ΝΑ ΟΙΚΕΙΟΠΟΙΗΘΟΥΜΕ ΤΟ ΑΙΤΗΜΑ ΤΩΝ ΑΝΘΡΩΠΩΝ ΓΙΑ ΑΣΦΑΛΕΙΑ: ΣΚΕΨΕΙΣ ΜΕ ΑΦΟΡΜΗ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ ΤΟΥ Α. ΣΤΥΛΙΑΝΟΥ, Ο ΣΠΙΝΟΖΑ ΚΑΙ Η ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ

Δημήτρης Χριστόπουλος

τχ. 137

 

Το όμορφο αυτό βιβλίο μας δίνει, ανάμεσα σε άλλα, την αφορμή να σκεφτούμε την έννοια της ασφάλειας μέσω της δημοκρατίας. Η μαεστρία του συγγραφέα να διηγείται όμορφα τη φιλοσοφία και να κάνει τα σύνθετα κατανοητά, διατηρώντας τις αποχρώσεις τους, είναι μια αρετή κρίσιμη ώστε η θεωρία να εκβάλει στην πολιτική πρακτική. Όπως λέει ο Σπινόζα στο δεύτερο αξίωμα του δευτέρου μέρους της Ηθικής του, ο άνθρωπος σκέφτεται. Το βιβλίο αυτό λοιπόν αποτελεί μια επίρρωση του ότι ο άνθρωπος σκέφτεται και μπορεί να βάλει και τους άλλους ανθρώπους να σκεφτούν εξαιτίας του και μαζί του. Κάπως έτσι λοιπόν, με τα εκλαϊκευμένα από τον Στυλιανού θεωρήματα του Σπινόζα, θα σκεφτούμε την ασφάλεια.

Πριν απ’ όλα, από τον Σπινόζα μαθαίνει κανείς πως μεταξύ της καλής προαίρεσης του φιλελεύθερου ιδεαλισμού στην οργάνωση του κράτους και στις διεθνείς σχέσεις και του κυνικού ρεαλισμού της θεωρίας της ισχύος ή της απόφασης, υπάρχει ένας κρίσιμος ζωτικός χώρος που αξίζει πάντα να σκεφτόμαστε, να διεκδικούμε και να τροφοδοτούμε. Ένας χώρος που μπορεί να προσδοκά δικαιοσύνη χωρίς να είναι wishful thinking, που μπορεί να αξιώνει έλλογες διευθετήσεις στην κοινωνία, γνωρίζοντας, συνάμα, το ότι η αξίωση αυτή μπορεί να σκοντάψει στους συσχετισμούς της δύναμης και πως αυτοί οι τελευταίοι παράγουν βία. Αυτό είναι το μείζον επίδικο: ένας καλώς νοούμενος ρεαλισμός που κρατά τις αποστάσεις του από τον κυνισμό και την αφέλεια. Γι’ αυτό, νομίζω, ότι η κληρονομιά του Σπινόζα είναι μοναδική. Τέλος, για τον ίδιο λόγο, προσωπικά νιώθω μια αμηχανία τόσο ενώπιον των νεοκαντιανών αναζητήσεων με αφετηρία το έργο του Τζ. Ρωλς, όσο και ενώπιον της σαγήνης που ασκεί στους όψιμους υπερασπιστές του το έργο του Κ. Σμίτ. Η κρίσιμη αυτή ισορροπία υπηρετείται υποδειγματικά από το υπό συζήτηση βιβλίο.

 

Γιατί λοιπόν η ασφάλεια;

Γράφει ο Σπινόζα:

Η αρετή του κράτους είναι η ασφάλεια […] Όταν λέω πως το καλύτερο κράτος είναι εκείνο στο οποίο οι άνθρωποι περνούν τη ζωή τους με ομόνοια, εννοώ μια ζωή ανθρώπινη, εκείνη που ορίζεται όχι μόνον από την κυκλοφορία του αίματος και από άλλες λετουργίες που είναι κοινές σε όλα τα ζώα, αλλά προπαντός από τον ορθό λόγο και από την αυθεντική ψυχική αρετή και ζωή. (σ. 27).

Να προτρέξουμε στα συμπεράσματα: ασφάλεια δεν μπορεί να υπάρχει, αν κάνεις τον βίο των ανθρώπων αβίωτο. Ακόμη κι αν πρόσκαιρα την κερδίσεις, ο «αβίωτος βίος» είναι μεσο-μακροπρόθεσμα συνταγή βέβαιης ανασφάλειας. Έχει «κοντά ποδάρια», που λέει κι ο κόσμος, καθώς, όσο ζει ο άνθρωπος θα παλεύει να βελτιώσει τη ζωή του. Κι είναι πιο σώφρον να μην παλεύει ενάντιά σου, επειδή σε θεωρεί υπαίτιο που του έκανες τη ζωή δύσκολη. Ασφάλεια μπορεί να υπάρχει αν οι άνθρωποι διάγουν μια σχετικά αξιοπρεπή ζωή. Όμως και τότε πάλι, δεν είναι δεδομένη καθώς όλα μπορούν να συμβούν: τα θύματα των τρομοκρατικών επιθέσεων στη Νέα Υόρκη, στο Παρίσι και αλλού φυσικά δεν είναι υπαίτια των αδικιών που η Δύση έχει επιτρέψει ή επιβάλλει στη Μέση Ανατολή και αλλού. Επομένως, αν κάτι είναι βέβαιο αυτό είναι η αβεβαιότητα των καιρών μας. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι πρέπει να προκαλούμε την τύχη μας. Η αβεβαιότητα αυτή θέλει σύνεση. Σύνεση όμως δεν σημαίνει αποκλειστικά να ακολουθούμε την πεπατημένη, από τον φόβο των χειρότερων δεινών. Η σύνεση μπορεί να σημαίνει και τομές, αν η πεπατημένη είναι ποτισμένη από τη μέθη εκτός ελέγχου εξουσιών. Σύνεση είναι το να δρα κανείς με τέτοιο τρόπο ώστε να αποφεύγει δυσάρεστες καταστάσεις. Ριζοσπαστισμός είναι ένα σύστημα αξιών που εστιάζει στην ανατροπή. Εκ πρώτης όψεως, η σύνεση και ο ριζοσπαστισμός δύσκολα συνυπάρχουν. Ο ριζοσπαστισμός, από τη φύση του, έχει ένα στοιχείο γενναιότητας και ανάληψης του κινδύνου που δεν απαντάται στις «συνετές» λύσεις. Κι όμως, όταν οι «ρεαλιστικές» λύσεις που διαιωνίζουν άδικους συσχετισμούς ισχύος, οδηγούν τις κοινωνίες στην απόγνωση, τότε το περιεχόμενο της σύνεσης αποκτά ριζοσπαστικά χαρακτηριστικά.

Η κρίσιμη διάκριση του Σπινόζα μεταξύ «ισχύος» (potestas) και «δύναμης» (potentia) είναι εδώ εξόχως κατατοπιστική: η δύναμη αποτελεί πραγματικό μέγεθος που έχει οντολογικό αντίκρισμα, καθώς αφορά την εσωτερική, εγγενή αρετή και ικανότητα ενός πράγματος. Η ισχύς, αντίθετα, παρότι έχει επίσης μια υλική πραγματικότητα, δεν στηρίζεται σε στέρεη οντολογική βάση, καίτοι συνδέεται με εξωτερικά πλην όμως ευμετάβλητα χαρακτηριστικά. Έτσι λοιπόν καταλήγουμε σε μια κατάσταση όπου «το κράτος [αποδεικνύεται] παράλογο και τυρρανικό [ούτως ώστε αργά ή γρήγορα] θα αποδεχθεί τις συνέπειες της αφροσύνης του», που μας λέει ο Σπινόζα (σ. 55). Κάπως έτσι βυθιζόμαστε σε ένα σπιράλ αστάθειας και βίας που πολύ μας θυμίζει αυτό που συμβαίνει σήμερα στην ανθρωπότητα.

Γράφει σε άλλη δουλειά του ο Στυλιανού:

Η δύναμη, όταν είναι όντως δύναμη, είναι δυνατή· η ισχύς είναι κατά βάθος αδύναμη και εύθραυστη. Έτσι, ένα τυραννικό και καταπιεστικό καθεστώς μπορεί να παρουσιάζεται ως ισχυρό, αλλά στην πραγματικότητα είναι αδύναμο και ασταθές. Γι’ αυτό και το αληθινά δυνατό κράτος είναι εκείνο που παραχωρεί στους πολίτες του όσο το δυνατόν ευρύτερη ελευθερία γνώμης και έκφρασης.[1]

Κάπως έτσι λοιπόν τοποθετούμε την έννοια της ασφάλειας στο κέντρο του προβληματισμού και της έρευνας ανάμεσα στη νομική και την πολιτική θεωρία. Ειδικότερα, η ενασχόληση με την ασφάλεια στο πλαίσιο της νομικής θεωρίας, του ποινικού και δημοσίου δικαίου, έχει ως αφετηρία τον προβληματισμό αναφορικά με τα όρια μεταξύ ασφάλειας και ελευθερίας.[2] Εν γένει λοιπόν, θεωρούμε πως η ασφάλεια είναι η κατάσταση της ελευθερίας. Ωστόσο, στα δύσκολα δοκιμαζόμαστε: όχι στις συναινέσεις, αλλά στις αναμετρήσεις.[3] Η ασφάλεια λοιπόν, ως η κατάσταση της ελευθερίας είναι η αναγκαία στέρεα βάση της συζήτησης. Ενίοτε όμως αυτή η βάση δεν είναι αρκετή για να δώσει τις απαραίτητες απαντήσεις σε οριακές καταστάσεις υπαρκτών διλημμάτων μεταξύ ασφάλειας και ελευθερίας, όπως θα εξηγήσουμε παρακάτω. Πάντως, αν αυτή η βάση ξεχαστεί, τότε συνολικά η «ασφάλεια» ως έννοια εκτροχιάζεται σε τρομακτικές ατραπούς.

Μπορούμε λοιπόν για οικονομία του χρόνου να συμφωνήσουμε πως στη νομική και πολιτική θεωρία της ύστερης νεωτερικότητας, η «ασφάλεια» δύναται να εννοιολογηθεί ως η ελευθερία από απειλές που θέτουν εν κινδύνω την επιβίωση, τη συνοχή της πολιτικής κοινότητας και των δικαιωμάτων εκάστου των μελών της.

Σε πρόσφατο βιβλίο του, ο Φρεντερίκ Γκρο (Frédéric Gros) γράφει:

Διερευνώ τέσσερις κύριες διαστάσεις της αρχής της ασφάλειας. Η ασφάλεια ως γαλήνη, ψυχική σταθερότητα, πνευματική ηρεμία […]. Η ασφάλεια ως απουσία κινδύνων, ως εξάλειψη των απειλών […]. Η ασφάλεια ως σύνολο κρατικών εγγυήσεων […] μέσα από τα ιδρυτικά κείμενα της πολιτικής σκέψης (Χομπς, Λοκ, Ρουσσώ). Ο τελευταίος νοηματικός άξονας ως ελέγχου των ροών (sic) είναι περισσότερο ασαφής.[4]

Σε αυτήν την ενσυνείδητη «ασάφεια« εναντιώνεται η πολιτική θεωρία του Σπινόζα.

 

Για μια σπινοζική ανάγνωση της ασφάλειας

Η ασφάλεια είναι λοιπόν βασική προϋπόθεση του ευ ζην, τόσο σε ατομικό όσο και σε κοινοτικό επίπεδο. Χωρίς μια στοιχειώδη αίσθηση ασφάλειας, δεν νοείται ανθρώπινη κοινότητα, διότι ακυρώνονται οι σχέσεις μεταξύ των προσώπων. Χωρίς ασφάλεια, δεν νοείται ουσιαστική ύπαρξη και αποτελεσματική άσκηση δικαιωμάτων από ανθρώπους. Ο άνθρωπος, που είτε κινδυνεύει, είτε νομίζει ότι κινδυνεύει, περιορίζει εξ ορισμού και τον χώρο άσκησης της ελευθερίας του, υπό την προφανή έννοια ότι δεσμεύει τις επιλογές του, αλλά φυσικά και τον χώρο άσκησης της ελευθερίας των άλλων καθώς αυτοί εκλαμβάνονται ως a priori απειλές. Περαιτέρω, στη διάσταση αυτή η ίδια η αρχή του κράτους δικαίου-κράτους κανόνων και όχι αποφάσεων είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με την ιδέα της ασφάλειας δικαίου, δηλαδή με τη μόνιμη ανάγκη για προβλεψιμότητα  των έννομων επιπτώσεων των πράξεων και των παραλείψεων των ανθρώπων. Είμαστε ασφαλείς όταν ξέρουμε τι πρόκειται να μας συμβεί εάν κάνουμε ή δεν κάνουμε κάτι. Αν είμαστε ανασφαλείς, ο καταστατικός στόχος ύπαρξης της πολιτείας αποτυγχάνει.

Ωστόσο, στα χρόνια μας, παρατηρούμε μια εννοιολογική ολίσθηση στο όνομα κυρίως του αγώνα ενάντα στην τρομοκρατία και της αντιμετώπισης της μετανάστευσης: η αυτονόητη εκδοχή της έννοιας της ασφάλειας εκφυλίζεται και αδρανοποιείται, χαρίζοντας τη θέση της σε μια γενικόλογη αφαίρεση ασφάλειας ποινικού τιμωρητικού χαρακτήρα. Θα ονομάζαμε αυτήν την ασφάλεια «πηλίκιο» ή «ασφάλεια Χομπς» Η παγίωση του καθεστώτος έκτακτης ανάγκης στο όνομα της αναγκαίας αντιμετώπισης της τρομοκρατίας, μια πρακτική με την οποία εξοικειωθήκαμε όσο τα τρομοκρατικά χτυπήματα στη Δύση γίνονται ρουτίνα μετά την 11η Σεπτεμβρίου, είναι το κατεξοχήν σύμπτωμα αυτής της μετάβασης.

Περαιτέρω, η αντιμετώπιση της μετανάστευσης με όρους άμυνας που παραπέμπουν σε υπηρεσίες δίωξης, είναι το έτερον σύμπτωμα, το οποίο εδραιώνεται από τον φόβο των ροών, καθώς ο βίος στα κράτη αποστολής μεταναστών και προσφύγων είναι αβίωτος. Ναι, η Ευρώπη δεν είναι στα καλύτερά της, αλλά είναι ασύγκριτα καλύτερα από τους νότιους και ανατολικούς της γείτονες. Για τον λόγο αυτό, είτε μας αρέσει είτε όχι, πρόσφυγες και μετανάστες θα συνεχίζουν να έρχονται και καλό είναι οι ευρωπαϊκές ελίτ να εξοικειώσουν τους Ευρωπαίους με αυτό, παρά να τους ποτίζουν τοξικά παραμύθια περί σφραγίσματος των δρόμων προς τη Γηραιά Ήπειρο.

Η αντιμετώπιση της μετανάστευσης με όρους άμυνας και αποτροπής –πρόσφατο παράδειγμα η διαβόητη συμφωνία ΕΕ-Τουρκίας– ενισχύει την ανασφάλεια δικαίου, τοποθετώντας κρίσιμα πληθυσμιακά μεγέθη σε ένα μόνιμο καθεστώς ομηρίας και ατελέσφορης μετάβασης από τη νομιμότητα στην παρανομία. Οι άνθρωποι παρανομούν, διότι αδυνατούν να είναι νόμιμοι ώστε να επιτελούν τις στοιχειώδεις κοινωνικές λειτουργίες. Οι διακινητές βρίσκουν δουλειά, επειδή τα κράτη φράζουν τους νόμιμους και ασφαλείς τρόπους εισόδου στις επικράτειές τους. Έτσι, οι άνθρωποι εκτίθενται σε δίκτυα οργανωμένου εγκλήματος ή απλώς παρανομούν κατά συνθήκη. Και φυσικά αυτό δεν αφορά μόνο τους μετανάστες αλλά ένα ολόκληρο δίκτυο βιοτικών και οικονομικών σχέσεων που δομείται γύρω από αυτούς, περιλαμβάνοντας αδιακρίτως μετανάστες και γηγενείς. Η διαρκής λοιπόν αναζήτηση της ασφάλειας με όρους τιμωρίας και δίωξης ενισχύει την ανασφάλεια:

α) σε επίπεδο πραγματικής διακινδύνευσης, εφόσον το καθεστώς παρανομίας εκτρέφει δεδομένα παραβατικές συμπεριφορές, εκθέτοντας τους ανθρώπους σε δίκτυα προστασίας ή βοήθειας που υποκαθιστούν το κράτος,

β) τροφοδοτεί το αίσθημα ανασφάλειας των ανθρώπων-πολιτών και μη, καθώς αμφότεροι νιώθουν απειλούμενοι,

γ) κατεξοχήν ενισχύει την ανασφάλεια δικαίου, καθώς η διαρκής αναζήτηση της ασφάλειας με όρους δίωξης παραπέμπει σε διοικητικές συμπεριφορές, που παραβιάζουν συνταγματικές εγγυήσεις του κράτους δικαίου και το διεθνές δίκαιο προστασίας των δικαιωμάτων,

δ) τέλος, εξ αντικειμένου περισσότερο στοχεύει στο να δημιουργήσει αίσθημα ασφάλειας (να καθησυχάσει τους ανθρώπους που μπαινοβγαίνουν στο μετρό βλέποντας πάνοπλους αστυνομικούς και στρατιώτες), παρά καταφέρνει να επιτυγχάνει την ασφάλεια αυτή καθεαυτή. Οι απειλές δυστυχώς είναι ασύμμετρες.

Με αφορμή λοιπόν αυτά, μπορούμε να διαπιστώσουμε τη συστηματική εκτροπή των συλλογικών συνειρμών σχετικά με την έννοια και το περιεχόμενο της ασφάλειας. Η έννοια συρρικνώνεται πλέον στην αστυνομική διάστασή της, αν δεν ταυτίζεται π με αυτήν. Παράλληλα, εξορίζεται η κοινωνική, η σπινοζική πρόσληψη της ασφάλειας, τόσο από το συλλογικό συνειρμικό τής κοινής γνώμης όσο και από τον δημόσιο λόγο: η ασφάλεια «αλληλεγγύη» χάνει έδαφος από την ασφάλεια «πηλίκιο».

Η συρρίκνωση της ασφάλειας «αλληλεγγύης» συνοδεύεται από τη σταδιακή απαλλαγή της πολιτείας από την ανάληψη ευθυνών για την κοινωνική φροντίδα των μελών της, πολιτών ή μη. Η ασφάλεια-αλληλεγγύη κοστίζει κιόλας και το κοινωνικό κράτος δεν είναι και τόσο της μόδας επί των ημερών μας. Από την άλλη όμως, η ασφάλεια «πηλίκιο» δεν είναι δωρεάν. Τουναντίον. Όπως αποδεικνύουν τα κολοσσιαία ποσά που δίνονται για την «ασφαλειοποίηση» (securization) των πολιτικών της ΕΕ απέναντι στη μετανάστευση και οι δυσθεώρατοι προϋπολογισμοί του στρατιωτικού και αστυνομικού αγώνα ενάντια στην τρομοκρατία, προκύπτει πως η ασφάλεια «Χομπς» είναι μάλλον πιο ακριβή από την ασφάλεια «Σπινόζα» και μάλιστα με μακροπρόθεσμο πολιτικό κόστος, εξουσίες εθισμένες στο να είναι εκτός ελέγχου.

 

Η Αριστερά και ο χώρος των δικαιωμάτων απέναντι στην ασφάλεια[5]

Το παράδοξο όμως είναι ότι, δυστυχώς, θύματα αυτής της μονοδιάστατης εννοιολογικής εκτροπής της ασφάλειας δεν είναι μόνο οι εν δυνάμει «διώκτες» αλλά και ο πολιτικός χώρος που τρέφει ειλικρινή αισθήματα αλληλεγγύης προς τον αδύναμο και αγωνίζεται για τα δίκαιά του. Κι εδώ λοιπόν, η ασφάλεια εννοιολογήθηκε σχεδόν αποκλειστικά κατ᾽ αντιπαράθεση και εφ᾽ όλης της ύλης με την ελευθερία, ωσάν τα δύο μεγέθη να τελούν σε διαρκή εγγενή αλληλο-εξουδετέρωση.

Παραδεχθήκαμε, ασφαλώς, πως τα διλήμματα μεταξύ ελευθερίας και ασφάλειας δεν είναι ανύπαρκτα. Απεναντίας, πάντα είμαστε υποχρεωμένοι να τα σταθμίζουμε. Και αυτό κάνουμε: αποδεχόμαστε, λ. χ., σωματικό έλεγχο για να μπούμε στο αεροπλάνο, επειδή ξέρουμε ότι η ασφάλεια της πτήσης προϋποθέτει να μην μπαίνουν οπλισμένοι επιβάτες. Δεν αποδεχόμαστε όμως σωματικό έλεγχο, όταν πάμε επίσκεψη στο σπίτι ενός φίλου, και πάει λέγοντας. Όμως σε κάθε περίπτωση, όσο κι αν πάντα επιτελούμε σταθμίσεις ασφάλειας και ελευθερίας, δεν μπορούμε να ξεχνάμε ότι η εξ ολοκλήρου αντιθετική συμβίωση των δύο είναι πρόσληψη μονομερής και εντελώς παραπλανητική: αφορά αποκλειστικά αυτήν την εκφυλισμένη έννοια της ασφάλειας που εξομοιώνεται με τη δίωξη και τιμωρία, την ασφάλεια » «πηλίκιο».

Η έννοια όμως της ασφάλειας, όπως είδαμε, είναι εξ ορισμού πιο περιεκτική, καθώς παραπέμπει σε ένα πεδίο ευθύνης, πρόνοιας και προστασίας των ανθρώπων μέσα από τη φροντίδα ενσωμάτωσης και αποτελεσματικής απολαβής δικαιωμάτων όλων των μελών του κοινωνικού συνόλου. Η ασφαλής κοινωνία έχει βέβαια αστυνομία, αλλά έχει επίσης σχολεία, έχει παιδικούς σταθμούς, έχει πεζοδρόμια, δρόμους, έχει αξιοπρεπή πρωτοβάθμια περίθαλψη όλων των ανθρώπων, συσσίτια, αποτελεσματική εργασιακή νομοθεσία και άλλα συναφή. «Μια ζωή ανθρώπινη», που έλεγε κι ο Σπινόζα. Χωρίς αυτά, δεν είναι ασφαλής.

Ενώ λοιπόν θα περίμενε κανείς ο πολιτικός χώρος της χειραφέτησης να αναδείξει σε κεντρικό προγραμματικό λόγο τον περιεκτικό κοινωνικό προσανατολισμό της έννοιας της ασφάλειας, ανατρέχοντας στον Σπινόζα, ο χώρος αυτός κατεξοχήν πέφτει στην παγίδα της εννοιολογικής αυτής εκτροπής, αναπαράγοντας, στη βολονταριστική του αφέλεια, το γνωστό δίλημμα: «ή ασφάλεια ή ελευθερία» με δεδομένη εκ των προτέρων την ελευθερία ως απάντηση. Διότι ποια άλλη απάντηση θα μπορούσε να δώσει; Κι όμως… Τι καλύτερο δώρο στην ακροδεξιά, τις νεοσυντηρητικές νεοφιλελεύθερες πολιτικές, στις οποίες κληροδοτείται διά μαγείας η αποκλειστική νομή, τα πνευματικά δικαιώματα επί της ασφάλειας. Όταν όμως ο κόσμος καλώς ή κακώς φοβάται, τότε το κήρυγμα περί ελευθερίας δεν πείθει.

Γι’ αυτό λοιπόν, είναι επιτακτική ανάγκη να αναλάβουμε την πολιτική ευθύνη του επαναπατρισμού της έννοιας της ασφάλειας, μέσω της επανεννοιολόγησής της και της απαγκίστρωσής της από την «ασφαλίτικη», πολιτικά μονοδιάστατη και μεθοδολογικά παραπλανητική εκδοχή της. Να διαβάσουμε δηλαδή Σπινόζα. Κι αυτό πλέον μπορεί να γίνει μόνο με όρους επιθετικής πολιτικής ρητορικής και όχι απολογητικά, επειδήη ακροδεξιά καιροφυλακτεί, όχι απλώς ενισχύοντας την εκλογική της δύναμη, αλλά κυρίως επιβάλλοντας την πολιτική της ατζέντα.

Η απάντηση που μπορούμε και πρέπει να σκεφτούμε είναι: Εμείς είμαστε με την ασφάλεια, εμείς που παλεύουμε για ατομικά, πολιτικά και κοινωνικά δικαιώματα όλων των ανθρώπων, και όχι εσείς που υποδαυλίζετε με τη ρητορεία σας τη μισαλλοδοξία και τον φόβο μεταξύ των ανθρώπων στο όνομα της ασφάλειάς τους: διότι εσείς απειλείτε έτσι την ασφάλεια των κοινοτήτων μας.

Εμείς, με τον Σπινόζα ως πυξίδα και δασκάλους σαν τον Στυλιανού καπεταναίους.

 

 

Ο Δημήτρης Χριστόπουλος διδάσκει στο Τμήμα Πολιτικής Επιστήμης και Ιστορίας του Παντείου Πανεπιστημίου και είναι πρόεδρος της Διεθνούς Ομοσπονδίας για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου.

 

 

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

  1. Α. Στυλιανού, Θεωρίες του κοινωνικού συμβολαίου, Αθήνα, Πόλις 2006, σ. 194-195
  2. Πρβλ, έναντι άλλων, σχετικά σε Γ. Μανωλεδάκης, Ασφάλεια και ελευθερία, Σάκκουλας, Θεσσαλονίκη 20
  3. Έχει π.χ. ενδιαφέρον να σημειώσει κανείς ότι στη σχετικά πρόσφατη αντιτρομοκρατική περιπέτεια, με αφορμή κυρίως της δίκης της 17Ν και λιγότερο άλλων ομάδων, μια σαφής διαφοροποίηση εμφανίστηκε μεταξύ του τρόπου με τον οποίον αντιλαμβάνονταν τη στάθμιση μεταξύ ασφάλειας και δικαιωμάτων οι έλληνες συνταγματολόγοι και ποινικολόγοι. Κατά κανόνα, για τους συνταγματολόγους η βασική διακύβευση ήταν η προστασία του δημοκρατικού φιλελεύθερου πολιτεύματος από τους εχθρούς του, ενώ για τους περισσότερους ποινικολόγους το ζητούμενο ήταν να αποτραπεί ο κίνδυνος που συνεπάγεται η καταχρηστική εφαρμογή της κατασταλτικής ποινικής νομοθεσίας ενόψει του κινδύνου για τις ελευθερίες των πολιτών
  4. Frederic Gross, Η αρχή της ασφάλειας, μτφρ. Αλέξ. Κιουπκιολής, Πόλις, Αθήνα 2016, σ. 11-12.
  5. Κάποιες από τις παραπάνω σκέψεις έχουν παρουσιαστεί για πρώτη φορά και στον σύνδεσμο: http://constitutional-change.com/revisiting-the-freedom-versus-security-dilemma-before-revising-the-constitution/

ΕΙΔΟΠΟΙΗΣΕΙΣ

Εισάγετε το email σας για να ενημερώνεστε για τα νέα άρθρα