Η ΡΗΤΟΡΙΚΗ ΠΡΑΓΜΑΤΕΥΣΗ ΤΟΥ ΑΜΕΡΙΚΑΝΙΚΟΥ ΟΝΕΙΡΟΥ: ΑΠΟ ΤΟΝ ΜΠΑΡΑΚ ΟΜΠΑΜΑ ΣΤΟΝ ΝΤΟΝΑΛΝΤ ΤΡΑΜΠ

Τζένη Λιαλιούτη

τχ. 136

 

«Είμαστε έθνος Χριστιανών και Μουσουλμάνων, Εβραίων και Ινδουιστών και άθεων. Είμαστε φτιαγμένοι από κάθε γλώσσα και κουλτούρα, που προέρχεται από κάθε γωνιά της γης», διακήρυσσε ο Μπαράκ Ομπάμα το 2009, κατά την ομιλία της ορκωμοσίας του, καταφάσκοντας τον πολυπολιτισμικό χαρακτήρα του αμερικανικού έθνους, ενώ, συγχρόνως, προέτασσε μια ιδιαίτερη ευθύνη των Ηνωμένων Πολιτειών και του αναπτυγμένου κόσμου, με οικουμενικό χαρακτήρα: «Και σε εκείνες τις χώρες, όπως η δική μας, που απολαμβάνουν σχετική αφθονία, λέμε ότι δεν έχουμε πλέον την πολυτέλεια της αδιαφορίας για τα δεινά πέραν των συνόρων μας ούτε μπορούμε να καταναλώνουμε τους πόρους του πλανήτη, χωρίς να λαμβάνουμε υπόψη τις συνέπειες. Γιατί ο κόσμος έχει αλλάξει και πρέπει να αλλάξουμε κι εμείς μαζί με αυτόν».[1] Η τοποθέτηση αυτή συνιστούσε μια σαφή αναγνώριση του πλέγματος αλληλεξάρτησης που συνεπάγεται η παγκοσμιοποίηση, με έμφαση στις δραματικές ανισότητες στην κατανομή του παγκόσμιου πλούτου και στην υπερεκμετάλλευση των φυσικών πόρων.

Οκτώ χρόνια αργότερα, στη δική του ορκωμοσία, τον Ιανουάριο του 2017, ο Ντόναλντ Τραμπ αντέστρεφε αυτή τη θεώρηση της παγκοσμιοποίησης προβάλλοντάς την ως μια διαδικασία, η οποία μονοσήμαντα ζημίωνε τις Ηνωμένες Πολιτείες και από την οποία θα μπορούσαν να αποκοπούν και να οχυρωθούν στη διάρκεια της προεδρίας του. Σύμφωνα με τον Τραμπ: «Έχουμε κάνει άλλες χώρες πλούσιες, ενώ ο πλούτος, η δύναμη και η εμπιστοσύνη της χώρας μας έχουν διαλυθεί πέρα από τον ορίζοντα. Ένα-ένα τα εργοστάσια έκλεισαν και άφησαν τις ακτές μας, χωρίς ούτε μια σκέψη για τα εκατομμύρια των Αμερικανών εργαζομένων που έμειναν πίσω. Ο πλούτος της μεσαίας τάξης μας αποσπάται από τα σπίτια της και στη συνέχεια αναδιανέμεται σε ολόκληρο τον κόσμο».[2] Όσον αφορά τη ρητορική πραγμάτευση της εθνικής ταυτότητας, είναι χαρακτηριστική η επίκληση του συνθήματος: «Να κάνουμε την Αμερική μία ξανά» (Make America One Again), το οποίο έδωσε τον τόνο στην ομιλία του Τραμπ κατά την αποδοχή του χρίσματος του Ρεπουμπλικανικού Κόμματος, τον Ιούλιο του 2016.[3] Για πολλούς, η φράση αυτή αποτελούσε το τελευταίο επεισόδιο στους «πολέμους της κουλτούρας» (culture wars), που βρίσκονταν εν εξελίξει στις ΗΠΑ από τη δεκαετία του 1960, και έκφραση μιας «αντιδραστικής νοσταλγίας», κατά τη διατύπωση του Mark Lilla.[4]

Άμεσα συνδεδεμένη με τα παραπάνω είναι η ρητορική πραγμάτευση του «αμερικανικού ονείρου» και από τους δύο προέδρους, με κοινό σημείο αναφοράς τις συνέπειες της οικονομικής κρίσης, που εκδηλώθηκε στις ΗΠΑ κατά την περίοδο 2007-2008.

Ο ρόλος του «αμερικανικού ονείρου» στον αμερικανικό πολιτικό λόγο είναι προφανής, αν ληφθεί υπόψη η ιδεολογική συγκρότηση του αμερικανικού έθνους. Υπό αυτό το πρίσμα, οι ομιλίες των αμερικανών προέδρων έχουν επιτελεστικό χαρακτήρα, καθώς συγκροτούν ρητορικά το ίδιο το έθνος στο οποίο απευθύνονται. Ο ρόλος του προεδρικού λόγου στη διαδικασία κατασκευής και αναπαραγωγής της εθνικής ταυτότητας και της εθνικής ιδεολογίας ενισχύθηκε στη διάρκεια του εικοστού αιώνα, μέσα από την ανάπτυξη των μέσων μαζικής επικοινωνίας και των τεχνολογικών εξελίξεων στα πεδία της πληροφορικής και της επικοινωνίας, που συνέβαλαν στη διαμόρφωση της λεγόμενης «ρητορικής» προεδρίας.[5]

Λόγω της εθνοτικής και πολιτισμικής ποικιλομορφίας των Ηνωμένων Πολιτειών, η επίκληση ενός κοινού, καλύτερου μέλλοντος που συμπυκνώνεται στην έννοια του αμερικανικού ονείρου, υποκαθιστά στο αμερικανικό παράδειγμα διαπραγμάτευσης της εθνικής ταυτότητας, την επίκληση του κοινού, ηρωικού, ένδοξου ή οδυνηρού παρελθόντος, που είναι συνήθης στο ευρωπαϊκό παράδειγμα. Ο ιστορικός R. Hofstadter συνόψισε τις παραπάνω διαστάσεις με την ακόλουθη διατύπωση: «η μοίρα μας ως έθνους ήταν να μην έχουμε ιδεολογίες, αλλά να είμαστε μία».[6]

Θα πρέπει επίσης να γίνει κατανοητό ότι μέσω της επίκλησης του «αμερικανικού ονείρου» επιτυγχάνεται η σύζευξη του ιδανικού της ατομικής επιτυχίας και καταξίωσης με το ιδανικό της συλλογικής ευημερίας και προόδου.[7] Σύμφωνα με την ακόλουθη εύστοχη περιγραφή αμερικανού αρθρογράφου: «Το (αμερικανικό) όνειρο είναι η κόλλα που μας κρατάει ενωμένους… Περισσότερο από οτιδήποτε άλλο, είναι το θρυλικό όνειρο που συγχωνεύει εκατοντάδες εκατομμυρίων, ξεχωριστά – ακόμη και ανταγωνιστικά μεταξύ τους–, ατομικά όνειρα σε ένα εθνικό συλλογικό εγχείρημα».[8]

Η οικονομική κρίση δεν άφησε ανεπηρέαστο το «αμερικανικό όνειρο» σε ό,τι αφορά τις συλλογικές πεποιθήσεις και τον περί αυτού πολιτικό λόγο. Για την αμερικανική κοινή γνώμη, το αμερικανικό όνειρο ταυτιζόταν, εν πολλοίς, με την οικονομική και κοινωνική ανοδική κινητικότητα. Ωστόσο, οι έρευνες κοινής γνώμης των τελευταίων ετών καταγράφουν τη διάχυτη απαισιοδοξία σχετικά με την ανθεκτικότητά του, ιδιαίτερα μεταξύ των νέων. Σε έρευνα του Ινστιτούτου Πολιτικής του Χάρβαρντ, στα τέλη του 2015, οι νέοι ηλικίας 18 έως 29 ετών εμφανίζονταν διχασμένοι ως προς την πίστη τους στο αμερικανικό όνειρο, με το 48% να συμφωνεί με τη δήλωση ότι το «αμερικανικό όνειρο» είναι νεκρό. Βάσει της έρευνας, το μορφωτικό επίπεδο των ερωτώμενων ήταν σημαντικός παράγοντας για τη διατήρηση της πίστης στο «αμερικανικό όνειρο», καθώς καταγράφτηκε μια διαφορά 16 ποσοστιαίων μονάδων μεταξύ των αποφοίτων τριτοβάθμιας εκπαίδευσης και των μη πτυχιούχων, αναφορικά με το ζήτημα αυτό.[9]

Άμεσα συνδεδεμένη με την ιδεολογική ισχύ του «αμερικανικού ονείρου» είναι η ισχύς της αμερικανικής μεσαίας τάξης, η τύχη της οποίας βρέθηκε στο επίκεντρο του πολιτικού λόγου για την κρίση στις Ηνωμένες Πολιτείες. Η αποδυνάμωση της μεσαίας τάξης αποτυπώθηκε, μεταξύ άλλων, σε έρευνα του Pew Research Center, το 2015, η οποία κατέγραψε τόσο μείωση του αριθμητικού της μεγέθους όσο και μείωση των εισοδημάτων της. Συγκεκριμένα, βάσει των διαθέσιμων στοιχείων εκτιμάται πως η μεσαία τάξη αντιστοιχούσε στο 50% του ενήλικου πληθυσμού των ΗΠΑ το 2015, έναντι 61% το 1971. Η κρίση στην αγορά των ακινήτων και η ύφεση της περιόδου 2007-2009 έπληξαν σημαντικά και τα εισοδήματά της. Είναι ενδεικτικό ότι ο μέσος πλούτος των νοικοκυριών της μεσαίας τάξης αυξήθηκε από τα 95.879 δολάρια το 1983 στα 161.050 το 2007, σημειώνοντας αύξηση 68%, ενώ το 2013 κυμαινόταν στα 98.000 δολάρια.[10]

Στο πλαίσιο αυτό, η διπλή αποδυνάμωση, του «αμερικανικού ονείρου» και της μεσαίας τάξης, αποτέλεσε βασικό άξονα της προεκλογικής εκστρατείας του Μπαράκ Ομπάμα το 2008 και αποδόθηκε ρητορικά με την αναφορά στην «Αμερικανική Υπόσχεση».[11] Στον λόγο του Μπαράκ Ομπάμα, η οικονομική κρίση αποτελούσε τη σημαντικότερη πρόκληση της μεταπολεμικής περιόδου για την ιδεολογία του Αμερικανισμού, καθώς δήλωνε: «Αυτή η χώρα και το όνειρο που αντιπροσωπεύει δοκιμάζονται, όπως δεν το έχουμε δει, για σχεδόν έναν αιώνα».[12] Βασική παραδοχή στον λόγο του Ομπάμα είναι ότι το «αμερικανικό όνειρο» εμπεριέχει την προσδοκία για εργασιακή ασφάλεια, αύξηση των μισθών μέσα από την οικονομική ανάπτυξη, ένα συγκεκριμένο καταναλωτικό πρότυπο για τις οικογένειες της μεσαίας τάξης και τη δυνατότητα πρόσβασης στην τριτοβάθμια εκπαίδευση, ως μέσο κοινωνικής κινητικότητας. Στο ερμηνευτικό του σχήμα, η ανεξέλεγκτη δράση του χρηματοπιστωτικού τομέα και η έλλειψη υπευθυνότητας των οικονομικών και πολιτικών ελίτ επέτρεψαν στη «Γουόλ Στρητ» να βλάψει τη «Μαίην Στρητ», με την τελευταία να ταυτίζεται με την υγιή, μικρή και μεσαία επιχειρηματικότητα, που εκπροσωπεί την αυθεντική εκδοχή του «αμερικανικού ονείρου». Στην επιχειρηματολογία του, η παρέμβαση της ομοσπονδιακής κυβέρνησης, η αύξηση των δημοσίων δαπανών και η εισαγωγή ενός αυστηρότερου ρυθμιστικού πλαισίου αποτελούσαν αναγκαία βήματα για την έξοδο από την κρίση, καθώς και η επένδυση στην ενίσχυση του εκπαιδευτικού συστήματος ως εγγύηση της κοινωνικής κινητικότητας και της οικονομικής ανάπτυξης.[13]

Από την πλευρά του, ο Ντόναλντ Τραμπ, κατά τη διεκδίκηση του προεδρικού χρίσματος, είχε υποστηρίξει πως το «αμερικανικό όνειρο ήταν νεκρό» και πως ο ίδιος –ως ενσάρκωση του «αμερικανικού ονείρου»και όντας εκτός των πολιτικών ελίτ– ήταν ο μόνος που μπορούσε να εγγυηθεί την αναβίωσή του.[14] Στην αφήγηση του Τραμπ, όπως διαμορφώθηκε στη διάρκεια των προεδρικών εκλογών του 2016, το αμερικανικό όνειρο αποκόπτεται από το πλαίσιο της οικονομικής κρίσης και παρουσιάζεται ως κάτι, που το έχουν υφαρπάξει από τον αμερικανικό λαό. Οι δράστες αυτές της υφαρπαγής εντοπίζονται σε δύο κατευθύνσεις: η πρώτη είναι οι ελίτ της Ουάσιγκτον –ή αλλιώς το «κατεστημένο»– και η δεύτερη, οι παράνομοι μετανάστες, ενώ τα θύματα αυτής της διαδικασίας περιγράφονται ως οι «λησμονημένοι άνδρες και γυναίκες της χώρας μας».[15]

Η αντίθεση λαού-πολιτικών ελίτ περιγράφεται εύγλωττα από τον Τραμπ με τα παρακάτω: «Για πολύ καιρό μια μικρή ομάδα στην πρωτεύουσα του έθνους μας, έδρεπε τα οφέλη από τη διακυβέρνηση, ενώ ο λαός επωμιζόταν το κόστος. Η Ουάσιγκτον ανθούσε, αλλά ο λαός δεν είχε μερίδιο στον πλούτο της. Οι πολιτικοί ευημερούσαν, αλλά οι θέσεις εργασίας έφευγαν και τα εργοστάσια έκλειναν. Το κατεστημένο προστάτευε τον εαυτό του, αλλά όχι τους πολίτες της χώρας μας… Κι ενώ αυτοί γιόρταζαν στην πρωτεύουσα του έθνους, δεν υπήρχαν πολλοί λόγοι για να γιορτάσουν οι οικογένειες που πάλευαν σε όλη τη χώρα».[16]

Στον λόγο του Τραμπ, όπου η ξενοφοβία παίρνει κατά κύριο λόγο τη μορφή του «νατιβισμού»,[17] η εισροή μεταναστών παρουσιάζεται ως η κατεξοχήν απειλή για το «αμερικανικό όνειρο», καθώς στερεί θέσεις εργασίας από τους Αμερικανούς. Με αυτό το επιχείρημα υποστήριξε ότι θα έπρεπε να σταματήσει η αυτόματη χορήγηση υπηκοότητας στα παιδιά που γεννιούνται σε αμερικανικό έδαφος, θεωρώντας, μάλιστα, πως αυτή η πρακτική έχει προκύψει από λανθασμένη ερμηνεία του αμερικανικού Συντάγματος, ενώ, παράλληλα, αποτελεί κίνητρο για την «παράνομη» μετανάστευση στις ΗΠΑ: «Η αμερικανική υπηκοότητα είναι ένα εξαιρετικό προνόμιο. Η αξία της στην πορεία της ζωής είναι ανυπολόγιστη… αποτελεί τον ισχυρότερο πόλο έλξης παράνομων μεταναστών».[18] Δεδομένης της παράδοσης του δικαίου του εδάφους στην αμερικανική αντίληψη περί ιθαγένειας, η τοποθέτηση αυτή συνιστά μια ριζική παρέκκλιση.

Παράλληλα, ο Τράμπ επικεντρώνεται στις ατομικιστικές πτυχές του «αμερικανικού ονείρου» προβάλλοντας εμφατικά τον στόχο της «νίκης», της «επιτυχίας», που πρέπει να καθοδηγεί τις πράξεις των ατόμων και υποβαθμίζοντας τη διάσταση της αλληλεγγύης και της συλλογικότητας. Έτσι, μπορεί να προβάλει ως αξία τη θέση: «Δείξε μου έναν γκρινιάρη και θα σου δείξω έναν χαμένο στη ζωή».[19] Με αυτήν την αφετηρία, υποστηρίζει ότι το ομοσπονδιακό Υπουργείο Παιδείας θα έπρεπε να καταργηθεί ή να περιοριστεί δραστικά ο ρόλος του, ώστε το περιεχόμενο της εκπαιδευτικής διαδικασίας να καθορίζεται αποκλειστικά στο τοπικό επίπεδο και μακριά από την επιρροή της «πολιτικής ορθότητας».[20] Στο διάστημα, άλλωστε, μετά την ανάληψη των προεδρικών καθηκόντων, ο Τραμπ έκανε λόγο για επιστροφή του «αμερικανικού ονείρου», επιστροφή που ο ίδιος συνέδεσε με τη μείωση της φορολογίας και την αποδυνάμωση του ρυθμιστικού πλαισίου για την επιχειρηματικότητα, καθώς αυτά γίνονται αντιληπτά ως εμπόδια στην ατομική επιδίωξη απόκτησης πλούτου.

Συνοψίζοντας, η απήχηση του λόγου του Τραμπ περί «αμερικανικού ονείρου» δεν θα πρέπει κατανοηθεί ως έκφραση της «οικονομικής ανασφάλειας» ή της δυσπραγίας των κατώτερων κοινωνικά στρωμάτων, αλλά ως συνολικότερη αποτύπωση μιας ιδεολογικής και πολιτισμικής ατζέντας,[21] που περιλαμβάνει, μεταξύ άλλων, τον οικονομικό εθνικισμό, την αντι-παγκοσμιοποίηση, τον αντι-ελιτισμό, την ξενοφοβία καθώς και πτυχές ενός αντινεωτερικού προτάγματος.

 

Η Τζένη Λιαλιούτη είναι μεταδιδάκτορας ερευνήτρια ΚΕΙΝΕ, Ακαδημία Αθηνών

 

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

  1. Βλ. «Barack Obama’s Inaugural Address», ανάρτηση: 20.1.2009, διαθέσιμο στο: http://www.nytimes.com/2009/01/20/us/politics/20text-obama.html (πρόσβαση: 25.1.2017)
  2. Βλ. https://www.nytimes.com/interactive/2017/01/20/us/politics/donald-trump-inauguration-speech-transcript.html (πρόσβαση: 1.2.2017)
  3. Βλ. http://www.cbsnews.com/news/theme-for-the-gop-convention-donald-trump-make-america-again/ (πρόσβαση: 5.2.2017)
  4. M. Lilla, The Shipwrecked Mind. On Political Reaction, New York Review Books, Ν. Υόρκη 2016, σ. 7-8
  5. J. Tulis, The Rhetorical Presidency, Princeton University Press, Πρίνστον 1987, σ. 203
  6. Παρατίθεται στο H. Kohn, American Nationalism: An Ιnterpretive Essay, MacMillan, Ν. Υόρκη 1957, σ. 13
  7. L. Dorsey, «The Rhetorical Presidency and the Myth of the American Dream», στο J. A. Aune / M. Medhurst, The Prospect of Presidential Rhetoric, Texas University Press, Austin 2008, σ. 130-159
  8. Βλ. http://articles.latimes.com/2010/sep/27/opinion/la-oe-rodriguez-dream-20100927
  9. Βλ. https://www.washingtonpost.com/news/the-fix/wp/2015/12/10/48-percent-of-millennials-think-the-american-dream-is-dead-heres-why/?utm_term=.dad6147b47c9 (πρόσβαση: 2.2.2017)
  10. Βλ. http://www.pewsocialtrends.org/2015/12/09/the-american-middle-class-is-losing-ground/ (πρόσβαση: 2.2.2017)
  11. Ζ. Λιαλιούτη, «Όψεις της Αμερικανικής Εθνικής Ταυτότητας στη Μεταψυχροπολεμική Εποχή: από τον Τζορτζ Μπους το Νεότερο στον Μπαράκ Ομπάμα», Ελληνική Επιθεώρηση Πολιτικής Επιστήμης 37 (Ιούνιος 2011), σ. 98-132
  12. Barack Obama, «Remarks in Reno, Nevada», 25.10.2008: διαθέσιμο στο: http://www.presidency.ucsb.edu/ws/?pid=84614 (πρόσβαση: 30.1.2017)
  13. Z. Lialiouti, «Discursive Strategies in the Era of Economic Crisis: Barack Obama, the American Dream and the American Middle Class», στο Pawel Laidler / Maciej Turek (επιμ.), 2012 Presidential Elections: Challenges and Expectations, Jagiellonian University Press, Κρακοβία 2014, σ. 143-162
  14. Βλ. http://www.twcnews.com/nys/rochester/news/2016/04/10/donald-trump-rally-rochester.html πρόσβαση: 2.2.2017)
  15. Βλ. https://www.nytimes.com/interactive/2017/01/20/us/politics/donald-trump-inauguration-speech-transcript.html (πρόσβαση: 1.2.2017)
  16. Βλ. https://www.nytimes.com/interactive/2017/01/20/us/politics/donald-trump-inauguration-speech-transcript.html (πρόσβαση: 1.2.2017)
  17. O Cas Mudde αντιλαμβάνεται τον νατιβισμό ως ένα συνδυασμό εθνικισμού και ξενοφοβίας ορίζοντάς τον ως μια «ιδεολογία, η οποία πρεσβεύει ότι τα κράτη θα πρέπει να κατοικούνται αποκλειστικά από μέλη της γηγενούς ομάδας (του “έθνους”) και ότι τα μη γηγενή στοιχεία (πρόσωπα και ιδέες) απειλούν θεμελιωδώς τα ομοιογενή έθνη-κράτη», βλ. σχετικά C. Mudde, Populist Radical Right Parties in Europe, Cambridge University Press, Κέμπριτζ-Ν. Υόρκη, σ. 19
  18. Ντόναλντ Τζ. Τραμπ, Αμερική. Σπουδαία ξανά, μτφρ. Χρήστος Καψάλης, Μίνωας, Αθήνα 2017, σ. 50
  19. Αυτ., σ. 77
  20. Αυτ., σ. 76-77
  21. R. Inglehart / P. Norris, «Trump, Brexit and the Rise of Populism: Economic Have-Nots and Cultural Backlash», Faculty Research Working Paper Series, Kennedy Harvard School, Αύγουστος 2016, σ. 1-53
Tags  

Δείτε Επίσης

Αφήστε μια απάντηση

ΕΙΔΟΠΟΙΗΣΕΙΣ

Εισάγετε το email σας για να ενημερώνεστε για τα νέα άρθρα