Τρεις μύθοι που στηρίζουν την έξοδο της Ελλάδας από το ευρώ (Grexit): Η αποδόμηση του επιχειρήματος

Φώτης Λυσάνδρου

τχ. 128-129, σ. 13-25

Η Ελλάδα βρίσκεται αντιμέτωπη με μια σκληρή επιλογή: είτε θα συμβιβαστεί με τους όρους που τις έθεσαν οι διεθνείς δανειστές της και θα παραμείνει στην ευρωζώνη είτε θα απορρίψει κάθε συμβιβασμό και θα αποχωρήσει από την ευρωζώνη. Η κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ εκλέχθηκε τον Ιανουάριο του 2015 με την υπόσχεση ότι θα σκίσει το ευρέως αντιδημοτικό μνημόνιο που επέβαλε η Τρόικα, παραμένοντας ταυτόχρονα στο ευρώ. Ήταν μια υπόσχεση που δεν μπορούσε να τηρηθεί. Μετά από μερικούς μήνες σκληρών διαπραγματεύσεων είναι ξεκάθαρο ότι οι δανειστές της χώρας, καθοδηγούμενοι από τη γερμανική κυβέρνηση, δεν έχουν σκοπό να αποδεχθούν μια επαναδιαπραγμάτευση της συμφωνίας που θα ελαφρύνει σημαντικά το εξωτερικό χρέος της Ελλάδας και συνεπώς την ανάγκη για μέτρα σκληρής λιτότητας που περιέχονται στο μνημόνιο.

Το ερώτημα, λοιπόν, είναι τι κάνει τώρα η κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ; Δεδομένου ότι πρέπει να γίνει ξεκάθαρο στον ελληνικό λαό ότι δεν μπορεί να εκπληρώσει πλήρως τη διπλή αυτή υπόσχεσή της, πρέπει:

(α) να προβεί σε περαιτέρω συμβιβασμούς με την Τρόικα και να παραμείνει η Ελλάδα στην ευρωζώνη, ή

(β) να απορρίψει κάθε επιπλέον συμβιβασμό και να οδηγήσει την Ελλάδα εκτός της ευρωζώνης;

Παρότι υφίσταται εντός του ΣΥΡΙΖΑ ισχυρή σύμπτωση απόψεων ότι και οι δύο επιλογές είναι κακές, υπάρχει μια εξίσου ισχυρή διαφωνία σχετικά με το ποια επιλογή είναι η χειρότερη. Η Αριστερή Πλατφόρμα του ΣΥΡΙΖΑ, η οποία υποστηρίζεται από το 30% περίπου των μελών του, ισχυρίζεται ότι η δεύτερη επιλογή είναι μακράν η βέλτιστη. Τρεις βασικοί ισχυρισμοί προβάλλονται για την υποστήριξη της εξόδου από την ευρωζώνη και την επιστροφή στη δραχμή:

i. Ότι θα αυξηθεί η ανταγωνιστικότητα της Ελλάδας στο διεθνές εμπόριο,

ii. Ότι θα επαυξηθεί η αυτονομία της εγχώριας οικονομικής πολιτικής,

iii. Ότι θα διευρυνθεί η διεθνής αλληλεγγύη της Ελλάδας με άλλες ευρωπαϊκές χώρες που επίσης θα αποχωρήσουν από το ευρωζώνη.

Όπως είναι γνωστό, οι δύο πρώτοι ισχυρισμοί δεν προβάλλονται αποκλειστικά από την Αριστερά. Είναι ουσιαστικά οι ίδιοι ισχυρισμοί που εκφέρονται από την ευρωπαϊκή Δεξιά, από τη Χρυσή Αυγή στην Ελλάδα έως το Εθνικό Μέτωπο στη Γαλλία. Ωστόσο, τα ευρωπαϊκά δεξιά κόμματα όταν επιτίθενται βιαίως στο ευρώ επικαλούνται μόνο τα εθνικά συμφέροντα και ποτέ δεν κάνουν λόγο για διεθνή αλληλεγγύη. Ακριβώς γι’ αυτόν τον λόγο η ευρωσκεπτικιστική Αριστερά, στη διαμόρφωση του επιχειρήματός της ενάντια στο ευρώ και προκειμένου να διαφοροποιηθεί από την ευρωπαϊκή Δεξιά, δίνει σταθερά έμφαση στο επιχείρημα της «αλληλεγγύης» πλάι σ’ αυτά της «εθνικής κυριαρχίας» και της «ανταγωνιστικότητας». Ό,τι ακολουθεί έχει σκοπό να δείξει ότι όλοι οι ανωτέρω ισχυρισμοί αποδεικνύονται μύθοι, όταν εξεταστούν διαδοχικά έναντι των τρεχουσών παγκόσμιων, ευρωπαϊκών και ελληνικών πραγματικοτήτων:

α. Από μια παγκόσμια οικονομική προοπτική είναι ξεκάθαρο ότι ένα Grexit θα οδηγήσει σε λιγότερη αυτονομία πολιτικής για την ελληνική κυβέρνηση,

β. Από μια περιφερειακή, ευρωπαϊκή προοπτική, είναι εμφανές ότι το Grexit θα αδυνατίσει οποιαδήποτε σημαντική διεθνή αλληλεγγύη μεταξύ των ελληνικών προοδευτικών δυνάμεων και των αντίστοιχων ευρωπαϊκών, και

γ. Από μια εγχώρια, ελληνική προοπτική, είναι επίσης ξεκάθαρο ότι το Grexit θα εκτροχιάσει οποιεσδήποτε πραγματικές προοπτικές αποκατάστασης της οικονομικής ανταγωνιστικότητας της χώρας.

[…]

Η ελληνική προοπτική

Πριν απαντήσουμε στο ερώτημα κατά πόσο η ελληνική οικονομία και, συνεπώς, ο ελληνικός λαός θα είναι σε καλύτερη κατάσταση εκτός της ευρωζώνης, ας καταπιαστούμε πριν από όλα με μια μεγάλη παρανόηση. Η παρανόηση αυτή είναι η ιδέα της «εύτακτης» ή «πειθαρχημένης» εξόδου της Ελλάδας από το ευρώ, μέσω της επιβολής κεφαλαιακών ελέγχων και της ανασύστασης ενός Μηχανισμού Συναλλαγματικών Ισοτιμιών ως ασφαλιστικές δικλείδες προστασίας της δραχμής. Ξέχωρα από το γεγονός ότι θα υπάρξουν δυσκολίες στην εφαρμογή ελέγχου των κεφαλαιακών ροών στην Ελλάδα –οι συγκρίσεις με την Κύπρο δεν είναι ουσιαστικά χρήσιμες–, θα υπάρξουν και άλλες επιπτώσεις με τις οποίες θα ασχοληθούμε παρακάτω. Όσον αφορά την πρόταση σύνδεσης της δραχμής με το ευρώ, μέσω του Μηχανισμού Συναλλαγματικών Ισοτιμιών, καταδεικνύεται η εθελοτυφλία της, όταν εξετάσουμε προσεκτικά τη βασική ιδέα που τη στηρίζει, τη σύμμετρη επιβαρυντική προσαρμογή (δηλ. ότι η ευθύνη προστασίας της συναλλαγματικής ισοτιμίας δραχμής/ευρώ επιμερίζεται εξίσου στην Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα και στην Τράπεζα της Ελλάδος), και όταν θέσουμε το ερώτημα: γιατί η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα να προσφέρει χρηματοοικονομική βοήθεια, χωρίς αυστηρές προϋποθέσεις, όταν βρεθεί η χώρα εκτός ευρώ, τη στιγμή που είναι απρόθυμη να δείξει «καλή θέληση» τώρα που η Ελλάδα είναι μέλος του ευρώ;

Σε τελική ανάλυση, το ζήτημα τίθεται ξεκάθαρα ως εξής: αποχωρώντας από το ευρώ, η Ελλάδα μπορεί να παραμείνει επαρκώς ανταγωνιστική και να σταθεί στα πόδια της; Διαφορετικά: αν η Ελλάδα επιστρέψει στη δραχμή με μια, ας πούμε, ανταγωνιστική συναλλαγματική ισοτιμία έναντι του ευρώ, λ.χ. €1/500 δρχ., μπορεί να διατηρήσει μακροχρόνια την ισοτιμία αυτή και να αποφύγει ένα σπιράλ υποτίμησης/πληθωρισμού; Υπάρχουν κάποιοι που ομολογούν ότι θα υπάρξουν δυσκολίες στην αρχή, αλλά παραμένουν απολύτως βέβαιοι ότι οι δυσκολίες αυτές μεσοπρόθεσμα θα υπερπηδηθούν, όταν η δραχμή θα αρχίσει να εισέρχεται σε μια περίοδο ήρεμης σταθεροποίησης. Η πρόσφατη ιστορική εξέλιξη της χώρας δεν προσφέρει επαρκή αιτιολόγηση για μια τέτοια αισιοδοξία.

[…]

Αν όλοι οι παραπάνω προβληματισμοί δεν είναι αρκετοί, μια επιπλέον πηγή ανησυχίας είναι ο παράγοντας της πολιτικής και κοινωνικής σταθερότητας. Αυτοί που υποστηρίζουν ότι η επαναφορά της δραχμής θα αυξήσει τη διεθνή ανταγωνιστικότητα της χώρας στον τουριστικό κλάδο, επιχειρηματολογούν ως εάν οι δύο αυτές μεταβλητές [πολιτικοκοινωνική σταθερότητα/τουρισμός] είναι ανεξάρτητες, ενώ στην πραγματικότητα δεν είναι: αν η συναλλαγματική ισοτιμία της δραχμής εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από τον αριθμό των τουριστικών αφίξεων και τις τουριστικές εισπράξεις, τα μεγέθη αυτά εξαρτώνται πολύ από την εγχώρια σταθερότητα. Προς απόδειξη του ισχυρισμού αυτού δε χρειάζεται παρά να δούμε τι συνέβη το 2011, όταν συνέβη η απεργία των φορτηγών-πετρελαιοφόρων εν μέσω θέρους, και το 2012, όταν έγιναν δύο εκλογικές αναμετρήσεις τη θερινή περίοδο: και στις δύο περιπτώσεις υπήρξε σημαντική πτώση στις τουριστικές αφίξεις. Αν αυτό συνέβη τότε, σκεφτείτε τι θα συμβεί αν η ισοτιμία της δραχμής χειροτερεύσει ως αποτέλεσμα της μείωσης των εισροών ξένων τουριστών, σε βαθμό που θα πυροδοτήσει ακόμα μεγαλύτερες οικονομικές και κοινωνικές ταραχές, συμπεριλαμβανομένων των διαδηλώσεων και των απεργιών: θα δημιουργήσει μια εκ νέου σημαντική μείωση των τουριστικών αφίξεων, ιδιαίτερα αυτών που προέρχονται από τη δυτική Ευρώπη, που θα εξασθενίσει περαιτέρω τη δραχμή και χειροτερεύσει ακόμα περισσότερο τις συνθήκες που δημιούργησαν αυτή την αναστάτωση.

Το απαύγασμα της παραπάνω συζήτησης είναι ότι αν η Ελλάδα πάρει το υψηλό ρίσκο της εξόδου από το ευρώ και της επιστροφής στη δραχμή, τα αποτελέσματα μπορεί δυνητικά να είναι καταστροφικά σε κάθε επίπεδο, οικονομικό, πολιτικό και κοινωνικό. Το επιχείρημα αυτό αποτελεί τη βάση για την τρίτη και τελική πρόταση: Αν η Ελλάδα επιστρέψει στη δραχμή, υπάρχει μεγάλος κίνδυνος επιστροφής στον φαύλο κύκλο νομισματικής υποτίμησης και πληθωρισμού που τελικώς θα πυροδοτήσει μια πολιτική και ανθρωπιστική κρίση στη χώρα, το μέγεθος της οποίας δεν θα είναι τίποτα μπροστά σ’ αυτά που βιώνουμε σήμερα.

Συμπέρασμα

Ακούγοντας την Αριστερή Πλατφόρμα του ΣΥΡΙΖΑ που υποστηρίζει τη ρήξη με την ευρωζώνη, μπορεί κανείς να σκεφθεί ότι στην προεκλογική περίοδο ο ΣΥΡΙΖΑ έδωσε μόνο μία μείζονα υπόσχεση: να απορρίψει τους όρους του μνημονίου. Δεν έχουν έτσι τα πράγματα. Όπως δηλώσαμε εξαρχής, δόθηκαν δύο υποσχέσεις: να απορρίψει τους όρους και να διατηρήσει την Ελλάδα στην ευρωζώνη. Όπως επίσης είπαμε εξαρχής, αν η κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ δεν μπορεί να κρατήσει αμφότερες τις υποσχέσεις της –παρά την προσπάθεια προς την κατεύθυνση αυτή– βρίσκεται αντιμέτωπη με το δύσκολο και δυσάρεστο καθήκον να τιμήσει μία εξ αυτών. Η Αριστερή Πλατφόρμα του ΣΥΡΙΖΑ επιχειρηματολογεί για έξοδο από την ευρωζώνη, προκειμένου να αποφευχθεί οποιοσδήποτε συμβιβασμός με τους δανειστές της χώρας. Η πλειονότητα του ΣΥΡΙΖΑ, μαζί με την πλειονότητα του ελληνικού λαού, όπως προκύπτει από τις πρόσφατες δημοσκοπήσεις, υποστηρίζει τη συνέχιση της συμμετοχής της Ελλάδας στην ευρωζώνη. Το ένστικτό τους, σε συνδυασμό με την πείρα του παρελθόντος, τους λέει ότι μια επιστροφή στη δραχμή θα επιφέρει οικονομική καταστροφή στη χώρα. Ο βασικός σκοπός αυτής της ομιλίας ήταν να προσφέρει θεωρητική και εμπειρική θεμελίωση σ’ αυτήν την ενστικτώδη προσέγγιση.

Το συμπέρασμα αυτό εγείρει ένα τελευταίο ερώτημα: αν η κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ πρέπει να εφαρμόσει πολλά από τα ίδια μέτρα λιτότητας που απαιτούσε η Τρόικα από την προηγούμενη κυβέρνηση, τότε ποιο το νόημα της ανάληψης της εξουσίας από τον ΣΥΡΙΖΑ; Η απάντηση βρίσκεται στη διάκριση του τι συμβαίνει σήμερα με το τι θα συμβεί αύριο.

Σήμερα ίσως η διαφορά στην κυβερνητική πολιτική είναι μικρή. Αυτό, όμως, που είναι το πλέον σημαντικό είναι τι θα συμβεί αύριο. Η ανάγκη αναδιάρθρωσης και εκσυγχρονισμού των εγχώριων θεσμών δεν αμφισβητείται. Αυτό που είναι υπό αμφισβήτηση είναι πώς και εις βάρος ποιου θα γίνει αυτή η αναδιάρθρωση. Εάν ο ΣΥΡΙΖΑ χάσει την εξουσία και αντικατασταθεί από μια δεξιά κυβέρνηση, τότε είναι βέβαιο ότι η αναδιάρθρωση αυτή θα γίνει εις βάρος των φτωχότερων στρωμάτων του ελληνικού πληθυσμού. Αντίθετα, αν η αναδιάρθρωση αυτή γίνει με έναν δικαιότερο τρόπο, τότε είναι επιβεβλημένη η διατήρηση του ΣΥΡΙΖΑ στην εξουσία. Δεν θα υπάρξει άλλη ευκαιρία.

Ο Φώτης Λυσάνδρου διδάσκει οικονομικά στη Σχολή Ανατολικών και Αφρικανικών Σπουδών του Πανεπιστημίου του Λονδίνου (SOAS) καθώς και στο City University του Λονδίνου

Tags  

Δείτε Επίσης

Comment

  • “Εάν ο ΣΥΡΙΖΑ χάσει την εξουσία και αντικατασταθεί από μια δεξιά κυβέρνηση, τότε είναι βέβαιο ότι η αναδιάρθρωση αυτή θα γίνει εις βάρος των φτωχότερων στρωμάτων του ελληνικού πληθυσμού. Αντίθετα, αν η αναδιάρθρωση αυτή γίνει με έναν δικαιότερο τρόπο, τότε είναι επιβεβλημένη η διατήρηση του ΣΥΡΙΖΑ στην εξουσία. Δεν θα υπάρξει άλλη ευκαιρία.”

    Είναι ήδη προφανές στην Ελληνική κοινωνία ότι ο ΣΥΡΙΖΑ δεν αποτέλεσε ποτέ ευκαιρία, για την παρούσα ιστορική συγκυρία. Ο γράφων, καταλήγοντας, εθελοτυφλεί (και πάλι ο ΣΥΡΙΖΑ εθελοτυφλεί), μπροστά στην υπεροπλία της συντηρητικής Ευρώπης και την ήδη επιλεγμένη πορεία κατάρρευσης του κοινωνικού της μοντέλου, εφόσον αυτό έχει ήδη συμβεί στη Γερμανία και, από την ελεύθερη αγορά της ΕΕ, υπαγορεύεται η αναγκαστική μετάδοσή του στις υπόλοιπες χώρες, που οι περισσότερες είναι πολύ λιγότερο ανταγωνιστικές και βιομηχανοποιημένες. Η σταδιακή (στην Ελλάδα τάχιστη) κατάρρευση του κοινωνικού κράτους, δεν μπορεί να καμφθεί με αναδιανεμητική πολιτική, καθώς η χώρα πρέπει να αντιμετωπίσει ένα μη βιώσιμο χρέος με διαρκή πλεονάσματα (που δεν είχε ποτέ στην ιστορία της) και ταυτόχρονα να αυξήσει την ανταγωνιστικότητά της στο επίπεδο της Γερμανικής.

    Ο παραπάνω, τελικός ισχυρισμός του γράφοντος, είναι τελεσίδικα ψευδής και στερείται σχεδίου για τη χώρα, πράγμα που ήταν από την αρχή (μέχρι το τέλος) το πρόβλημα του ΣΥΡΙΖΑ: λόγω της ετερόκλητης εσωτερικής δομής του, είναι αδύνατο να έχει πρόταση για τη χώρα. Μόνο το ενδεχόμενο της “κυβερνώσας” αριστεράς κατάφερε να ενώσει τις αριστερές φράξιες, πράγμα που, δημιουργώντας την αδυναμία ύπαρξης πρότασης και σχεδίου, αποδεικνύεται καταστροφικό για τη χώρα.

Αφήστε μια απάντηση

ΕΙΔΟΠΟΙΗΣΕΙΣ

Εισάγετε το email σας για να ενημερώνεστε για τα νέα άρθρα