ΣΤΟ ΠΕΙΡΑΜΑΤΙΚΟ ΣΧΟΛΕΙΟ

Νίκος Δ. Βαρμάζης

τχ. 137

 

Καλοτυχίζω τον εαυτό μου που γνώρισα τον Δημήτρη Μαρωνίτη, τον Μίμη, όπως τον έλεγα στις προσωπικές κουβέντες μας. Στάθηκα τυχερός που υπήρξα μαθητής του, φίλος και συνεργάτης του. Πιστεύω βαθύτατα ότι η γνωριμία μας στάθηκε για μένα εξαιρετικά ευεργετική και με σημάδεψε διά βίου. Αισθήματα ευγνωμοσύνης συνοδεύουν τη γραφή μου.

Ξεκινώντας να καταθέσω την προσωπική μαρτυρία μου για τον Δ. Ν. Μαρωνίτη, γυρίζω εξήντα χρόνια πίσω, συγκεκριμένα στο ακαδημαϊκό έτος 1956-1957, όταν ο νεαρός βοηθός του Ι. Θ. Κακριδή ανέλαβε να διδάξει τους φοιτητές του δεύτερου έτους της Φιλοσοφικής Σχολής του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης. Αυτά ήταν και τα πρώτα πανεπιστημιακά μαθήματά του. Συγκαταλέγομαι επομένως στους πρεσβύτερους μαθητές του. Τα μαθήματα γίνονταν σε ένα από τα αμφιθέατρα του νέου, τότε, κτιρίου της Γεωπονοδασολογίας, ενός από τα ελάχιστα κτίρια που είχαν αποπερατωθεί μέσα στο ευρύχωρο και άκτιστο ακόμη πανεπιστημιακό campus.

Στο έτος εκείνο ο Μαρωνίτης μάς δίδαξε ασκήσεις αρχαίων ελληνικών με κείμενα του Θουκυδίδη και μας κέρδισε από την πρώτη συνάντησή μας. Ήταν τότε εικοσιεπτάχρονος, ήταν εύγλωττος και συναρπαστικός, ήταν θεατρικός και κομψός και όμορφος με το σουέτ μπεζ-κανελί μπουφάν του, είχε εμφανέστατα το ύφος και το ήθος αλλά προπάντων το πάθος του δασκάλου. Το πάθος αυτό υπογράμμιζαν σταθερά η έκφραση των ματιών του και, κυρίως, η χαρακτηριστικά βαθύτονη έως βραχνή φωνή του. Με δάσκαλο τον Μαρωνίτη, ήθελες δεν ήθελες, προσπαθούσες να ανεβάσεις τις επιδόσεις σου. Είχε πολύ υψηλές απαιτήσεις, προκαλούσε και τροφοδοτούσε στα μαθήματά του τον διάλογο με τους φοιτητές, αποδοκίμαζε τις ρηχές απαντήσεις και επαινούσε τις θαρραλέες αντιρρήσεις. Διδάσκοντας κείμενα του Θουκυδίδη, ο νεαρός βοηθός μάς εντυπωσίαζε με την κριτική και συνδυαστική σκέψη του, με την οποία ερμήνευε δυσνόητα χωρία των δημηγοριών του αθηναίου ιστορικού. Παράλληλα όμως, μας έδειξε πόσο σπουδαίος γραμματικός ήταν, πόσο λεπτολόγος στη διάκριση της σημασίας των λέξεων (άλλο μάκαρ, άλλο όλβιος άλλο ευτυχής, άλλο ευδαίμων) και επίμονος στην ακριβή απόδοση του αρχαίου κειμένου.          Υπογραμμίζω σκόπιμα την πλευρά του γραμματικού φιλολόγου, για να διορθώσω την εσφαλμένη εντύπωση πολλών, φιλολόγων προπάντων, ότι ο Μαρωνίτης αδιαφορούσε γι᾽ αυτή την πτυχή της φιλολογικής εργασίας. Όσοι τoν γνώριζαν ως οξυδερκέστατο ερευνητή και κριτικό της νεοελληνικής λογοτεχνίας, που άνοιξε νέους δρόμους μελέτης στο έργο των κορυφαίων συγχρόνων ποιητών, δεν ήταν εύκολο να δεχτούν ότι ο ίδιος άνθρωπος μπορούσε να είναι ταυτόχρονα ένας κλασικός φιλόλογος, που χρησιμοποιούσε τα παραδοσιακά γραμματικά σχολαστικά εργαλεία. Μπορώ, όμως, να βεβαιώσω ότι ο Μαρωνίτης δεν ήταν ποτέ ο σχολαστικός τύπος φιλολόγου, και ότι τα συνήθως βαρετά, λόγω της σχολικής κατάχρησης, εργαλεία της γραμματικής και συντακτικής ανάλυσης, τα μετέτρεπε σε πολύ χρήσιμα κλειδιά της ερμηνείας των κειμένων.

[…]

Ο Νίκος Δ. Βαρμάζης είναι φιλόλογος, ομότιμος καθηγητής στο ΑΠΘ.

ΕΙΔΟΠΟΙΗΣΕΙΣ

Εισάγετε το email σας για να ενημερώνεστε για τα νέα άρθρα