Βίκυ Καραφουλίδου
τχ. 130-131
Εβδομήντα χρόνια μετά την απελευθέρωση των ναζιστικών στρατοπέδων από τις συμμαχικές δυνάμεις, το ερώτημα πώς μπορούμε να σκεφτούμε την εξόντωση των Εβραίων της Ευρώπης συνιστά πάντοτε μια ανοικτή πρόκληση. Η τεράστια βιβλιογραφία που έχει συγκεντρωθεί, δυσθεώρητη στην έκταση και στην ποικιλία της, έχει αναδείξει τους κυριότερους άξονες προβληματισμού γύρω από το Ολοκαύτωμα. Οι έρευνες που έχουμε στη διάθεσή μας έχουν καλύψει τα σημαντικότερα κενά πραγματολογικού χαρακτήρα, έχουν αναδείξει τις σύνθετες διαδικασίες συγκρότησης της μνήμης σε ατομικό και συλλογικό επίπεδο, έχουν τονίσει τα διλήμματα που θέτει η αναγκαιότητα της μελέτης, της αναπαράστασης και της μνημόνευσής του τόσο στον επιστημονικό λόγο όσο και στην καλλιτεχνική δημιουργία ή τη δημόσια σφαίρα. Έχουν επίσης επισημανθεί τα ρήγματα που η εβραϊκή γενοκτονία επέφερε στη σύγχρονη ιστορική συνείδηση, υπονομεύοντας εξίσου τις βεβαιότητες του παρελθόντος και τον ορίζοντα προσδοκιών του μέλλοντος.
Παρ’ όλα αυτά, η αμηχανία απέναντι στο Ολοκαύτωμα παραμένει. Παραμένει ως ανάγκη όχι μόνο γνώσης, αλλά και ως ανάγκη κατανόησης και ενσυναίσθησης – πάντοτε στο μέτρο του δυνατού. Ίσως μάλιστα και να επιτείνεται από τον μονίμως λανθάνοντα κίνδυνο της κοινοτοπίας, της «εξοικείωσης» ή της «κόπωσης». Η αμηχανία εξάλλου παραμένει, ιδίως στον βαθμό που οι σύγχρονες κοινωνίες εμφανίζουν την τάση να «εγκλωβίζουν» και να επαναφέρουν διαρκώς το παρελθόν στο παρόν, να παράγουν υπερβολικά πολλή μνημόνευση, να κτίζουν μνημεία και να αναγορεύουν επετείους ως μια ιδιαίτερη έκφανση του πολυσχιδούς παροντισμού της ρευστής μοντέρνας ζωής∙ γεγονός που μοιάζει να υπονομεύει το ειδικό βάρος του Ολοκαυτώματος στην αντίληψη των μεταγενέστερων, καθιστώντας τα στρατόπεδα θανάτου ένα ακόμη «παρελθόν» ανάμεσα στα πολλά «παρελθόντα» της νεωτερικότητας.
Ένα ανάχωμα έναντι κάθε θεσμοθετημένης και απονευρωμένης «συγχρονικής» ιστορικότητας τέτοιου εξισωτικού τύπου θα μπορούσε να προσφέρει η παραδοχή πως δεν υπάρχει μία «εύκολη» απάντηση, μία «τέλεια» αφήγηση, ένας «μνημονικός τόπος», μία οριστική λύση ή κάθαρση απέναντι στην εξόντωση που συντελέστηκε. Με αυτό το σκεπτικό, αλλά χωρίς καμία αξίωση βιβλιογραφικής πληρότητας, θα σταθώ εδώ σε τρεις πρόσφατες εκδόσεις, οι οποίες παρουσιάζουν και συζητούν όψεις της εβραϊκής γενοκτονίας. Παρότι πρόκειται για βιβλία πολύ διαφορετικά μεταξύ τους –εγγράφονται σαφώς σε διαφορετικά πεδία λόγου–, εκτιμώ ότι θα άξιζε να διαβαστούν παράλληλα, συμπληρωματικά, σε σχέση μάλιστα με παλαιότερα κείμενα της ίδιας πάντοτε προβληματικής. Η παρακείμενη παρουσία τους δεν αποτελεί παρά ένα είδος αναγνωστικής πρότασης, η οποία ενέχει την παραδοχή πως η δυσκολία κατανόησης και επίγνωσης της καταστροφής μετριάζεται μέσα από συνεχείς και «ανοικτές» συνομιλίες ανάμεσα στην ιστοριογραφία, την αυτοβιογραφία και τη λογοτεχνία. Γιατί, αν ο ίδιος ο ιστορικά μοναδικός χαρακτήρας του Ολοκαυτώματος αποκλείει μια εν συνόλω θεώρησή του καθιστώντας το τελικά προσπελάσιμο μόνο εν μέρει, τότε η είσοδος στον περίκλειστο περίγυρο του τραύματος ίσως να καθίσταται ευκολότερη μέσω πολλαπλών θεωρήσεων διαφορετικής υφής∙ με την ελπίδα πως, συζητώντας ξανά και ξανά για τα βιβλία που είτε άμεσα είτε έμμεσα θίγουν όψεις του κρισιμότερου ιστορικού γεγονότος του προηγούμενου αιώνα, συνεχίζουμε να διευρύνουμε την ευαισθησία μας και να οξύνουμε την ιστορικοπολιτική μας συνείδηση.
Η Βίκυ Καραφουλίδου είναι ιστορικός.