ΤΟ ΤΕΛΟΣ ΤΗΣ ΕΠΙΘΕΩΡΗΣΗΣ Le Débat ΠΡΟΚΑΛΕΙ ΑΠΟΚΛΙΝΟΥΣΕΣ ΑΝΑΓΝΩΣΕΙΣ ΣΤΟΥΣ ΚΟΛΠΟΥΣ ΤΗΣ ΓΑΛΛΙΚΗΣ ΣΚΕΨΗΣ

Nicolas Truong

(Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα Le Monde στις 20 Σεπτεμβρίου 2020. Μετάφραση στα ελληνικά: Γιάννης Μπαλαμπανίδης)

Το τέλος του Débat [Διάλογος] σημαίνει άραγε και τον θάνατο του διαλόγου εν γένει; Το ερώτημα αυτό έχει τεθεί επανειλημμένα από τις 29 Αυγούστου, όταν και έπαψε η κυκλοφορία του περιοδικού, το οποίο κυκλοφόρησε αδιάλειπτα από το 1980 έως το 2020 από τις εκδόσεις Gallimard, με διευθυντή τον ιστορικό Pierre Nora, αρχισυντάκτη τον φιλόσοφο Marcel Gauchet και βασικό σύμβουλο έκδοσης τον Krzysztof Pomian.

Ο Pierre Nora δεν έχει άδικο: «Το τέλος ενός σημαντικού περιοδικού έχει πάντοτε μια σημασία που το υπερβαίνει», γράφει στο editorial του τελευταίου τεύχους (τχ. 210, Μάιος – Αύγουστος 2020) που βγήκε στις 10 Σεπτεμβρίου. Κατά κάποιον τρόπο, το Débat σταματάει να κυκλοφορεί για τους ίδιους λόγους που οδήγησαν στη δημιουργία του. Με έτος γέννησης το 1980, χρονιά του θανάτου του Jean-Paul Sartre, το περιοδικό ερχόταν σε ρήξη με τη φιγούρα του στρατευμένου διανοουμένου. Να τελειώνουμε με αυτή την «τυραννική και δεσποτική» φύση, διακήρυσσε ο Pierre Nora στον διάλογο με τον Régis Debray, που είχε οργανωθεί επ’ ευκαιρία της κυκλοφορίας του πρώτου τεύχους, αλλά δημοσιεύθηκε τριάντα χρόνια αργότερα («Continuer Le Débat», τχ. 160, 2010).

Το περιοδικό πρωτοκυκλοφόρησε με σκοπό «να σπάσει αυτό το σύμφωνο με τη βία που τους έχει συγκροτήσει ως [στρατευμένους] διανοούμενους» και για να γίνει ένας προνομιακός χώρος ώστε να αναπτυχθούν οι ειρηνευμένες διαμάχες της δημοκρατικές εποχής. Περιοδικό μετα-μαρξιστικό και μετα-δομιστικό επίσης, συγκαιρινό με αυτό που θα λέγαμε «τέλος των ιδεολογιών».

«Δεν έχουμε να υπερασπιστούμε καμιά φιλοσοφία και κανέναν “-ισμό” να επιβάλουμε», υποστήριζε ο Pierre Nora. «Θα σας πω τι με ενοχλεί στο εγχείρημά σας: η φοβερή του αβρότητα. Δεν είναι του γούστου μου οι καλοί τρόποι, ούτε οι ευγενικές σκέψεις», αντιγύριζε ο Debray. Και ο Michel Foucault έπιασε αμέσως το νόημα, όπως θυμάται ο Nora: «Ένιωσε το πρώτο τεύχος του περιοδικού σαν επίθεση εναντίον του. Έτσι, η φιλία μας για κάποιο διάστημα ράγισε».

Το Débat πράγματι επιχειρούσε να απωθήσει τη σαρτρική φιγούρα του προφητικού διανοουμένου – αυτού που ενσαρκώνει την οικουμενική συνείδηση και προσανατολίζει τη δράση, εν προκειμένω για τον Sartre και τους οικείους του, τη δράση προς την Επανάσταση, την αλά Foucault ενσάρκωση του ειδικού διανοουμένου που θέτει τις γνώσεις του στην υπηρεσία ενός σκοπού, όπως έκανε ο Foucault ιδίως με το ζήτημα των φυλακών, ακόμη και την μπουρντιεϊκή έννοια του συλλογικού διανοουμένου, που έμελλε να διατυπωθεί αργότερα, δηλαδή τη συσπείρωση ειδικευμένων διανοουμένων που συστρατεύονται σχηματίζοντας δίκτυα κριτικής σκέψης προκειμένου να φανταστούν μια άλλη πολιτική.

Σήμερα, το Débat αποσύρεται από την κυκλοφορία γιατί, σύμφωνα με τη σύνταξή του, η μιντιακή πολεμική έχει πάρει τη θέση του δημοκρατικού διαλόγου. Αλλά, προσθέτει ο Marcel Gauchet, και επειδή «αναδύονται και πάλι οι ριζοσπαστισμοί». Έτσι ξανακλείνει η σαγηνευτική παρένθεση που είχε ανοίξει ανάμεσα στην έκλειψη της επαναστατικής προσδοκίας και στην επιστροφή των «ολοκληρωτικών αντανακλαστικών», που ενίοτε βρίσκονται «κρυμμένα πίσω από τους πιο ευγενείς προοδευτικούς σκοπούς», όπως λέει αποδοκιμαστικά η κοινωνιολόγος Nathalie Heinich.

Αλχημεία

Μια παρένθεση που είχε ανοίξει με την ανάπτυξη της «νέας ιστορίας» (nouvelle histoire), εκείνου του ιστοριογραφικού ρεύματος που, όπως έλεγε ο μεσαιωνολόγος Jacques Le Goff, «μιλούσε με την ιστορία στον ενικό». Ιστορική προσέγγιση που αναζητά τα προβλήματα πίσω από τις αφηγήσεις και μελετάει εξονυχιστικά το φαντασιακό και τις νοοτροπίες των κοινωνιών στη σκιά των μεγάλων γεγονότων του παρελθόντος – και που βασικοί εκπρόσωποί της υπήρξαν ο Emmanuel Le Roy-Ladurie και ο Georges Duby.

Κι έπειτα, μια ολόκληρη σειρά συζητήσεων που ξεκίνησε με τα άρθρα του François Furet για το ζήτημα της επανάστασης («La Révolution sans la Terreur?», τχ. 13, 1981), της Mona Ozouf για τα 200 χρόνια από το 1789 («Peut-on commémorer la Révolution française?», τχ. 26, 1983) ή του Alain Minc και του Pierre Rosanvallon για την «υπόγεια [μαύρη] οικονομία». Και μια ολόκληρη περίοδος σημαδεμένη από σημαίνουσες αντιπαραθέσεις, όπως η επίθεση του ανθρωπολόγου Claude Lévi-Strauss ενάντια σε μια ορισμένη εικαστική «νεωτερικότητα» δέκα χρόνια πριν από τη διαμάχη για τη σύγχρονη τέχνη («Le métier perdu», τχ. 10, 1981) ή η δραματική προειδοποίηση του πεζογράφου Milan Kundera για την εξελισσόμενη τραγωδία στην κεντρική Ευρώπη («Un Occident kidnappé», τχ. 27, 1983).

«[Δίνουμε στο περιοδικό το όνομα] Le Débat, γιατί στη Γαλλία διάλογος δεν υπάρχει», έλεγε κάπως τολμηρά ο Pierre Nora στο πρώτο τεύχος. Στο ίδιο που ο φιλόσοφος Κορνήλιος Καστοριάδης, ο ιστορικός Eric Hobsbawm και ο βιολόγος François Jacob παρουσίαζαν βιβλία που κυκλοφορούσαν εκτός Γαλλίας. Ο Pierre Nora ήθελε τότε να φτιάξει κάτι σαν τη γαλλική εκδοχή του New York Review of Books, γι’ αυτό και είχε ζητήσει από τον δημοσιογράφο Jean Lacouture να στρωθεί στη δουλειά μαζί τους. Όταν όμως εκείνος αρνήθηκε, εμπιστεύθηκε αυτό το έργο στον Marcel Gauchet, υπό την καθοδήγηση του φιλοσόφου Claude Lefort, ο οποίος προσπαθούσε να πλασάρει τον παλιό του μαθητή που ήδη είχε κάνει τη θητεία του στα περιοδικά Libre και Textures. Συμμαχία εκ πρώτης όψεως παράδοξη ανάμεσα στον ιστορικό που προερχόταν από τους κόλπους της πεφωτισμένης αστικής τάξης του Παρισιού και στον παλιό αριστεριστή της σχολής της Καέν, γιο ενός αγωγιάτη από τη Νορμανδία και νεαρό διανοούμενο «που έμοιαζε με παιδαγωγό τύπου Péguy και εφημέριο σε θεολογικό σεμινάριο», θυμάται ο Nora.

Κι όμως, η αλχημεία πέτυχε, όπως μαρτυρούν και οι καθιερωμένες τελετουργικές συναντήσεις κάθε Δευτέρα απόγευμα, επί σαράντα χρόνια. «Ήταν ταυτόχρονα εκκλησιαστική λειτουργία και αγώνας κονταρομαχίας», λέει ο Nora, που δεν αποκλείει να συνεχιστούν, αφού η σειρά βιβλίων του Débat, που ήδη μετράει 80 τίτλους, πρόκειται να συνεχιστεί με διάφορες μορφές. Ένα ντουέτο, ή μάλλον ένα τρίο, αφού ο ιστορικός και συγγραφέας του Lieux de Mémoire και ο φιλόσοφος του Désenchantement du monde είχαν στο πλευρό τους και τον Krzysztof Pomian, ιστορικό πολωνικής καταγωγής, ο οποίος εξέφραζε ιδίως τον αντι-ολοκληρωτισμό του περιοδικού, μέγας ευρυμαθής που πρόσφατα εξέδωσε τον πρώτο τόμο του έργου του, Musée, une histoire mondiale.

Οι υπεύθυνοι του περιοδικού λοιπόν θεωρούν ότι τέσσερις είναι οι βασικοί λόγοι που αυτό το εγχείρημα βυθίστηκε πλέον αυτοβούλως: η εγκυκλοπαιδική περιέργεια και φιλομάθεια έχουν πια εξασθενίσει, οι ελίτ γίνονται όλο και λιγότερο «διανοούμενες», το είδος του περιοδικού γενικής παιδείας έχει πεθάνει και, επίσης, ο δημόσιος διάλογος έχει πια ριζοσπαστικοποιηθεί.

Σε αυτούς τους λόγους μπορούμε να προσθέσουμε και ακόμη έναν, πιο πεζό: την ηλικία των επικεφαλής του περιοδικού. Όπως λέει με χιούμορ ο Pierre Nora, ο οποίος είναι 99 ετών, μαζί με τον Gauchet (74 ετών) και τον Pomian (86 ετών) «είμαστε οι τρεις μας σχεδόν 250 χρονών». Δεν είναι διόλου ασήμαντη η γήρανση της εκδοτικής ομάδας, αφού, όπως παρατηρεί ο François Dosse, ιστορικός των ιδεών και βιογράφος του διευθυντή του περιοδικού (Pierre Nora. Homo historicus, Perrin, Παρίσι 2011), «αυτή η λέσχη των λαμπρών γεροντοκρατών, που οπωσδήποτε η αποτίμησή της είναι συνολικά θετική, δεν κατάφερε να δώσει τη σκυτάλη και να ανανεωθεί γενεαλογικά».

Το λυκόφως των διανοουμένων;

Η φθίνουσα πορεία της εγκυκλοπαιδικής φιλομάθειας πάει μαζί με την καθίζηση του επιπέδου της εκπαίδευσης, αφού, όπως το συνοψίζει ο Pierre Nora, «το πτυχίο του πανεπιστημίου είναι ό,τι ήταν παλιά το απολυτήριο του λυκείου» – και συνεχίζει: «Οι φοιτητές δεν διαβάζουν πια». Ένας ολόκληρος κόσμος χάνεται, ο κόσμος στον οποίο υπήρχαν εκπομπές όπως η εκπομπή βιβλίου Apostrophes του Bernard Pivot, με τον οποίο ο Pierre Nora συνέγραψε κάποτε το Le Métier de lire (Gallimard, Παρίσι 1990)· ο κόσμος των παλαιών φυλάρχων της Sciences Po, που υπήρξαν επί μακρόν συνεργάτες του περιοδικού και τους συναντάμε και στο τελευταίο τεύχος, από την ιστορικό Hélène Carrère d’Encausse έως τον οικονομολόγο Jacques Mistral.

Οι συνέπειες για τις εκδόσεις βιβλίων ανθρωπιστικών επιστημών, σύμφωνα με τον διευθυντή του Débat, ήταν βαριές. Το Επιτήρηση και τιμωρία του Foucault (1975) είχε πουλήσει 311.000 αντίτυπα, το Montaillou village occitan του Emmanuel Leroy-Ladurie (1975) 157.000 και το Saint Louis του Jacques Le Goff (1996) 74.000, σημειώνει ο Nora, ο οποίος και τα είχε επιμεληθεί με ζέση και αυστηρότητα, σε σημείο που ο Aragon τον αποκαλούσε «ο κύριος υποσημειώσεις». Σήμερα «αν ένα βιβλίο πουλήσει 3.000 αντίτυπα, να είμαστε και ευχαριστημένοι». Διαπίστωση πικρή και βλοσυρή: «Οι ανθρωπιστικές επιστήμες έχουν υποστεί καταστροφή», διαβεβαιώνει ο Pierre Nora.

Έχει επέλθει όμως ο θάνατος των ανθρωπιστικών σπουδών; «Βεβαίως και όχι», απαντά ο Hugues Jallon, επικεφαλής των εκδόσεων Seuil. «Ακούω αυτήν τη μόνιμη επωδό είκοσι χρόνια τώρα. Αντιθέτως, υπάρχει μια αναγέννηση του ενδιαφέροντος για τις κριτικές ανθρωπιστικές σπουδές. Ένα μόνο σημάδι από τα πολλά είναι η επιτυχία του βιβλίου του Thomas Piketty Το Κεφάλαιο στον 21ο αιώνα, που πούλησε κοντά 400.000 αντίτυπα». Όμως, προσθέτει, «το ενδιαφέρον των αναγνωστών μετατοπίζεται προς μια κοινωνική κριτική πιο τεκμηριωμένη και πιο στρατευμένη», όπως φαίνεται, μεταξύ άλλων, και από τα έργα της φιλοσόφου Barbara Stiegler ή του ιστορικού Johann Chapoutot. «Ο κλάδος των κοινωνικών επιστημών ξαναξυπνά και η πνευματική ζωή είναι πυρετώδης, υπερθεματίζει από τη μεριά του ο Antoine Gallimard, όσο και αν τα περιοδικά παλαιού τύπου περνούν δύσκολες ώρες».

Το σχολείο έχει τελειώσει; «Η σχέση των νέων ιδίως με την κουλτούρα και τη γνώση έχει εμφανώς αλλάξει, αλλά δεν είμαι καθόλου απαισιόδοξη», λέει η συγγραφέας Mara Goyet, καθηγήτρια Ιστορίας και συνεργάτιδα του Débat. Ως καθηγήτρια, πιστεύω ότι ακριβώς μεγάλο μέρος της δουλειάς μου είναι να δημιουργώ συνδέσμους, μια συνέχεια ανάμεσα στην “παλιά” κουλτούρα και στις νέες προσεγγίσεις και διανοητικές φόρμες, να συμφιλιώνω τον d’Alembert με το Twitter – σε στυλ Μαγκάιβερ. Είναι τεράστιο χάος αυτή η κατάσταση, δύσκολη, αλλά απολύτως συναρπαστική». Έχει φτάσει το λυκόφως των διανοουμένων; Ο François Dosse προσπαθεί να μετριάσει τέτοιες διατυπώσεις: «Είναι λάθος να λέμε ότι το επίπεδο πέφτει, διότι σήμερα κυκλοφορούν πολλοί νέοι συγγραφείς και νέες ιδέες, ειδικά στο πεδίο της οικολογίας».

«Το εγκυκλοπαιδικό πνεύμα δεν έχει πεθάνει», υποστηρίζει ο François Cusset, συγγραφέας του La Décennie, le grand cauchemar des années 1980 (La Découverte, Παρίσι 2006). Αλλά για να το κατανοήσουμε, θα πρέπει να «διευρύνουμε το πεδίο μας», συνεχίζει, και να είμαστε ανοιχτοί σε μια κριτική σκέψη και γνώση που πλέον παγκοσμιοποιείται, όπως δείχνει η «υποδειγματική και διεπιστημονική» διαδρομή του David Graeber (1961-2020), ο οποίος υπήρξε ταυτόχρονα ανθρωπολόγος (του καπιταλισμού), ιστορικός (του χρέους), κοινωνιολόγος (των «bullshit jobs»), αλλά και αναρχικός αγωνιστής και μορφή του κινήματος Occupy Wall Street. «Το τέλος του Débat σηματοδοτεί την αποτυχία μιας ορισμένης γαλλικής σκέψης, που έμεινε κλεισμένη στον εαυτό της, στα μεγαλοαστικά σαλόνια, απολύτως αποκομμένη από την εποχή της», σημειώνει αυστηρά ο François Cusset.

«Μια ανήσυχη και συντηρητική ευαισθησία»

Η μομφή είναι επαναλαμβανόμενη: το Débat πέρασε χωρίς να ακουμπήσει δίπλα από τις πρόσφατες διανοητικές επαναστάσεις, στο ζήτημα του φύλου, της οικολογίας, της μετα-αποικιακής κοινωνίας. Βέβαια, ο Νοτιοαφρικανός ιστορικός Achille Mbembe δημοσίευσε στο περιοδικό μια πρόσκληση «Να αποκαθάρουμε την Αφρική από την επιθυμία της Ευρώπης» («Purger l’Afrique du désir d’Europe», τχ. 205, 2019), η φιλόσοφος Camille Froidevaux-Metterie έγραψε για την «Επανεπινόηση του θηλυκού» («Réinvention du féminin», τχ. 174, 2013) και ήδη από το 2001 ο φιλόσοφος Dominique Bourg ανέλυε τη «Νέα εποχή της οικολογίας» («Le nouvel âge de l’écologie», τχ. 113, 2001). Όμως το οπτικό πεδίο είχε συρρικνωθεί.

Ο φιλόσοφος Serge Audier, συγγραφέας του βιβλίου La Société écologique et ses ennemis (La Découverte, Παρίσι 2017), σημειώνει ότι αποτελεί όχι μόνο «σημάδι τύφλωσης αλλά και κλεισίματος του πνεύματος» το γεγονός πως το μόνο άρθρο του τελευταίου τεύχους του περιοδικού που αφιερώνεται στην οικολογία είναι γραμμένο από τον δοκιμιογράφο Pascal Bruckner, ο οποίος, όπως και τόσοι άλλοι διανοούμενοι της γενιάς του, θεωρεί ότι «το περιβάλλον είναι η κοσμική θρησκεία που αναδύεται στην Ευρώπη επί των ερειπίων ενός άπιστου κόσμου».

Σύμφωνα με τον ίδιο, άλλωστε, το Débat δεν είναι το μόνο «κεντρο-ειδές» περιοδικό που ταλαντεύεται ανάμεσα στη ρεπουμπλικανική Δεξιά και την Αριστερά της διακυβέρνησης, ανάμεσα στον Bruno Le Μair, νυν υπουργό Οικονομίας και Οικονομικών, ο οποίος δημοσίευσε στο περιοδικό ένα προγραμματικό κείμενο με τίτλο «Για την ανανέωση της ρεπουμπλικανικής Δεξιάς» («Pour un renouveau de la droite républicaine», τχ. 171, 2012), και στον Bernard Cazeneuve, πρώην πρωθυπουργό, που από τις στήλες του περιοδικού υπερασπίζεται μια δική του προοδευτική σύλληψη της οικολογίας σε άρθρο με τίτλο «Ο μεγάλος οικολογικός μετασχηματισμός: ένα ρεπουμπλικανικό σχέδιο» («La grande transformation écologique: un projet républicain», τχ. 206, 2019).

Το περιοδικό, λέει ο Serge Audier, συναποτελείται από τρία διαφορετικά στρώματα: τον «σκληρό πυρήνα» (γύρω από τον Pierre Nora, τον Marcel Gauchet και τον Krzysztof Pomian), τον «κύκλο των σεβαστών συνεργατών» (που αποτελείται κυρίως από ιστορικούς αναμφίβολου κύρους, όπως ο Michel Winock, ο Jean-Noël Jeanneney ή ο Pascal Ory) και έναν κύκλο νέων στρατολογήσεων.

Ορισμένοι από αυτούς τους τελευταίους διεκδικούν έναν δεδηλωμένο συντηρητισμό και, όπως λέει ο Serge Audier, επιδεικνύουν ακόμη «μια στάση ακομπλεξάριστα αντιδραστική», όπως ο κοινωνιολόγος Mathieu Bock-Côté και ο δημοσιογράφος της Figaro Alexandre Devecchio, αμφότεροι συνεργάτες του νέου περιοδικού του Michel Onfray, Front populaire, ή ακόμη όπως η διευθύντρια της επιθεώρησης Causeur, η Elisabeth Lévy, παλαιότερα δημοσιογράφος στο περιοδικό Marianne, η οποία δημοσίευσε στο Débat ένα άρθρο που κατηγορεί τον Τύπο ότι μεροληπτούσε εναντίον των Σέρβων στον πόλεμο του Κοσόβου («Kosovo: l’insoutenable légèreté de l’information», τχ. 109, 2000).

Καθότι, συνεχίζει ο Audier, από τα 1990 «έχει γίνει μια στροφή». Η κριτική του ατομικισμού και του «δικαιωματισμού» (droit-de-l’hommisme), υπό τον Marcel Gauchet και ήδη από το περίφημο άρθρο του «Τα ανθρώπινα δικαιώματα δεν είναι πολιτική» («Les droits de l’homme ne sont pas une politique», τχ. 3, 1980), και η καταγγελία του «πολιτισμικού αριστερισμού» που προέκυψε από τον Μάη του 1968 από τον κοινωνιολόγο Jean-Pierre Le Goff είναι παρεμβάσεις που είχαν τη συμβολή τους στη μεγάλη ιδεολογική αναστροφή που επισυνέβη.

Ο Serge Audier, συγγραφέας του βιβλίου La Pensée anti-68 (La Découverte, Παρίσι 2008), υπενθυμίζει την πολεμική που ξέσπασε γύρω από το αμφιλεγόμενο βιβλίο ενός άλλου συντρόφου της σχολής της Καέν και του Marcel Gauchet, του κοινωνιολόγου Paul Yonnet, το Voyage au centre du malaise français: l’antiracisme et le roman national (Gallimard, Παρίσι 1993), που εκδόθηκε στο πλαίσιο της εκδοτικής σειράς του Débat, «ένα έργο που θεωρούσε την οργάνωση SOS Racisme δούρειο ίππο του εθνοτικού διαφορισμού (différentialisme) και τον αντιρατσισμό ως πολεμική μηχανή ενάντια στην εθνική ταυτότητα». Αυτή η έκδοση, συνεχίζει, δεν ήταν «ένα ατύχημα στη διαδρομή αλλά μια σαφής επιλογή», που μάλιστα προσανατόλισε το περιοδικό προς μια «ανήσυχη και συντηρητική ευαισθησία, πλάι πλάι με μια ευαισθησία ρεπουμπλικανίζουσα (républicaniste)».

«Πιστεύαμε ότι ανήκουμε στην Αριστερά»

Είτε είναι απλώς μια προσωπική διαδρομή είτε σημάδι των καιρών, το Débat έχει εκδώσει επίσης πέντε βιβλία του συμβούλου επιχειρήσεων και δοκιμιογράφου Hervé Juvin, ο οποίος εξελίχθηκε σε έναν από τους θεωρητικούς της οικολογίας στην εκδοχή του λεπενικού Εθνικού Μετώπου και σήμερα είναι ευρωβουλευτής της Εθνικής Συσπείρωσης [του κόμματος της Marin Le Pen]. Όπως εξηγεί ο Marcel Gauchet, «ο Hervé Juvin είναι ελεύθερος άνθρωπος. Εάν μπορούσα να καθοδηγώ τη συνείδησή του, θα του είχα πει τι πιστεύω, αλλά δεν είμαι παρά μόνο ο εκδότης του». Πάντως, προσθέτει ο Pierre Nora, «τα πρώτα βιβλία αυτού του καλλιεργημένου και ευπροσήγορου επιχειρηματία δεν είχαν καμία σχέση με το Εθνικό Μέτωπο. Όμως όταν ένιωσα ότι αλλάζει πλεύση και μου είπε ότι στρατεύεται στην Εθνική Συσπείρωση, αμέσως διακόψαμε τη συνεργασία μαζί του».

Το Débat εξέδωσε βέβαια και πολλά βιβλία της αριστερής Σοσιαλδημοκρατίας, όπως και οικονομολόγων που βρίσκονταν κοντά στον κεντροδεξιό Raymond Barre. Μετά από αυτό όμως, έγινε άραγε ένας από τους μοχλούς «δεξιάς στροφής» της διανοητικής ζωής; «Η δεξιά στροφή είναι μια συνήθης κατηγορία που εκτοξεύεται προς ανθρώπους της Αριστεράς που προσπαθούν να διατηρήσουν μια στοιχειώδη συνοχή, που είναι ελεύθερα πνεύματα και όχι υπερβολικά σεκταριστές», παρατηρεί η Mara Goyet, «αρκεί να διαβάσει κανείς δυο λεπτά τον δεξιό Τύπο και θα θυμηθεί τι σημαίνει πραγματικά δεξιά σκέψη. Καμία σχέση με ό,τι έχει δημοσιεύσει το Débat». Το επιβεβαιώνει και ο François Dosse: «Δεν διακρίνω καμία συντηρητική εξέλιξη».

Ωστόσο, δεν συμμερίζονται όλοι αυτές τις διαπιστώσεις, κάθε άλλο. Όπως παρατηρεί ο François Cusset, «το Débat έφτασε στο τέλος του, αλλά το ιδεολογικό υπόβαθρο του περιοδικού το υπηρετούν σήμερα κάλλιστα η Figaro, το Le Point ή το Valeurs actuelles». «Ορισμένοι συνεργάτες του Débat συμμαχούν αντικειμενικά με τα μίντια που βρίσκονται στην πρώτη γραμμή της άκρας Δεξιάς», λέει με θλίψη ο Serge Audier. Προς υπεράσπιση του περιοδικού, ο Marcel Gauchet υποστηρίζει ότι «ανήκουμε σε μια παλαιά Αριστερά, ρεπουμπλικανική, που αναφέρεται σε οικουμενικές αξίες, αλλά η λέξη “ρεπουμπλικανός” σε κατατάσσει πλέον σήμερα στη Δεξιά». «Εμείς πιστεύαμε ότι ανήκουμε στην Αριστερά, και μας θεωρούν μια Δεξιά που ντρέπεται να πει το όνομά της», διαπιστώνει ο Pierre Nora.

Οι επικεφαλής του Débat επιμένουν στην απειλή ενός «ιεροεξεταστικού ηθικισμού» (Gauchet) και μιας «ταυτοτικής αναδίπλωσης» (Nora), που σημάδι της υπήρξε ιδίως πρόσφατα ο βανδαλισμός του αγάλματος του Colbert έξω από στην Εθνοσυνέλευση. «Ναι, υπάρχει μια επιστροφή σε ένα πνεύμα εκκλησίας και αναθέματος, όπως στη δεκαετία του 1970», λέει ο François Dosse. «Αρκεί να θυμηθούμε το “κυνήγι του Gauchet” στο οποίο επιδόθηκαν ριζοσπάστες διανοούμενοι στο “Ραντεβού με την ιστορία” του Μπλουά, το 2014.[1] Η εποχή προσφέρεται για περιοδικά που κραυγάζουν σε σταλινικούς τόνους». Όμως «αυτά πάντοτε υπήρχαν», ισχυρίζεται ο Antoine Gallimard, υπενθυμίζοντας τις διαμάχες στην πνευματική ζωή της Γαλλίας όπως εκδηλώθηκαν άλλοτε στη Nouvelle Revue Française ή στο Temps modernes. «Και είναι παρόντα τόσο στην άκρα Αριστερά όσο και στην άκρα Δεξιά», αναγνωρίζει ο Gauchet, ο οποίος ωστόσο, στο τελευταίο τεύχος του περιοδικού, επιμένει περισσότερο στον ακτιβισμό των «νεο-αριστεριστών» (του φεμινισμού, της οικολογίας ή της απο-αποικιοποίησης), «που φτάνει έως τον φανατισμό», όπως γράφει.

Απειλή πολιτική, που ωστόσο μοιάζει πιο κατάφωρη στα δεξιά: «Φοβάμαι περισσότερο τον Orbán, το AFD στη Γερμανία και τον Steve Bannon παρά τους πανεπιστημιακούς του Paris 8 ή της επιτροπής Adama [2]», δηλώνει, όχι χωρίς μια κάποια ειρωνεία, η Anne-Lorraine Bujon de l’Estang, αρχισυντάκτρια του περιοδικού Esprit. Αυτοί οι ταυτοτικοί νεοαριστερισμοί «είναι βέβαια μειοψηφικοί αλλά δίνουν τον τόνο», επιμένει ο Gauchet, ο οποίος ταυτόχρονα υποστηρίζει ότι «σε μια μιντιακή κοινωνία, ψηφίζουμε κεντρώα αλλά ακούμε βασικά τα άκρα».

Περιοδικό της παρέας

Άραγε το μοντέλο της επιθεώρησης ιδεών είναι πια παρωχημένο; «Ο καιρός των περιοδικών γενικής παιδείας έχει παρέλθει», λέει ο Antoine Gallimard, ο οποίος θεωρεί ότι και το Les Temps modernes έπαψε την κυκλοφορία του πριν από δύο χρόνια, επειδή «κάθε περιοδικό συνδέεται με μία ή περισσότερες μορφές της διανόησης που το ενσαρκώνουν», όπως εν προκειμένω ο Jean-Paul Sartre, η Simone de Beauvoir και ο Claude Lanzmann για αυτή την ιστορική επιθεώρηση που ιδρύθηκε το 1945. Όμως, συνεχίζει, η χρυσή εποχή των περιοδικών «ήταν ήδη κοντά στο τέλος της όταν ιδρύθηκε το Débat, αφού το απόγειό της ήταν στις αρχές του 20ού αιώνα, που κυκλοφορούσαν περίπου 2.000 περιοδικά».

«Εγώ δεν είμαι πεπεισμένος ότι το είδος αυτό έχει ξεπεραστεί», δηλώνει ο Jean-Claude Casanova, διευθυντής του περιοδικού Commentaire, που ιδρύθηκε από τον Raymond Aron το 1978, και το οποίο ο ίδιος συνδιευθύνει σήμερα με τον Philippe Raynaud και τον Philippe Trainar. «Δείτε τι συμβαίνει στις ΗΠΑ: το Foreign Affairs έχει μετατραπεί σε έκδοση γενικής παιδείας και ο δημόσιος διάλογος εκτυλίσσεται σε περιοδικά όπως το The Atlantic».

«Η μορφή της επιθεώρησης ιδεών δεν έχει πεθάνει», δηλώνει και ο Pierre Rosanvallon, που διευθύνει το La Vie des idées, «υπάρχουν ζωντανές δυνάμεις τόσο στα αριστερά όσο και στα δεξιά. Ακόμη και ένας εκδοτικός οίκος όπως ο Le Cerf, που ελέγχεται πια από μια νεοδεξιά τύπου Figaro, λειτουργεί τρόπον τινά σαν επιθεώρηση». Ο Bernard-Henri Lévy συνεχίζει τον ακτιβισμό του για τα ανθρώπινα δικαιώματα με το La Règle du jeu, και όσον αφορά την κριτική Αριστερά, εκεί το Revue du crieur, που το βγάζουν το Médiapart και οι εκδόσεις La Découverte, κάνει σημαντική ερευνητική δουλειά για την πνευματική ζωή.

Όμως αλλάζει ενδεχομένως και το οικονομικό μοντέλο των περιοδικών. Το Esprit και το Commentaire είναι ανεξάρτητες εκδόσεις και όχι (ή όχι πια) συνδεόμενες με κάποιον εκδοτικό οίκο, καθώς η στήριξη σε τέτοιου είδους εγχειρήματα δεν είναι πάντοτε οικονομικά αποδοτική. Αυτό δημιουργεί μια συνθήκη επισφάλειας που καθιστά δύσκολη την επιβίωση των επιστημονικών περιοδικών. Η επιθεώρηση Actes de la recherche en sciences sociales, που ίδρυσε ο Pierre Bourdieu το 1975 και σήμερα διευθύνει η κοινωνιολόγος Sylvie Tissot, προχώρησε σε μια πρωτοφανή κίνηση: τον περασμένο Μάρτιο έβγαλε ένα «κενό τεύχος» (νο 231), ένα τεύχος σχεδόν χωρίς καθόλου κείμενο, με την εξαίρεση ενός κειμένου-μανιφέστου με σκοπό να καταδείξει «τι συνέπειες μπορεί να επιφέρει η όλο και πιο βίαιη αποσάθρωση του δημόσιου συστήματος επιστημονικής έρευνας».

Πρωτίστως όμως, τα περιοδικά αναπτύσσονται πλέον διαδικτυακά, είτε μιλάμε για περιοδικά εξεγερσιακής ριζοσπαστικότητας όπως το Lundi matin, πολιτικής οικολογίας όπως το Terrestre, ανθρωπιστικών επιστημών και λογοτεχνίας όπως το AOC, είτε ακόμη και γεωπολιτικής όπως το Le Grand Continent. Μια εκδοτική έξαρση που τη μαρτυρά και το 30ό Σαλόνι Περιοδικών, που διοργανώθηκε με επιτυχία στις 9-11 Οκτωβρίου στο Παρίσι.

Έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον να δούμε τι συμβαίνει στις ΗΠΑ, υποστηρίζει η Anne-Lorraine Bujon de l’Estang. «Το American Affairs, που δημιουργήθηκε από τον τριαντάρη Julius Krein, επεξεργάζεται τη διανοητική συγκρότηση του τραμπισμού και του εθνο-συντηρητισμού, ενώ από την άλλη η ίδρυση μιας ανοιχτά σοσιαλιστικής αμερικανικής επιθεώρησης, με τον χαρακτηριστικό τίτλο Jacobin, είναι σημάδι ανθεκτικότητας των περιοδικών, αν και με διαφορετική μορφή».

Έτσι λοιπόν, το είδος της επιθεώρησης ιδεών δεν έχει πεθάνει, υπό τον όρο όμως ότι «θα αφήνει χώρο για τη συλλογικότητα του περιοδικού», λέει ο Olivier Mongin, που υπήρξε διευθυντής του Esprit από το 1988 έως το 2012. «Σε μας εναπόκειται να επινοήσουμε νέες μορφές περιοδικών, που θα αναμειγνύουν δοκίμιο και λογοτεχνία, χαρτί και ψηφιακό κείμενο, τηλεόραση, Τύπο και ντοκιμαντέρ», όπως προσθέτει ο Antoine Gallimard, ο οποίος έχει να περηφανεύεται για την επιτυχία της συλλογής «Tracts», μιας σειράς εκδόσεων πνευματικής παρέμβασης σε προσιτή τιμή.

Το τέλος ενός περιοδικού μπορεί να είναι πάντα στενάχωρο, αλλά δεν είναι κάτι μη φυσιολογικό, ούτε αναγκαστικά κάτι θλιβερό. «Ένα περιοδικό εκπληρώνει συχνά κάτι σαν ιστορική αποστολή», εξηγεί ο Hugues Jallon, που διευθύνει στις εκδόσεις Seuil τη σειρά «Cahiers éphémères» η οποία γεννήθηκε μέσα στην υγειονομική κρίση και έχει ως δεδηλωμένο στόχο «να αλλάξουμε τον κόσμο». Και προσθέτει ότι έτσι κάπως σταμάτησε την κυκλοφορία της η επιθεώρηση Vacarne, που ιδρύθηκε το 1997, αφού όμως πρώτα κατάφερε να «δώσει πνευματική υπόσταση στην πολιτική των μειονοτήτων».

Ο Pierre Nora συνοψίζει: «Ο χρόνος μου δεν έχει τελειώσει ακόμα, αλλά έκανα ό,τι μπορούσα με τον χρόνο που μου δόθηκε». Το Débat γεννήθηκε προτού ακόμη πέσει το τείχος του Βερολίνου και πεθαίνει τη στιγμή που τόσα άλλα τείχη ορθώνονται σε όλο τον κατακερματισμένο πλανήτη μας. Είναι σαφές: για όσους δεν είναι ευχαριστημένοι που οι κοινωνίες μας ενδέχεται να μπαίνουν σε μια εποχή οπισθοδρόμησης, ο διάλογος παραμένει ανοιχτός.

Ο Nicolas Truong είναι υπεύθυνος του ένθετου ιδεών της Le Monde.

O Γιάννης Μπαλαμπανίδης είναι πολιτικός επιστήμονας, διδάσκων στο Ελληνικό Ανοιχτό Πανεπιστήμιο

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

1. Σ.τ.Μ.: Το «Les Rendez-vous de l’Histoire» ιδρύθηκε το 1998 από τον Jack Lang, άλλοτε δήμαρχο του Μπλουά. Πρόκειται για ένα δημοφιλές επιστημονικό φεστιβάλ αφιερωμένο στην ιστορία. Το 2014 αναπτύχθηκε μια έντονη πολεμική, καθώς διανοούμενοι αντιτάχθηκαν δημόσια στην απόφαση του φεστιβάλ να προσκαλέσει ως κεντρικό ομιλητή τον Marcel Gauchet, με το αιτιολογικό ότι ο ίδιος είχε αντιταχθεί στις απεργίες του 1995, στα κοινωνικά κινήματα της εποχής (φεμινιστικά, υπέρ του γάμου ομοφύλων κ.λπ.). Η διεύθυνση του φεστιβάλ στήριξε τον Gauchet, ενώ στις εφημερίδες δημοσιεύθηκαν συλλογικά κείμενα διανοουμένων, υπέρ ή κατά.

2. Σ.τ.Μ.: Η Επιτροπή Αλήθειας και Δικαιοσύνης για τον Ανταμά (Comité Vérité et Justice pour Adama) δημιουργήθηκε στο πλαίσιο των κοινωνικών κινητοποιήσεων που ξέσπασαν με αφορμή τον θάνατο του 24χρονου Adama Traoré από αστυνομική βία. Το Πανεπιστήμιο Paris 8 (Βενσέν / Σαιν Ντενί) ιδρύθηκε το 1969, στο πνεύμα του πνευματικού ριζοσπαστισμού του Μάη 1968.

Δείτε Επίσης

Αφήστε μια απάντηση

ΕΙΔΟΠΟΙΗΣΕΙΣ

Εισάγετε το email σας για να ενημερώνεστε για τα νέα άρθρα