Το ισπανικό Σύνταγμα του 1978, οι αυτόνομες κοινότητες και η Καταλονία

Σεθέλος-Ισίδωρος Μπάλλιος

τχ. 138-139

 

Από τον Φράνκο στη Δημοκρατία

Μετά τον θάνατο του Φρανσίσκο Φράνκο (Francisco Franco Bahamonde) τον Νοέμβριο του 1975, ο οποίος κυβέρνησε για περίπου σαράντα χρόνια, το μεγάλο ερώτημα αφορούσε το πολιτικό μέλλον της Ισπανίας. Όταν ο βασιλιάς Χουάν Κάρλος (Juan Carlos) ανέθεσε την προεδρία της κυβέρνησης στον εν πολλοίς άγνωστο Αδόλφο Σουάρεθ (Adolfo Suárez) το καλοκαίρι του 1976, τίποτα δεν μπορούσε να εξασφαλίσει την επιτυχία ενός προγράμματος σταδιακής μεταλλαγής του δικτατορικού καθεστώτος. Σημαντική στιγμή για τη μορφή που θα έπαιρνε η διαδικασία για τον εκδημοκρατισμό της Ισπανίας υπήρξε ο νόμος για την πολιτική μεταρρύθμιση, που παρουσίασε η κυβέρνηση στα φρανκικά «Κόρτες» τον Νοέμβριο του 1976 και προέβλεπε τη διάλυσή τους και τη διενέργεια εκλογών για τη σύσταση Κοινοβουλίου και Γερουσίας. Ενδεικτικό της δυσκολίας της έγκρισης του νόμου αυτού είναι ότι ο Ισπανός πρωθυπουργός χρειάστηκε να διαβεβαιώσει ανώτατα στελέχη του στρατού για τη δυνατότητα της κυβέρνησης να ελέγξει τις εκλογές και για τη μη νομιμοποίηση του Κομμουνιστικού Κόμματος, ώστε να εξασφαλίσει την ψήφισή του.[1] Η υπερψήφιση του νόμου ήταν επιτυχία αυτών που επιθυμούσαν τη βαθιά μεταρρύθμιση του καθεστώτος μέσω των νομικών δυνατοτήτων που προέβλεπε το υπάρχον θεσμικό πλαίσιο, σε αντίθεση με όσους ήθελαν είτε τη διατήρηση της δικτατορίας είτε περιορισμένες, πρακτικά, αλλαγές.

Στις 15 Δεκεμβρίου ο νόμος τέθηκε σε δημοψήφισμα όπου και εγκρίθηκε από το 94% των ψηφοφόρων, ενώ η συμμετοχή έφτασε στο 77%. Δεδομένου ότι τα κυριότερα κόμματα της αντιπολίτευσης, μεταξύ των οποίων και το Σοσιαλιστικό Εργατικό Κόμμα της Ισπανίας (PSOE) και το Κομμουνιστικό Κόμμα της Ισπανίας (PCE), είχαν ταχθεί υπέρ της αποχής, η μαζική συμμετοχή στο δημοψήφισμα και, συνακόλουθα, η επιτυχία της κυβερνητικής πολιτικής, αναγκαστικά τα οδηγούσε προς την εγκατάλειψη της ιδέας για ρήξη με το φρανκικό καθεστώς.[2] Στις αρχές του 1977 θα νομιμοποιούνταν τα πολιτικά κόμματα, με εξαίρεση το Κομμουνιστικό Κόμμα που νομιμοποιήθηκε τον Απρίλιο, κατά τη διάρκεια των διακοπών της Μεγάλης Εβδομάδας, ενώ υπήρξαν και συναντήσεις, ακόμα και μυστικές, του Αδόλφου Σουάρεθ με ηγετικά στελέχη της αντιπολίτευσης, που είχαν ξεκινήσει και πριν από το 1977, όπως με τον Φελίπε Γκονθάλεθ (Felipe González Márquez) και τον Σαντιάγο Καρίγιο (Santiago Jose Carillio Solares). Έτσι, τα κόμματα που μέχρι πρόσφατα ήταν στην παρανομία ή βρίσκονταν στην εξορία, δηλαδή οι ηττημένοι του εμφύλιου πολέμου, ήρθαν σε συνεννόηση με τη μεταρρυθμιστική κυβέρνηση του Σουάρεθ ώστε να συμμετέχουν στη διαδικασία εκδημοκρατισμού. Βασική προϋπόθεση για τη συμμετοχή της δημοκρατικής αντιπολίτευσης ήταν ο πραγματικός εκδημοκρατισμός της Ισπανίας, τον οποίο ο νόμος για την πολιτική μεταρρύθμιση, αν και άνοιγε τον δρόμο, δεν εξασφάλιζε.[3] Αυτή ήταν η περίοδος της λεγόμενης «συναίνεσης», όπου διαμορφώθηκε το θεσμικό, πολιτικό και διοικητικό πλαίσιο της μεταφρανκικής Ισπανίας, που είναι σε ισχύ μέχρι και σήμερα.

Τον Ιούνιο του 1977 διενεργήθηκαν οι πρώτες δημοκρατικές εκλογές από την εγκαθίδρυση της δικτατορίας. Η Βουλή που συνήλθε τότε, αν και χωρίς να είναι επίσημα συντακτική, ανέλαβε την κατάρτιση Συντάγματος. Η σύνταξη του συνταγματικού κειμένου από μία επιτροπή επτά βουλευτών που εκπροσωπούσαν τα κοινοβουλευτικά κόμματα υπήρξε ιδιαίτερα σημαντική, αφού, με την έγκρισή του από τα δύο νομοθετικά σώματα και από τους Ισπανούς μέσω δημοψηφίσματος στα τέλη του 1978, ουσιαστικά ολοκληρώθηκε η διαδικασία εκδημοκρατισμού χωρίς την άμεση ρήξη με το δικτατορικό καθεστώς, όπως έγινε, για παράδειγμα, στην Ελλάδα. Το νέο Σύνταγμα, που εγκαθίδρυσε το πολίτευμα της Συνταγματικής Μοναρχίας, εκπλήρωνε τις διαφορετικές επιδιώξεις όσων συναίνεσαν στη σύνταξή του: επιβεβαίωνε τον εκδημοκρατισμό της Ισπανίας χωρίς να υπάρξει ανατροπή του φρανκικού καθεστώτος, ενέτασσε την αντιπολίτευση στη διαδικασία εκδημοκρατισμού και ουσιαστικά νομιμοποιούσε τη μοναρχία, χωρίς να τεθεί απευθείας το ερώτημα αυτό στον ισπανικό λαό.

Επιπλέον, δύο ζητήματα μείζονος σημασίας για την επιτυχία του εκδημοκρατισμού χωρίς άμεση ρήξη ήταν η διαχείριση του παρελθόντος και η εδαφική οργάνωση της μεταφρανκικής Ισπανίας. Το πρώτο λύθηκε σε πολιτικό επίπεδο με τον νόμο περί αμνηστίας (1977) που έθεσε στη λήθη τον εμφύλιο πόλεμο και τη δικτατορία,[4] ενώ το δεύτερο ζήτημα ήταν πιο περίπλοκο, λόγω της Χώρας των Βάσκων και της Καταλονίας, που, εκτός από την ύπαρξη μια ισχυρής τοπικής ταυτότητας και στις δύο περιπτώσεις, στην πρώτη συνοδευόταν και από την έντονη παρουσία και δράση της ένοπλης οργάνωσης ΕΤΑ. Στις δύο αυτες περιοχές όπου υπήρχαν αιτήματα αυτοκυβέρνησης, το φρανκικό καθεστώς, στην ολιστική αντίληψη περί ισπανικού έθνους, είχε καταργήσει τα αντίστοιχα καθεστώτα αυτοκυβέρνησης που είχε παραχωρήσει η Δεύτερη Δημοκρατία (1931-1939).

Το Σύνταγμα του ’78, οι Αυτόνομες Κοινότητες και η Καταλονία

Ο σκοπός της αναδιοργάνωσης της διοικητικής δομής της Ισπανίας ήταν να μην αμφισβητηθεί η ενότητα του κράτους. Σε κάθε περιφέρεια έπρεπε να δοθεί κάποια λύση που να καλύπτει τις διαφορετικές ανάγκες κάθε περιοχής. Όσον αφορά την Καταλονία, η κυβέρνηση επανέφερε σε ισχύ στις 29 Σεπτεμβρίου 1977, πριν δηλαδή από την έγκριση του νέου Συντάγματος, την καταργημένη από τον Φράνκο Ζενεραλιτάτ (Generalitat) ως προσωρινό μέτρο μέχρι να ολοκληρωθεί η συντακτική διαδικασία, ενώ η σχετική απόφαση αναγνώριζε τον θεσμό αυτό ως σύμβολο της «ιστορικής προσωπικότητας» της Καταλονίας ως μέρους της Ισπανίας.[5] Προσωρινός πρόεδρος ανέλαβε ο Ζοζέπ Ταραδέγιας (Josep Tarradellas), μέχρι τότε πρόεδρος της Ζενεραλιτάτ στην εξορία, μετά από διαβουλεύσεις με την ισπανική κυβέρνηση, συνδέοντας συμβολικά την επαναφορά της περιφερειακής κυβέρνησης με το Καθεστώς Αυτονομίας του 1932.[6] Μέχρι και το 1986 θεσμοθετήθηκαν συνολικά 17 Αυτόνομες Κοινότητες, πέρα δηλαδή από τρεις «ιστορικές κοινότητες», της Καταλονίας, της Χώρας των Βάσκων και της Γαλικίας. Με αυτόν τον τρόπο η Ισπανία μετατράπηκε σε ένα ιδιαίτερα αποκεντρωμένο κράτος, σε αντίθεση με το συγκεντρωτικό φρανκικό καθεστώς.

Το Σύνταγμα του 1978 θεσμοθέτησε τις Αυτόνομες Κοινότητες, προβλέποντας δύο διαφορετικές διαδικασίες για τη συγκρότησή τους, ανάλογα με τον βαθμό αυτονομίας. Το δεύτερο άρθρο του Συντάγματος, εξασφαλίζοντας το αδιαίρετο του ισπανικού έθνους και της Ισπανίας, αναγνωρίζει το δικαίωμα των εθνικοτήτων (nacionalidades) και των περιφερειών που την αποτελούν στην αυτοκυβέρνηση.[7] Επομένως, η Καταλονία και οι άλλες περιοχές όπου υπήρχαν αιτήματα πολιτικού αυτοπροσδιορισμού αναγνωρίστηκαν και επίσημα ως εθνικότητες και απέκτησαν (ή ανέκτησαν) το δικαίωμα πολιτικής αυτονομίας, ως αναπόσπαστα μέρη του ισπανικού έθνους. Έτσι, η Καταλονία, μετά από σαράντα και πλέον χρόνια, απέκτησε τη δική της πολιτική υπόσταση ως διακριτή αλλά εντός των ορίων του «ισπανικού έθνους» κοινότητα.

Αν και το Σύνταγμα και αργότερα το θεσμικό πλαίσιο της καταλανικής αυτονομίας ψηφίστηκαν από την ευρεία πλειοψηφία της Βουλής, υπήρξαν και αντιδράσεις από μέλη του Κοινοβουλίου. O Μανουέλ Φράγα (Manuel Fraga Iribarne), επί σειρά ετών υπουργός του Φράνκο και μέλος της πρώτης κυβέρνησης του Χουάν Κάρλος, είχε ιδρύσει το κόμμα Λαϊκή Συμμαχία (Alianza Popular) με τη συμμετοχή προσωπικοτήτων από το απερχόμενο καθεστώς. Παρά τα περιορισμένα εκλογικά αποτελέσματα μέχρι το 1982, αποτελεί τον πρόδρομο του σημερινού κυβερνώντος Λαϊκού Κόμματος (Partido Popular). Ο Φράγα συμμετείχε στην επιτροπή κατάρτισης του Συντάγματος και τον Μάιο του 1978 είχε επισημάνει τη διαφωνία του με τον όρο «εθνικότητες», υποστηρίζοντας ότι ήταν ένας ασαφής όρος, δεδομένου ότι για το κόμμα του δεν υπήρχε πάρα μόνο ένα έθνος, το ισπανικό. Την ίδια επιφύλαξη επανέλαβε και στη διαδικασία επικύρωσης του τελικού συνταγματικού κειμένου τον Οκτώβριο του 1978, όπου τελικά ο ίδιος και επτά ακόμα από τους 16 βουλευτές του κόμματός του υπερψήφισαν υποστηρίζοντας ότι θα μπορούσε να φέρει τη συμφιλίωση ανάμεσα στις «δύο Ισπανίες», δηλαδή τους ηττημένους και τους νικητές του εμφύλιου πολέμου. Ωστόσο τόνισε ότι η συνταγματική αναθεώρηση θα αποτελούσε εφεξής κεντρικό σημείου του προγράμματος της ΛΣ.[8]

Στην επόμενη Βουλή συζητήθηκε η επικύρωση της Χάρτας Αυτονομίας της Χώρας των Βάσκων και της Καταλονίας, όπου η ΛΣ συμμετείχε στον συνασπισμό Δημοκρατικός Συνασπισμός (Coalición Democrática). Ομοφωνία μεταξύ των βουλευτών του ΔΣ δεν υπήρξε και ο Φράγα μαζί με άλλους βουλευτές καταψήφισαν την πρώτη και απείχαν από την ψηφοφορία της Καταλανικής Χάρτας επισημαίνοντας, μεταξύ άλλων, την έλλειψη σαφούς αναφοράς στο ισπανικό έθνος και την τάση προς τον φεντεραλισμό της Ισπανίας, που θα υπονόμευε την ισπανική εθνική ταυτότητα.[9] Ακόμα, ενδιαφέρον έχει και η τοποθέτηση βουλευτών καταλανικών κομμάτων, που σήμερα στηρίζουν την ανεξαρτησία της περιοχής. Ο Ζόρδι Πουζόλ (Jordi Pujol) της Δημοκρατικής Σύμπλευσης της Καταλονίας (CDC) υπερψήφισε επειδή με τη Χάρτα αναγνωρίζονταν η καταλανική ταυτότητα και το δικαίωμα στην αυτοκυβέρνηση, ενώ ο Εριμπέρτ Μπαρρέρα (Heribert Barrera) της Ρεπουμπλικανικής Αριστεράς της Καταλονίας (ERC) υπερψήφισε τονίζοντας, ωστόσο, ότι η νέα Χάρτα ικανοποιούσε μονάχα μερικώς τα αιτήματα των Καταλανών και δεν αποτελούσε τη λύση στο καταλανικό ζήτημα.[10]

 

Σαράντα χρόνια μετά

Το ισπανικό δημοκρατικό σύστημα, παρά τις σκιές που υπάρχουν στη μεταβατική διαδικασία και τις ισχυρές απειλές που υπήρξαν, με αποκορύφωμα την απόπειρα πραξικοπήματος του 1981, κατάφερε να εδραιωθεί. Μέχρι και το 1986 οι Αυτόνομες Κοινότητες είχαν θεσπιστεί, το Σοσιαλιστικό Κόμμα σχημάτισε κυβέρνηση και παρέμεινε στην εξουσία για 14 χρόνια, ενώ η  Ισπανία εντάχθηκε στο ΝΑΤΟ και την ΕΟΚ. Παρά το γεγονός ότι σε πολιτικό επίπεδο επιχειρήθηκε ο εξοστρακισμός της μνήμης του Εμφυλίου και της δικτατορίας, ακόμα και από κόμματα που μέχρι τα τέλη του 1976 ζητούσαν την ουσιαστική ρήξη με τη δικτατορία, και ότι δεν υπήρξαν διώξεις για τα εγκλήματα του φρανκισμού, το ισπανικό δημοκρατικό σύστημα λειτούργησε. Και ήταν αποτέλεσμα τόσο συμβιβασμών μεταξύ των πολιτικών δυνάμεων όσο και αυτοσχεδιασμού,[11] όπου τελικά οι προερχόμενοι από τον φρανκισμό, αν και οι πιο μετριοπαθείς, είχαν την πρωτοβουλία των κινήσεων.

Η Καταλονία, ως Αυτόνομη Κοινότητα, απολαμβάνει εκτεταμένες αρμοδιότητες που ενισχύθηκαν περαιτέρω με τη νέα Χάρτα του 2006. Σε αυτή την περίπτωση, το Συνταγματικό Δικαστήριο κήρυξε αντισυνταγματικά ορισμένα άρθρα του νέου νομοθετικού πλαισίου, μετά από σχετική πρωτοβουλία του τότε αντιπολιτευόμενου Λαϊκού Κόμματος. Το αρχικό σχέδιο της καταλανικής κυβέρνησης προέβλεπε την αναγνώριση του «καταλανικού έθνους» και την εξίσωση της καταλανικής γλώσσας με την ισπανική,[12] αν και η αναγνώριση του «καταλανικού έθνους», ασχέτως που δεν είχε τεθεί θέμα ανεξαρτητοποίησης, θα άλλαζε το status quo του 1978. Τα τελευταία χρόνια η ριζοσπαστικοποίηση του πολιτικού καταλανισμού κορυφώθηκε, με αποκορύφωμα το δημοψήφισμα του Οκτωβρίου 2017 και τη μονομερή ανακήρυξη της ανεξαρτησίας λίγες μέρες αργότερα. Η αντίδραση της κυβέρνησης του Μαριάνο Ραχόι (Mariano Rajoy Brey) ήταν ενεργοποίηση του άρθρου 155 του Συντάγματος για την επαναφορά της συνταγματικής τάξης, με την αναστολή της καταλανικής αυτονομίας, κάτι που συνέβη για πρώτη φορά οδηγώντας, στην πραγματικότητα, σε αχαρτογράφητα ύδατα.

Πρόκειται για μία ιδιαίτερη κρίσιμη κατάσταση που θέτει στο προσκήνιο το ερώτημα περί ισπανικού και καταλανικού «έθνους» και τη μεταξύ τους σχέση, αφού ουσιαστικά αμφισβητείται το status quo του Συντάγματος του 1978. Η ισπανική κυβέρνηση επιδεικνύει έλλειψη πολιτικού πραγματισμού χωρίς να αποδέχεται τις πολιτικές διαστάσεις του καταλανικού ζητήματος, ενώ η καταλανική κυβέρνηση στηρίχθηκε σε ένα αμφιβόλου εγκυρότητας και αντισυνταγματικό δημοψήφισμα. Ακόμα, το διάγγελμα του βασιλιά Φιλίππου, στρεφόμενο αποκλειστικά εναντίον των Καταλανών αυτονομιστών, ήταν σαφώς κατώτερο των περιστάσεων, ενώ η απόφαση της Δικαιοσύνης (Ανώτατο Δικαστήριο και Audiencia Nacional, που είναι μετεξέλιξη του Tribunal de Orden Publico των τελευταίων ετών της φρανκικής δικτατορίας) για την προφυλάκιση των μελών της καταλανικής κυβέρνησης επιβαρύνει την κατάσταση και καθιστά δυσκολότερη την όποια πολιτική λύση στην κρισιμότερη συνταγματική κρίση της Ισπανίας από το 1977.

Τα αποτελέσματα των εκλογών της 21ης Δεκεμβρίου δεν έδωσαν ξεκάθαρο προβάδισμα ούτε στα κόμματα που στήριξαν τη μονομερή ανακήρυξη της ανεξαρτησίας ούτε στα κόμματα του λεγόμενου «συνταγματικού τόξου» που στήριξαν την αναστολή της καταλανικής αυτονομίας.

Τα κόμματα που στήριξαν την πολιτική της ισπανικής κυβέρνησης, μαζί με την εκλογική συμμαχία όπου συμμετείχε το Podemos (που απορρίπτει την πολιτική τόσο των αυτονομιστών όσο και της κεντρικής κυβέρνησης), απέσπασαν περισσότερες ψήφους από τα αυτονομιστικά (JuntsxCat, ERC-CatSí και CUP), τα οποία όμως μπορούν να σχηματίσουν αυτοδύναμη κυβέρνηση. Η δραματική πτώση του Λαϊκού Κόμματος δεν ισοδυναμεί με απόρριψη της εφαρμογής του άρθρου 155 και την αναστολής της καταλανικής αυτονομίας, αφού πρώτη δύναμη αναδείχθηκε το κεντροδεξιό «Πολίτες» (Ciudadanos) που στήριξε ανοιχτά την πολιτική της κυβέρνησης Ραχόι. Τα αποτελέσματα αποτυπώνουν την πόλωση της καταλανικής κοινωνίας και μένει να δούμε τη νέα κυβέρνηση, για τον σχηματισμό της οποίας την πρωτοβουλία έχει ο αυτοεξόριστος Κάρλες Πουτζεμόν.

 

Ο Σεθέλος-Ισίδωρος Μπάλιος είναι υποψήφιος διδάκτωρ Σύγχρονης Ιστορίας στο Universidad Complutense de Madrid

 

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

  1. Manuel Contreras Casado, Enrique Cebrián Zazurca, «La ley para la reforma política: memoria y legitimidad en los inicios de la transición española a la democracia», Revista de estudios políticos, 168 (2015), σ. 88-89. [doi: http://dx.doi.org/10.18042/cepc/rep.168.03].
  2. Julio Aróstegui, «La transición política y la construcción de la democracia», στο Jesús Martínez (επιμ.), Historia de España, siglo XX 1939-1996, Cátedra, Μαδρίτη 2007 (1991), σ. 271-272.
  3. Pere Ysàs, «La Transición española. Luces y sombras», Ayer 79 (2010), σ. 45-48.
  4. Paloma Aguilar, «Justice, Politics And Memory In Spanish Transition» στο Alexandra Barahona de Brito/Carmen González-Enríquez/Paloma Aguilar (επιμ.), The politics of memory transitional justice in democratizing societies, Oxford University Press, Νέα Υόρκη 2001, σ. 102-103.
  5. Real Decreto-ley 41/1977, de 29 septiembre, sobre restablecimiento provisional de la Generalidad de Cataluña, στο https://www.boe.es/boe/dias/1977/10/05/pdfs/A22047-22048.pdf (πρόσβαση: 18.11.17).
  6. Juan Pablo Fusi, «Los nacionalismos y el Estado español: el siglo XX», Cuadernos de Historia Contemporánea 22 (2000), σ. 45-46.
  7. Το ισπανικό Σύνταγμα διαθέσιμο στο http://www.lamoncloa.gob.es/documents/constitucion_es1.pdf (πρόσβαση: 19.11.2017).
  8. Diario de Sesiones del Congreso de los Diputados, 31 octubre de 1978. Τα πρακτικά συνεδριάσεων διαθέσιμα στο http://www.congreso.es/portal/page/portal/Congreso/Congreso/Publicaciones/IndPub.
  9. Diario de Sesiones del Congreso de los Diputados, 29 de septiembre de 1979.
  10. La Vanguardia, 1.11.79.
  11. Álvaro Soto Carmona, «Continuidad, reformas y sobre todo improvisación» στο Rafael Quirosa-Cheyrouze y Muñoz (επιμ.), Historia de la transición en España. Los inicios del proceso democratizador, Biblioteca Nueva, Μαδρίτη 2007, σ. 237-238.
  12. Για περαιτέρω πληροφορίες: «Catalonia’s independence bid: how did we get here? What is the European dimension? What next?», Real Instituto Elcano, http://www.realinstitutoelcano.org/wps/portal/rielcano_en/contenido?WCM_GLOBAL_CONTEXT=/elcano/elcano_in/zonas_in/catalonia-dossier-elcano-october-2017 (πρόσβαση: 24/11/2017).

 

ΕΙΔΟΠΟΙΗΣΕΙΣ

Εισάγετε το email σας για να ενημερώνεστε για τα νέα άρθρα