ΕΡΤ: Αυθαίρετο κλείσιμο και χαμένες ευκαιρίες

Νίκος Αλιβιζάτος
τχ. 121, σ. 14-16 (pdf

Το αυθαίρετο κλείσιμο της ΕΡΤ, τον περασμένο Ιούνιο, είναι από τα γεγονότα εκείνα που συμπυκνώνουν καλύτερα από δεκάδες σκόρπια περιστατικά υποδόριες αλλαγές σε πρακτικές και νοοτροπίες. Η πιο άμεση, βέβαια, συνέπειά του αφορούσε το πολιτικό προσκήνιο: η αποχώρηση της ΔΗΜΑΡ από την κυβέρνηση Σαμαρά περιόρισε τη νομιμοποίηση της τελευταίας. Πιθανόν να ήταν ζήτημα χρόνου και ο Φώτης Κουβέλης να έψαχνε απλώς για μιαν αφορμή. Το γεγονός, πάντως, είναι ότι με την μεθόδευση που ακολουθήθηκε, αμφίβολης νομιμότητας και ηθικής (αφού απέβλεπε στην παράκαμψη των υπουργών της ΔΗΜΑΡ), φάνηκε πόσο εύθραυστη ήταν η συμφωνία στην οποία στηριζόταν η τρικομματική κυβέρνηση που σχηματίσθηκε μετά τις εκλογές του 2012.

Η στάση της ΔΗΜΑΡ

Ασφαλώς, η έλλειψη συναινετικής κουλτούρας είναι ένα από τα σταθερά χαρακτηριστικά της πολιτικής ζωής της χώρας μας και θα ήταν αφελές να πιστέψει κανείς ότι μια βαθιά παράδοση μετωπικών αντιπαραθέσεων θα μπορούσε να εξαλειφθεί από τη μια στιγμή στην άλλη, όσο δραματικές και αν είναι οι περιστάσεις στην εποχή των Μνημονίων. Και για μεν τα δυο πρώην μεγάλα κόμματα, η έλλειψη διάθεσης για ειλικρινή συνεννόηση δεν θα έπρεπε να εκπλήσσει: το 2012, δεν αποφάσισαν να συνεργασθούν γιατί άλλαξαν μυαλά αλλά την ανάγκη φιλοτιμίαν εποίησαν, βλέποντας ότι μόνον έτσι θα μπορούσαν να διασωθούν.

Αντίθετα, πολλά ερωτήματα θέτει η στάση της ΔΗΜΑΡ: μήπως δεν ήταν έτοιμη να μπει στην κυβέρνηση και να αναλάβει τις ευθύνες που μοιραία θα της αναλογούσαν σε μια καταστροφική συγκυρία; Αν πάλι ΝΔ και ΠΑΣΟΚ ήταν εκείνοι που παρεξέκλιναν από τα συμφωνηθέντα, γιατί οι υπουργοί της ΔΗΜΑΡ δεν παραιτήθηκαν νωρίτερα; Ασφαλώς, πολλά θα είχαν να πουν ο Αντώνης Μανιτάκης και ο Αντώνης Ρουπακιώτης. Έως ότου πάντως μιλήσουν, δεν είμαστε λίγοι όσοι ανυπομονούμε να μας εξηγήσουν τι σημαίνει τελικά γι’ αυτούς το θεμελιώδες, το «καταστατικό» σύνθημα της ανανεωτικής Αριστεράς αφ’ ότου γεννήθηκε: «Μεταρρυθμίσεις από τώρα και όχι μόνο μετά την κατάληψη της εξουσίας». Μήπως είναι μόνο λόγια, προς τέρψιν μερικών ανήσυχων διανοουμένων;

Όπως και να ’χουν τα πράγματα, ένα είναι βέβαιο: μετά το τολμηρό βήμα που έκανε τον Ιούνιο του 2012, η μεταρρυθμιστική Αριστερά προτίμησε να επιστρέψει στην πεπατημένη· να αφήσει, δηλαδή, σε άλλους να βγάλουν τα κάστανα από τη φωτιά.

Η αποδυνάμωση των συνδικάτων

Σε ένα δεύτερο επίπεδο, είναι αξιοσημείωτο ότι το κλείσιμο της ΕΡΤ «πέρασε» ευκολότερα του αναμενομένου. Μια μονομερής κυβερνητική ενέργεια, προκλητική όσο λίγες (αφού, με το μαύρισμα της τηλεοπτικής οθόνης, θα γινόταν άμεσα αντιληπτή από όλους), δεν προκάλεσε τη θύελλα που θα περίμενε κανείς. Παρά τη συνεχιζόμενη κατάληψη του κτιρίου του ραδιομεγάρου της Αγίας Παρασκευής, η ζωή λες και ξαναγύρισε στους κανονικούς ρυθμούς της, με τη μεγάλη πλειοψηφία των πρώην εργαζομένων να αναζητούν αλλού λύσεις στο πρόβλημα του βιοπορισμού, και το ευρύ κοινό εναλλακτικές πηγές ψυχαγωγίας και πληροφόρησης. Με άλλα λόγια, το κλείσιμο ενός από τους μεγαλύτερους δημόσιους οργανισμούς της χώρας έγινε χωρίς κατ’ ουσίαν να «ανοίξει μύτη», κάτι που ως πριν από λίγο θα φαινόταν αδιανόητο.

Σε αυτό το σκηνικό, έχει κανείς την εντύπωση ότι, μετά την ΟΜΕ-ΟΤΕ, την ΔΕΝΟΠ-ΔΕΗ και τα άλλα μεγάλα συνδικάτα του ευρύτερου δημόσιου τομέα, ήρθε τώρα και η σειρά της ΠΟΣΠΕΡΤ να αποδυναμωθεί (βλέπε, εν προκειμένω, να εξαφανιστεί). Να οφείλεται άραγε αυτό στη συσσωρευμένη κόπωση των ίδιων των εργαζομένων που, απελπισμένοι από τα μέτρα του Μνημονίου, έχουν φτάσει στο σημείο να νοιάζονται μόνο για το πώς θα εξασφαλίσουν ένα στοιχειώδες έστω εισόδημα; Ή μήπως στον ακραία διχαστικό λόγο των ανωτέρω συνδικάτων, τα οποία αρνούνται ακόμη και σήμερα να μπουν στη λογική της ειλικρινούς διαπραγμάτευσης και των μεταρρυθμίσεων; Διότι, όπως και να το κάνουμε, η ΕΡΤ, παρά τους θύλακες ποιότητας που δίχως άλλο διέθετε διαχρονικά, και παρά την αυτοθυσία ενός σημαντικού μέρους των εργαζομένων της, είχε εξελιχθεί τα τελευταία χρόνια σε παράδειγμα σπατάλης, διαφθοράς και κακοδιοίκησης. Η άρνηση των συνδικαλιστών της να δουν κατάματα αυτή την πραγματικότητα και η εμμονή τους στις παρωχημένες πρακτικές του «ή όλα ή τίποτα» τους αποξένωσε από την κρίσιμη εκείνη μάζα που παλαιότερα τους στήριζε.

Η θεσμική διάσταση

Η τρίτη πτυχή του κλεισίματος της ΕΡΤ σχετίζεται, βέβαια, με τον ρόλο της δημόσιας ραδιοτηλεόρασης σήμερα. Αν και το ζήτημα τίθεται με τον ένα ή με τον άλλο τρόπο σε όλες τις σύγχρονες δημοκρατίες, στην Ελλάδα παρουσιάζει μια σημαντική ιδιαιτερότητα: στο τέλος της δεκαετίας του 1980, όταν σε διάστημα 3-4 ετών έσπασε το κρατικό ραδιοτηλεοπτικό μονοπώλιο απ’ άκρου σ’ άκρο στην Ευρώπη, πουθενά η δημόσια τηλεόραση δεν ήταν όσο απαξιωμένη βρέθηκε σε μας η ΕΡΤ. Και πουθενά μετά την εμφάνιση των ιδιωτικών καναλιών, η τηλεθέαση των δημόσιων δεν συρρικνώθηκε αθροιστικά σε ποσοστά κάτω από το 10%. Οφειλόμενη στην προκλητική χειραγώγησή της από τις κυβερνήσεις εκείνης της περιόδου –όλες χωρίς εξαίρεση– η ΕΡΤ δεν χειραφετήθηκε ούτε στη δεκαετία του 1990, αφού (με αποχρώσεις που δεν αλλοίωναν εν τούτοις την ουσία) διοικήθηκε με μικροκομματικά κριτήρια. Ο αδιαμφισβήτητος επαγγελματισμός και η συνέπεια μερικών στελεχών της ήταν τελικά η εξαίρεση που επιβεβαίωνε τον κανόνα της υποταγής στη λογική της εξυπηρέτησης των «ημετέρων» (ή, έστω, του συμψηφισμού των ρουσφετιών των δύο μεγάλων κομμάτων, με την Αριστερά να διεκδικεί και αυτή ένα μικρό κομμάτι της πίττας). Όσο για τις προσπάθειες που κατά καιρούς καταβλήθηκαν για την αναδιοργάνωση της ΕΡΤ, όλες αργά ή γρήγορα κατέληξαν σε φιάσκο.

Αιτία της κακοδαιμονίας ήταν δίχως άλλο ο ομφάλιος λώρος, που εξακολούθησε να συνδέει την ΕΡΤ με τα αρμόδια υπουργικά και κομματικά γραφεία. Η κρατική τηλεόραση, με άλλα λόγια, ακόμη και μετά την απώλεια του καθοριστικού ρόλου που έπαιζε πριν την εμφάνιση της ιδιωτικής, δεν έγινε ποτέ κατά κυριολεξία δημόσια· παρέμεινε κομματική.

Το φθινόπωρο του 2011, όταν ο Ηλίας Μόσιαλος, αρμόδιος υπουργός για τα Μέσα Ενημέρωσης, μου ζήτησε να συστήσω μια ομάδα εργασίας για να καταρτίσουμε έναν εξ υπαρχής νέο νόμο, ο οποίος θα έθετε τέρμα στην κακοδαιμονία, δεν έτρεφα αυταπάτες: αν οι ρίζες του κακού είναι βαθιές, ένας νόμος, όσο καλός και αν είναι, δεν αρκεί. Χρειάζεται πάνω απ’ όλα αλλαγή νοοτροπιών, που να αναγκάζει τους κυβερνώντες να μεταβάλουν πορεία, όχι για ηθικούς λόγους, αλλά για πολιτικούς, διότι δηλαδή έτσι τους συμφέρει. Ο όποιος νόμος, επομένως, δεν θα μπορούσε να είναι παρά το πρώτο βήμα, το έναυσμα για μια καινούρια αρχή και όχι η λύση του προβλήματος.

Με αυτή τη λογική, απευθύνθηκα σε μια ομάδα νεότερων συναδέλφων, νομικών και μη, που είχαν το πλεονέκτημα να είναι άφθαρτοι.[1]Δουλέψαμε τότε εντατικά και, αφού οργανώσαμε ακροάσεις προσώπων με καλή γνώση του θέματος,[2] προχωρήσαμε στην κατάρτιση ενός ολιγόλογου νομοσχεδίου, όχι για το κλείσιμο, αλλά για την μετεξέλιξη της ΕΡΤ σε πραγματικά δημόσιο ραδιοτηλεοπτικό φορέα. Λυδία λίθος του σχήματος που προτείναμε ήταν η αποκοπή του ομφάλιου λώρου, την οποία επιδιώξαμε να εξασφαλίσουμε εισάγοντας μια σειρά εγγυήσεων για την επιλογή της διοίκησης της ΕΡΤ από την αγορά, με κριτήρια αμιγώς επαγγελματικά και αξιοκρατικά, χωρίς οι εκάστοτε κυβερνώντες να έχουν τη δυνατότητα να επηρεάσουν ούτε τον διορισμό ούτε το έργο της. Τον Μάρτιο του 2012, αν και ο Παντελής Καψής, διάδοχος του Ηλία Μόσιαλου, υιοθέτησε χωρίς επιφυλάξεις το νομοσχέδιο, η ιδέα δεν καρποφόρησε, αφού –όπως γράφτηκε– οι εταίροι τής τότε Κυβέρνησης, δηλαδή της Κυβέρνησης Παπαδήμου, δεν ομονόησαν. Επί πλέον, επισπεύσθηκαν οι εκλογές.

Η ίδρυση της ΝΕΡΙΤ

Έτσι, το νομοσχέδιο έμεινε σ’ ένα συρτάρι, από το οποίο το ανέσυρε το Μέγαρο Μαξίμου, τον Ιούνιο του 2013. Ο νέος φορέας που θα ιδρυόταν στη θέση της καταργηθείσας ΕΡΤ δεν θα ήταν υποχείριο της εκάστοτε κυβέρνησης, αλλά θα λειτουργούσε με βάση το νομοσχέδιο της Επιτροπής μας. Έως ότου, εν τούτοις, αναδειχθεί η διοίκηση της ΝΕΡΙΤ (όπως τελικά ονομάσθηκε ο νέος φορέας) σύμφωνα με τη διαδικασία που προέβλεπε το νομοσχέδιό μας (θα χρειάζονταν όντως τουλάχιστον 6 μήνες γι’ αυτό) η Κυβέρνηση –δικομματική πια, μετά την αποχώρηση της ΔΗΜΑΡ– θα διόριζε προσωρινή διοίκηση. Κάτι εύλογο αν όχι και επιβεβλημένο, μετά την απόφαση της Επιτροπής Αναστολών του Συμβουλίου της Επικρατείας, η οποία, θυμίζω, είχε αποφανθεί ότι το κράτος όφειλε να εξασφαλίσει την εκπομπή ενός μίνιμουμ προγράμματος είτε απ’ ευθείας είτε μέσω του όποιου νέου φορέα που θα ίδρυε.

Για όποιον γνωρίζει στοιχειωδώς την ελληνική πραγματικότητα, στις μεταρρυθμίσεις που κατά καιρούς επιχειρούνται στη χώρα μας, ο διάβολος πάντοτε κρύβεται στις μεταβατικές διατάξεις. Αρκεί να θυμηθεί κανείς τις αντιδράσεις και τις οξύτατες αντιδικίες που προκάλεσαν ο «Νόμος Πλαίσιο» για τα ΑΕΙ το 1982, η ίδρυση του ΕΣΥ το 1983, ή το σχέδιο Καποδίστριας το 1996. Εν προκειμένω, η Κυβέρνηση ΝΔ-ΠΑΣΟΚ, αντί να προβλέψει ότι η προσωρινή διοίκηση του νέου φορέα θα είχε ως αποκλειστική αρμοδιότητα την εξασφάλιση της μετάδοσης του ελάχιστου προγράμματος και την προετοιμασία της ανάδειξης της οριστικής διοίκησης της ΝΕΡΙΤ, προτίμησε να την εξοπλίσει ευθύς εξ αρχής με πλήρεις αρμοδιότητες (άρθρο 16 Ν. 4173/2013). Τούτο σημαίνει ότι, για όσο χρόνο θα παραμείνει στη θέση της (ο νέος νόμος προέβλεψε ως απώτατο χρονικό όριο τους 12 μήνες, οι οποίοι ωστόσο μπορούν να παραταθούν επ’ αόριστον με νεότερη τροπολογία), η προσωρινή διοίκηση της ΝΕΡΙΤ (δηλαδή το Εποπτικό Συμβούλιο του νέου νόμου και η διοίκηση την οποία αυτό θα εγκρίνει) θα μπορεί να αποφασίζει για τα πάντα, χωρίς κανένα περιορισμό, όπως π.χ. για το στρατηγικό σχέδιο του νέου φορέα (το οποίο ο νόμος προβλέπει 10ετές), για το ποιοι από τους απολυθέντες της παλιάς ΕΡΤ θα επαναπροσληφθούν κ.ο.κ. Πρόκειται για λανθασμένη επιλογή, η οποία ενδέχεται να αποδειχθεί μοιραία, γιατί η προσωρινή αυτή διοίκηση, όσο και αν απαρτίζεται από πρόσωπα αδιαμφισβήτητου κύρους και ανεξαρτησίας, δεν διαθέτει την αναγκαία νομιμοποίηση για να πάρει τέτοιου είδους αποφάσεις. Κοντολογίς, αν και το πρόβλημα επισημάνθηκε στους αρμόδιους υπουργούς κατά τη συζήτηση του νομοσχεδίου στη Βουλή, προτιμήθηκε η εύκολη λύση.

Και οι προοπτικές…

Είναι πολύ πρόωρο να προβλέψει κανείς ποια θα είναι η τύχη του εγχειρήματος. Αν δηλαδή, με το νέο οργανωτικό σχήμα της, η δημόσια ραδιοτηλεόραση θα μπορέσει να γυρίσει σελίδα και η Ελλάδα να ευθυγραμμισθεί και αυτή επί τέλους με τους ευρωπαϊκούς μέσους όρους. Πολύ φοβούμαι, εν τούτοις, ότι η σπουδή με την οποία επιχειρήθηκε το πέρασμα στη νέα εποχή θα αφήσει επί μακρόν τα ίχνη της. Δεν αναφέρομαι στη ζωή μερικών χιλιάδων ανθρώπων, που κυριολεκτικά σμπαραλιάστηκε –χωρίς να είναι βέβαιο ότι αυτό ήταν απαραίτητο– ούτε στο κόστος του όλου εγχειρήματος, που πολύ φοβούμαι ότι θα υπερβεί κάθε μέτρο (κάτι σαν το κόστος της κατάργησης της Ολυμπιακής από την Κυβέρνηση Καραμανλή το 2008, που το πληρώνουμε ακόμα). Αναφέρομαι στη θεσμική διάσταση του ζητήματος. Επί Δημ. Παπούλια και Παν. Βουρλούμη, η περίπτωση του ΟΤΕ έδειξε ότι μεγάλοι δημόσιοι οργανισμοί δεν χρειάζεται να κλείσουν για να αναδιοργανωθούν· μπορούν να αλλάξουν και εν λειτουργία. Αρκεί να υπάρχει σχέδιο, σοβαρό μάνατζμεντ και αταλάντευτη υποστήριξη των επιχειρούμενων αλλαγών από την πολιτική ηγεσία. Ενδέχεται να απαιτείται περισσότερος χρόνος γι’ αυτό, το κόστος όμως είναι δίχως άλλο μικρότερο και ο δημόσιος οργανισμός ξεκινά τη νέα πορεία του χωρίς τραυματικά βαρίδια. Είναι κρίμα που δεν επιχειρήθηκε κάτι τέτοιο και στην περίπτωση της ΕΡΤ.

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

1. Την ομάδα απάρτισαν, εκτός από τον υπογράφοντα που προήδρευσε, οι κ.κ. Γιώργος Ιωάννου, καθηγητής στο Οικονομικό Πανεπιστήμιο Αθηνών, Αλέξανδρος Οικονόμου, διδάκτορας Νομικής, ειδικός επιστήμονας στο Εθνικό Συμβούλιο Ραδιοτηλεόρασης, Μαρίνα Ρήγου, δημοσιογράφος, μέλος του ειδικού εργαστηριακού και διδακτικού προσωπικού στο Πάντειο Πανεπιστήμιο, Γιάννης Τασόπουλος, αναπληρωτής καθηγητής του Δημοσίου Δικαίου στο Πανεπιστήμιο Αθηνών και Αθανάσιος Τσεβάς, επίκουρος καθηγητής του δικαίου των μέσων ενημέρωσης στο Πανεπιστήμιο Αθηνών.

2. Ανταποκρινόμενοι στη σχετική πρόσκληση, προσήλθαν σε ακρόαση οι κ.κ. EricSoderquist, αναπληρωτής καθηγητής στο Οικονομικό Πανεπιστήμιο Αθηνών, Νίκος Σωτηριάδης, πρόεδρος της Διοικούσας Επιτροπής της ΕΤ3, Πάνος Λουκάκος, τ. Εντεταλμένος Σύμβουλος της ΕΡΤ, Προκόπης Δούκας, δημοσιογράφος της ΕΡΤ, Δημήτρης Παπούλιας, τ. πρόεδρος του ΟΤΕ και της ΔΕΗ, ΄Αγγελος Στάγκος, τ. Πρόεδρος και Διευθύνων Σύμβουλος της ΕΡΤ, Τάκης Αθανασόπουλος, τ. πρόεδρος και διευθύνων σύμβουλος της ΔΕΗ και Παναγιώτης Καλφαγιάννης, πρόεδρος ΠΟΣΠΕΡΤ.

Ο Νίκος Κ. Αλιβιζάτος διδάσκει συνταγματικό δίκαιο στο Πανεπιστήμιο Αθηνών.

Tags  

Δείτε Επίσης

Αφήστε μια απάντηση

ΕΙΔΟΠΟΙΗΣΕΙΣ

Εισάγετε το email σας για να ενημερώνεστε για τα νέα άρθρα