Η ευρωπαϊκή ριζοσπαστική αριστερά: η εξέλιξη των εκλογικών μεγεθών (1990-2015)

Βίβιαν Σπυροπούλου

τχ. 130-131

 

«Electoral results are easily tabulated […] In the end, electoral performance is perhaps

the key indicator of party strength»

Peter Mair (1989)

 

Θέτοντας το πλαίσιο για τη μελέτη της ριζοσπαστικής αριστεράς

Η κατάρρευση της Σοβιετικής Ένωσης ως «ηθικό πλήγμα στη συνείδηση των κομμουνιστών» σηματοδότησε το τέλος μιας σημαντικής περιόδου στην ιστορία της ευρωπαϊκής αριστεράς, προκάλεσε ιδεολογικές συγχύσεις σε κόμματα και πολίτες, και επιτάχυνε τις εξελίξεις στους κόλπους της κομμουνιστικής οικογένειας στη Δύση (Bell 1993, Marantzidis / Rori 2011). Ωστόσο, η αριστερά ως πολιτική οντότητα κατάφερε να επιβιώσει μέσα στη δίνη της παγκοσμιοποίησης, της ευρωπαϊκής ενοποίησης και του νεοφιλελευθερισμού. Η πτώση του Τείχους του Βερολίνου το 1989 αλλοίωσε ριζικά τη φυσιογνωμία των ευρωπαϊκών κομμουνιστικών κομμάτων, αποδεσμεύοντάς τα από την επιρροή της Μόσχας (Taylor 2009:5). Έρευνες δείχνουν ότι η πρόσφατη ιστορία των κομμουνιστικών κομμάτων της Δυτικής Ευρώπης είναι μια ιστορία βαθιάς κρίσης (Βotella / Ramiro 2003, Lazar 2002, Wilson 2002, Bull 1994, Gose 2005, March 2011, Hudson 2012, De Waele / Vieira 2012, Ducange / Marlière / Weber 2013) και μετασχηματισμού (March / Mudde 2005:25, March 2011). Από τη δεκαετία του 1990 και μετά όμως, η «ριζοσπαστική αριστερά» επανεμφανίζεται εκλογικά ενισχυμένη σε πολλές ευρωπαϊκές χώρες, διεκδικώντας ένα διακριτό πολιτικό πεδίο και μια ξεχωριστή ταυτότητα. Αποτελεί ένα πλούσιο μωσαϊκό πολιτικών τάσεων (Olsen / Koß / Hough 2010:5) και αριστερών «παραλλαγών» (με ποικίλα χαρακτηριστικά που προέρχονται ενδεικτικά από τον κομμουνισμό, τον ευρωκομμουνισμό, τον τροτσκισμό, τον φεμινισμό και την οικολογία (Ducange / Marlière / Weber 2013:93). Η στρατηγική ρήξης με την κομμουνιστική παράδοση παίρνει διαφορετικές μορφές στη λειτουργία των εθνικών πολιτικών πλαισίων: σοσιαλδημοκρατικοποίηση, κοκκινο-πράσινη συμμαχία, μετα-κομμουνισμός (De Waele / Vieira 2012), ενώ η ταυτότητα των δυτικών κομμουνιστικών κομμάτων διαμορφώνεται ως μέρος του εξελισσόμενου κινήματος κατά του καπιταλισμού και της παγκοσμιοποίησης (Hudson 2012:2).

Σύμφωνα με τους Botella και Ramiro (2003:239), τα κομμουνιστικά κόμματα υπέστησαν τη μεγαλύτερη αλλαγή στη δεκαετία του 2000: κάποια εγκατέλειψαν εξ ολοκλήρου την κομμουνιστική παράδοση με αποτέλεσμα να μην ανήκουν πια στην ίδια πολιτική κατηγορία, ενώ αυτοί που συνεχίζουν να αποκαλούνται κομμουνιστές έχουν σημαντικά μεταβάλει τις ιδεολογικές και προγραμματικές τους θέσεις. Συγκρίνοντας τις εκλογικές επιδόσεις των κομμουνιστικών κομμάτων στο παρελθόν, τα δυτικά κομμουνιστικά κόμματα εμφανίζονται αποδυναμωμένα, αντιμετωπίζοντας ιδιαίτερες δυσκολίες στο να προβάλλουν μία συνεκτική ταυτότητα και έναν «αέρα προγραμματικής ανανέωσης» (Wilson 2002:259). Χρειάστηκε να παλέψουν για την πολιτική τους επιβίωση σε ένα διαρκώς εξελισσόμενο κοινωνικο-πολιτικό περιβάλλον που χαρακτηρίζεται από τη συντηρητική αντεπίθεση της δεκαετίας του 1980, με επικεφαλής την Μάργκαρετ Θάτσερ (Margaret Thatcher) και τον Ρόναλντ Ρήγκαν (Ronald Reagan), και την άνοδο του φιλελευθερισμού, αντι-κεϋνσιανές πολιτικές, νεοφιλελεύθερες ιδέες και συρρίκνωση της εργατικής τάξης (Hudson 2012:3), απορρύθμιση του κοινωνικού κράτους, ανεργία, ιδιωτικοποιήσεις, οικονομική κρίση και αντικομματικές διαθέσεις (Seiler 2012:9).

Εντούτοις, παρά την κατάρρευση του σοβιετικού μοντέλου, τα κομμουνιστικά κόμματα επιβίωσαν, ορισμένα παρουσιάζοντας σταθερή ή βελτιωμένη εκλογική επίδοση (Ελλάδα, Ολλανδία και Νορβηγία), ενώ άλλα με μεγάλες απώλειες (Γαλλία και Δανία). Τα σημερινά κόμματα της ριζοσπαστικής αριστεράς μπορεί να είναι πρώην κομμουνιστικά (όπως το σουηδικό Vansterpartiet), κομμουνιστικά (όπως το ελληνικό ΚΚΕ, τα ιταλικά Partito della Rifondazione Comunista-PRC και Partito dei Comunisti Italiani-PdCI, το πορτογαλικό PCP και το κυπριακό ΑΚΕΛ) (Gapper 2002:105-107),  κοκκινο-πράσινα ή κάτι «ενδιάμεσο» (ισπανική IU). Επιπλέον, μπορεί να είναι «θραύσματα» εργατικών κομμάτων (π.χ. ιρλανδικό Democratic Left) καθώς και νέα αριστερά / αριστερο-φιλελεύθερα κόμματα, προερχόμενα από διασπάσεις παραδοσιακών λενινιστικών κομμάτων (δανέζικο Socialistisk Folkeparti) (March / Mudde 2005:23-49, Bale / Dunphy 2012:33, Escalona / Vieira 2013). Εντοπίζεται, βέβαια, από την πλευρά των ερευνητών μία δυσκολία στον ορισμό του χώρου αυτού. Μπορεί κανείς να κάνει λόγο για μετα-κομμουνιστικό χώρο; Για ριζοσπαστική αριστερά; Για ακραία αριστερά; Σε πρώτη φάση, ο οργανωτικός και ιδεολογικός κατακερματισμός καθώς και η προγραμματική απόσταση των συγκεκριμένων κομμάτων από τις άλλες κομματικές οικογένειες εξηγούν αυτή τη δυσκολία (Olsen / Κοß / Hough 2010:5).

Πρόθεσή μας είναι η καταγραφή και ανάλυση της εκλογικής δυναμικής και μεταβολής των ευρωπαϊκών κομμάτων της ριζοσπαστικής αριστεράς τα τελευταία 25 χρόνια. Αρχικά, θα αναλύσουμε τα εκλογικά αποτελέσματα των κομμάτων της ριζοσπαστικής αριστεράς σε δεκατρείς δυτικοευρωπαϊκές χώρες: Γαλλία, Γερμανία, Δανία, Ελλάδα, Ισπανία, Ιταλία, Κύπρος, Λουξεμβούργο, Νορβηγία, Ολλανδία, Πορτογαλία, Σουηδία και Φινλανδία. Έτσι θα προσπαθήσουμε να εντοπίσουμε τις απώλειες και τα κέρδη κάθε κόμματος, σκιαγραφώντας μια «εικόνα συνόλου» για το διάστημα 1950-2015. Στη συνέχεια, θα επιχειρήσουμε να δώσουμε μια ακριβή εικόνα για τη διαμόρφωση της εκλογικής ελαστικότητας των δυτικοευρωπαϊκών κομμάτων της ριζοσπαστικής αριστεράς στο διάστημα 1990-2015.

Ορισμένα από τα ερωτήματα στα οποία το άρθρο αυτό επιχειρεί να δώσει «εμπειρικές» απαντήσεις είναι: «Η ευρωπαϊκή ριζοσπαστική αριστερά υφίσταται εκλογική φθορά με το πέρασμα του χρόνου ή όχι;»∙ «σε ποιες χώρες η ριζοσπαστική αριστερά σημειώνει άνοδο και σε ποιες πτώση;»∙ «την περίοδο της οικονομικής κρίσης, η ριζοσπαστική αριστερά σημειώνει άνοδο ή πτώση;».

 

Η Βίβιαν Σπυροπούλου είναι υποψήφια διδάκτωρ συγκριτικής πολιτικής ανάλυσης και κάτοχος μεταπτυχιακών διπλωμάτων ειδίκευσης στην πολιτική επιστήμη από το Πάντειο Πανεπιστήμιο και το Université Montpellier I.

Tags  

Δείτε Επίσης

Comment

  • Καλημέρα σας. Οι πολλές παραπομπές σε ένα άρθρο συγκεκριμένων λέξων κουράζουν. Δεν επιτυγχάνουν την βιβλιογραφική ενημέρωση του αναγνώστη αλλά κυρίως αποτελούν μέσο αυτοπροβολής του συγγραφέα. Επίσης, κ. Σπυροπούλου, γιατί δεν βάζετε στο άρθρο της απόψεις σας για τους αριστερούς όπως τις εκφράζετε στην προσωπική σας σελίδα στο Facebook;

Γράψτε απάντηση στο Παναγιώτης Δημητρίου Ακύρωση απάντησης

ΕΙΔΟΠΟΙΗΣΕΙΣ

Εισάγετε το email σας για να ενημερώνεστε για τα νέα άρθρα