ΓΙΩΡΓΟΣ ΛΑΠΠΑΣ: Η ΑΡΧΗ ΤΟΥ ΝΗΜΑΤΟΣ  

Αθηνά Σχινά

Τχ. 134-135

 

Γνώρισα τον Γιώργο Λάππα περί τα τέλη του 1979 ή κατά τους πρώτους μήνες του 1980. Με ενδιέφεραν πολύ τα σχέδια που εκείνον τον καιρό έκανε, ο τρόπος που εντελώς αντισυμβατικά σκεπτόταν κι αντιμετώπιζε τη γλυπτική, οι ποιητικοί του συλλογισμοί και τα μεταλλικά του πλέγματα. Εκείνη την εποχή είχαμε βρει έναν τρόπο επικοινωνίας κι ανταλλαγής ή αλληλοσυμπλήρωσης απόψεων, που κι εκείνον τον ενδιέφερε, καθώς αντιμετώπιζα τα έργα του να λειτουργούν ως «υποθέσεις εργασίας» του ζωτικού χώρου υπόστασης ενός υπό διαμόρφωση, κάθε φορά, γλυπτού, με τους επάλληλους καννάβους του να υπαινίσσονται –μέσα από τις θέσεις πυκνότητας ή αραίωσης των σιδερένιων πλεγμάτων τους– μια παράδοξη «τοπολογία». Μια «τοπολογία», που θύμιζε αναπτύγματα χωροπλαστικών σχεδιογραφημάτων από μέταλλο, άλλοτε πάλι «φατνώματα» θαρρείς, με εγγεγραμμένη σε αυτά την προσδοκία της εμφάνισης ή της αποδρομής κάποιας μορφής, την οποία υπαινισσόταν ο καλλιτέχνης, σαν να σκηνοθετούσε τον «προσδοκώμενο» ρόλο της και με τις κυκλοφορικές «τροχιές» που διαμόρφωνε, την ενδιάθετη κινησιολογία της, σε ένα φανταστικό έργο. Ένα έργο, που το χειριζόταν κάθε φορά, με θέσεις κι άρσεις, με αντιθετικούς δηλαδή προσδιορισμούς, σαν να επεξεργαζόταν παράλληλα τη δισημία, αλλά και τις συχνές αντιμεταθέσεις των «αποτυπωμάτων» από το θετικό και το αρνητικό μιας φερ’ ειπείν φωτογραφίας.

Από τις πρώτες συνομιλίες μας, θυμάμαι πως ήταν η διερεύνηση της έννοιας που σχετιζόταν με τη θεατρική αναμονή, την οποία ο γλύπτης, τότε, ταύτιζε ως αίσθηση με την ηλεκτρική «αναμονή» π.χ. μιας πρίζας στον τοίχο. Επομένως, τα έργα του, πρωτίστως παρέπεμπαν σε ενεργειακά πεδία, τα οποία «παρουσίαζαν» αφενός αντισταθμίσματα από την υλικότητα της μορφής (που είχε όμως απορροφηθεί από τον χώρο και δηλωνόταν ως αποτύπωμα, μέσα από τις εκλύσεις των «ηλεκτρικών» του  εκκενώσεων), αφετέρου ως προβολή μιας ενσυναίσθησης του «εαυτού» (με τον συμμετοχικά δραματουργικό και παράλληλα τον επιτελεστικό του ρόλο), στο κάθε του έργο.

Ανάμεσα σε όσα έγραψα για τα έργα του καλλιτέχνη, έναν χρόνο μετά, (βλ. π. Η Λέξη, τχ 15, 1981) ήταν η βούληση του Γ.Λ. να αλλάξει τους όρους αντίληψης και διαμόρφωσης του γλυπτού με την ριζική ανασύνταξη των συντεταγμένων και του λεξιλογίου του. Χώρος και ύλη ταυτίζονταν, με ειδοποιό διαφορά την πύκνωση και την αραίωση των «μορίων» τους, καθώς και την αλληλοπεριχώρησή τους, αφ’ ης στιγμής βέβαια η διαλεκτική τους σχέση βασιζόταν στην ποσότητα και στην ποιότητα, στη συνεχή τους επίσης ταλάντωση και στην διαρκή τους αναμόρφωση. Ύλη και χώρος για τον Γ. Λ. είχαν ίδια σύσταση, διαφέροντας στις ποσότητες και ποιότητες των αραιώσεων και πυκνώσεών τους.

[…]

Η Αθηνά Σχινά είναι κριτικός και ιστορικός τέχνης.

Tags  

ΕΙΔΟΠΟΙΗΣΕΙΣ

Εισάγετε το email σας για να ενημερώνεστε για τα νέα άρθρα