ΑΝΔΡΕΑΣ ΕΜΠΕΙΡΙΚΟΣ: ΥΠΕΡΡΕΑΛΙΣΜΟΣ ΚΑΙ ΨΥΧΑΝΑΛΥΣΗ

Έρη Κούρια

τχ. 136

 

Ο Θανάσης Τζαβάρας είχε ασχοληθεί επισταμένως με τον Aνδρέα Εμπειρίκο ως ψυχαναλυτή και τη διασταύρωσή του με τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της ψυχανάλυσης στην Ελλάδα. Με την ευκαιρία, λοιπόν, του αφιερώματος για τον Θανάση, θα επιχειρήσω να παρουσιάσω κάποιες σκέψεις που είχα μοιραστεί μαζί του, σχετικά με τη διπλή ιδιότητα του Ανδρέα Εμπειρίκου, του υπερρεαλιστή λογοτέχνη και του ψυχαναλυτή.

Το καλλιτεχνικό κίνημα που άνθησε στο Παρίσι κατά τον Μεσοπόλεμο και βαφτίστηκε «υπερρεαλισμός» από τον Αντρέ Μπρετόν, επιδίωκε τη χάραξη μιας νέας αντίληψης για τη ζωή και την καθιέρωση μιας καινούριας σχέσης με την πραγματικότητα. Ο Μπρετόν, επηρεασμένος από την ερμηνεία των ονείρων του Φρόυντ, προσπάθησε να δείξει ότι ο κόσμος του ονείρου και ο πραγματικός κόσμος ταυτίζονται, ότι δεν υπάρχει διχασμός ανάμεσα στη λογική και τις ενορμήσεις.

Οι υπέρμαχοι του υπερρεαλισμού επιζητούσαν να τον αναδείξουν πέρα από καλλιτεχνικό στιλ σε «υπόθεση ζωής». Όπως έλεγε ο Ανδρέας Εμπειρίκος στη διάλεξή του το 1935: «Ο υπερρεαλισμός αποτελεί μια φρενιασμένη προσπάθεια όχι μόνο λυτρωμού από ζυγούς και κανόνες ακαδημιών, μα και ένθερμη εκδήλωση πόθου πλήρους ζωής και άρνηση υποταγής σε οιοδήποτε είδος θανάτου». Ο Μπρετόν και οι φίλοι του ανέδειξαν και υποστήριξαν την αυτόματη γραφή, που έγινε το μέσο για να αναδυθεί το ασυνείδητο υλικό. Ο υπερρεαλιστής συγγραφέας, δηλαδή, κατέγραφε χωρίς καμιά επεξεργασία ό,τι αισθανόταν και ό,τι βίωνε τη στιγμή ακριβώς που έγραφε.

Το κοινό ανάμεσα στην αυτόματη γραφή και τον ψυχαναλυτικό λόγο, εντός του ψυχαναλυτικού πλαισίου (μέσα ανάδυσης του ασυνείδητου), είναι αφενός ο μέγιστος βαθμός ελευθερίας, αφετέρου η άμεση και ενστικτώδης μεταφορά των νοητικών παραστάσεων, χωρίς παρεμβολή χρονικού διαλείμματος, για να μην εισβάλει η λογοκρισία. Τα εντός ψυχαναλυτικού πλαισίου σκέπτεσθαι και λέγειν, ο Εμπειρίκος τα μετέφερε εκτός πλαισίου και τα έκανε ποίηση, τέχνη. Προσέδωσε διαχρονικότητα σ’ αυτόν τον ατελείωτο πλούτο που υπάρχει μέσα μας και γύρω μας και γίνεται βίωμα μέσα στην ψυχαναλυτική πρακτική.

Στο «Αμούρ Αμούρ» ο Εμπειρίκος μάς εξηγεί πώς ο ίδιος ανακάλυψε και οργάνωσε τον δικό του υπερρεαλισμό, τη συγγένεια των «προσωπικών του προ-υπερρεαλιστικών θεωριών» με τις υπερρεαλιστικές και πώς προσχώρησε στο ιστορικό αυτό κίνημα. Αναγνωρίζει ότι για τη γρήγορη κατανόηση και αφομοίωση του υπερρεαλισμού τον βοήθησαν πολύ οι ψυχαναλυτικές του γνώσεις και η φιλοσοφία του Έγελου. Ο δικός του υπερρεαλισμός εμπλουτίστηκε και εδραιώθηκε μέσα στη μεταβιβαστική σχέση της προσωπικής του ανάλυσης: «Χωρίς το έργο του Φρόυντ, ίσως ο υπερρεαλισμός να μην είχε γεννηθεί ακόμη ή να είχε μικροτέρα απήχησιν και να έφθανε σε ολιγότερον βάθος. Διότι το ασυνείδητο είναι η πηγή από την οποία ήντλησε ο υπερρεαλισμός αφάνταστα ποιητικά πλούτη». Εκφράζει την ευγνωμοσύνη του στον Μπρετόν και τους άλλους υπερρεαλιστές, «οι οποίοι μετά τον Σίγκμουντ Φρόυντ και τους ψυχαναλυτάς, είναι εκείνοι που στην εποχή μας έχυσαν το πιο άπλετο φως, μέσα στα πυκνά σκοτάδια που μας περιβάλλουν».

[…]

Η Έρη Κούρια είναι ψυχίατρος, ψυχαναλύτρια.

Tags  

ΕΙΔΟΠΟΙΗΣΕΙΣ

Εισάγετε το email σας για να ενημερώνεστε για τα νέα άρθρα