχρό πόλεμο όπως μέχρι τις αρχές του 1999; Θα συνεχίζουν η Ελλάδα και η Τουρκία να είναι όμηροι του άλυτου Κυπριακού, το οποίο θα συνεχίζει να υποσκάπτει και να δηλητηριάζει τις σχέσεις τους; Για την αντιμετώπιση του καίριου αυτού προβλήματος έχει συζητηθεί κατά καιρούς η ιδέα της «αποσύνδεσης» (decoupling) του Κυπριακού από τις διμερείς ελληνοτουρκικές σχέσεις, όπως η διένεξη του Αιγαίου ή τα μειονοτικά, υπό την έννοια ότι μπορεί να επιλυθούν τα ζητήματα αυτά με καλή θέληση και ειλικρινείς και ουσιαστικές συνομιλίες και αμοιβαίες (αλλά όχι υπερβολικές) υποχωρήσεις και χωρίς επίλυση του Κυπριακού, άλλο αν στην πράξη αυτό δεν έχει καταστεί δυνατόν μέχρι σήμερα. Εξυπακούεται ότι αυτή την εποχή η κατάσταση και το timing είναι εντελώς ακατάλληλο για την επίλυση των ελληνοτουρκικών διαφορών του Αιγαίου και των άλλων διαφορών, με τους λεονταρισμούς του Ερντογάν, παρεκτός αν ο ίδιος χάσει την εξουσία. Ας ελπίζουμε ότι το τελευταίο θα γίνει για το καλό, κατά πρώτον της ίδιας της Τουρκίας και των Τούρκων.

Ο Αλέξης Ηρακλείδης διδάσκει Διεθνείς Σχέσεις στο Τμήμα Πολιτικής Επιστήμης και Ιστορίας του Παντείου Πανεπιστημίου.

 

ΣΗΜΕΙΩΣΗ

  1. Εδώ η απάντηση βρίσκεται στην ανάγκη δημιουργίας μίας εθνοτικά συναινετικής δημοκρατίας (consociational democracy), όταν πρόκειται για χώρες βαθιά διχασμένες με εθνικά, εθνοτικά, φυλετικά ή θρησκευτικά κριτήρια, που προτείνουν οι ειδικοί στις εθνοτικές συγκρούσεις, με πρώτο διδάξαντα τον Arend Liphardt, το 1970.

ΕΙΔΟΠΟΙΗΣΕΙΣ

Εισάγετε το email σας για να ενημερώνεστε για τα νέα άρθρα