Το σκοτεινό είδωλο του μονοθεϊσμού

Για το βιβλίο: Πέτερ Σλότερνταϊκ, Στη σκιά του Σινά: Υποσημείωση περί των απαρχών και των μεταβαλλόμενων μορφών της ολικής συμμετοχής, μτφρ. Νίκος Σουελτζής, επιμ.-εισ. Αντώνιος Καλατζής, Νήσος, Αθήνα 2020, 80 σ.

Σπύρος Καλτσάς

Τχ. 150-151-152

Στο δοκίμιο Στη σκιά του Σινά, το οποίο παρουσιάζεται για πρώτη φορά στο ελληνόφωνο αναγνωστικό κοινό από τις εκδόσεις Νήσος σε μετάφραση του Νίκου Σουελτζή και με ένα κατατοπιστικό εισαγωγικό σημείωμα του Αντώνιου Καλατζή, ο Γερμανός φιλόσοφος Peter Sloterdijk αναζητά τις ρίζες της εθνογενετικής διαδικασίας στην παράδοση των μονοθεϊστικών θρησκειών (Κεφ. 1. «Περιορισμός του πεδίου μάχης»). Είναι αξιοσημείωτο ότι ο Sloterdijk επιλέγει ως αφετηριακό στοχασμό την κριτική στον Johann Gottfried Herder και στην παράδοση του ρομαντισμού (Κεφ. 2. «Περί γενέσεως των λαών εν γένει»). Ο ρομαντισμός στρέφει το βλέμμα του στην ιστορική εμπειρία της πολλαπλότητας των ανθρώπινων συνομαδώσεων, φέρνοντας στην επιφάνεια τους αδιάρρηκτους δεσμούς ανάμεσα στην ύπαρξη των λαών και τη θρησκεία. Ο Sloterdijk δεν αρνείται ότι, πράγματι, κάθε ανθρώπινη κοινότητα εμφανίζεται ιστορικά ως μια κοινότητα κατεξοχήν λατρευτική (σ. 34-35). Η θρησκεία, όπως άλλωστε και η γλώσσα με τις συμβολικές λειτουργίες που επιτελεί, εξασφαλίζει την κοινωνική συνοχή και τη γενεαλογική συνέχεια της κοινότητας μέσα από τη σφυρηλάτηση κοινών συμβολικών δεσμών στις τελετουργίες και τις αφηγήσεις που συνοδεύουν την αναπαράσταση του ιερού (σ. 31-32).

Εντούτοις, ο ρομαντισμός αντιλαμβάνεται την έννοια του λαού με όρους ουσιοκρατικούς. Αντιμετωπίζει τα έθνη ως αυθύπαρκτες πνευματικές και πολιτισμικές υποστάσεις και ερμηνεύει τον ατέλειωτο πλούτο των λαών ως το αποτέλεσμα της ανθρώπινης δημιουργικότητας, στην οποία καθρεφτίζεται η θεϊκή δραστηριότητα. Σε αυτήν τη μεταφυσική λογική, ο Sloterdijk αντιτείνει ότι το πολύχρωμο μωσαϊκό των λαών με τις διαφορετικές θρησκευτικές λατρείες δεν αποτελεί ένα έργο της Θείας Πρόνοιας που παραμένει αναλλοίωτο στον χρόνο και την ιστορία, αλλά υπόκειται σε διαρκείς μεταβολές τις οποίες οφείλει να αποκωδικοποιήσει η στοχαστική και επιστημονική έρευνα, ανασυγκροτώντας τους κοινωνικούς και πολιτισμικούς μηχανισμούς που τις διέπουν (σ. 36-37).

Σε αυτό το πλαίσιο, ο Sloterdijk διακρίνει δύο διαφορετικές και αμοιβαία αποκλειόμενες στρατηγικές διαχείρισης της κοινωνικής και διανοητικής αναστάτωσης που αναπόφευκτα προκαλεί στις κοινωνίες ο λατρευτικός πλουραλισμός. Η πρώτη από αυτές παραπέμπει σε μια πολιτική λατρευτικών «μεταφράσεων» από τη μία κοινότητα στην άλλη. Αυτό που εμφανίζεται ως ανυπέρβλητα αλλότριο και ακατανόητα διαφορετικό, η βιωματική εμπειρία της επαφής με την έτερη κοινότητα το αποκαθιστά ως μορφολογική διαφοροποίηση του ίδιου θεού. Η στρατηγική αυτή απηχεί τον πολιτισμικό συγκρητισμό και παραπέμπει ιστορικά στις αυτοκρατορικές συσσωματώσεις που αγνοούν τη λογική της ταυτοτικής και θρησκευτικής περιχαράκωσης, ενεργοποιώντας μια διαχειριστική πολιτική διατήρησης του «Ενός-μέσα-στα-Πολλά» (σ. 38-39). Η ταυτότητα εδώ διατηρείται μέσα από την οικειοποίηση της πολλαπλότητας και ευνοεί τη λογική της σύνθεσης και όχι της αναγωγής της μίας και ορθής αναπαράστασης του ιερού σε προνόμιο μιας ιδιαίτερης κοινότητας.

Σε αντίθεση με τη στρατηγική της σύνθεσης, η δεύτερη στρατηγική εκφράζει μια καινοφανή ιστορικά επιλογή στην οποία αφοσιώνεται ολοκληρωτικά το έθνος του Ισραήλ, με σκοπό τη διάκριση και τη διατήρηση της ταυτότητάς του απέναντι στον εθνο-λατρευτικό ορυμαγδό. Η στρατηγική αυτή αποκαλείται από τον Sloterdijk «στρατηγική μοναδικοποίησης». Η «στρατηγική μοναδικοποίησης» είναι ταυτόχρονα μια διαδικασία εθνο-ποιητική και μια διαδικασία θεο-ποιητική. Η λατρευτική σχέση με τον αποκλειστικό και ασύγκριτα μοναδικό και αμετάφραστο Θεό μετουσιώνεται σε ασύγκριτο και ανυπέρβλητο προνόμιο της κοινότητας. Η μία διαδικασία προϋποθέτει και καθρεφτίζει αμοιβαία την άλλη, στο πλαίσιο του θεμελιώδους ενοποιητικού δεσμού που συνάπτεται ανάμεσα στον Θεό και τον λαό του Ισραήλ «υπό το έμβλημα της Θεολογίας της Διαθήκης (Bundestheologie)» (σ. 41). Η λατρεία του Θεού συνεπεκτείνεται εδώ με την αναγωγή της κοινότητας σε μια μοναδική και ασύγκριτη λατρευτική ενότητα που απολαμβάνει της θείας χάριτος στο πλαίσιο ενός ακατάλυτου δεσμού, «ενός συμβολαίου μη πρόσμειξης και μη μετάφρασης, συνδεδεμένου με την υπόσχεση της ύψιστης λύτρωσης» (σ. 41-42).

Ο Sloterdijk εκθέτει αναλυτικά τους όρους και τις συνέπειες της «στρατηγικής μοναδικοποίησης» με αναφορά στο βιβλικό επεισόδιο που λαμβάνει χώρα στο όρος Σινά, όταν, επιστρέφοντας από το όρος, ο Μωυσής αντιλαμβάνεται ότι η πλειονότητα των Ισραηλιτών έχει παραβεί τη θεία εντολή και επιδίδεται σε ειδωλολατρικούς εορτασμούς (Κεφ. 3: «Το “μοντέλο Σινά”: Η ολοκληρωτική αφοσίωση»). Η αδιανόητη σφαγή που ακολουθεί αποκτά παραδειγματικό χαρακτήρα για την αυτοκατανόηση της κοινότητας, σύμφωνα με τον Sloterdijk, ο οποίος υπογραμμίζει «την αρχετυπική δυναμική της σκηνής του Σινά στο πλαίσιο της στρατηγικής της μοναδικοποίησης» (σ. 56, υποσημείωση 7). Το κεντρικό επιχείρημα εδώ είναι ότι τα διάφορα βιβλικά επεισόδια της βίας αποκτούν μια ενιαία λογική, με αφετηρία τις τρομακτικές συνέπειες που συνεπάγεται η ρήξη του συμφωνημένου δεσμού ανάμεσα στον Θεό και τον λαό του Ισραήλ. Το επαναλαμβανόμενο μοτίβο της (πραγματικής ή δυνητικής) ρήξης του δεσμού με τον Θεό καθιστά δυνατή την αφηγηματική ενότητα της ιστορίας του λαού του Ισραήλ (σ. 51).

Αυτό δεν σημαίνει, ωστόσο, ότι η σημασία του βιβλικού επεισοδίου εξαντλείται στη συμβολική του διάσταση. Η διαδικασία μοναδικοποίησης παραπέμπει σε μια αυτο-διαπλαστική διαδικασία, η οποία εκτείνεται στον χρόνο και την ιστορία, προδιαγράφει τους όρους συμμετοχής στην κοινότητα και μετασχηματίζει την ανάγκη διατήρησης του δεσμού με τον Θεό σε απαράβατο κανόνα και απαράγραπτο καθήκον για όλα τα μέλη της κοινότητας. Η βία που αναβλύζει και περιγράφεται με ιδιαίτερη γλαφυρότητα στις βιβλικές αφηγήσεις δεν ερμηνεύεται ανθρωπολογικά ως το απότοκο μιας αρχέγονης επιθετικότητας ή ως το «εθνογραφικό» αποτύπωμα της βίαιης και επεκτατικής φύσης του λαού του Ισραήλ, αλλά εκφράζει την αυστηρότητα της δέσμευσης που έχει συναφθεί ανάμεσα στον Θεό και τον λαό του και καθρεφτίζει τον αυτο-διαπλαστικό χαρακτήρα του «επισφαλούς προνομίου της αυστηρότητας προς εαυτόν· ένα προνόμιο το οποίο, διατυπωμένο θετικά, ονομάζεται “εκλογή”» (σ. 55).

Το βιβλικό επεισόδιο του όρους Σινά αποκτά, πέραν του μυθοπλαστικού του χαρακτήρα, μια σημασία εγγενώς πολιτική. Το κατά Sloterdijk «μοντέλο Σινά» οριοθετεί για πρώτη φορά στην ιστορία έναν «ολικό θεσμό» με προγραμματικό χαρακτήρα (σ. 60), τον οποίο οφείλουμε να διακρίνουμε ριζικά από κάθε άλλη κοινωνία, θρησκεία ή λατρευτική παράδοση. Οι βιαιότητες, οι αυστηρές παραινέσεις και οι επαπειλούμενες τιμωρίες, οι τρομακτικές συμφορές, οι αναθεματισμοί και οι βαναυσότητες που περιγράφονται στα διάφορα βιβλικά επεισόδια βρίσκονται σε απόλυτη συμφωνία «με τις θεμελιώδεις αρχές αυτής της ζηλωτικής κουλτούρας που γεννήθηκε στο Σινά» (σ. 54). Αυτό είναι ακριβώς το νόημα που προσλαμβάνει η αξίωση «ολικής συμμετοχής» στην κοινότητα, η οποία ανάγει σε ύψιστο καθήκον ζηλωτικής κινητοποίησης τη διάκριση και διατήρηση της ιδίας ταυτότητας με κάθε κόστος. Ο φόβος μπροστά στην απειλή της θείας αντεκδίκησης που επικρέμαται πάνω από τον λαό του Ισραήλ έχει ως αποτέλεσμα τον ριζικό μετασχηματισμό της πίστης σε απόλυτη υπαρξιακή δέσμευση και της ανάγκης διατήρησης του συμφωνηθέντος δεσμού σε συλλογικό καθήκον, προσανατολίζοντας την τιμωρητική βία προς το εσωτερικό της κοινότητας (σ. 62).

Η συνθήκη αυτή περιγράφεται από τον Sloterdijk με τον όρο «φοβοκρατία» (Κεφ. 4: «Φοβοκρατία: Περί εξάπλωσης της αρχής της ολικής συμμέτοχης»). Ο όρος αυτός εκφράζει την ψυχοκοινωνική διάσταση του ιερού δεσμού ανάμεσα στον λαό του Ισραήλ και τον Θεό και αποτυπώνει την εξουσιαστική δυναμική που αναπτύσσει το συναίσθημα του φόβου στο εσωτερικό της κοινότητας. Ο φόβος έχει ως αποτέλεσμα τη μεταστροφή της κοινότητας σε «ζηλωτική συλλογικότητα» στον βαθμό που ο κίνδυνος της ρήξης του δεσμού απλώνεται σε όλες τις πτυχές της καθημερινής δραστηριότητας, επιβάλλοντας στα μέλη της συγκεκριμένα καθήκοντα και υποχρεώσεις που αγγίζουν τα έσχατα όρια του βίου (σ. 59). Η αφηγηματική ενότητα που επιφέρει το βιβλικό επεισόδιο του Σινά στην ιστορία του λαού του Ισραήλ συνυφαίνεται εδώ με την εγγενώς πολιτική διάσταση του φόβου, με την επαναληπτική, «ασκητική» επίδραση του συναισθήματος του φόβου μέσω του οποίου η κοινότητα επενεργεί αυτο-διαπλαστικά πάνω της, δημιουργώντας την ίδια στιγμή μια καινοφανή σχέση με τον κόσμο (σ. 62). Ο φόβος ενεργοποιεί ένα συλλογικό υποκείμενο μέσω της κοινής δράσης και διαμορφώνει το ιστορικό πεπρωμένο του διατηρώντας ζωντανή την επίγνωση του δεσμού με τον Θεό. Διότι το φαινομενικά παθητικό συναίσθημα του φόβου δεν αποσκοπεί μόνο στην περιχαράκωση της κοινότητας απέναντι στις άλλες κοινότητες, αλλά προσανατολίζεται πρωτίστως στην ενεργητική διαφύλαξη των ορίων της κοινότητας με αφετηρία το εσωτερικό της, όπως καταδεικνύει με ιδιαίτερη ενάργεια η τεράστια σημασία που αποδίδεται στην αποστασία και οι τρομακτικές ποινές που το παράπτωμα αυτό επιφέρει (σ. 61, 65).

Εστιάζοντας στο επιχείρημα του Sloterdijk συνολικά, είναι χρήσιμο να τονιστεί ότι η διαπραγμάτευση της προβληματικής παρακάμπτει σκόπιμα κάθε θεολογική διαπραγμάτευση του μονοθεϊσμού. Αυτό που ενδιαφέρει την έρευνα σχετικά με τη σχέση βίας και μονοθεϊσμού, όπως τονίζει η Regina Schwartz στη σχετική μελέτη της, είναι να αποκρυπτογραφήσει τη σχέση ανάμεσα στη βία και τον μονοθεϊσμό με όρους ιστορικούς, κοινωνικούς και πολιτισμικούς, αποφεύγοντας τον θεολογικό αναγωγισμό.1 Ακολουθώντας αυτήν τη μεθοδολογική λογική, ο Sloterdijk τονίζει ότι η μελέτη των εθνογενετικών διαδικασιών πραγματοποιείται με όρους «κοσμικούς» (σ. 36) και η ανάλυση εστιάζει «στην εξέταση του φαινομένου της ζηλωτικής και δυνάμει βίαιης μορφής κινητοποίησης μέσω συγκεκριμένων θρησκευτικών τύπων» (σ. 27) κωδικοποιώντας μια πολιτικο-ταυτοτική δυναμική που κατανοείται με όρους ψυχοκοινωνικούς και πολιτισμικούς. Ο Sloterdijk συνεχίζει εδώ την παράδοση του «μεθοδολογικού αθεϊσμού», η οποία αδρανοποιεί το ερώτημα σχετικά με την «αλήθεια» της πίστης και απομονώνει κάθε αναφορά στα υπερβατικά θεμέλια της θρησκείας, εστιάζοντας στη μελέτη του θρησκευτικού φαινομένου ως κοινωνικής και πολιτισμικής πραγματικότητας.2 Είναι χαρακτηριστικό ότι η περίφημη «απαγόρευση των εικόνων», η απαγόρευση απεικόνισης του ιουδαϊκού Θεού, δεν ερμηνεύεται με όρους θεολογικούς ως μια οντολογικά καινοφανής αντίληψη του Θεού, αλλά ως μια ευρηματική κοινωνικά και πολιτισμικά σύλληψη, η οποία συγκροτεί το λατρευτικό υπόβαθρο της μοναδικοποιητικής στρατηγικής (σ. 40-41).

Ο Sloterdijk ενοποιεί την «τριάδα των κλασικών μονοθεϊσμών», αποδίδοντάς τους όχι μια κοινή θεολογική καταγωγή από έναν μυθικό προπάτορα, αλλά μια κοινή ψυχοκοινωνική δομή που ανάγεται στην εθνογενετική διαδικασία της ολικής συμμετοχής και φανερώνεται εναργέστατα στη βαθιά αγωνία που κατατρύχει τις τρεις θρησκείες απέναντι στο πρόβλημα της αποστασίας (σ. 65). Σε αυτό το πλαίσιο, η επεκτατική βία ερμηνεύεται ως το αποτέλεσμα του ύστερου πολιτισμικού και πολιτικού μετασχηματισμού του «μοντέλου Σινά», το οποίο κληροδοτείται από την ιουδαϊκή θρησκεία στον χριστιανισμό και στο Ισλάμ και, αποδεσμευμένο πλέον από τη λογική της εθνοτικής περιχαράκωσης, προσλαμβάνει τη μορφή «επεκτατικών, μη ιουδαϊκών συλλογικών προγραμμάτων». Διαβάζουμε, λοιπόν, ότι τα «γνωστά μαζικά ξεσπάσματα βίας» τόσο προς το εξωτερικό όσο και προς το εσωτερικό εμφανίζονται «για πρώτη φορά» στο πλαίσιο αυτών των επεκτατικών προγραμμάτων. Αυτή η κίνηση επιτρέπει στον Sloterdijk να κάνει λόγο «για μια ομάδα μονοθεϊστικών θρησκειών και για την προβληματική τους σχέση με τη βία […]» (σ. 63), σχέση η οποία στη συνέχεια υποβάλλεται σε περαιτέρω μετασχηματισμούς προσλαμβάνοντας στη νεωτερικότητα τη μορφή «υποκατάστατων θρησκειών».

Πιο αναλυτικά, στο 5ο και καταληκτικό κεφάλαιο του δοκιμίου (Κεφ. 5: «Μεταμορφώσεις της συμμετοχής»), ο Sloterdijk αναφέρεται σε πολιτικά ή πολιτικο-θρησκευτικά κινήματα, καθεστώτα και φαινόμενα όπως ο εθνικισμός, ο ολοκληρωτισμός, ο φασισμός, ο κομμουνισμός, ο φονταμενταλισμός ή ο ιντεγκρισμός, αποδίδοντας την εμφάνισή τους στην απεγνωσμένη απόπειρα αναβίωσης των ψυχοκοινωνικών και συμβολικών προϋποθέσεων ολικής συμμετοχής, των οποίων η βαθμιαία έκλειψη βιώνεται από μέρος των πιστών ως «απώλεια νοήματος». Σύμφωνα με τον Sloterdijk, η αναδίπλωση σε διάφορες μορφές ζηλωτικής κινητοποίησης, νέες και παλαιές, οφείλει να γίνει κατανοητή ως νοσταλγική οπισθοδρόμηση σε μια παρωχημένη αντίληψη περί ανθρώπινης κοινωνικότητας, η οποία περιστασιακά και μόνο απασχολεί πλέον τη νεωτερικότητα (σ. 69, 73). Σχετικά με τα όποια κατάλοιπα βίας από την πλευρά της θρησκείας, ο Sloterdijk υπογραμμίζει την ανάγκη να υιοθετηθεί ένα πολιτικό πρόγραμμα «εκπολιτισμού της θρησκείας» με συγκεκριμένες ψυχοκοινωνικές και παιδαγωγικές παραμέτρους, τις οποίες εντοπίζει σε θεωρητικούς και στοχαστές όπως ο Erasmus, o Spinoza, ο William James, ο Gershom Scholem, ο Jan Assmann (σ. 76-77).

Κεντρικός άξονας των αναλύσεων του Sloterdijk είναι η θέση ότι η απώλεια της κοινωνικής λειτουργίας της θρησκείας συμπαρασύρει τις συλλογικές μορφές κοινωνικότητας συνολικά. Ο ριζικός μετασχηματισμός της θρησκείας σε ζήτημα υποκειμενικής επιλογής και η αντιμετώπιση του ατόμου ως φορέα αναπαλλοτρίωτων θεμελιωδών δικαιωμάτων έχουν καταστήσει την ολική συμμετοχή μια ιδέα που αναδύει την αύρα ενός μακρινού παρελθόντος. Όταν η θρησκεία εξαντλείται στη διαχείριση της αγωνίας της ατομικής ύπαρξης, το σκοτεινό είδωλο του μονοθεϊσμού αρχίζει να ξεθωριάζει, η συμμετοχή στη συλλογικότητα δεν συνεπάγεται την απόλυτη και καταναγκαστική δέσμευση του ατόμου, η νεωτερικότητα δεν αναγνωρίζει τον εαυτό της στο καθήκον θυσίας. Ο μετασχηματισμός της θρησκείας σε ιδιωτικό ζήτημα ευνοεί τον αξιολογικό πλουραλισμό και καθιστά την ολική συμμετοχή μια επιλογή εγγενώς προαιρετική (σ. 72-73).

Το επιχείρημα του Sloterdijk δεν είναι, ωστόσο, χωρίς προβλήματα. Ο Sloterdijk παραφράζει τον Habermas κάνοντας λόγο για «αλλαγή δομής της συμμετοχικότητας», αλλά ουσιαστικά υιοθετεί τη σκοπιά της θεωρίας των συστημάτων και αναπτύσσει μια νεο-ντιρκεμιανή, λειτουργιστική θεώρηση σύμφωνα με την οποία η απόσυρση της θρησκείας στην ιδιωτική σφαίρα συνεπάγεται τον θρυμματισμό του κοινωνικού –ο «λαός» μετασχηματίζεται σε «πλήθος»– και την αποσάθρωση κάθε ουσιαστικού συμβολικού, ηθικού ή πολιτισμικού συλλογικού δεσμού (σ. 73, 75). Συνάγεται από το επιχείρημα αυτό ότι μια κοινωνία απαλλαγμένη από το ιστορικό και πολιτισμικό άχθος της «σκιάς του Σινά» θα ισοδυναμούσε αυτομάτως με μια κοινωνία απαλλαγμένη από τη βία, η οποία θα είχε εξέλθει στο κατάφωτο ξέφωτο της ανεκτικότητας και του σεβασμού του ατόμου ως υποκείμενο του δικαίου; Η (πρόσφατη) ιστορική εμπειρία συνηγορεί, κατά το μάλλον ή ήττον, υπέρ του αντιθέτου. Η διάκριση ανάμεσα στο «απόλυτο» της προ-νεωτερικής θρησκείας και στη νεωτερική θρησκεία ως «μια εναλλακτική επιλογή ανάμεσα στις άλλες» (σ. 74-75), που κινητοποιεί ο Sloterdijk, ενέχει εδώ τον κίνδυνο διολίσθησης σε μια άκαμπτη διαφοροποίηση ανάμεσα στον «μονοθεϊσμό» της βίας και έναν (μεταμονέρνο;) αξιολογικό και πολιτισμικό «πολυθεϊσμό» (σ. 76, 79, υποσημείωση 9), την οποία ο ίδιος ο Sloterdijk έχει απορρίψει με το επιχείρημα ότι η διάκριση ανάμεσα σε έναν μονοθεϊσμό συγγενή προς τη βία και έναν πολυθεϊσμό απαλλαγμένο από αυτή συνιστά μια διάκριση θεωρητικά αφελή και ανεπαρκή για την κατανόηση των υπό εξέταση φαινομένων (σ. 27).

Το κρίσιμο ερώτημα δεν αναφέρεται, σε τελευταία ανάλυση, στο εάν ο μονοθεϊσμός, ανεξάρτητα από τον τρόπο κατανόησής του, διατηρεί μια αποκλειστική σχέση με τη βία ως μονοθεϊσμός, αλλά στο εάν ο μονοθεϊσμός έχει διαμορφώσει και έχει κατόπιν υποβάλει στον ιστορικο-κοινωνικό μετασχηματισμό, με διάφορους τρόπους και για διάφορους λόγους, μια πρωτοτυπική και προνομιακή, αλλά σε κάθε περίπτωση αναμορφούμενη σχέση με τη βία. Σε ένα πιο αφηρημένο επίπεδο, το κρίσιμο ερώτημα που προκύπτει από τις αναλύσεις του Sloterdijk είναι το εξής: Είμαστε σε θέση να σκεφτούμε μια μη βίαιη μορφή εθνογένεσης, μια μορφή συμμετοχής χωρίς το ψυχοκοινωνικό υπόβαθρο της ζηλωτικής κινητοποίησης; Ο Sloterdijk δεν αφήνει πολλά περιθώρια σχετικά με τη δυνατότητα μιας απάντησης καταφατικής.

Παρ’ όλα αυτά, με αφορμή μια παρατήρηση του Avishai Margalit,3 ο Sloterdijk επανέρχεται στο «Εβραϊκό ζήτημα» υιοθετώντας, ως φαίνεται, μια θέση ριζικά διαφορετική η οποία αποδεσμεύει ρητά τη (συλλογική) απώλεια της θρησκείας από τη λογική της ρήξης του συμφωνημένου δεσμού και από τις βίαιες συνυποδηλώσεις που αυτή συνεπάγεται, υπό την προϋπόθεση ότι «οι εμπλεκόμενοι παραμένουν σε ένα συνεχές εθνικής αφοσίωσης και βασικού ηθικού προσανατολισμού» (σ. 79, υποσημείωση 3). Δεν αποτυπώνεται εδώ η λογική ενός συλλογικού δεσμού απαλλαγμένου από τη λογική της ζηλωτικής κινητοποίησης; Ο Sloterdijk προτιμά να αφήσει αυτό το νευραλγικό ερώτημα ανοικτό, σημειώνοντας στην καταληκτική παράγραφο του δοκιμίου το εξής: «Το αν θα είναι κάποτε εφικτές οι αποδείξεις της ύπαρξης ενός λαού δίχως προσφυγή στη βία, πόσο μάλλον το αν θα είμαστε ποτέ σε θέση να μην τις έχουμε καν ανάγκη, θα φανεί σε ένα μακρινό μέλλον» (σ. 78). Στο σημείο αυτό αναδύονται κρίσιμα ερωτήματα. Δεν υπάρχει, ωστόσο, καμία αμφιβολία ότι το δοκίμιο του Sloterdijk αποτελεί μια σημαντική ευκαιρία να έρθει το ελληνόφωνο αναγνωστικό κοινό σε επαφή με τη σκέψη ενός στοχαστή πρωτότυπου και προκλητικού, ελάχιστα μεταφρασμένου και διαβασμένου στην Ελλάδα4 με αφορμή μια ιδιαίτερα σημαντική προβληματική η οποία βρίσκεται στο επίκεντρο της ακαδημαϊκής και δημόσιας συζήτησης.

Ο Σπύρος Καλτσάς διδάσκει στο Τμήμα Πολιτικής Επιστήμης και Δημόσιας Διοίκησης, ΕΚΠΑ.

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

1. Regina M. Schwartz, The Curse of Cain: The Violent Legacy of Monotheism, The University of Chicago Press, Σικάγο – Λονδίνο 1997, σ. 16-7, 31.

2. Peter Berger, The Sacred Canopy: Elements of a Sociological Theory of Religion, Doubleday, Γκάρντεν Σίτι 1967.

3. Ο Sloterdijk αναφέρεται στην παρατήρηση του Margalit ότι «οι περισσότεροι Εβραίοι» θα είχαν σήμερα «χάσει την πίστη τους, δίχως όμως να χάσουν, ούτε για μια στιγμή, το αίσθημα ότι είναι Εβραίοι» (Apostasie, επιμ. Volker Drehsen, Mohr Siebeck, Τύμπινγκεν 2012, σ. 59).

4. Βλ. τις παρατηρήσεις του Αντώνιου Καλατζή στο Εισαγωγικό σημείωμα: «Στη σκιά του Σλότερνταϊκ».

 

Δείτε Επίσης

Αφήστε μια απάντηση

ΕΙΔΟΠΟΙΗΣΕΙΣ

Εισάγετε το email σας για να ενημερώνεστε για τα νέα άρθρα