ΜΕΤΑΔΟΣΗ Ή «ΜΕΤΕΜΦΥΤΕΥΣΗ» ΤΗΣ ΨΥΧΑΝΑΛΥΣΗΣ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ;

Γεράσιμος Στεφανάτος

τχ. 136

 

Θα ξεκινήσω τη συλλογιστική μου θέτοντας ερωτήματα. Κατά πόσο είναι δεκτό στον τόπο που συνδιαλεγόμαστε, στον διανοητικό ορίζοντα που μας περιβάλλει ότι το Ασυνείδητο αποτελεί ιδιαίτερη οντολογική περιοχή του είναι, με δικούς του νόμους και αιτιότητες; Και ακόμη, σε ποιο βαθμό μπορούμε να υποθέσουμε ότι η όποια χλωμή και κατά συνθήκη –όπως τα κατά συνθήκη ψεύδη– αποδοχή του από την επιστημονική κοινότητα και την ελληνική διανόηση, επωμίζεται τις συνέπειες που προκύπτουν; Συνέπειες φιλοσοφικές, επιστημολογικές αλλά και πρακτικές, με αναφορά στην πράξη –κοινωνική, παιδαγωγική, θεραπευτική– και την αντίστοιχη χρήση του ασυνειδήτου ως επιστημονικού και διεπιστημονικού ερευνητικού εργαλείου.

Στο πεδίο της διεπιστημονικότητας και της ιστορίας των ψυχαναλυτικών ιδεών στον τόπο μας, εγγράφονται πολλές από τις αναζητήσεις του Θανάση Τζαβάρα, που συναντούσαν κοινά ερωτήματά μας και ιδιαίτερες, στον καθένα, σκέψεις και προοπτικές.

Aναλογίζομαι, κατά πόσο μπορεί να υπάρξει κριτική επιστημονική σκέψη σήμερα, που να αγνοεί το ασυνείδητο στοιχείο της δραστηριότητας του σκέπτεσθαι; Αντιστοίχως διερωτώμαι, πώς μπορεί να υπάρξει ψυχανάλυση στον σύγχρονο κόσμο χωρίς «μετάβαση εις άλλο γένος», αν η ίδια απαρνηθεί τον ρηξικέλευθο και ανατρεπτικό σκληρό πυρήνα της ως ιδιαίτερη κλινικο-θεωρητική πρακτική; Ο συντηρητικός πραγματισμός των σημερινών κοινωνιών φαίνεται  να  απαιτεί την τροποποίηση των θεμελιακών αρχών και της ηθικής της ψυχανάλυσης, ώστε να κερδηθεί χρόνος, χρήμα και ψευδής θεραπευτική αποτελεσματικότητα. Συνεπικουρούντος δε, του περιρρέοντος επιστημονικού νεοθετικισμού, ο διεπιστημονικός διάλογος, με τη σειρά του, τείνει όλο και περισσότερο στην απαίτηση «μετρήσιμων» εγγυήσεων και εμπειρικών κριτηρίων αποτελεσματικότητας από την ψυχαναλυτική κλινική πρακτική. Ενώ η ουσία βρίσκεται στα  ζητήματα που θέτουν στην τυπική λογική ο τρόπος ύπαρξης και η εκτύλιξη των ασυνείδητων ψυχικών φαινομένων, η μέθοδος διερεύνησής τους και η ιδιάζουσα γνώση που προκύπτει.

Σε αυτό το εγκατεστημένο πλαίσιο, πώς νοείται αυτή καθαυτή η υποκειμενικότητα στις μοναδικότητες, στις καθολικότητες και στα ετερογενή οντολογικά πεδία, που συναπαρτίζουν την αινιγματική ολότητα του ανθρώπινου υποκειμένου: απορητική σύνθεση ενός κοινωνικού όντος, ενός σώματος, ενός λίγο-πολύ συνειδητού ψυχισμού και μιας ασυνείδητης ψυχής με δικές της εσωτερικές συγκρουσιακές αρχές και πραγματικότητα;

Στην ίδια αυτή προβληματική, πώς τίθεται για τους ψυχαναλυτές το ζήτημα της κοινωνικο-ιστορικής κατασκευής του ατόμου, που η ψυχανάλυση εν πολλοίς παραλείπει; Κατά πόσο η ψυχαναλυτική πρακτική θέτει εκτός πεδίου ή εντός παρενθέσεως  το κοινωνικό; Πώς γίνεται το πέρασμα από το ατομικό στο συλλογικό, αλλά και τι από το συλλογικό συναντάμε στο ατομικό; Πως τίθεται, εν τέλει, το ερώτημα της συνάρθρωσης του ψυχικού με το κοινωνικό, στον βαθμό που ψυχή και κοινωνία, μολονότι αδιαχώριστες, ανήκουν σε διαφορετικές οντολογικές κατηγορίες;

Ερωτήματα και απορίες που κατά καιρούς έλαβαν διαφορετικές απαντήσεις από την κληρονομημένη σκέψη, όπως και  μη απαντήσεις, μέσα από τον παραμερισμό τους ή μέσα από τη γνωστή στους παροικούντες τα πεδία του λόγου και της επιστήμης, ρητορική της παρασιώπησης. Σε κάθε περίπτωση, ψυχανάλυση εκτός ιδιαιτερότητας μεθόδου, θεωρίας και πρακτικής και εκτός  κοινωνικο-ιστορικού και πολιτισμικού πεδίου δεν μπορεί να υπάρξει, εφόσον η ίδια αποτελεί φαινόμενο που γεννιέται εντός και διά μιας δεδομένης κοινωνίας και μετέχει, κατά έναν τρόπο, στην ιστορία της και την ιστορία των επιστημών.

Η εισαγωγή των ψυχαναλυτικών ιδεών, θεσμών και πρακτικών στην Ελλάδα, εικονογραφεί με τον πιο παραστατικό τρόπο, την παραπάνω προβληματική. Αναδεικνύει μια ιδιαίτερη συνθήκη που συναντάται σε χώρες στην περιφέρεια της ψυχαναλυτικής γνώσης, χωρίς σημαντική ψυχαναλυτική παράδοση. Μία συνθήκη που ονομάζω μετεμφύτευση της ψυχανάλυσης σε άγονο έδαφος,[1] με αποτέλεσμα την αναστολή της κριτικής σκέψης, της μόνης ικανής να αμφισβητήσει τα θεσμικά και ψυχαναλυτικά δεδομένα αυτής ακριβώς της μετεμφύτευσης.

Πρόκειται για μετεμφύτευση χωρίς πρότερη σπορά και με αμφίβολη συγκομιδή, μετεμφύτευση που κατ’ αναλογίαν αφορά ουκ ολίγα επιστημονικά πεδία, κλάδους και πειθαρχίες στη χώρα μας. Μετεμφύτευση, που οι καρποί της αναπαράγονται στα νεοελληνικά φυτώρια ιδεών και πρακτικών, με  ορατό αποτέλεσμα την αναστολή της ανοικτής, αυτοστοχαστικής, δημιουργικής σκέψης, που μπορεί να αμφισβητήσει εγκαθιδρυμένες σημασίες και να θέσει σε διερώτηση τα ίδια της τα θεμέλια.

 

Το χρονικό μιας συνεχούς ασυνέχειας

Επισκεπτόμενος την Ακρόπολη, το 1904, ο Φρόυντ δεν κομίζει την «πανώλη» εις Αθήνας, όπως πέντε χρόνια αργότερα στο περίφημο ταξίδι του στην Αμερική.[2] Γνώριζε ότι ερχόταν σε μια χώρα ανοσοποιημένη στην ψυχανάλυση από κοινωνικές, οικονομικές, πολιτισμικές επιδημίες, από ταραχές και πολέμους που ενδημούσαν στα εδάφη της.

Η περίφημη διαταραχή της μνήμης του πάνω στην Ακρόπολη, όπως ο ίδιος την περιγράφει στο ομότιτλο κείμενό του[3] και τα ψυχικά βιώματα που ανακάλεσε, επέτρεψαν στον Φρόυντ να εμβαθύνει στην αυτοανάλυση του δικού του πατρικού συμπλέγματος, ουδόλως όμως επέτρεψε στους Έλληνες ν’ αποκτήσουν μιαν άμεση σχέση υιότητας με τον πατέρα-ιδρυτή της ψυχανάλυσης.

Η έλλειψη άμεσης φροϋδικής υιότητας διπλασιάστηκε από την απουσία μιας ελληνικής ψυχαναλυτικής αναφοράς, προσωποποιημένης ή  θεσμοποιημένης. Μέχρι τη δεκαετία του ’70 εγκαθίσταται μια μεγάλη περίοδος ασυνέχειας και ό,τι αφορά στη ψυχανάλυση αποτελεί επαναλαμβανόμενο φαινόμενο εισαγωγής-μετεμφύτευσης-διακοπής συνέχειας ενίοτε και παραμόρφωσης των ψυχαναλυτικών ιδεών και  πρακτικών.

Τα ιστορικά στοιχεία που συνελέγησαν με τη συμβολή του Θανάση Τζαβάρα, τις προσωπικές του δημοσιεύσεις και την επίβλεψη της διδακτορικής, ερευνητικής εργασίας της Λένας Ατζινά[4] –η μόνη μέχρι σήμερα συστηματική προσπάθεια συγγραφής της ιστορίας της ψυχανάλυσης στην Ελλάδα– διασαφηνίζουν ότι η εισαγωγή των ψυχαναλυτικών ιδεών στην Ελλάδα άρχισε τη δεκαετία του ’20.  Κυρίως στα λογοτεχνικά και στα προοδευτικά σοσιαλιστικο-μαρξιστικά παιδαγωγικά περιβάλλοντα, τα οποία εύκολα υιοθέτησαν μια ψυχοπαιδαγωγική αντίληψη αντλεριανής, κυρίως, προελεύσεως. Αυτό δεν εμπόδισε μετέπειτα τη σταλινική Αριστερά να αναπαραγάγει στον ελληνικό διανοητικό χώρο την καταδίκη της ψυχανάλυσης, με αναφορά, μάλιστα, στο περίφημο κείμενο της παρισινής Nouvelle Critique του ’49 που είχε υπογραφεί, κατ’ απαίτηση του εκεί Κομμουνιστικού Κόμματος, από γνωστούς γάλλους ψυχιάτρους και ψυχαναλυτές. Ακόμη, πρέπει να προσθέσουμε τις αντιστάσεις των παραδοσιακών ελληνικών οικογενειακών δομών, του ιατρικού όπως και του ψυχιατρικού κατεστημένου.

Η ψυχαναλυτική πρακτική εγκαινιάζεται από τον Αντρέα Εμπειρίκο, ψυχαναλυτή μη-γιατρό, ο οποίος, μαζί με τους ψυχιάτρους Γιώργο Ζαβιτζιάνο και Δημήτρη Κουρέτα, επιχειρούν τη δημιουργία μιας  πρώτης ελληνικής ψυχαναλυτικής ομάδας. Στη διάρκεια της εφήμερης ύπαρξής της (1946-1950), η ομάδα τους θα υποστηριχτεί ενεργητικά από τη Μαρία Βοναπάρτη και τον Έρνεστ Τζόουνς, η Άννα Φρόυντ θα προσκληθεί στην εναρκτήρια διάλεξη της ομάδας που γίνεται το 1949 μεγαλοπρεπώς, ενώ η χώρα βρίσκεται  εν μέσω εμφυλίου  πολέμου. Τελικά, η ομάδα τους αναγνωρίζεται ως study group της Διεθνούς Ψυχαναλυτικής Ένωσης (IPA) και διαλύεται ένα χρόνο αργότερα. Ο Γ. Ζαβιτζιάνος μεταναστεύει στην Αμερική, ο Α. Εμπειρίκος, υπό την πίεση του κοινωνικού και πολιτικού κατεστημένου της εποχής, παύει να ασκεί την ψυχανάλυση, η πριγκίπισσα εγκαταλείπει οριστικά την Ελλάδα και ο Δ. Κουρέτας προσπαθεί να συνεχίσει μόνος την άσκηση της ψυχανάλυσης.

Η πρώτη αυτή εφήμερη ψυχαναλυτική ομάδα δεν μπόρεσε να αποτελέσει καταγωγική αναφορά για τους έλληνες ψυχαναλυτές και οι επενέργειες αυτής της αποτυχίας είναι αισθητές ακόμη μέχρι σήμερα.

Μια μακρά περίοδος ασυνέχειας εγκαθίσταται, η θέση της ψυχανάλυσης μένει κενή περίπου για μια εικοσαετία, ενώ αρκετοί έλληνες ψυχαναλυτές διαμορφώνονται σε διάφορες, διαφορετικών τάσεων, ψυχαναλυτικές σχολές ανά τον κόσμο. Προοδευτικά, ορισμένοι εξ αυτών επιστρέφουν και το 1982 ένα νέο study group της IPA συγκροτείται, όχι χωρίς εξωτερικές δυσκολίες και εσωτερικές  διαμάχες. Όλοι όμως οι αναλυτές δεν προσχωρούν, είτε γιατί δεν ανταποκρίνονται, είτε γιατί αρνούνται να  ανταποκριθούν στα επιβαλλόμενα κριτήρια, εκ των οποίων το πλέον συζητήσιμο –από καθαρά ψυχαναλυτική άποψη– είναι η απαιτούμενη «συμπληρωματική» ανάλυση με έναν «διδάσκοντα» αναλυτή της IPA, σαν να μην υπήρχαν αναλυτικά κριτήρια αξιολόγησης και αναγνώρισης  της πρακτικής ενός αναλυτή.

Αυτά δηλώνουν  τα ιστορικά στοιχεία που διαθέτουμε.

Έκτοτε παρατηρείται στην Ελλάδα μια κατάσταση που συναντάται στην ιστορία πολλών χωρών στην περιφέρεια της  ψυχαναλυτικής γνώσης και  χωρίς σημαντική φροϋδική παράδοση. Πρόκειται για την εισαγωγή των διασπάσεων του διεθνούς ψυχαναλυτικού κινήματος, η οποία, ενισχυόμενη από την ταυτόχρονη μετεμφύτευση αντιστοίχων ψυχαναλυτικών θεσμών, οδηγεί τελικά στην άγονη και ανιστόρητη αναπαραγωγή, σε τοπικό επίπεδο, της διαμάχης μεταξύ σχολών και ορθοδοξιών. Ας σημειωθεί ότι την ίδια στρατηγική της μετεμφύτευσης ακολουθεί παράλληλα και η εισαγωγή του λακανισμού στην Ελλάδα, προσθέτοντας την επιπλέον διαμάχη μεταξύ λακανικών και μεταλακανικών ορθοδοξιών.

Η όλη αυτή κατάσταση, σε συσχέτιση με τον εξαιρετικά περιορισμένο αριθμό αναλυτών του αθηναϊκού ψυχαναλυτικού μικρόκοσμου των δεκαετιών ’80 και ’90, μπορεί να προκαλεί το μειδίαμα του ιστορικού, ουδόλως, όμως, του ψυχαναλυτή που εκ των έσω γνωρίζει το κρίσιμο ζήτημα της μετάδοσης της ψυχανάλυσης. Ας αφήσουμε όμως τους τωρινούς και μέλλοντες ιστορικούς στο έργο τους, για ν’ αναφερθούμε σε ορισμένα σημαντικά φαινόμενα και γεγονότα.

 

Η ανάγκη κατασκευής ενός κοινού παρελθόντος

Στην ίδια αυτή περίοδο εμφανίζεται, εντελώς συμπτωματικά, ένα ιδιαίτερο ενδιαφέρον για την ιστορία της ψυχανάλυσης στην Ελλάδα, που οδήγησε, με πρωτοβουλία του Θανάση Τζαβάρα και του πρόωρα χαμένου Φώτη Καλλία, στην έκδοση ενός συλλογικού τόμου με τον σημαίνοντα τίτλο: Ψυχανάλυση και Ελλάδα.[5] Η συγκομιδή ήταν  πλούσια και ένας σημαντικός αριθμός στοιχείων, πληροφοριών και απόψεων διατυπώθηκαν.

Επρόκειτο για μια συλλογική, ιστορικοποιούσα και ταυτίζουσα κατασκευή ενός παρελθόντος για την ψυχανάλυση στην Ελλάδα, εγγραφόμενη στον χρόνο της ιστορίας και συνάμα στην αχρονικότητα του μύθου και της φαντασίωσης. Στη συνεισφορά μου, στον σημαντικό αυτόν τόμο, είχα υποστηρίξει ότι η τάση επιστροφής στην ιστορία της ψυχανάλυσης στην Ελλάδα εκπλήρωνε, ακριβώς, τη λειτουργία κατασκευής ενός καταγωγικού, γενεαλογικού μύθου, ο οποίος θα ανελάμβανε να επικαιροποιήσει τον χρόνο της εγκαθίδρυσης, να δώσει την ψευδαίσθηση μιας επανάκτησης της πρωταρχικής νομιμότητας και εξουσίας και να στηρίξει την εγκατάσταση μιας νέας θεσμικής αρχής. Συνάμα, εξέφραζε την ανάγκη γραφής ενός οικογενειακού μυθιστορήματος των ελλήνων ψυχαναλυτών, στη χαρακτηριστική μάλιστα φροϋδική εκδοχή του, κατά την οποία ο συγγραφέας-ήρωάς του παραμερίζει τους «νόθους» αδελφούς αποδίδοντας στον εαυτό του τη νομιμότητα και την εξουσία που αυτή ενέχει.

Αλλά σε ποια αρχή θα γινόταν η μυθική ανάπλευση και η επιδιωκόμενη αναβάπτιση; Στις απαρχές υπάρχει κενό και η πρώτη εφήμερη ψυχαναλυτική ομάδα δεν συνιστά ψυχαναλυτική καταγωγή. Η προβολή της εικόνας του «πρώτου» έλληνα ψυχαναλυτή στην αινιγματική και γοητευτική φιγούρα του Ανδρέα Εμπειρίκου, που εν μέρει επεχείρησε ο Θανάσης Τζαβάρας,[6] εξίσου αδυνατεί να αποτελέσει καταγωγική αρχή. Αν ορισμένα στοιχεία της εικόνας του Εμπειρίκου –υπερρεαλιστή ποιητή, φίλου του Αντρέ Μπρετόν, διανοούμενου, αμφισβητία των αξιών της εποχής του, ψυχαναλυτή μη γιατρού, που επιστρέφει στην Ελλάδα έχοντας θητεύσει στους παρισινούς σουρεαλιστικούς και ψυχαναλυτικούς κύκλους της εποχής– προσφέρονται σε όψιμες ταυτίσεις. Ο Αντρέας Εμπειρίκος ωστόσο, δεν αφήνει έντονα και σαφή ψυχαναλυτικά ίχνη στο διάβα του, παραμένει, πάνω από όλα, συγγραφέας και ποιητής. Αυτήν την έλλειψη ελληνικής φροϋδικής παράδοσης και ταυτότητας θα ερχόταν ακριβώς να καλύψει ο καταγωγικός μύθος και η ανακατασκευή ενός κοινού παρελθόντος.

Ήταν η οπτική της επικαιρότητας του ’84 που με οδηγούσε σ’ αυτή την ερμηνεία της συλλογικής επιστροφής στο παρελθόν και της προσπάθειας κατασκευής-ανακατασκευής του. Βρισκόμαστε τότε, και λίγο ως πολύ ακόμη παραμένουμε, στο στάδιο μιας θεσμοποίησης χωρίς δημιουργικότητα, μιας αμυντικής υπερτροφίας του θεσμικού σε βάρος του αναλυτικού και μιας αδυναμίας να γίνει αντικείμενο σκέψης η αντιθετική συνάρθρωση των δύο αυτών στοιχείων.

Παρά την οντολογική τους διαφορά και την αδυνατότητα αναγωγής του ενός στο άλλο, το θεσμικό συναντά υποχρεωτικά το αναλυτικό, δημιουργώντας το αναγκαίο πλέγμα σχέσεων εντός του οποίου οι ψυχαναλυτές συνυπάρχουν και συνδιαλέγονται. Η σύζευξη όμως αναλυτικού-θεσμικού, στην αρνητική της εκδοχή, εκφράζεται με την εγκαθίδρυση ομάδων και εταιρειών, κλειστών προς τα έξω και εστραμμένων στις εσωτερικές τους διαμάχες, χωρίς διάθεση συνεργασιών και ανταλλαγών. Πρόκειται για καταστάσεις ηυξημένης ενδογαμίας, πολλαπλών άλυτων ή ανεπεξέργαστων μεταβιβάσεων, πρόκειται για φαινόμενα  αμυντικής άρνησης αναγνώρισης του άλλου, που, σίγουρα, δεν αποτελούν ελληνική ιδιαιτερότητα ούτε φαινόμενα άγνωστα σε άλλους επιστημονικούς κλάδους, θέτουν ωστόσο κρίσιμα ερωτήματα για το μέλλον της ψυχανάλυσης στην Ελλάδα.

 

Η ψυχανάλυση δεν μετεμφυτεύεται αλλά μεταδίδεται

Η άκριτη και ανιστόρητη μετεμφύτευση των ψυχαναλυτικών θεσμών ποτέ δεν οδηγεί σε ουσιαστική εμφύτευση της ψυχανάλυσης και οδηγούμεθα, παντού και πάντα, στα ίδια γνωστά σχήματα που προαναφέρθηκαν. Κλειστές γραφειοκρατικές εταιρείες αναπαραγωγής αναλυτών, στο όνομα μιας τυπολατρικής και κατ’ ουσίαν ανύπαρκτης φροϋδικής ορθοδοξίας, είτε αντιστοίχως μικρές φανατισμένες  ομαδοποιήσεις και μετατροπή της θεωρίας σε δόγμα στο όνομα ενός μεγάλου Mαιτρ, αλλά και προς δόξαν εντοπίων μικρών μαιτρ, οι οποίοι αδιαλείπτως άδοντες το έπος του Κυρίου αποβλέπουν –όπως ιστορικά πλέον παρατηρείται σε πολλές χώρες– σε δανεικό κύρος και εξουσία.

Η ψυχανάλυση, όμως, δεν μετεμφυτεύεται αλλά μεταδίδεται με τρόπο, κάθε φορά, μοναδικό ως εκ νέου ανακάλυψη της φροϋδικής εμπειρίας. Η μετάδοση της ψυχανάλυσης, θα πω βραχυλογώντας, επιτελείται μέσω ενός δρώντος λόγου σε πεδίο μεταβίβασης,  ενώ στους τρόπους μετάδοσης της ψυχανάλυσης και στους ψυχαναλυτικούς θεσμούς που την υποβαστάζουν, εμπεριέχονται, εν σπέρματι, και οι δυνατότητες καταστροφής της. Πρόκειται για την εσωτερική αντίφαση και τη δομική αντινομία που συνιστά η μετάδοση μιας ανατρεπτικής αλήθειας, μέσω ενός λειτουργικού συστήματος με διαμορφωτικό και εκπαιδευτικό σκοπό, αναπόδραστα εγγεγραμμένου στις αξίες του κοινωνικο-ιστορικού κόσμου που το περιβάλλει. Ωστόσο, θα αποτελούσε ουτοπία η ιδέα της διατήρησης της ψυχανάλυσης χωρίς την ύπαρξη του ψυχαναλυτικού θεσμού. Αυτή τη θεμελιακή αντίφαση οφείλουμε να την επωμισθούμε.

Γιατί, όμως, να κυριαρχούν κατ’ επανάληψη αμυντικές, ατομικές και συλλογικές επιλογές στη μετάδοση της ψυχανάλυσης σε  ακαλλιέργητο έδαφος;

Αν αληθεύει ότι ο επαναπατρισμός του αναλυτή συμπυκνώνει την προβληματική απομάκρυνσης-επιστροφής στον γενέθλιο τόπο, όπου ο Οιδίπους με τον Οδυσσέα συναντώνται, τότε μπορούμε εξίσου να υποθέσουμε ότι σ’ αυτήν τη σημαίνουσα συνθήκη ενεργοποιείται το υπόλοιπο της ψυχανάλυσης του επιστρέφοντος στα πατρώα εδάφη αναλυτή. Αυτό ακριβώς το υπόλοιπο, αναμεμειγμένο με φαντασιώσεις ψυχαναλυτικής  γενεαλογίας, πατρότητας και υιότητας, αν μείνει εκτός ανάλυσης κινδυνεύει να ενσωματωθεί στην κοινωνική θεσμική σκευή της ψυχανάλυσης. Έτσι, στις περισσότερες περιπτώσεις παρατηρείται  οι αναλυτές της διασποράς, επιστρέφοντας στη χώρα τους, να νιώθουν υποχρεωμένοι να ιδρύσουν ένα θεσμό ομόλογο με τον θεσμό που ανήκει ο πρώην αναλυτής τους, κατά το πρότυπο των πολυεθνικών επιχειρήσεων και των θυγατρικών –γιατί όχι και υιικών– εταιρειών, που ανθούν, κατά προτίμηση, στις χώρες της περιφέρειας. Μήπως όμως αυτό δεν χαρακτηρίζει και πολλούς άλλους τομείς εισαγωγής ιδεών στον τόπο μας;

 

Με τον άλλον και τους άλλους

Η ανθρώπινη συνθήκη καθορίζεται από τον σχεσιακό χαρακτήρα της, αυτόν που καθιστά δυνατή την ψυχαναλυτική θεραπεία, αυτόν που υποβαστάζει το δι-αναλυτικό και το διεπιστημονικό πεδίο.

Η σχέση τού χωρίς λόγο ακόμη παιδιού με τον κόσμο περνά μέσα από τη σχέση με τον μητρικό άλλο –που ορθογραφώ με μικρό άλφα– και από τη σχέση που αυτός ο άλλος διατηρεί με τον κόσμο. Ερχόμενο το παιδί στον κόσμο δεν συναντά απευθείας το Πραγματικό του Λακάν αλλά μια ανθρώπινη πραγματικότητα, ήδη διαμορφωμένη και ερμηνευμένη από την ψυχική δραστηριότητα της μητέρας. Η φέρουσα-τον-λόγο μητέρα, μαζί με τον λόγο και τον μαστό φέρει, μεταφέρει και μεταδίδει χιλιετίες ανθρώπινης κοινωνικο-ιστορικής εξέλιξης. Η Kultur, η κοινωνία, η ιστορία δεν αποτελούν εμπειρικό, ρεαλιστικό, εξωτερικό πλαίσιο μιας διαλεκτικής υποκειμένου-Μεγάλου Άλλου, που εξελίσσεται σε κάποια υπερβατική διάσταση· αντιθέτως, συμμετέχουν ενεργά προσφέροντας στο Εγώ, αντικείμενα, παραστάσεις, σημασίες, με τα οποία μπορεί να παραστήσει τον Κόσμο και τον κόσμο του.

Η μετάβαση από το προσωπικό και ιδιαίτερο στο κοινό και στο κοινωνίσιμο, απαιτεί τη διαρκή διαπραγμάτευση με την πραγματικότητα και επαναθέτει, σε σχέση με τη γλώσσα και την παράσταση, το ερώτημα σε τι, πέραν αυτών, αναφέρονται. Αν αποκλείσουμε την όποια μεταφυσική υπερβατικότητα δεν μπορεί παρά να αναφέρονται στην πραγματικότητα που μοιραζόμαστε και που είναι κοινωνικά θεσμισμένη.

Ο Φρόυντ ήταν εξαιρετικά σαφής και θαρραλέος, όταν έγραφε στην Επιτομή της ψυχανάλυσης ότι η πραγματικότητα θα παραμένει για πάντα κάτι που δεν μπορούμε να γνωρίσουμε. Ο μη καθορισμός αυτού-που-είναι σε όλα τα πεδία του επιστητού δεν είναι απλή ακαθοριστία, με τη στερητική και τετριμμένη έννοια, είναι ποίηση, συνεχής αλλοίωση, δημιουργία και καταστροφή, ανάδυση άλλων νέων καθορισμών.

Υπάρχει πάντα ένα υπόλοιπο ανάλυσης, ακοής, κατανόησης, όπως και ένα  άγνωστο και  μη καθορίσιμο, στο οποίο μας οδηγεί ο φροϋδικός «ομφαλός του ονείρου» και μας υπενθυμίζει, στην άλλη άκρη της αλύσου, η πραγματικότητα που, ενώ υποχρεωτικά την μοιραζόμαστε και επενδύουμε σ’ αυτήν, ποτέ δεν την κατέχουμε πλήρως.  Εξ αιτίας αυτού, ο αναλυτής απευθύνεται στους ομοίους του, μολονότι δεν αγνοεί ότι, μόνο, μόνος του μπορεί να το επωμισθεί στη ριζική μοναξιά της θέσης του αναλυτή.

Σε τελευταία ανάλυση, γιατί οι ψυχαναλυτές επιμένουν να συνενώνονται σε εταιρείες, ομάδες, ομίλους; Γιατί οργανώνουν συνέδρια, ημερίδες, σεμινάρια, συγκεντρώσεις εργασίας; Γιατί γράφουν βιβλία, γιατί δημοσιεύουν, γιατί δημιουργούν περιοδικά, γιατί φτιάξαμε τρεις ψυχαναλυτές, με τον Θανάση Τζαβάρα τέσσερις, το  Εκ των υστέρων;

Οι σχέσεις μεταξύ ψυχαναλυτών, όπως και μεταξύ των ψυχαναλυτών και άλλων επιστημόνων συνομιλητών τους, επηρεάζονται βαθύτατα και από στοιχεία που αφορούν την ατομική και συλλογική διαχείριση του αγνώστου και μη καθορίσιμου, του μερικού και του ανολοκλήρωτου. Στον βαθμό δε που η ψυχανάλυση απειλεί κάθε θέση απατηλής παντοδυναμίας, αυτά τα στοιχεία μπορούν να αποτελέσουν, ακόμη και για τον ψυχαναλυτή, αφετηρία μιας ασυνείδητης αρνητικής μεταβίβασης μίσους στην ψυχανάλυση που συνήθως περνά απαρατήρητη.

Εξηγούμαι. Η άσκηση της ψυχανάλυσης θέτει τον ψυχαναλυτή αντιμέτωπο με μια εργασία πένθους κάθε τάσης ισομορφισμού θεωρίας και πρακτικής. Ο ψυχαναλυτής ακροβατεί ανάμεσα στην καθολικότητα της μεταψυχολογικής γνώσης και τη μοναδικότητα της υποκειμενικής αλήθειας του ατόμου που βρίσκεται στο ντιβάνι. Η βασική αμφιβολία, σε αντίθεση με την παρανοϊκή βεβαιότητα, το ανολοκλήρωτο, το μερικό σε αντιδιαστολή με τη σφαιρικότητα του ολικού, αποτελούν συστατικά στοιχεία της καθημερινής άσκησης του επαγγέλματος.

Στοιχεία που επιτρέπουν να κατανοήσουμε την τάση  αποβολής του άγνωστου και την προβολή του στον «άλλο αναλυτή» ή σε μια άλλη ομάδα αναλυτών, με πρόσκαιρο αποτέλεσμα –ακόμη κι αν αυτό κρατήσει χρόνια– τη δημιουργία, ακριβέστερα το «μπετονάρισμα» μιας νέας ομαδοποίησης στο όνομα μιας εξιδανικευμένης θεωρίας ή ενός θεσμικού δόγματος.

 

Επιστρέφοντας στα αρχικά ερωτήματα

Στα πολιτισμένα περιβάλλοντα σήμερα, η πολεμική καταγγέλλεται σαν ανυπόφορη βία, ενώ, ταυτόχρονα, η εμπεριστατωμένη κριτική αντιπαράθεση θεωριών και πρακτικών συστηματικά αποφεύγεται. Ίσως αυτό το παράδοξο να αποτελεί σημάδι κόπωσης και σκλήρυνσης, ίσως είναι δείγμα γενικότερου κοινωνικού κομφορμισμού, ίσως, ακόμη, σχετίζεται με μια υποβόσκουσα, ασυνείδητη προβληματική μίσους για τον εαυτό μας και τους άλλους .

Το κλείσιμο στη μονάδα είναι άρνηση στην εκτύλιξη της ετερότητας των μορφών του σκεπτού. Η διατήρηση της πρωταρχικής, χαμένης για πάντα, βεβαιότητας, ο αποκλεισμός της βασικής αμφιβολίας, η παραίτηση από το σκέπτεσθαι τη σκέψη του άλλου, πραγματώνουν καταστροφικά την τάση αλλοτρίωσης που ενυπάρχει στην ίδια τη δραστηριότητα της σκέψης.

Η εγγενής τάση ναρκισσιστικού κλεισίματος των ατόμων ενδέχεται να συμπέσει πλήρως με την ανάγκη μιας κοινωνίας να «κλειστεί», να σκληρύνει τις αξίες, τους κανόνες, τις νόρμες και τις πεποιθήσεις της στο πλαίσιο μιας γενικευμένης αμυντικής, νοσηρής αυτο-επικύρωσης. Οι συζεύξεις αυτές καθιστούν εξαιρετικά δύσκολο τον στοιχειώδη εσωτερικό διχασμό, που θα οδηγούσε σε κάποιου είδους συνειδητοποίηση και σε μερική, έστω, αποστασιοποίηση.

Μπορεί άραγε το άνοιγμα σε ό,τι διακυβεύεται για την ψυχανάλυση, στην όψιμη μετεμφύτευσή της στα άνυδρα χερσοτόπια της εγχώριας παράδοσης ν’ αποτελέσει πεδίο σκέψης και ανταλλαγών; Η «περίπτωση» της ψυχανάλυσης αντιπροσωπεύει, αδιαμφισβήτητα, πολλές άλλες περιπτώσεις εισαγωγής ιδεών και πρακτικών στο κοινωνικο-ιστορικό ελληνικό μόρφωμα. Κατά πόσον η δυσκολία της ατομικής και συλλογικής διαχείρισης του αγνώστου και μη καθορίσιμου που εισάγει η ψυχαναλυτική θεωρία και πρακτική, απειλώντας κάθε θέση απατηλής παντοδυναμίας, μπορεί να δημιουργήσει γέφυρα επικοινωνίας και διαλόγου; Σ’ έναν τόπο, σ’ έναν δημόσιο λόγο και διάλογο, από τους οποίους ποτέ δεν έλειψαν οι βεβαιότητες, ενώ πάντα περίσσευε η διάψευση και η διαρκής παλινόρθωσή τους υπό άλλο μανδύα, με άλλη κάθε φορά μορφή· επαναληπτικά, αδυσώπητα.

 

 

Ο Γεράσιμος Στεφανάτος είναι ψυχίατρος, ψυχαναλυτής, μέλος της Γαλλικής Ψυχαναλυτικής Εταιρείας Quatrième Groupe O.P.L.F.

 

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

  1. Η ιδιαίτερη αυτή συνθήκη που περιγράφω, αποτέλεσε αντικείμενο προφορικής παρέμβασης και συζήτησης στο Εργαστήριο Απολλωνίας Σίφνου με θέμα: «Κριτική δημοσιότητα στη σύγχρονη Ελλάδα», Τοπικά ιε΄, 30 Αυγ. – 1 Σεπτ. 2102
  2. Αναφέρομαι στη φράση του Φρόυντ: «Δεν ξέρουν ότι τους φέρνω την πανώλη», που απευθύνει στον Γιουνγκ και στον Φερέντσι τον Αύγουστο του 1909, στο κατάστρωμα του υπερωκεανείου που τους οδηγούσε στην Αμερική για μια σειρά διαλέξεων του Φρόυντ
  3. Βλ. Σ. Φρόυντ, «Γράμμα στον Ρομαίν Ρολλάν. Μια διαταραχή στη μνήμη πάνω στην Ακρόπολη» [1936], μτφρ. Αλεξάνδρα Βουδούρη, Εκ των Υστέρων 16 (2008)
  4. Βλ. Λ. Ατζινά, Η μακρά εισαγωγή της ψυχανάλυσης στην Ελλάδα, πρόλογος Θ. Τζαβάρα, Τρίαψις λόγος / Εξάντας, Αθήνα 2004
  5. Θ. Τζαβάρας (επιμ.), Ψυχανάλυση και Ελλάδα. Στοιχεία, θέσεις, ερωτήματα, Εταιρεία Σπουδών Νεοελληνικού Πολιτισμού και Γενικής Παιδείας, Αθήνα 1984
  6. Θ. Τζαβάρας, «Ο Ανδρέας Εμπειρίκος και η ψυχανάλυση», Δελτίο της Εταιρείας Σπουδών Νεοελληνικού Πολιτισμού και Γενικής Παιδείας 5 (1981), σ. 80-88
Tags  

ΕΙΔΟΠΟΙΗΣΕΙΣ

Εισάγετε το email σας για να ενημερώνεστε για τα νέα άρθρα