ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΚΟ ΔΟΚΙΜΙΟ: ΔΙΚΟΠΗ ΟΥΤΟΠΙΑ

 

Για το βιβλίο: Βασιλική Πέτσα, Το δέντρο της υπακοής, Πόλις, Αθήνα 2018, 328 σ.

Σταύρος Ζουμπουλάκης

τχ. 145-146

Στο Δουβλίνο, ένας πατέρας, νέος σε ηλικία, διαβάζει στις εφημερίδες για το κρουαζιερόπλοιο «Λιουμπόβ Ορλόβα» που πλέει ακυβέρνητο, γεμάτο αρουραίους, με κατεύθυνση το νησί Άκιλ, στην κομητεία του Μέιο. Αναστατώνεται με την είδηση αυτή και αναζητάει στο διαδίκτυο πληροφορίες για το πλοίο-φάντασμα. Λαμβάνει τότε την απόφαση να εγκαταλείψει το σπίτι του, τη γυναίκα του, παίρνοντας μαζί του, απάγοντας δηλαδή, το μικρό παιδί τους, νήπιο στην κούνια. Κάνει τον σταυρό του και ξεκινάει (σ. 15). Ο πατέρας αποφασίζει την απονενοημένη αυτή ενέργεια της απαγωγής του παιδιού του, για να το σώσει από τους αρουραίους του «Λιουμπόβ Ορλόβα». Το μυθιστόρημα κλείνει στο εικοστό κεφάλαιο πάλι με τον πατέρα. Έχει συλληφθεί από την αστυνομία, όπως έχουμε μάθει σε προηγούμενο κεφάλαιο, έχει δικαστεί και καταδικαστεί, έχει περάσει καιρό «μέσα» (σ. 318), σε ψυχιατρείο, υπονοείται, και ζει τώρα στο Μάλακμορ όπου εργάζεται ως κηπουρός, υπό ψυχιατρική παρακολούθηση, με χάπια, για τα οποία νιώθει ευγνώμων γιατί τον λυτρώνουν από την ταραχή (σ. 312). Εξακολουθεί να αναζητάει κάτι: όχι θαλπωρή και οικειότητα, όπως οι άλλοι κάτοικοι της περιοχής, αλλά ισορροπία μέσα στο σύμπαν (σ. 314). Τον έλκουν ιδιαίτερα τα θαλασσοπούλια, κυρίως οι χήνες-στρείδια, που σύμφωνα με μεσαιωνικούς θρύλους φυτρώνουν σε δέντρα ή σε ξύλα από ναυάγια (σ. 321). Θέλει να φαντάζεται ότι σε μια επιπλέουσα σανίδα ενός τέτοιου ναυαγίου είναι γραμμένο το όνομα του αλιευτικού σκάφους «Shadow V», που ανατινάχτηκε από τον IRA. Πηγαίνει πότε-πότε και αφήνει ένα λουλούδι στη βάση ενός ξύλινου σταυρού (σ. 323), προσεύχεται στην Παναγία να ελευθερώσει τους ενόχους από τα δεσμά τους (σ. 324), βλέπει ένα κοριτσάκι, φαντάζεται ότι είναι μαζί με την κόρη του, και στον ορίζοντα πλησιάζει ένα πλοίο, όπου διακρίνει το όνομά του: «Λιουμπόβ Ορλόβα». Ο κύκλος έκλεισε.

Εντωμεταξύ μεσολάβησαν και συνυφάνθηκαν, εκτός από αυτές τις δύο ιστορίες, δηλαδή του Πατέρα (κεφάλαια Ι, V, XI, XX) και του/της Λιουμπόβ Ορλόβα (ΙΙΙ, Χ, XV, ΧVIIΙ), και άλλες τέσσερεις: 1. Οι εμφανίσεις της Παναγίας σε τρία μικρά παιδιά, στη Φάτιμα της Πορτογαλίας (ΙΙ, VIII, XIV, XVII) 2. Η ζωή μιας οικογένειας παλαιοπίστων, των Λυκόβ, στην κομμουνιστική Ρωσία (IV, VII, IX, XVI) 3. Η αναζήτηση της Κιβωτού του Νώε στην κορυφή του Αραράτ, από έναν παλιό Αμερικανό ιεραπόστολο (VI, XII) 4. Η καταστροφή της λίμνης Αράλης (εισάγεται αρκετά καθυστερημένα, XIII, XIX). Έξι συνολικά ιστορίες (η Λιουμπόβ Ορλόβα είναι διττή, καθώς συμπλέκει την ιστορία της διάσημης σοβιετικής σταρ και του πλοίου που πήρε το όνομά του από αυτήν), εκ των οποίων οι τέσσερεις αναπτύσσονται σε τέσσερα κεφάλαια η καθεμία και οι άλλες δύο (Κιβωτός και Αράλη) σε δύο η καθεμία. Ας σημειωθεί ότι όλες οι ιστορίες είναι πραγματικές, αν αυτό έχει κάποια σημασία για ένα μυθιστόρημα, εκτός από την ιστορία του Πατέρα, που είναι επινοημένη αλλά με πολλά πραγματικά στοιχεία και αυτή.

Από τις έξι ιστορίες οι τέσσερεις (Πατέρας, Φάτιμα, Λυκόβ, Κιβωτός) συνδέονται με τη χριστιανική πίστη και οι άλλες δύο (Λιουμπόβ Ορλόβα, Αράλη) με την κομμουνιστική. Θα μπορούσε λοιπόν να πει κανείς, εξ αυτού και μόνο του γεγονότος, ότι διαβάζουμε μια μυθιστορηματική αντιπαράθεση δύο ουτοπιών, της χριστιανικής και της κομμουνιστικής. Υπάρχουν και άλλοι πιο συγκεκριμένοι λόγοι για να το υποστηρίξει αυτό, πέρα από τον πρόδηλο, ότι η ιστορία της οικογένειας των παλαιοπίστων διαδραματίζεται στη Σοβιετική Ένωση. Από τις αμέτρητες εμφανίσεις της Παναγίας, που πολλές από αυτές συνδέθηκαν με την καθιέρωση προσκυνημάτων της, η Β. Πέτσα επιλέγει τη Φάτιμα, διότι, πιθανολογώ, εκτός όλων των άλλων λόγων, συνειδητών ή ασύνειδων, που μπορεί να έχει ένας συγγραφέας, οι έξι εμφανίσεις της Παναγίας στα τρία χωριατόπουλα έγιναν όλες το 1917, η τελευταία μάλιστα, η έκτη, τον Οκτώβριο του 1917, τις ίδιες μέρες δηλαδή με την Οκτωβριανή Επανάσταση. Και επιπλέον, το Μυστικό της Φάτιμα, όπως θα δούμε εν συνεχεία, συνδέεται με τη Ρωσία.

Θα σταθώ αρχικά στις χριστιανικές ιστορίες του μυθιστορήματος και θα συζητήσω τι λογής είναι ο χριστιανισμός των ηρώων τους, ποιο είναι το περιεχόμενο της πίστης τους, πώς βλέπουν τον κόσμο και τους ανθρώπους.

Ο πατέρας είναι ένας ταραγμένος και διαταραγμένος άνθρωπος, ψυχοπαθής, έχει ζήσει μια μυστική εμπειρία στο Νοκ (σ. 16), διακατέχεται από την αποκαλυπτική συνείδηση μιας επικείμενης καταστροφής και, οδηγημένος από έναν πνευματικό καθοδηγητή, φεύγει από τούτο τον κόσμο της αμαρτίας αναζητώντας το θαύμα, θέλει να δει ξανά με τα ίδια του τα μάτια το θαύμα και να ξαναπιστέψει (σ. 18). Κατευθύνεται, μέσω Καλαί, προς τον Άγιο Ιάκωβο της Κομποστέλα. Παραληρεί (σ. 74-76). Καταλήγει, όπως είπαμε, στο ψυχιατρείο και στην ψυχιατρική παρακολούθηση.

Οι Λυκόβ είναι παλαιόπιστοι, ρασκόλνικοι. Το κίνημα των παλαιοπίστων, που τάραξε τη ρωσική Εκκλησία τον 17ο αιώνα, είναι χαρακτηριστικό παράδειγμα της ανικανότητας της θρησκευόμενης συνείδησης να ιεραρχεί, να διακρίνει το ουσιώδες από το επουσιώδες. Θεωρεί ότι όσα πατροπαραδότως πιστεύει και τελεί έχουν όλα την ίδια ακριβώς σωτηριώδη σημασία. Οι παλαιόπιστοι αποσχίζονται από την κανονική Εκκλησία για κάποιες διορθώσεις στα λειτουργικά βιβλία, για το αν θα κάνουμε το σημείο του σταυρού με δύο δάχτυλα, όπως πίστευαν αυτοί (βλ. και σ. 60) ή με τρία, όπως πίστευαν οι άλλοι, αν επιτρέπεται να λέμε το αλληλούια μετά το δόξα. Διώκονται, βασανίζονται, φονεύονται, προκειμένου να μείνουν πιστοί στην αλήθεια να κάνουν τον σταυρό τους με τα δύο δάχτυλα.[1] Για να αντιληφθεί κανείς τι είναι οι παλαιόπιστοι, ας φέρει στον νου του τους Έλληνες παλαιοημερολογίτες. Την οικογένεια Λυκόβ μάς τη γνώρισε ο δημοσιογράφος και μεγάλος ρεπόρτερ της Κομσομόλσκαγια Πράβντα Βασίλι Πεσκώφ (1930-2013), ο οποίος τους συνάντησε για πρώτη φορά το 1982, με ένα βιβλίο που πρωτοκυκλοφόρησε στα ρωσικά (αρχικά δημοσιευμένο σε συνέχειες στην Κομσομόλσκαγια Πράβντα) και μεταφράστηκε σε αρκετές γλώσσες. Στα γαλλικά, όπου το διάβασα (Vassili Peskov, Ermites dans la taiga, Actes Sud, Παρίσι 1992), γνώρισε μεγάλη εμπορική επιτυχία και έκανε αρκετές επανεκδόσεις ως βιβλίο τσέπης.[2] Η οικογένεια Λυκόβ, ακολουθώντας την παράδοση των παλαιοπίστων ήδη από την εποχή του Μεγάλου Πέτρου, φεύγει στα δάση της Σιβηρίας πριν από τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, όλο και πιο βαθιά, σε διαδοχικές χρονολογίες, για να αποφύγει τον θρησκευτικό διωγμό και κυρίως για να ζήσει την πίστη της αμόλυντα. Οι Λυκόβ θα ζήσουν εκεί, σε πλήρη απομόνωση, προσευχόμενοι με τα δικά τους βιβλία και τελώντας τις ακολουθίες καθημερινά (χωρίς ιερέα, εννοείται). Ο πατέρας, αυταρχικός και σκληρός, διώχνει τα δύο αγόρια από την ίσμπα, για να πάνε να ζήσουν μόνα και να μεριμνήσουν για την τροφή τους. Όταν ο Ντιμίτρι είναι σοβαρά άρρωστος και βήχει –έχει πνευμονία–, ο πατέρας δεν δέχεται ως θεραπεία την ξεκούραση ή κάποιο ζεστό ρόφημα (σ. 247) και το παιδί πεθαίνει. Η μάνα πεθαίνει από την πείνα, o Σαβίν αυτοκτονεί, η Ναταλία είναι τρελή. Μόνο η άλλη κόρη, η υστερότοκη Αγκάφια, μοιάζει στέρεη. Η συγγραφέας μεταφέρει, χωρίς να τις απορρίπτει, τις κατηγόριες του γειτονικού Γεροφέι, ότι ενδέχεται ο πατέρας Λυκόβ να έχει αιμομικτικές σχέσεις με τις κόρες. Ο κόσμος για τους Λυκόβ είναι αμαρτωλός και πορεύεται στην απώλειά του. Δεν τους ενδιαφέρει να τον αλλάξουν ή να τον καλυτερέψουν, δεν τους ενδιαφέρει καν να απευθυνθούν σε άλλους ανθρώπους, το μόνο που θέλουν είναι να πεθάνουν με την πίστη τους απείραχτη, αμόλυντη, μόνοι εναντίον όλων. Αυτή η θερμή, ξεροκέφαλη και αμετακίνητη πίστη της μικρής ομάδας είναι κάτι, φαίνεται, που συγκινεί τη συγγραφέα.

Ο ιεραπόστολος Σμιθ ζει μια ήρεμη ζωή στη Φλόριντα, όπου έχει αποσυρθεί, απογοητευμένος μετά την αποτυχία της ιεραποστολικής του προσπάθειας στην Κίνα. Το μικρόβιο του ιεραποστόλου, ωστόσο, δεν έχει νεκρωθεί μέσα του (σ. 187) και, διαβάζοντας τη μαρτυρία ενός αυτόχθονος, θα κινητοποιηθεί και θα ξεκινήσει, το 1949, για το μακρύ ταξίδι της αναζήτησης της Κιβωτού του Νώε στην κορυφή του Αραράτ. Ας σημειώσουμε πως και αυτή η ιστορία διασταυρώνεται με την Οκτωβριανή Επανάσταση (σ. 104). Η αποτυχία και αυτής της αποστολής δεν θα οδηγήσει τον φονταμενταλιστή προτεστάντη, που ερμηνεύει κυριολεκτικά τη Γραφή, να σκεφτεί πως ήταν μάταιος ο κόπος του ούτε θα κλονίσει την πίστη και την ελπίδα του: «Κάποτε, λέω, θα βρεθεί η Κιβωτός, και θα ’χουν, όσοι τυχεροί αξιωθούν της σωτηρίας το θαύμα να ψηλαφίσουν, στα χνάρια μας ευλαβικά πατήσει» (σ. 196-197).

Τρία μικρά παιδιά στη Φάτιμα της Πορτογαλίας, τρία αθώα βοσκόπουλα, που τους αρέσουν τα παιχνίδια και τα τραγούδια, ζουν θεϊκές εμφανίσεις, του Αγγέλου της Ειρήνης αρχικά και της Παναγίας εν συνεχεία. Το ένα (Λουσία) βλέπει την Παναγία, την ακούει και της μιλάει, το άλλο (Ζασίντα) βλέπει και ακούει, και το τρίτο (Φρανσίσκο) μόνο βλέπει. Τα τρία βοσκόπουλα της Φάτιμα δεν γυρεύουν τίποτε, δεν τα κινεί καμιά ιδέα, ό,τι ζουν τούς δόθηκε. Όταν όμως σου δοθεί να δεις την Παναγία με τα ίδια σου τα μάτια, πώς να συνεχίσεις να ζεις; Τα δύο παιδιά πεθαίνουν μικρά, κατά την επιδημία της ισπανικής γρίπης (11 χρονών ο Φρανσίσκο, στις 4 Απριλίου 1919, και 10 χρονών η Ζασίντα, στις 20 Φεβρουαρίου 1920). Η μόνη που άντεχε, φαίνεται, να συνεχίσει να ζει ήταν η Λουσία, προκειμένου να μαρτυρήσει αυθεντικά για τα θαυμαστά γεγονότα. Τα καθέκαστα των εμφανίσεων της Παναγίας στη Φάτιμα η Πέτσα τα ιστορεί με ακρίβεια – η σχετική βιβλιογραφία σε όλες τις γλώσσες, από την οποία μπορεί να έχει αντλήσει το υλικό της, είναι τεράστια, με βιβλία κατά το πλείστον ψυχωφελή μα και άλλα λογιότερα. Οι εμφανίσεις της Παναγίας στα παιδάκια της Φάτιμα ενώ για πολλούς από τους σημερινούς αναγνώστες μπορεί να είναι μια ιστορία παραίσθησης και τρέλας, ο τρόπος με τον οποίο τις εξιστορεί η Πέτσα διόλου δεν αφήνει να υπονοηθεί κάτι τέτοιο. Δεν ξέρω τι πιστεύει η συγγραφέας και ούτε άλλωστε ενδιαφέρει, εκείνο που ξέρω ως αναγνώστης είναι ότι σε κανένα σημείο δεν υπονομεύει ούτε αποδομεί την ιστορία των εμφανίσεων της Παναγίας στη Φάτιμα. Από το σύνολο της ιστορίας της Φάτιμα, θα μείνω μόνο στο Μυστικό. Η Παναγία θα αποκαλύψει στα τρία παιδιά ένα Μυστικό, ένα τρίπτυχο Μυστικό, και τα παιδιά θα το κρατήσουν. Το τρίτο σκέλος του Μυστικού αφορά τη Ρωσία και την επικράτηση εκεί των απίστων που θα θέσουν υπό διωγμό τους πιστούς. Η Παναγία ζητάει να γίνει αφιέρωση (consecratio) της Ρωσίας στην Άμωμη Καρδία της. Η αφιέρωση αυτή θα γίνει πράγματι από τον πάπα Ιωάννη-Παύλο Β΄, στις 25 Μαρτίου (Ευαγγελισμός) 1984 (διάβαζε, στο μυθιστόρημα, σ. 272-274). Τότε ο πάπας θα αποκαλύψει και το Μυστικό, αν και όχι με απόλυτη σαφήνεια, για διπλωματικούς λόγους. Η κατάρρευση του κομμουνιστικού καθεστώτος και ο τερματισμός του διωγμού των χριστιανών θα συνδεθούν αργότερα με την καθιέρωση αυτή. Η έκτη λοιπόν και τελευταία εμφάνιση της Παναγίας γίνεται τις ίδιες μέρες με την Οκτωβριανή Επανάσταση και στην εμφάνιση αυτή προφητεύεται ουσιαστικά ο διωγμός των χριστιανών στη Ρωσία. Σε αυτό ίσως να αναφερόταν ο πάπας Βενέδικτος ΙΣΤ΄, που, αντίθετα από τον προκάτοχό του, δεν ήταν διόλου μυστικός, όταν έλεγε ότι η εμφάνιση της Παναγίας στη Φάτιμα ήταν «η πιο προφητική από τις εμφανίσεις των νεότερων χρόνων».[3] Από τα τρία παιδιά της Φάτιμα, η Υακίνθη και ο Φραγκίσκος είναι ήδη άγιοι της Καθολικής Εκκλησίας (στις 13 Μαΐου 2000 έγινε η μακαριωνυμία τους και στις 13 Μαΐου 2017 η αγιωνυμία τους), ενώ επίκειται και η αγιωνυμία της Λουκίας (πέθανε στις 13 Φεβρουαρίου 2005).

Συμπερασματικά, ο τρόπος με τον οποίο ζουν τον χριστιανισμό τους οι ήρωες των τεσσάρων αυτών ιστοριών παρουσιάζει πολύ μεγάλες διαφορές από τον έναν στον άλλον. Έχουν, ωστόσο, όλοι τους κάτι κοινό: είναι ασυμφιλίωτοι με την πραγματικότητα, είτε επειδή δεν τους φτάνει και κυνηγούν κάτι άλλο, πέρα και πάνω από αυτήν, είτε γιατί είναι απειλητική και τους εμποδίζει να ζήσουν τη ζωή που θέλουν. Σε κάθε περίπτωση πάντως, αποκόβονται και αποξενώνονται από την πραγματικότητα. Ο χριστιανισμός τους είναι τελικά ένας χριστιανισμός ακοινώνητος. Η μόνη θρησκευτική εμπειρία που θα κοινωνηθεί και στους άλλους ανθρώπους είναι των παιδιών της Φάτιμα, χωρίς βεβαίως να ήταν αυτό το θέλημά τους – ή μήπως κοινωνήθηκε για αυτόν ακριβώς τον λόγο, επειδή δηλαδή δεν ποιούσαν το θέλημά τους;

Πριν προχωρήσουμε στις δύο ιστορίες της κομμουνιστικής ουτοπίας, θα σταθώ εν συντομία στον τρόπο με τον οποίο η Βασιλική Πέτσα αντιμετωπίζει το πραγματολογικό υλικό της. Το πρώτο που μπορούμε να πούμε είναι ότι το έχει μελετήσει αρκετά καλά. Μην πιστέψετε, θέλω να πω, ότι το μόνο που γνωρίζει, επί παραδείγματι, για τους Λυκόβ είναι το ντοκιμαντέρ που αναφέρει στις σημειώσεις του βιβλίου. Δεν ξέρω αν έχει διαβάσει τα βιβλία του Πεσκώφ, σίγουρα πάντως έχει διαβάσει πολλά για τους παλαιόπιστους γενικότερα και για τους Λυκόβ ειδικότερα. Δεν τηρεί ωστόσο ενιαία στάση απέναντι σε αυτό το υλικό. Ενώ αίφνης την ιστορία των εμφανίσεων της Παναγίας στη Φάτιμα την αφηγείται πιστότατα, την ιστορία, αντίθετα, των Λυκόβ την αλλοιώνει, εισάγοντας άλλοτε επουσιώδεις και άλλοτε πολύ ουσιώδεις αλλαγές. Ο πατέρας Λυκόβ ονομάζεται Αντρέι (και όχι Καρπ, όπως είναι το πραγματικό όνομά του), ενώ ο Σαβίν –να μια πολύ ουσιώδης αλλαγή– αυτοκτονεί (σ. 257-258) και δεν πεθαίνει με τον ίδιο τρόπο που πέθανε και ο αδερφός του, Ντιμίτρι, δηλαδή από κάποια μικροβιακή λοίμωξη, που τους προκάλεσε η έλευση εκεί ανθρώπων του πολιτισμού, των Ρώσων γεωλόγων το 1978 (σ. 259). Ο Σαβίν αυτοκτονεί γιατί έχει αφυπνιστεί μέσα του η σεξουαλικότητα (σ. 137, 138) και νιώθει ένοχος, κολασμένος (σ. 254, 255). Άλλωστε με την εμφάνιση των γεωλόγων ο Παράδεισος έχει χαθεί, έχει τελειώσει, έχουν όλοι μιανθεί.

Η ιστορία της Λιουμπόβ Ορλόβα είναι, όπως έχουμε ήδη πει, διττή. Σε καθένα από τα τέσσερα κεφάλαια, εναλλάσσεται η ζωή της κινηματογραφικής σταρ με τις περιπέτειες του καραβιού και του πληρώματός του. Η Λιουμπόβ Ορλόβα έχει χάσει τον πρώτο άντρα της, τον μόνο ίσως που αγάπησε πραγματικά, τον Αντρέι Μπερεζίν, ο οποίος δολοφονήθηκε από το σταλινικό καθεστώς (σ. 229), και δεν τον ξεχνάει ακόμη και όταν μπορεί να συναναστρέφεται τον ίδιο τον Στάλιν (σ. 239). Δεύτερος σύζυγός της είναι ο σκηνοθέτης Γκριγκόρι Αλεξαντρόφ, ο πυγμαλίων της, στον οποίο υποτάσσεται πειθήνια (σ. 289: «πειθήνιο όργανο», και σ. 290-291). Έρχεται σε επαφή, χάρις σε αυτόν, με μεγάλες προσωπικότητες (Πικάσο, Τσάπλιν), κάνει διεθνή καριέρα, τίποτε όμως δεν μπορεί να τη λυτρώσει από την απελπισία της: βυθίζεται στο αλκοόλ.

Στην Αράλη ένα δεκαπεντάχρονο αγόρι θέλει να γίνει σπουδαίος κοσμοναύτης, όπως ο Αλεξέι Λεόνοφ, ο πρώτος Ρώσος κοσμοναύτης, ο ήρωας των παιδικών του χρόνων. Αντί όμως για διαστημόπλοιο, θα μπει σε ένα από τα καράβια που κείτονται αχρηστευμένα στη λίμνη, θα τραυματιστεί θανάσιμα και θα πεθάνει εκεί μέσα –ή μήπως θα το σώσουν την τελευταία στιγμή;–, χωρίς να κατακτήσει τους ουρανούς που ποθούσε: «Πάνω! Προς τα πάνω θα κοιτά, στους ουρανούς που πάντοτε ονειρεύτηκε, και θα ’ναι μια παρηγοριά που άνω θα θρώσκει, όσο η σάρκα του σιγά σιγά θα αποσυντίθεται, και μόριο το μόριο θα εξαφανίζεται […]. Θα προσδοκά μονάχα –αιώνια θα προσδοκά– πως κάπου, κάποτε, στους άπειρους συνδυασμούς της ύλης, σε κάποια απόκοσμη γωνιά του σύμπαντος, ξανά ολόκληρος θα υπάρξει» (σ. 211-212). Ο πόθος του μικρού αγοριού για το Διάστημα εκδηλώνεται μέσα στο κατεστραμμένο οικοσύστημα της λίμνης Αράλης, όπου η ζωή αργοπεθαίνει, σε μια περιοχή που αποτέλεσε πεδίο πειραμάτων βιολογικού πολέμου, με θύματα ανθρώπους και ζώα.

Αν το κύριο γνώρισμα των ηρώων των χριστιανικών ιστοριών είναι ότι δεν συσχηματίζονται με την πραγματικότητα, δεν ισχύει άραγε κάτι παρόμοιο για τους ήρωες των κομμουνιστικών ιστοριών; Η Λιουμπόβ Ορλόβα είναι αλκοολική, δηλαδή εξ ορισμού ασυμφιλίωτη με τη ζωή γύρω της, ενώ το μικρό αγόρι της Αράλης θέλει να γίνει κοσμοναύτης. Αν προσεγγίσουμε τον χριστιανισμό και τον κομμουνισμό ως τις δύο μεγάλες ουτοπίες του δυτικού κόσμου, τότε μοιραία οι άνθρωποι που τις συμμερίστηκαν θα βρίσκονται πάντα σε σύγκρουση με την πραγματικότητα. Η συγγραφέας είναι από τη μεριά της ουτοπίας, όπως φανερώνει το ποίημα που προτάσσει ως μότο στο μυθιστόρημά της, στις σελίδες του όμως διαβάζουμε περισσότερο τη σκοτεινή όψη της – και εδώ ακριβώς βρίσκεται η αξία του. Τι απομένει αίφνης από την κομμουνιστική ουτοπία; Ένα ακυβέρνητο καράβι γεμάτο αρουραίους, μια κατεστραμμένη λίμνη, φονική βία, θανατηφόρα πειράματα βιολογικού πολέμου (ΧΙΧ). Ιδού ποιο ήταν τελικά το λαμπερό μέλλον της ανθρωπότητας.

Οι ουτοπίες, ξέρουμε καλά από την ιστορία, όσο είναι ευγενείς αλλά τόσο είναι και επίφοβες. Οι άνθρωποι που τις κυνηγούν όσο εύκολα μπορούν να θυσιάσουν τη ζωή τους, άλλο τόσο εύκολα μπορούν να θυσιάσουν και τη ζωή των άλλων. Είναι ικανοί για το καλύτερο και για το χειρότερο. Πορεύονται πάνω σε τεντωμένο σκοινί, όπως βλέπουμε στο μυθιστόρημα, σχοινοβατούν ανάμεσα στο φως και το σκοτάδι, και ανά πάσα στιγμή μπορεί να πέσουν από τη μεριά της τρέλας και της ψυχοπαθολογίας.

Ο τίτλος του βιβλίου είναι Το δέντρο της υπακοής. Η συγγραφέας εξηγεί στις σημειώσεις ότι αντλεί την έκφραση από τα Απομνημονεύματα της Λουσίας, από μία εκ των τεσσάρων διαδοχικών εκδοχών τους. Το δέντρο αυτό όμως έρχεται από πολύ μακριά. Η Λουσία το παραλαμβάνει από την αρχαία μοναστική γραμματεία. Θυμίζω τη γνωστότερη σχετική διήγηση από το Γεροντικό (Ιωάννης Κολοβός): ο αββάς του Ιωάννη του Κολοβού φυτεύει ένα ξερό ξύλο στην έρημο της Σκήτεως και λέει στον Ιωάννη να πηγαίνει κάθε μέρα και να το ποτίζει μέχρι να καρποφορήσει. Η πηγή του νερού ήταν μακριά. Ο Ιωάννης κάθε μέρα, για τρία ολόκληρα χρόνια, έκανε μια διαδρομή που κρατούσε από το βράδυ έως το πρωί για να ποτίζει το ξερό ξύλο. Στα τρία χρόνια πράγματι καρποφόρησε: «έζησε και καρπόν εποίησε». Τότε ο γέροντάς του πήρε τον καρπό του δέντρου, τον έφερε στην εκκλησία και είπε στους αδελφούς «λάβετε, φάγετε καρπόν υπακοής». Η ιστορία αυτή υπάρχει σε πάμπολλα κείμενα και συνδέεται με τη ζωή πολλών αγίων. Δεν είναι ο κατάλληλος τόπος εδώ να τα μνημονεύσουμε. Χρειάζεται όμως μια μικρή προσθήκη. Το ξερό ξύλο που ανθίζει είναι το κλασικό παράδειγμα στο λογοτεχνικό σχήμα του αδυνάτου, αρχής γενομένης από την πρώτη ραψωδία της Ιλιάδας (α 233-241), όπου ο Αχιλλέας ορκίζεται στο σκήπτρο του που δεν θα πετάξει «φύλλα και ὄζους», αφότου το κόψανε από το βουνό, και δεν θα ξαναπρασινίσει («οὐδ’ ἀναθηλήσει»). Κάτι αντίστοιχο υπάρχει και στην Αινειάδα, 12, 202-211.[4] Κατά το σχήμα του αδυνάτου, προκειμένου να φανεί πόσο αδύνατο ή απίθανο είναι να συμβεί κάτι, συσχετίζονται ρητά ή υπόρρητα δύο όροι, εκ των οποίων ο ένας είναι φυσικώς δυνατός και ο άλλος φυσικώς αδύνατος, και η πραγματοποίηση του φυσικώς αδύνατου τίθεται ως όρος και προϋπόθεση για την πραγματοποίηση του φυσικώς δυνατού. Αν το ξερό κλαδί ανθίσει, τότε θα γίνει και αυτό ή εκείνο. Η μοναστική γραμματεία παίρνει το μοτίβο αυτό και το ανατρέπει. Το ξερό κλαδί ανθίζει πράγματι, όπως αναβλάστησε κάποτε και η ράβδος Ααρών (Αρ 17: 21-23), η υπακοή το κάνει να ανθίσει. Η υπακοή κάνει τα αδύνατα δυνατά. Η υπακοή, η αδιάκριτη υπακοή, είναι η κύρια μοναστική αρετή, αλλά κατέχει γενικότερα κεντρική θέση στη χριστιανική αρετολογία. Δεν περιορίζεται ασφαλώς στον χριστιανισμό, υπάρχει σε όλες τις πνευματικές παραδόσεις, όπου παραδίδεται εμπειρικά ένας τρόπος ζωής από δάσκαλο σε μαθητή.

Στην εποχή της χειραφέτησης, η υπακοή, η «απαρασάλευτη υπακοή» (σ. 40) είναι ιδέα αποκρουστική. Ποιος μπορεί να υπερασπιστεί σήμερα την ιδέα της παραίτησης από την προσωπική γνώμη και κρίση, την εκκοπή του θελήματος; Και όμως, αυτήν την υπακοή επιλέγει για τίτλο της η Πέτσα. Στις σελίδες του βιβλίου, το δέντρο της υπακοής απαντά αρκετές φορές (σ. 198, 255, 269, 290, 321). Θα περίμενα από τη νεαρή συγγραφέα, χωρίς έκπληξη, να καταφάσκει στο ηθικό, ανθρωπιστικό μήνυμα του χριστιανισμού. Εδώ όμως δεν πρόκειται για αυτό, δεν υπάρχουν διόλου ίχνη του στο μυθιστόρημα. Ο χριστιανισμός του Δέντρου της υπακοής είναι ένας μυστικός χριστιανισμός, χριστιανισμός της υπακοής, λιγότερο στον Νόμο και στις εντολές, και περισσότερο σε μια μυστική κλήση. Τηρεί όμως η συγγραφέας απέναντι στην υπακοή την απολύτως θετική στάση της μοναστικής παράδοσης (μην ξεχνάμε ότι η Λουσία είναι μοναχή) και του χριστιανισμού εν γένει; Δεν θα απαντούσα καταφατικά. Μπορεί η υπακοή στην Παναγία να γεννάει αγιότητα (Φάτιμα), η υπακοή όμως του νεαρού πατέρα στη συνείδησή του και σε έναν πνευματικό οδηγεί ή συνδέεται με την τρέλα (Πατέρας). Τι καλό έχει η υπακοή των Λυκόβ στα παραδεδομένα, στους παπάδες και τους καλογέρους των παλαιοπίστων; Η υπακοή του μικρού αγοριού στην κλήση να κατακτήσει τους ουρανούς το οδηγεί στον θάνατο μέσα σε ένα αμπάρι (Αράλη). Είναι τελικά αρετή η υπακοή ή όχι; Το μυθιστορηματικό πάντως δέντρο της υπακοής δίνει κάθε λογής καρπούς, και περισσότερο μάλλον πικρούς.

Το μυθιστόρημα της Βασιλικής Πέτσα θέτει επιπλέον από μόνο του και δύο αναγνωστικά ερωτήματα. Πρώτο ερώτημα: Όποιος δεν γνωρίζει τις πραγματικές ιστορίες, το πραγματολογικό υλικό, πόσο εύκολα μπορεί να διαβάσει το μυθιστόρημα; Παράδειγμα: Από τη σ. 249 κ.εξ., ποιος καταλαβαίνει τι γίνεται, ποιος μιλάει και για ποιο πράγμα, αν δεν γνωρίζει το πραγματικό πρόσωπο του Γεροφέι και το αμαρτωλό μυαλό του; Όπως υπάρχει άσκοπη βία στη ζωή και στην ιστορία, έτσι υπάρχει συχνά άσκοπη δυσκολία στη λογοτεχνία. Είναι άραγε φυσιολογικό, προκειμένου να καταλαβαίνεις απλώς τι γίνεται σε ένα μυθιστόρημα και να παρακολουθείς το νήμα της πλοκής, να χρειάζεται να έχεις διαβάσει δεκάδες βιβλία; Δεν εννοώ προφανώς την απαραίτητη γενική γνώση μιας ιστορικής περιόδου, η οποία πράγματι προαπαιτείται για την κατανόηση ενός ιστορικού ή πολιτικού μυθιστορήματος. Αναφέρομαι σε πραγματολογικές λεπτομέρειες γεγονότων δευτερεύουσας σημασίας ή και εντελώς ασήμαντων. Υπάρχει βέβαια και η απάντηση ότι στην εποχή του Γούγλη μπορεί ο αναγνώστης να λύνει εύκολα τις σχετικές απορίες. Δεν θεωρώ την απάντηση ικανοποιητική. Δεν είναι εύλογο να χρειαζόμαστε διαρκώς δεκάδες εξωκειμενικές πληροφορίες για να καταλάβουμε το «στόρι» ενός μυθιστορήματος. Η ανάγνωσή του δεν μπορεί να μετατρέπεται σε άσκοπη αναγνωστική ταλαιπώρια. Η λογοτεχνία δεν είναι ρετσινόλαδο. Στο σημείο αυτό εντοπίζεται η μόνη και κύρια ένστασή μου για το μυθιστόρημα της Βασιλικής Πέτσα.

Δεύτερο ερώτημα: οι έξι αυτές ιστορίες συνυφαίνονται τελικά ή εξελίσσονται η καθεμία χωριστά και ανεξάρτητα από την άλλη; Διαβάζουμε δηλαδή πράγματι ένα μυθιστόρημα ή μια σειρά εκτενών διηγημάτων; Η συγγραφέας, ως χνάρι και υπόδειξη της σύνδεσης και της συνύφανσης των έξι ιστοριών, ξεκινάει κάθε νέο κεφάλαιο με μια φράση που συνδέεται με την τελευταία φράση του προηγούμενου κεφαλαίου. Πρόκειται όμως για μια σύνδεση εξωτερική, τεχνητή. Προσωπικά πιστεύω ότι η συνύφανση και συμπλοκή των έξι ιστοριών δεν γίνεται μέσω της πλοκής τους, μέσω της εξέλιξης του μύθου. Ο αναγνώστης μπορεί να διαβάσει τις ιστορίες αυτόνομα, ανεξάρτητα τη μία από την άλλη, χωρίς αναγνωστικές απώλειες. Πιστεύω ωστόσο ότι οι έξι ιστορίες συνδέονται μεταξύ τους νοηματικά, ότι η μία μπορεί να φωτίσει την άλλη νοηματικά, ακριβέστερα η μία μπορεί να θέσει υπό δοκιμασία το νόημα και την αλήθεια της άλλης. Δεν έχουμε δηλαδή ένα αφηγηματικό συνεχές, αλλά μπορεί να ανασυγκροτηθεί ένα νοηματικό συνεχές. Το συνολικό νόημα του μυθιστορήματος φωτίζεται από αυτόν τον αλληλοφωτισμό των ιστοριών, όπως ενδεικτικά προσπάθησα να εξηγήσω παραπάνω.

Έχω διαβάσει αρκετές φορές το Δέντρο της υπακοής πριν καταλήξω σε τούτο το γραπτό κείμενο. Κάθε φορά που το διάβαζα, ανακάλυπτα πράγματα που δεν είχα προσέξει στην προηγούμενη ανάγνωση, πρόσεχα νέες αποχρώσεις, έκανα άλλους συνειρμούς. Πλούσιο μυθιστόρημα! Η κύρια δύναμή του βρίσκεται, κατά τη γνώμη μου, στη γραφή του. Κάθε φράση του είναι λεπτουργημένη, χωρίς όμως να πρόκειται για ανούσια κομψότητα. Η γραφή του πάνω από όλα είναι που κάνει τούτο το νεότερο δέντρο της πεζογραφίας μας αληθινά ευσκιόφυλλο.

Ο Σταύρος Ζουμπουλάκης είναι συγγραφέας, πρόεδρος του βιβλικού ιδρύματος «Άρτος Ζωής», πρόεδρος του Εφορευτικού Συμβουλίου της Εθνικής Βιβλιοθήκης. Πρόσφατα κυκλοφόρησε το βιβλίο του, Άσπονδοι αδελφοί: Εβραίοι, χριστιανοί, μουσουλμάνοι, εκδόσεις Πατάκη, Αθήνα 2019

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

1. Στα ελληνικά υπάρχει θαυμάσια μεταφρασμένος, όσο μπορώ να κρίνω, από τον Μήτσο Αλεξανδρόπουλο, ο Βίος του πρωτόπαπα Αββακούμ, Κέδρος, Αθήνα 1976, ηγετικής μορφής της μερίδας των παλαιοπίστων.

2. Ο Πεσκώφ έγραψε και άλλο ένα βιβλίο σχετικώς: Des nouvelles d’ Agafia, Actes Sud, Παρίσι 2009.

3. Υves Chiron, Voyants de Fatima, Artège, Περπινιάν 2018, σ. 188.

4. Για το σχήμα του αδυνάτου στην αρχαία ποίηση, βλ. κυρίως το βιβλίο του Ernest Dutoit, Le thème de l’ adynaton dans la poésie antique, Les Belles Lettres, Παρίσι 1936, και συμπληρωματικά, μεταξύ πολλών άλλων, H.V. Carter, «The Figure “αδύνατον” in Greek and Latin Poetry», American Journal of Philology, 51 (1930), σ. 32-41, και Galen O. Rowe, «Τhe “adynaton” as stylistic device», American Journal of Philology, 86 (1965), σ. 387-396.

 

ΕΙΔΟΠΟΙΗΣΕΙΣ

Εισάγετε το email σας για να ενημερώνεστε για τα νέα άρθρα