Δημήτρης Παπανικολάου
τχ. 162-163
Εισαγωγή
Το πεδίο της πολιτικής για τον πολιτισμό συγκροτείται από δύο κόσμους διαμετρικά αντίθετους· ο ένας έχει να κάνει με την κουλτούρα κάθε ατόμου και τις τέχνες, στοιχεία δηλαδή που διαμορφώνονται αισθητικά και υποκειμενικά· ο άλλος είναι ο κόσμος του υπολογισμού, του απτού και μετρήσιμου αποτελέσματος. Οι δύο κόσμοι βρίσκονται σε διαρκή αναζήτηση κύρους μέσα σε μια ιδιότυπα δυναμική σχέση που αναπτύσσουν μεταξύ τους ώστε να είναι ισορροπημένη.
Στις σύγχρονες κοινωνίες, το πεδίο της πολιτικής για τον πολιτισμό χρησιμοποιήθηκε για την κατανόηση ζητημάτων διαχείρισης και αξίας (Dave O’ Brien, 2014, σ. 1). Ιδιαίτερα η πενταετία της κρίσης στον χρηματοπιστωτικό τομέα (2008-2013) έδωσε στον πολιτισμό έναν αναπτυξιακό ρόλο, με όρους όμως οικονομικούς.
Πριν από την κρίση, οι πολιτιστικές βιομηχανίες υπήρξαν πολύ δημοφιλείς στους κυβερνητικούς προγραμματισμούς. Ξεκίνησαν στα τέλη της δεκαετίας του ‘90 από το Ηνωμένο Βασίλειο και ως ατζέντα πολιτικής θεωρήθηκαν καθρέφτης της αγγλικής διακυβέρνησης από το Εργατικό κόμμα (MacRobbie, 2015· Hesmondhalgh & Oakley, 2015). Γρήγορα όμως το έρεισμα μιας τέτοιας ατζέντας στη δημόσια πολιτική ενδυναμώθηκε κατακόρυφα και παντού (Flew, 2011). Mετά την κρίση, οι πιο «μετρήσιμες» «δημιουργικές βιομηχανίες» αποτέλεσαν το θεμέλιο της δημιουργικής οικονομίας, ενός έξυπνου τύπου οικονομίας (Λαζαρέτου, 2014) που μονοπώλησε τη δημόσια συζήτηση, συνδέοντας την ανάπτυξη με άμεσα ανταποδοτικούς στόχους (UNCTAD, 2021, ͘2013· 2010· 2008).
[…]
Ο Δημήτρης Παπανικολάου είναι διδάκτορας μουσικολογίας και μεταδιδακτορικός ερευνητής στις μουσικές βιομηχανίες και στην πολιτιστική παραγωγή.
