ΒΙΑ ΚΑΤΑ ΤΩΝ ΘΗΛΥΠΡΕΠΩΝ ΑΝΔΡΩΝ ΣΤΗ ΜΕΤΑΠΟΛΕΜΙΚΗ ΚΑΙ ΣΥΓΧΡΟΝΗ ΕΛΛΑΔΑ [1]

Κώστας Γιαννακόπουλος

τχ. 150-152

 

Ο όρος «γυναικοκτονία» ορίζεται συνήθως ως η φονική βία η οποία πλήττει τις γυναίκες ως φύλο το οποίο θεωρείται κατώτερο, υποδεέστερο σε σχέση με το ανδρικό, αποκείμενο (abject). Ο όρος φαίνεται να προσδιορίζει την ανδρική, πατριαρχική αυτή βία και τα αντικείμενά της, δηλαδή τις «γυναίκες», με όρους βιολογικού φύλου, βιολογικού δυϊσμού. Ωστόσο, όπως αναφέρει η Judith Butler σε μια πρόσφατη συνέντευξή της στους New York Times,[2] το φεμινιστικό κίνημα στη Λατινική Αμερική Ni Una Menos έχει διευρύνει τον όρο της γυναικοκτονίας (feminicidio), προκειμένου να συμπεριλάβει όλους τους ανθρώπους που έχουν θηλυκοποιηθεί, που γίνονται αντιληπτοί ως «θηλυκά». Η ίδια διεύρυνση φαίνεται να υπάρχει και σε αρκετές φεμινιστικές προσεγγίσεις της γυναικοκτονίας στην Ελλάδα, όπως φαίνεται από τον λόγο φεμινιστικών συλλογικοτήτων που μιλούν για «θηλυκότητες». Στο παρόν κείμενο, θα ήθελα να εστιάσω σε αυτήν τη διεύρυνση και κυρίως στις αρσενικές θηλυκότητες, τους οριζόμενους ως «θηλυπρεπείς» άνδρες, τον στιγματισμό τους και τη φονική, πολλές φορές, βία που υφίστανται ως «θηλυκά». Η Butler στην ίδια συνέντευξή της, αναφερόμενη στις αρσενικές θηλυκότητες, μιλάει για τη βία εναντίον των τρανς γυναικών και των las travestis που, όπως χαρακτηριστικά διευκρινίζει, δεν προσδιορίζονται πάντα ως «τρανς». Από τη διευκρίνιση αυτή της Butler διαφαίνεται η ποικιλία των αρσενικών θηλυκοτήτων. Όπως θα δούμε παρακάτω, στην ελληνική κοινωνία και ειδικότερα στη μεταπολεμική και σύγχρονη Ελλάδα, απ’ όπου αντλώ τα παραδείγματα μου, υπήρξαν διάφορες μορφές αρσενικής θηλυκότητας ή «θηλυπρέπειας». Οι θηλυκότητες αυτές περιλαμβάνουν ένα πεδίο έμφυλων και σεξουαλικών επιτελέσεων τόσο ευρύ, που δεν μπορούν να ταυτιστούν με την τρέχουσα, κυρίαρχη εικόνα της τρανς γυναίκας ή του θηλυπρεπούς ομοφυλόφιλου. Με άλλα λόγια, οι θηλυκότητες αυτές δεν περιορίζονται σε μια έμφυλη δηλαδή θηλυκή ή σεξουαλική, ήτοι ομοφυλόφιλη, ουσία, αλλά συμπεριλαμβάνουν όλους εκείνους που στιγματίζονται ως μη-άντρες, δηλαδή εκείνους τους «άνδρες» των οποίων η ζωή είναι αντίθετη με την κυρίαρχη ανδρική νόρμα, κανονικότητα. Έτσι, μπορούμε να πούμε ότι ο «θηλυπρεπής» άνδρας αποτελεί μια queer φιγούρα. Όπως λέει η Judith Butler σε μια συνέντευξή της το 2011 στο περιοδικό LolaPress, «queer δεν σημαίνει να είναι κανείς λεσβία ή γκέι. Είναι ένα επιχείρημα ενάντια σε μια ορισμένη κανονικότητα».[3] Η κανονικότητα αυτή μπορεί είναι και μια αρρενωπή, gay μεσοαστική (ομο)κανονικότητα.[4] Επιπλέον, όπως παρατηρεί η Jules Gleeson, η θηλυπρέπεια (effeminacy) δεν περιορίζεται στο φύλο, επεκτείνεται σε άλλες μορφές ταυτότητας όπως η τάξη, η αναπηρία και η φυλή.[5] Η Gleeson, στηριζόμενη στο γεγονός ότι ο θηλυπρεπής ταυτίζεται με το αγόρι που θεωρείται ως λιγότερο αρρενωπό σε σχέση με τον άνδρα, αναφέρει ότι οι μαύροι σκλάβοι από την Αρχαία Ελλάδα έως τη νεότερη περίοδο αλλά και γενικότερα οι μαύροι άνδρες προσδιορίζονται ως «αγόρια», ενώ προσθέτει ότι η μετάβαση από άνδρα σε γυναίκα δεν προστατεύει τις μαύρες τρανς γυναίκες από τη λευκή κυριαρχία, με αποτέλεσμα οι γυναίκες αυτές να κινδυνεύουν από τρανσφοβική βία στον δρόμο αλλά και σύλληψη και φυλάκιση. Επιπλέον, στις ΗΠΑ οι μαύρες και έγχρωμες τρανς γυναίκες αποτελούν τη συντριπτική πλειοψηφία του ολοένα και αυξανόμενου αριθμού δολοφονημένων τρανς γυναικών.

Στίγμα της θηλυπρέπειας και ανδρική ομοκοινωνικότητα

Στην Ελλάδα πριν από μερικά χρόνια, ο Βαγγέλης Γιακουμάκης οδηγήθηκε στον θάνατο λόγω του συνεχούς, καθημερινού εξευτελισμού του ως «αδελφής». Ο Βαγγέλης ήταν το φάντασμα της «αδερφής», για να χρησιμοποιήσω μια φράση από πρόσφατο κείμενό μου.[6] Λέγοντας «αδερφή», δεν θέλω να «διαβάσω» τον Βαγγέλη με το πρίσμα των σεξουαλικών/ομοσεξουαλικών κατηγοριών, δηλαδή κατηγοριών σεξουαλικής/ομοσεξουαλικής ταυτότητας, ως έναν θηλυπρεπή, σεξουαλικά παθητικό ομοφυλόφιλο άνδρα. Όταν λέω «αδερφή», εννοώ τον θεωρούμενο ως μειονεκτικό, ελλειμματικό άντρα, τον μη-«άντρα». Ο εξευτελισμός δεν αναφερόταν σε μια θηλυπρεπή εμφάνιση και παθητική (ομο)σεξουαλική συμπεριφορά του, αλλά στην «αποτυχία» του να επιτελέσει την κυρίαρχη, κανονιστική αρρενωπότητα όπως την αντιλαμβανόταν η «αντρική» «παρέα» του, ανεξαρτήτως της ομόφυλης ή ετερόφυλης σεξουαλικής πρακτικής ή ταυτότητας που ο ίδιος είχε. Έτσι, οι εξευτελισμοί, τα «καψόνια» στα οποία υποβαλλόταν ο Βαγγέλης, αποτελούν μέρος μιας διαρκούς κυκλοφορίας, ανταλλαγής απόδοσης και ανταπόδοσης του στίγματος, της προσπάθειας να μειωθούν κάποιοι άνδρες ως «αδερφές», «γυναικούλες», δηλαδή να παρουσιαστούν ως μη «άντρες» ακόμη και σε μη σεξουαλικές κοινωνικές σχέσεις, ιδιαιτέρα δε σε ανδρικές ομοκοινωνικές σχέσεις. Τη διαρκή αυτή κυκλοφορία αυτού του στίγματος έχει επισημάνει ο Roger Lancaster στη μελέτη του για τον machismo στη Νικαράγουα και γενικότερα στη Λατινική Αμερική.[7] Ο Lancaster αναφέρεται στις σεξουαλικές σχέσεις μεταξύ «machistas» και «cochones», μεταξύ αντρών και «αδερφών» στα καθ’ ημάς, «αρρενωπών/ενεργητικώνν» και «θηλυπρεπών/παθητικών» ανδρών, όπου ο ανδρισμός των «machistas» επιτελείται μέσω της σεξουαλικής υποταγής των «cochones». Όμως, όπως επισημαίνει ο Lancaster, το στίγμα της «θηλυπρέπειας» μπορεί να αποδοθεί σε όλους τους άνδρες, ακόμη και σ’ εκείνους που έχουν σεξουαλικές σχέσεις μόνο με γυναίκες και οι οποίοι, σε διάφορες κοινωνικές σχέσεις, σεξουαλικές και μη, «αποτυγχάνουν» να αποδείξουν τον «ανδρισμό» τους. Στην ελληνική κοινωνία, στην ανδρική ομοκοινωνικότητα του στρατού, καψόνια αντίστοιχα με εκείνα στα οποία υποβαλλόταν ο Βαγγέλης Γιακουμάκης γίνονται ή τουλάχιστον γίνονταν στους «νέους» από τους «παλιούς» στρατιώτες και συνίστανται στην εκτέλεση από τους πρώτους διάφορων παράλογων, εξωπραγματικών και κυρίως εξευτελιστικών πράξεων. Τα καψόνια αυτά αποτελούσαν μέρος της μύησης των νεοσύλλεκτων στρατιωτών στους παλιότερους, η οποία επιτελούταν μέσω της υποταγής των «νέων» στους «παλιούς». Η υποταγή αυτή είναι αντίστοιχη εκείνης των μυήσεων των αγοριών στους άντρες στις λεγόμενες πρωτόγονες κοινωνίες, όπου τα αγόρια υφίσταντο σωματικές «δοκιμασίες», προκειμένου από αγόρια, δηλαδή μη άντρες ή ατελείς άντρες, να γίνουν «άντρες». Στις ανδρικές ομοκοινωνικότητες, οι νεότεροι στρατιώτες προσδιορίζονται ως γιοι ενώ οι παλιότεροι ως πατέρες και ο κάθε πατέρας έχει τον γιο του. Η υποταγή αυτή συνδέεται με την εκθήλυνση των νέων, των αγοριών, των γιων. Όπως παρατηρεί η Andrea Long Chu στο βιβλίο της Females: «H φράση εξαναγκαστική εκθήλυνση (forced feminization) είναι πλεονασμός. Το θηλυκό είναι πάντοτε προϊόν εξαναγκασμού και ο εξαναγκασμός οδηγεί πάντα στην εκθήλυνση».[8] Εξάλλου, η υποταγή των νέων στους παλιούς εκφράζεται με όρους σεξουαλικής κυριαρχίας του αρσενικού στο θηλυκό: ο όρος «τρέξιμο», που υποδηλώνει τις σωματικές ταλαιπωρίες που υφίστανται οι νέοι από τους παλιούς, εναλλάσσεται με τον όρο «πήδημα».[9]

H σύγχρονη πολιτική αντιπαράθεση αρκετές φορές επιτελείται με ορούς (ομο)σεξουαλικούς και πιο συγκεκριμένα ενεργητικού – παθητικού. Έτσι, η αντιπαράθεση παίρνει τη μορφή λεκτικής προσβολής του ανδρισμού του πολιτικού αντιπάλου. Έκτος από τη γνωστή φράση «στα τέσσερα» που είχε απευθύνει ο τότε υπουργός Π. Καμμένος προς τους πολιτικούς αντιπάλους του μέσα στη Βουλή, ενδεικτικό είναι και το παράδειγμα της φραστικής επίθεσης του τότε προέδρου της Βουλής Ευάγγελου Μεϊμαράκη εναντίον του τότε βουλευτή της ΝΔ Προκόπη Παυλόπουλου, τον Σεπτέμβριο του 2012, στην αίθουσα της Ολομέλειας της Βουλής. Συμφωνά με τις εφημερίδες, ο Ευάγ. Μεϊμαράκης, ενοχλημένος από το γεγονός ότι ο Πρ. Παυλόπουλος συμμετείχε στη ραδιοφωνική εκπομπή του Ν. Χατζηνικολάου, φέρεται να του είπε: «Σε άκουσα το πρωί που βγήκες στον Χατζηνικολάου να του γλείψεις τον π… Έλα να γλείψεις τον δικό μου, είναι καλύτερος».[10] Σε ένα διαφορετικό πολιτικό συμφραζόμενο, εκείνο της «δολοφονίας του Γρηγορόπουλου» και της «εξέγερσης του Δεκέμβρη», η Αλεξάνδρα Χαλκιά[11] έχει δείξει ότι οι κοινωνικές συγκρούσεις που εκδηλώθηκαν στα πεδία αυτά είναι συγκρούσεις για κυριαρχία και στο πεδίο της αρρενωπότητας. Μέρος αυτής της πολιτικής αντιπαράθεσης φαίνεται να αφορά το θέμα ποιοι, ποια σώματα και ποιες υποκειμενικότητες είναι πράγματι οι «άντρες». Μια αντίστοιχη περίπτωση πολιτικής αντιπαλότητας στο πεδίο της αρρενωπότητας, σύγκρουσης ανδρισμών, αποτελεί το πρόσφατο επεισόδιο που έγινε στο οικονομικό πανεπιστήμιο/ΑΣΟΕΕ στην Αθήνα μεταξύ φοιτητών και ένοπλου ντυμένου με πολιτικά αστυνομικού. Δεν θα αναφερθώ στις πολλές και πολιτικά αντικρουόμενες εκδοχές του επεισοδίου, αλλά θα σταθώ στα έμφυλα χαρακτηριστικά της διαμάχης αυτής και κυρίως στον χαρακτήρα της ως ανδρικής ομοκοινωνικής αντιπαλότητας. Στο βίντεο που δόθηκε στη δημοσιότητα, το πρώτο χαρακτηριστικό είναι άντρες, μόνο άντρες, φοιτητές που συγκρούονται με άντρα αστυνομικό.[12] Ο αστυνομικός με το όπλο του «σηκωμένο» –θυμίζω ότι ο αστυνομικός είχε πάει να πάρει από τη σχολή την κοπέλα του– έχει περικυκλωθεί από άντρες φοιτητές οι οποίοι με άγριες φωνές επιχειρούν να τον «ψαρώσουν», όπως λένε στον στρατό, προκαλώντας τον να ρίξει, να χρησιμοποιήσει το «πιστόλι» του, και όταν εκείνος βέβαια δεν το χρησιμοποιεί, τον αποκαλούν «κότα» και μωρή, δηλαδή αδερφή («ρίξε μωρή κότα, μωρή κοτάρα»). Σημειώνω εδώ ότι στη θηλυκή κατηγορία της κότας υποβιβάζονται στο ποδόσφαιρο εκείνοι οι παίκτες οι οποίοι δεν απαντούν ανταποδίδοντας την επίθεση των αντίπαλων παικτών.[13] Οι παραπάνω περιπτώσεις δείχνουν ότι η θηλυπρέπεια, εκθήλυνση αφορά ή μάλλον «απειλεί» όλους τους άντρες ανεξάρτητα από σεξουαλική ή έμφυλη ταυτότητα.

Η αδερφή: Για μια τρανς ιστορία

Το στίγμα της θηλυπρέπειας έχει ως σημείο αναφοράς τους άνδρες στους οποίους αποδίδεται η έμφυλη ταυτότητα του «θηλυπρεπούς», του μη-«άνδρα», η οποία προσδιορίζεται από τη θηλυπρεπή σωματική συμπεριφορά και αμφίεση, καθώς και τη θεωρούμενη, ως συνακόλουθη της δημόσιας συμπεριφοράς τους, παθητική σεξουαλική πρακτική τους. Οι άνδρες αυτοί κυρίως στη μεταπολεμική αλλά και στη σύγχρονη Ελλάδα έχουν προσδιοριστεί με διάφορους τρόπους στην επίσημη και καθημερινή/λαϊκή γλώσσα: αδερφή, πούστης, τοιούτος, ντιγκιντάγκας, κίναιδος, θηλυπρεπής/παθητικός ομοφυλόφιλος. Ο σύγχρονος όρος τρανς ή διεμφυλικός ή και εκείνος του τραβεστί, που θα χρησιμοποιηθεί αργότερα στα τέλη της δεκαετίας του 1970 και τη δεκαετία του 1980, ήταν άγνωστοι την εποχή εκείνη. Εξάλλου, οι θηλυπρεπείς αυτοί διέφεραν από τις σύγχρονες τρανς ως προς το ότι δεν ήταν 24/7 γυναίκες, αλλά αρκετοί από αυτούς ήταν την ημέρα ανδροπρεπείς. Ένας από τους λόγους της απόκρυψης της θηλυπρεπούς εμφάνισης ήταν το ότι η δημόσια γυναικεία ή θηλυπρεπής εμφάνισή τους θα επέσυρε τόσο ισχυρή κρατική και κοινωνική βία, που θα καθιστούσε σχεδόν αδύνατη την επιβίωσή τους.

Η καταπίεση, η βία που υφίσταντο οι θηλυπρεπείς άνδρες στη μεταπολεμική κυρίως Ελλάδα, είχε δύο μορφές: την καθημερινή, κοινωνική και την κρατική. Η καθημερινή, κοινωνική έπαιρνε συνήθως τη μορφή της διαπόμπευσης: η γνωστότερη μορφή διαπόμπευσης ήταν το «κράξιμο» στον δρόμο, στον δημόσιο χώρο Οι τρανς σήμερα και τότε «θηλυπρεπείς» πληροφορήτριές μου θυμούνται τον δυνατό μακρόσυρτο ήχο, τόνο της κοροϊδευτικής αλλά και υβριστικής λέξης «σύυυυκα», που ακουγόταν δυνατά από τους άνδρες και «συνόδευε», στιγμάτιζε, την εμφάνισή τους. Το «κράξιμο» αυτό αρκετές φορές συνοδευόταν και από λεκτική και κυρίως σωματική βία από παρέες ανδρών ή αγοριών, τα επονομαζόμενα στη γλώσσα των κουίρ ανδρών «τσόλια». Η βία αυτή δεν απευθυνόταν μόνο σε θηλυπρεπείς στην εμφάνιση άνδρες αλλά και σε «ανδροπρεπείς» οι οποίοι, ωστόσο, γινόταν αντιληπτοί από τα «τσόλια» ως «αδερφές». Οι παρέες αυτές επέδραμαν σε ανοιχτούς χώρους γνωριμίας ανδρών με ομόφυλες ερωτικές πρακτικές, όπως το πάρκο του Πεδίου του Άρεως και το Ζάππειο. Για τη Μαρία, 78 χρονών τρανς γυναίκα σήμερα και ομοφυλόφιλο αγόρι στα τέλη της δεκαετίας του 1950 και τη δεκαετία του 1960, η βία που υφίστατο από τα «τσόλια» αποτελεί τη «χειρότερη ανάμνησή» της, περισσότερο τραυματική από την αστυνομική βία: «…μια φορά καθόμουν με μια φίλη μου εδώ, στην κουλοχέρα την Αθηνά σε ένα παγκάκι, τέσσερα τσόλια 17-15 χρονών μάς πιάσανε την κουβέντα, η φίλη μου πρόλαβε και το ’βαλε στα πόδια και εμένα με πιάσανε και με μαυρίσανε στο ξύλο, ήταν τα τσόλια και η αστυνομία [ενν. ήταν κακή], τα τσόλια τα κακά ήταν χειρότερα γιατί ήταν ανεξέλεγκτα, ενώ η αστυνομία ελεγχόταν».

Αρκετοί από τους τότε θηλυπρεπείς είχαν πεταχτεί κυριολεκτικά στον δρόμο από τις οικογένειές τους όταν ήταν ακόμη μαθητές Γυμνασίου, επειδή απλώς ήταν θηλυπρεπείς ή είχαν συλληφθεί να έχουν ερωτικές επαφές με αγόρια/άντρες. H συνομιλήτριά μου, Άννα, 77 χρονών σήμερα, τρανς γυναίκα, θυμάται τη μέρα του 1955 που, θηλυπρεπές αγόρι τότε, την έδιωξαν οι γονείς της από το σπίτι λέγοντάς της «μανταμούδες εδώ στο σπίτι δεν θέλουμε». Το δεκαπεντάχρονο τότε αγόρι, περιφερόμενο στους δρόμους του κέντρου της Αθήνας, το περιμάζεψε για λίγες μέρες στο σπίτι του ένας θηλυπρεπής ηθοποιός. Μετά όμως ξαναβρέθηκε να περιφέρεται στην Ομόνοια και μπήκε στον περιθωριοποιημένο κόσμο των θηλυπρεπών: «πήγαινα λοιπόν εκεί και να σου πω το ’κανα σαν πιάτσα. Έβλεπα όμως και κάτι άλλες παράξενες… οπτασίες (γελάει), να τρέχουν από εδώ κι από εκεί υπάρξεις, όχι πολλές μη φανταστείς, έτσι μπήκα σε έναν κόσμο πολύ δύσκολο, δύστροπο, σε έναν κόσμο που είχε φάει πολύ –σήμερα το λένε bullying– σπρώξιμο, ξύλο πολύ, πολύ… Όλα στο πολύ, δεν ήταν αδελφωμένοι, σου μιλάω για τους θηλυπρεπείς, αυτούς που σήμερα τους λένε τρανς, τρανς γυναίκες».

Η Άννα, όπως και άλλοι θηλυπρεπείς, προκειμένου να επιβιώσουν δεν είχαν άλλη επιλογή παρά να εργαστούν ως πόρνες σε οίκους ανοχής με θηλυπρεπή ή νεαρά αγόρια, για άνδρες, που λεγόταν «κωλοχανεία» ή στο γνωστό κυρίως τη δεκαετία του 1960 κέντρο Χαβάη, καθώς και στον δρόμο κοντά σε γυναίκες πόρνες. Τα κωλοχανεία ήταν ημιπαράνομα, γνωστά στην αστυνομία και επιτηρούνταν από αυτήν, όπως δείχνουν αναφορές σε αυτά αλλά και φωτογραφίες σε αρχεία και εγχειρίδια υψηλόβαθμων αξιωματικών της αστυνομίας τις δεκαετίες 1940 και του 1950.[14] Στα αστυνομικά αυτά εγχειρίδια επισημαίνεται από τους συγγραφείς ότι ένα από τα ποινικά αδικήματα το οποίο διαπράττουν οι κίναιδοι, δηλαδή οι παθητικοί, θηλυπρεπείς «αρσενοκοίται», είναι εκείνο της κλοπής ή, όπως αναγράφεται στα εγχειρίδια, τσουρνό στα καλιαρντά. Τα θύματα αυτών των κλοπών είναι οι λεγόμενοι παιδερασταί, δηλαδή οι ενεργητικοί ανδροπρεπείς «αρσενοκοίται».[15] Ο κίναιδος συνήθως «αθώον δήθεν παιδί, με λεπτούς τρόπους και παιδικήν εμφάνισιν καλώς ενδεδυμένον»[16] περιφέρεται στο κέντρο της πόλης και «όταν αντιληφθή γνωστόν τινα παιδεραστήν ή και κανένα σοβαρόν κύριον κατάλληλον προς τούτο, τον προσεταιρίζεται καταλλήλως και τον οδηγεί προς ακολασίαν εις τον σκοπόν τούτον προπαρασκευασθέν δωμάτιον του διαφθορείου» ή σε δωμάτιο κάποιου ξενοδοχείου όπου εκεί ο κίναιδος κλέβει από τον παιδεραστή πορτοφόλι, ρολόι αλλά αρκετές φορές και τα ρούχα του. Η Άννα, που δούλευε σε ένα κωλοχανείο στην περιοχή της Ομόνοιας που διευθυνόταν από έναν μεγαλύτερης ηλικίας Ελληνοαμερικανό θηλυπρεπή ομοφυλόφιλο, μια «αδερφή» γνωστή ως «Αμερικάνα», περιγράφει την άγρα, «ψώνισμα» πελατών από τις «αδερφές» ντυμένες ως μαθητές.

«Έτσι λοιπόν η αστυνομία δεν του έκανε τίποτα. Ήταν το καλύτερο κωλοχανείο της Αθήνας και δούλευε ημιπαράνομα, δεν το ’ξερε η αστυνομία, αλλά το ’ξερε, αφού ήταν μέσα η αστυνομία. Αυτή ήταν η ζωή, τώρα πώς ήταν η ζωή ενός ομοφυλόφιλου δεν ξέρω πώς ήτανε, τώρα να σου πω πώς ήτανε οι πελάτες; Συνήθως είχε δικούς του πελάτες, αλλά αν δεν είχε πέντε πελάτες τη μέρα η κάθε αδελφή, [η Αμερικάνα] τους έβαζε κοντά παντελονάκια, παίρναμε μια σάκα και πηγαίναμε στο Ροζικλαίρ απέξω, όπου είχε παιδικά σινεμά, και ψωνίζαμε κανέναν απέξω και τον πηγαίναμε εκεί. Και τότε πολλοί κωλομπαράδες πάνω από τα 40 στην πέφτανε, δεν προλάβαινε να βγει απ’ έξω, δηλαδή έπρεπε να προλάβεις τον κωλομπαρά πριν σε προλάβει η αστυνομία, στα κωλοχανεία δεν είχα δει ποτέ αστυνομία».

Στα «κωλοχανεία» λοιπόν, τουλάχιστον εκείνο της «Αμερικάνας» δεν εισέβαλλε η αστυνομία, λόγω των υψηλών γνωριμιών της στον κόσμο της πολιτικής, του κράτους και των διανοουμένων της εποχής, από τις οποίες πολλοί σύχναζαν στις βεγγέρες που διοργάνωνε η «Αμερικάνα». Ωστόσο, οι «αδερφές» αντιμετώπιζαν τη θεσμική-αστυνομική, δικαστική και ιατρική-βία στον δημόσιο χώρο: «αν σε έπιανε η αστυνομία στον δρόμο, σε πήγαινε στο τμήμα, σε ξυλοφόρτωνε και την άλλη μέρα το πρωί είχες ή γιατρό στη Φαβιέρου, όπου ήταν ένας γιατρός στο υγειονομικό, ή θα πέρναγες δικαστήριο ανάλογα με την κρίση του διοικητή, του αξιωματικού της ασφάλειας, του τμήματος. Στο δικαστήριο θα ’πρεπε να αποδείξεις ότι μένεις σε ένα σπίτι δικό σου ή έστω με νοίκιο κι ότι έχεις χρήματα, ότι εργάζεσαι κάπου και δεν κλέβεις, δεν ζεις σε βάρος της κοινωνίας από την παρανομία, το δικαστήριο όμως… Αργότερα, όταν κωλοπετσώθηκα, είχα μαζί μου 5 λίρες (τις τότε Αγγλίας) ραμμένες σε ένα σακουλάκι και κάπως τη γλιτώναμε, το δικαστήριο όμως μπορούσε να κρίνει να πας και μια βόλτα στο ψυχιατρείο το Δαφνί ή αλλού και να σου κάνουνε λοβοτομή, να σε κάνουνε άντρα γιατί ήσουνα κίναιδος. Δηλαδή σε δίκαζε με τον νόμο περί τεντιμποϊσμού και μετά διαπόμπευση, ξύρισμα κεφάλι, αλλά όχι όλο, αλλά σταυρωτά, σου άφηναν μερικές τούφες και μετά σε ’στελναν… Ειδάλλως υπήρχε 3-6 μήνες εξορία με τους πολιτικούς κρατουμένους…»

Σύμφωνα με τις συνομιλήτριές μου και τα αστυνομικά εγχειρίδια, ο νόμος για την παρά φύσιν ασέλγεια δεν ήταν ο μόνος νόμος που χρησιμοποιούνταν για την καταστολή της ομοφυλοφιλίας. Όπως αναφέρει ο υποδιευθυντής της Γενικής Ασφάλειας Αθηνών Σπύρος Παξινός: «η βεβαίωσις της παρά φύσιν ασέλγειας θεωρείται πολύ δύσκολος καθ’ όσον πρέπει να συλληφθούν επ’ αυτοφώρω και οι δύο, προπαντός δε ο ενεργητικός, ο οποίος κατά τας σχετικάς διατάξεις του Ποινικού Νόμου πρέπει να συνυπάρχη ως αναγκαίος συνεργός».[17] Έτσι, «εναντίον των κίναιδων» χρησιμοποιούνταν και οι νόμοι περί αλητείας και επαιτείας, αφού οι «κίναιδοι», όπως είδαμε και στην αφήγηση της Άννας, στερούνταν «των μέσων συντηρήσεως και κατοικίας»,[18] καθώς και ο νόμος περί τεντιμποϊσμού.

Το 1967, ο καθηγητής του Ποινικού Δικαίου Γεώργιος-Αλέξανδρος Μαγκάκης[19] επισήμαινε ότι στον ελληνικό Ποινικό Κώδικα του 1951 «η ομοφυλοφιλία δεν διώκεται ποινικώς καθ’ εαυτήν και ότι προβλέπονται ως εγκλήματα ωρισμέναι μόνο περιπτώσεις της μεταξύ αρρένων ασέλγειας, εμφανίζουσαι, ως εκ των ειδικωτέρων συνθηκών υφ’ ας τελούνται, ηυξημένην αντικοινωνικήν βαρύτητα». Απέδιδε αυτήν τη νομοθετική ρύθμιση σε δύο λόγους που αναφέρονται άμεσα στους θηλυπρεπείς άνδρες, τις «αδερφές». Ο πρώτος ήταν η «περιορισμένη διάδοσις της ομοφυλοφιλίας» στις μεσογειακές και λατινικές χώρες και συνακόλουθα στην Ελλάδα. Η αντίληψη αυτή περί μη «ελληνικότητας» της ομοφυλοφιλίας, που είναι διαδεδομένη τις δεκαετίες 1950 και 1960,[20] ανάγεται στη φαντασιακή σύλληψη του ελληνικού έθνους ως ετεροκανονικού και κυρίως αρρενωπού, αφού στην ευρέως διαδεδομένη αντίληψη της εποχής η κοινωνικά ορατή, αναγνωρίσιμη μορφή του ομοφυλόφιλου είναι κυρίως εκείνη του «θηλυπρεπούς». Η φαντασιακή σύλληψη είχε κι ένα πραγματικό έρεισμα: όπως είδαμε και παραπάνω, λίγοι ήταν εκείνοι οι άνδρες οι οποίοι τολμούσαν να εκδηλώσουν δημόσια τη θηλυπρέπειά τους λόγω του «αυθόρμητου κοινωνικού έλεγχου», που στις μεσογειακές κοινωνίες «ασκείται μέσω του σκώμματος», όπως λέει ο Μαγκάκης αναφερόμενος στον δεύτερο λόγο απουσίας ποινικής δίωξης της «ομοφυλοφιλίας καθ’ εαυτήν» στον ισχύοντα τότε ελληνικό Ποινικό Κώδικα.[21] Ωστόσο, oι αφηγήσεις των συνομιλητριών μου και τα αστυνομικά εγχειρίδια της εποχής δείχνουν ότι τουλάχιστον η αστυνομική επιτήρηση και καταδίωξη ήταν ισχυρή[22] και το άρθρο για την παρά φύσιν ασέλγεια του ΠΚ του 1951 δεν αφορούσε μια αφηρημένη, γενική έννοια «ομοφυλοφιλίας καθ’ εαυτήν», αλλά κοινωνικά και ιστορικά ορατές, αναγνωρίσιμες μορφές ομοφυλοφιλίας, δηλαδή τις διαγενεακές σχέσεις, παιδεραστία και τους θηλυπρεπείς ομοφυλόφιλους. Επιπλέον, η καθημερινή, κοινωνική πειθάρχηση δεν διακρινόταν αλλά συνδυαζόταν με τη θεσμική, κρατική καταδίωξη. Για να το πω διαφορετικά: η θεσμική και καθημερινή βία αποτελούσαν ένα συνεχές (continuuum) βίας, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι δεν υπήρχαν διαφοροποιήσεις μεταξύ τους, οι οποίες οφείλονταν σε διαφορές ανάμεσα στις επίσημες και τιςς λαϊκές αντιλήψεις για την ομοφυλοφιλία.[23] Όπως παρατηρεί ο Eric Stanley[24] αναφερόμενος στο υλικό κτίριο, στη «φυλακή» ως ένα μόνο συστατικό του PIC (prison industrial complex), οι τρανς και queer άνθρωποι γεννιούνται μέσα σε δίχτυα, σε ένα πανοπτικό σύστημα επιτήρησης και εξέτασης του φύλου τους, πολύ πριν περάσουν το κατώφλι της φυλακής.

Η αστυνομική βία εναντίον των ανδρών με ομόφυλες ερωτικές πρακτικές και, κυρίως, των θεωρούμενων ως θηλυπρεπών συνεχίστηκε και τη δεκαετία του 1970 αλλά και τη δεκαετία του 1980, ακόμη και μετά την άνοδο του ΠΑΣΟΚ στην κυβέρνηση.[25] Το 1977 είχε κατατεθεί στη Βουλή από την κυβέρνηση Καραμανλή νομοσχέδιο «περί της εξ αφροδισίων νόσων προστασίας». Το νομοσχέδιο τελικά αποσύρθηκε, μετά τις έντονες διεθνείς διαμαρτυρίες που συντόνισε το Απελευθερωτικό Κίνημα Ομοφυλόφιλων Ελλάδας (ΑΚΟΕ) και το περιοδικό του αμφί, τα οποία ιδρύθηκαν την εποχή εκείνη με αφορμή την κατάθεση αυτού του νομοσχεδίου. Αρκετά σημεία του νομοσχεδίου αντηχούν τις αφηγήσεις της Άννας και τις περιγραφές των αστυνομικών εγχειριδίων για την πορνεία των θηλυπρεπών της δεκαετίας του 1950. Έτσι, το νομοσχέδιο αναφέρεται στους «κίναιδους» στο άρθρο 7, τους οποίους ορίζει ως «άρρενες εκδιδόμενοι αποδεδειγμένως και καθ’ έξιν ή επ’ αμοιβή ενδίδοντες εις ασελγείς επ’ αυτών παρά φύσιν πράξεις», οι οποίοι περιφέρονται σε δημόσια μέρη «όπως οδούς, πλατείας, δημόσια κέντρα επί εμφανή σκοπώ προσελκύσεως πελατών ή δεχόμενοι κατ’ επάγγελμα πελάτας εις μόνιμον κατάλυμα».[26] Οι «κίναιδοι», αφού συλληφθούν από την αστυνομία, υποβάλλονται σε ιατρική εξέταση για αφροδίσια και σε περίπτωση θετικού αποτελέσματος υποβάλλονται σε υποχρεωτική θεραπεία. Επιπλέον, «οι προαναφερθέντες εκδιδόμενοι αλλά και όποιος απλώς προσελκύει άνδρες προς τέλεσιν επί του ιδίου παρά φύσιν ασέλγεια» ή «προσβάλλει την δημοσίαν αιδώ διά προκλητικής ή ασέμνου συμπεριφοράς» τιμωρείται με ποινή φυλάκισης ενός έτους. Με άλλα λόγια, το νομοσχέδιο δίωκε ποινικά μόνον τους θηλυπρεπείς, παθητικούς ομοφυλόφιλους. Ενδιαφέρον παρουσιάζει το γεγονός ότι σε μεγάλης κυκλοφορίας εφημερίδα της εποχής είχε γραφτεί ότι το νομοσχέδιο θα προέβλεπε και εκτόπιση για τους «κίναιδους»,[27] ενώ σε δρόμους της Αθήνας είχαν εμφανιστεί συνθήματα σε τοίχους όπως «Εκτόπιση στους πούστηδες».[28] Οι δημοσιογραφικές αυτές πληροφορίες, παρόλο που δεν επιβεβαιώνονται από το επίσημο κείμενο του νομοσχεδίου, ωστόσο φαίνεται να ενισχύουν έστω και σε φαντασιακό επίπεδο τις πληροφορίες της Άννας περί ύπαρξης ποινής εξορίας στα μεταπολεμικά χρόνια για τους «κίναιδους». Επίσης, η παραπομπή από τη δικαστική εξουσία στο ψυχιατρείο, στην οποία αναφέρεται η Άννα, φαίνεται να είναι μια τρέχουσα πρακτική ακόμη και στις αρχές της δεκαετίας του 1980. Τον Σεπτέμβριο του 1982, η γνωστή ακτιβίστρια τραβεστί Αλόμα παραπέμφθηκε κατόπιν εντολής του εισαγγελέα Θ. Βλάμη στο Αιγινήτειο Ψυχιατρείο, αφού προηγουμένως είχε συλληφθεί και κρατηθεί στο ΣΤ΄ αστυνομικό τμήμα παράνομα, μια και το δικαστήριο με απόφασή του αργότερα διέταξε την άρση της κράτησής της. Ωστόσο, στην περίπτωση αυτή, στο Αιγινήτειο οι ψυχίατροι αρνήθηκαν να διαπιστώσουν ψυχική νόσο και η Αλόμα αφέθηκε ελεύθερη.[29]

Επίλογος

Αρκετοί ανδροπρεπείς κυρίως νέοι gay αγνοούν ή απωθούν σε ένα σκοτεινό και απόμακρο πια παρελθόν τη μορφή αυτή βίας, την οποία περιγράψαμε παραπάνω. Επίσης, η βία αυτή φαίνεται σήμερα σε σύγχρονους, «ανδροπρεπείς» κυρίως, ομοφυλόφιλους άνδρες να ανήκει στο παρελθόν. Ενδεικτική είναι η συμμετοχή της «Δράσης των αστυνομικών ενάντια στον ρατσισμό» στο Athens Pride του 2017 για πρώτη φορά στην Ελλάδα, μιας οργάνωσης «δικαιωματικών» αστυνομικών που είχε ως αιχμή των διεκδικήσεών της τα «ανθρώπινα δικαιώματα» τόσο των ίδιων των ΛΟΑΤΚΙ+ αστυνομικών όσο και των ΛΟΑΤΚΙ+ πολιτών απέναντι στην αστυνομία. Με εξαίρεση τις αντιδράσεις ακροαριστερών και αναρχικών queer ομάδων, η πλειοψηφία των ΛΟΑΤΚΙ+ υποστήριξε τη συμμετοχή των αστυνομικών στο Pride. Η λήθη της κρατικής, αστυνομικής βίας συνδέεται, κατά τη γνώμη μου, με τη θεώρηση από σύγχρονους gay του θηλυπρεπούς ομοφυλόφιλου, της «αδερφής» ως παρελθοντικής παρωχημένης φιγούρας, και την αρρενοποίηση μιας gay ομοφυλόφιλης ταυτότητας.[30] Πράγματι, από τη δεκαετία του 1990 κυρίως και μετά, η αστυνομική βία σε δημόσιους χώρους συνάθροισης ανδρών με ομόφυλες ερωτικές πρακτικές, κυρίως στα gay μπαρ,[31] αισθητά –ή και φαίνεται να– εκλείπει.. Με το παραπάνω δεν υποστηρίζω μια γνωστή ήδη στις ΗΠΑ[32] κυρίαρχη αφήγηση μιας γραμμικής προόδου από τα σκοτεινά χρόνια της καταπίεσης των δεκαετιών του 1950 και του 1960 στη σύγχρονη εποχή των «ανθρώπινων δικαιωμάτων», της νομικής ισότητας και της συνεργασίας με την αστυνομία. Τη γραμμική αυτή πρόοδο διαψεύδει η εισβολή της αστυνομίας στο gay μπαρ Spices το 2003 και η σύλληψη έντεκα θαμώνων του με τις κατηγορίες της χρήσης ναρκωτικών, πορνείας και παιδεραστίας,[33] δηλαδή των πιο απαξιωμένων μορφών σεξουαλικότητας ακόμη και σε σχέση με την «ομοφυλοφιλία»[34] και άλλα πιο πρόσφατα περιστατικά αστυνομικής βίας. Μια trans/queer προσέγγιση, θέτοντας σε αμφισβήτηση την αφήγηση της γραμμικής προόδου, προτείνει μια ανάλυση η οποία «φωτίζει τους ιστορικούς και σύγχρονους ανταγωνισμούς με το αστυνομικό κράτος»[35]. Αυτή η διερεύνηση θα μας δείξει σε ποιους απευθύνονται οι διάφορες μορφές κρατικής και κοινωνικής βίας αλλά και ποιοι διαφεύγουν ή και απαλλάσσονται από αυτές. Και πώς αυτές οι μετατοπίσεις της βίας και οι νέες μορφές ελέγχου συνδέονται με μεταβολές στα ευρύτερα κοινωνικοοικονομικά συμφραζόμενα.

Σε μια εποχή όπου σε πολλές κοινωνίες, συμπεριλαμβανομένης, κατά τη γνώμη μου, και της ελληνικής, κάποιες μορφές ομοφυλοφιλίας ενσωματώνονται σε μια εθνο-ετεροκανονικότητα,[36] θα πρέπει να διερευνήσουμε τον βαθμό και τον τρόπο αυτής της ενσωμάτωσης αλλά και τους τρόπους με τους οποίους η ομοκανονικότητα, ο ομοεθνικισμός παράγουν νέες «διαστροφές», νέες «περιφερειακές σεξουαλικότητες».

Ο Κώστας Γιαννακόπουλος είναι αναπληρωτής καθηγητής στο Τμήμα Κοινωνικής Ανθρωπολογίας και Ιστορίας του Πανεπιστήμιο Αιγαίου ([email protected])

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

1. Μια πρώτη μορφή του παρόντος κειμένου είχε παρουσιαστεί ως ανακοίνωση στην ημερίδα με θέμα «Αντιστρέφοντας τις βεβαιότητες. Έμφυλη βία και συλλογικές δράσεις», που είχε διοργανώσει η Επιτροπή Ισότητας των Φύλων του Πανεπιστημίου Αιγαίου για τη Μέρα της Γυναίκας, στις 6 Μαρτίου 2020 στη Μυτιλήνη.

2. Judith Butler, «When Killing Women Isn’t a Crime», στο https://www.nytimes.com/2019/07/10/opinion/judith-butler-gender.html?fbclid=IwAR23097g3mVao6UHNiXRae3iKLPLglrjeaPhJ-czG3dkO0eFi2Ajz3TjXVk (πρόσβαση 01.06.2020).

3. Βλ. Κώστας Γιαννακόπουλος, «Φαντάσματα από το παρελθόν στο παρόν. Ανδρικές ομοερωτικές επιθυμίες και πολιτικές στη μεταπολεμική και σύγχρονη Ελλάδα», στο Δήμητρα Βασιλειάδου, Γιάννης Γιαννιτσιώτης, Ανδρονίκη Διαλέτη, Γιώργος Πλακωτός (επιμ.), Ανδρισμοί. Αναπαραστάσεις, υποκείμενα και πρακτικές από τη μεσαιωνική μέχρι τη σύγχρονη περίοδο, Gutenberg, Αθήνα 2019, σ. 161.

4. Αυτ., σ. 162-165.

5. Jules Gleeson, «What Is Effeminacy and How Can We Celebrate It?», στο https://novaramedia.com/2017/05/28/what-is-effeminacy-and-how-can-we-celebrate-it/ (πρόσβαση 01.06.2020).

6. Γιαννακόπουλος, «Φαντάσματα από το παρελθόν στο παρόν», ό.π., σ. 152-169.

7. Roger Lancaster, «Tο στίγμα της ομοφυλοφιλίας στην κατασκευή του ανδρισμού και η συντριβή μιας επανάστασης στη Νικαράγουα», στο Κώστας Γιαννακόπουλος (επιμ.), Σεξουαλικότητα. Θεωρίες και πολιτικές της ανθρωπολογίας, Αλεξάνδρεια, Αθήνα 2006, σ. 527-570.

8. Andrea Long Chu, Females, Verso, Λονδίνο – Νέα Υόρκη 2019, σ. 84.

9. Κώστας Γιαννακόπουλος, «Έμφυλη τάξη και αταξία: “φυσικός” ανδρισμός και άσκηση εξουσίας», στο Δήμητρα Γκέφου- Μαδιανού (επιμ.), «Εαυτός και Άλλος». Εννοιολογήσεις, ταυτότητες και πρακτικές στην Ελλάδα και την Κύπρο, Gutenberg, Αθήνα 2003, σ. 190.

10. Λάμπρος Σταυρόπουλος, «Βουλή: πρωτοφανής φραστική επίθεση Μεϊμαράκη προς Παυλόπουλο», Το Βήμα, 27/9/2012.

11. Αλεξάνδρα Χαλκιά, «Η κοινωνιολογία της σεξουαλικότητας, οι αρρενωπότητες και ο έμφυλος Δεκέμβρης», στο Άννα Αποστολέλλη – Αλεξάνδρα Χαλκιά (επιμ.), Σώμα, φύλο και σεξουαλικότητα. ΛΟΑΤΚ πολιτικές στην Ελλάδα, Πλέθρον, Αθήνα 2012, σ. 215-249.

12. https://www.youtube.com/watch?v=VntYDd2CWjU) (πρόσβαση 01.06.2020).

13. Γιαννακόπουλος, «Έμφυλη τάξη και αταξία», ό.π., σ.187.

14. Σπύρος Παξινός, Εγκλημα, κοινωνία, αστυνομία. Οίκος Μιχ. Ι. Σαλιβέρου, Αθήναι, 1940. Ν.Ο. Αρχιμανδρίτου, Επιστημονική και τεχνική αστυνομία, Αθήναι, 1957.

15. Για τη χρήση του όρου «παιδεραστής» για τον ενεργητικό άνδρα με ομόφυλες ερωτικές πρακτικές και την παιδεραστία τις δεκαετίες 1950 και του 1960, βλ. Κώστας Γιαννακόπουλος, «Γνώση και εξουσία. Μυστικότητα, εννοιολογήσεις των ανδρικών ομοερωτικών σχέσεων και ένα (ομο)σεξουαλικό έγκλημα στη μεταπολεμική Αθήνα», στο Δήμητρα Βασιλειάδου, Γλαύκη Γκότση (επιμ.), Ιστορίες για τη σεξουαλικότητα, Θεμέλιο, Αθήνα 2020, σ. 176-177.

16. Παξινός, Έγκλημα, κοινωνία, αστυνομία, ό.π., σ. 173.

17. Αυτ., σ. 171.

18. Αυτ.

19. Γεώργιος-Αλέξανδρος Μαγκάκης, Τα εγκλήματα περί την γενετήσιον και την οικογενειακήν ζωήν, Αφοί Π. Σάκκουλα, Αθήναι, 1967.

20. Γιαννακόπουλος, «Γνώση και εξουσία», ό.π., σ. 171.

21. Μαγκάκης, Τα εγκλήματα περί την γενετήσιον και την οικογενειακήν ζωήν, ό.π., σ. 98-99.

22. Για τη θεωρούμενη ως σύμφυτη σχέση της ομοφυλοφιλίας ή της «παιδεραστίας», όπως συνήθως αποκαλούνταν τότε, με το έγκλημα, βλ. Γιαννακόπουλος, «Γνώση και εξουσία», ό.π., σ. 179.

23. Αυτ.

24. Eric Stanley, «Gender Self-Determination, Queer Abolition, and Trans Resistance», στο Eric Stanley, Nat Smith (επιμ.), Captive Genders. Trans Embodiment and the Prison Industrial Complex, AKPress, Όουκλαντ-Εδιμβούργο 2015, σ. 12.

25. Αμφί, τεύχος 12-13, Χειμώνας 1982, σ. 60-66. Οι ακτιβιστές του αμφί και του ΑΚΟΕ έλπιζαν ότι η άνοδος στην κυβέρνηση ενός σοσιαλιστικού κόμματος το 1981 θα ήταν θετική για τη ζωή των ομοφυλόφιλων στην Ελλάδα. Για μια λεπτομερή περιγραφή της αστυνομικής βίας εναντίον των ομοφυλόφιλων ανδρών και των τρανς γυναικών τη δεκαετία του 1980, βλ. Θεοδόσης Γκελτής, «Η επιθυμία δεν αστυνομεύεται. Η εμπειρία της αστυνομικής βίας και της κοινότητας στους ομοφυλόφιλους άνδρες και τις τρανς γυναίκες της δεκαετίας του 1980», στο Νάνσυ Παπαθανασίου και Έλενα-Όλγα Χρηστίδη (επιμ.), Συμπερίληψη και ανθεκτικότητα. Βασικές αρχές ψυχοκοινωνικής στήριξης σε θέματα σεξουαλικού προσανατολισμού, ταυτότητας, έκφρασης και χαρακτηριστικών φύλου, Gutenberg, Αθήνα 2020, σ. 440-462.

26. Αμφί, τεύχος 2-3, Καλοκαίρι-φθινόπωρο 1978, σ. 20-21.

27. Απογευματινή 29.03.1977.

28. Αμφί, τεύχος 1, Άνοιξη 1978, σ. 10-11.

29. Αμφί, τεύχος 12-13, Χειμώνας 1982, σ. 72-73. Για την ψυχιατρική και την ιατροδικαστική ως μέρος των μηχανισμών ποινικής καταστολής και πειθάρχησης στη μεταπολεμική Ελλάδα, βλ. Γιαννακόπουλος, «Γνώση και εξουσία», ό.π., σ. 179-181.

30. Kostas Yannakopoulos, «“Naked Piazza”: Male (Ηomo) Sexualities, Masculinities and Consumer Cultures in Greece since the 1960s», στο Kostis Kornetis, Eirini Kotsovili, Nikos Papadogiannis (επιμ.), Consumption and Gender in Southern Europe since the long 1960s, Bloomsbury, Λονδίνο 2016. Γιαννακόπουλος, «Φαντάσματα από το παρελθόν στο παρόν», ό.π.

31. Σε ανοιχτούς, υπαίθριους χώρους ερωτικής συνάντησης ανδρών, όπως τα πάρκα και τα ουρητήρια μεγάλων πλατειών όπως του Συντάγματος και της Κάννιγγος, η αστυνόμευση επήλθε μέσω του εξευγενισμού (gentrification) των χώρων αυτών. Έτσι, τα ουρητήρια καταργήθηκαν και τα πάρκα, όπως εκείνα του Ζαππείου και του Πεδίου του Άρεως, «αναπλάστηκαν», δηλαδή φωταγωγήθηκαν ή περιφράχτηκαν.

32. Stanley, «Gender Self-Determination, Queer Abolition, and Trans Resistance», ό.π., σ. 9.

33. Konstantinos Yannakopoulos, «Notions du poltique et altèrité sexuelle», στο Gilles de Rapper-Pierre Sintès (επιμ.), Nommer et classer dans les Balkans. Ecole Française d’Athènes, Αθήνα 2008, σ. 123-131

34. Gayle Rubin, «Σκέψεις για τη σεξουαλικότητα: Σημειώσεις για μια ριζοσπαστική θεωρία των πολιτικών της σεξουαλικότητας» στο Κώστας Γιαννακόπουλος (επιμ.), Σεξουαλικότητα. Θεωρίες και πολιτικές της ανθρωπολογίας, ό.π., σ. 401-481.

35. Stanley, «Gender Self-Determination, Queer Abolition, and Trans Resistance», ό.π., σ. 9.

36. Κώστας Γιαννακόπουλος, «Πολιτισμικές εννοιολογήσεις της μοναξιάς: συγγένεια, κοινότητα και πολιτικές του ΛΟΑΤ κινήματος», στο Άννα Αποστολέλλη – Αλεξάνδρα Χαλκιά (επιμ.), Σώμα, φύλο και σεξουαλικότητα., ό.π., σ. 186-194

 

Δείτε Επίσης

Αφήστε μια απάντηση

ΕΙΔΟΠΟΙΗΣΕΙΣ

Εισάγετε το email σας για να ενημερώνεστε για τα νέα άρθρα