Υστερόγραφο: σκέψεις για τη διακυβέρνηση και τους κινδύνους του παρόντος

Νικόλας Σεβαστάκης

τχ. 130-131

 

1

Ξεκινώ να γράψω αυτό το κείμενο διαβάζοντας την είδηση για το επικείμενο νομοσχέδιο του Υπουργείου Δικαιοσύνης σχετικά με το Σύμφωνο Συμβίωσης. Είναι αρχές Νοεμβρίου και η επικαιρότητα μοιράζεται κυρίως ανάμεσα στο συνεχές προσφυγικό δράμα και στη μετρολογία της «φορολογικής επιδρομής». Καθώς πλησιάζει ο χειμώνας, ο ορίζοντας χρωματίζεται από σχήματα πολύ γνώριμα από το παρελθόν: η τελετουργία των τρακτέρ-που-ζεσταίνονται στον κάμπο, η προαναγγελία κάποιων από τα συνήθη επαγγελματικά-κοινωνικά μέτωπα και η δυσφορία (για να χρησιμοποιήσω μια ελαφριά λέξη) στoν χώρο της εκπαίδευσης… Βρισκόμαστε, φυσικά, εννέα μήνες μετά από τη νίκη του Σύριζα στις εκλογές του Ιανουαρίου. Μετά και τη δεύτερη λαϊκή εντολή που έπρεπε, όπως ειπώθηκε, να είναι «νωπή», για να προχωρήσει η κυβέρνηση στον νέο δρόμο. [1] Αλλά ποιον νέο δρόμο;

Κατά κάποιον τρόπο, οι άνθρωποι που αποχώρησαν ή πήραν τις αποστάσεις τους από τον Σύριζα της διακυβέρνησης θέτουν ένα εύλογο ερώτημα: τι είναι αυτό που κάνει η παρούσα κυβέρνηση; Στη βάση ποιων ακριβώς θέσεων και ποιου σχεδίου κυβερνά; Ποιο είναι το σύστημα των σκοπών της από ένα σημείο και έπειτα; Δεν έχω δει μέχρι σήμερα κάποια σοβαρή απάντηση σε αυτή την απορία. Αντίθετα: αυτή η κυβέρνηση κάνει σαν να μην έχει συμβεί τίποτα ως προς την «ταυτότητα Σύριζα». Είναι μια κυβέρνηση και ένας μηχανισμός γύρω από αυτήν, που πορεύονται στηριζόμενοι εν πολλοίς στην αποσιώπηση του πρόσφατου παρελθόντος και στην ταρίχευση άλλων στοιχείων του.

Με μια λέξη: η «ταυτότητα Σύριζα» αποσυντέθηκε απότομα, καθώς συντελέστηκε ριζική αντιστροφή όλων περίπου των θέσεων της ριζοσπαστικής αριστεράς. Δεν υπάρχει, ας πούμε, κανένας μεγάλος τομέας πολιτικής που να προσεγγίζεται τώρα, όπως περίπου προβλεπόταν ή σχεδιαζόταν στα επίσημα κείμενα και στις αποφάσεις του κόμματος. Θα εξαιρούσα μόνο κάποια ζητήματα στον χώρο της ποινικής δικαιοσύνης και τον –αμφιλεγόμενο πάντως– νόμο για τις ραδιοτηλεοπτικές άδειες.

Από την άλλη, παρατηρεί κανείς ότι συντηρούνται τα βασικά λεξιλόγια της κληρονομημένης ταυτότητας. Ενεργοποιείται, καθημερινά, η επιθετική ρητορική κατά των «ολιγαρχών» και της διαπλοκής. Κατά περίσταση εμφανίζεται, επίσης, η βεβαιότητα ότι υφίσταται μια τομή ανάμεσα στην εγγενώς αγαθή βούληση της παρούσας κυβέρνησης και στους κόσμους της συστημικής διαφθοράς, ο οποίος ορίζεται πλέον ως το σύνολο όσων «απεργάζονται την αριστερή παρένθεση».

Αν θέλουμε πάντως να είμαστε ειλικρινείς με αυτό που ζούμε, πολλά από τα πεπραγμένα αυτού του καιρού θα μπορούσαν να αφορούν την κυβέρνηση του Παπαδήμου ή ακόμα και τη θητεία του Αντώνη Σαμαρά. Τα 14 περιφερειακά αεροδρόμια προς παραχώρηση, για παράδειγμα, είναι μια τέτοια είδηση. Αυτές, ωστόσο, οι αποφάσεις δεν γίνονται θέμα πολιτικού αναστοχασμού. Όσοι έφυγαν από τον Σύριζα με τη σημαία της αριστερής συνέπειας συλλέγουν απλώς αποδείξεις προδοσίας της «ταυτότητας» Σύριζα ή καταμετρούν ενδείξεις αλλαγής ταξικού σχεδίου. Υπάρχουν πια και αναλύσεις που διαβάζουν τη διακυβέρνηση Τσίπρα ως εγκατάσταση ενός «ορντο-φιλελευθερισμού» αλά ελληνικά. Χρειαζόταν, λένε, ένας αριστερής προέλευσης κυβερνητισμός-κρατισμός για να παροχετευτεί αποτελεσματικά η νεοφιλελεύθερη λογική ως νομική-διοικητική εμπέδωση των σκληρών αξιών του κυρίαρχου οικονομικού παραδείγματος. [2]

Ξαναγυρίζω τώρα στον «καθεστωτικό» Σύριζα και στον περίγυρό του. Το εντυπωσιακό είναι εδώ ο υποτονικός αναστοχασμός για τις δυο βασικές δεσμεύσεις που έφεραν την αλλαγή του Ιανουαρίου και η ηχώ τους μίλησε και στις εκλογές του Σεπτεμβρίου: μιλώ για τις δεσμεύσεις περί υπέρβασης του Μνημονίου, κυρίως όμως για την «κατάργηση της λιτότητας». Δεν μπορώ βεβαίως να θεωρήσω πολιτικό αναστοχασμό κάποιες υπαρξιακών τόνων σκέψεις περί ήττας, σκέψεις οι οποίες συχνά δεν έδειξαν ουσιώδη αναθεωρητική διάθεση ως προς το ίδιο το πολιτικο-ιδεολογικό ίχνος του Σύριζα. Υπάρχουν ασφαλώς άρθρα [3] και προσεγγίσεις, όπου διακρίνεται μια αναφορά στις αστοχίες ή στα λάθη της πρόσφατης περιόδου. Κανένας, όμως, πραγματικός προβληματισμός δεν έχει αναδειχθεί, εφόσον όλα όσα συνέβησαν ανάγονται στους εξωτερικούς καταναγκασμούς και πολύ λιγότερο σε εσωτερικά αδιέξοδα μιας πολιτικής. Οι διεθνείς και ευρωπαϊκοί συσχετισμοί επωμίζονται την κύρια ευθύνη για τις ατυχίες του «αριστερού βολονταρισμού». [4]

Σιωπές λοιπόν. Και δίπλα σε αυτές τα λεξιλόγια και μανιέρες κληρονομημένες από την προτεραία κατάσταση. Τα συγκεκριμένα λεξιλόγια επιδεικνύονται, άλλωστε, ως διακριτικά της ηθικής διαφοράς όλων αυτών που επιχειρεί η παρούσα κυβέρνηση και τυχαίνει να μοιάζουν με αποφάσεις και μεθόδους των προηγούμενων κυβερνήσεων. Αυτό είναι το πρώτο που προξενεί εντύπωση στη συγκεκριμένη περίοδο όπου όλα αλλάζουν, ενώ ταυτόχρονα τα περισσότερα κυβερνητικά στελέχη στην τηλεόραση βάζουν στο στόμα τους τα δικαιολογητικά σχήματα του παλαιομνημονιακού πολιτικού προσωπικού: αποφυγή της απόλυτης χρεοκοπίας, διατήρηση της χώρας στην Ευρώπη, προσπάθειες για έλεγχο των δυσμενών συνεπειών. Με άλλα λόγια, το επιχείρημα για την αποτροπή του απόλυτου κακού στο όνομα της μικρότερης απώλειας.

Εδώ, ωστόσο, συναντούμε το μείζον ζήτημα που αφορά τη διαμόρφωση ενός  χώρου με κατεξοχήν ριζοσπαστική αντιπολιτευτική κουλτούρα. Στο φως της εμπειρίας αυτών των χρόνων, νομίζω ότι αυτό προβάλλει ως το πιο βαρύ «αναπτυξιακό» έλλειμμα της ριζοσπαστικής αριστεράς: ο επαναληπτικός, ιδεοκρατικός αντιπολιτευτισμός, ο οποίος ύφανε όλα αυτά τα χρόνια ένα πλέγμα στάσεων και νοοτροπιών. Αυτές, όμως, ούτε αλλάζουν εύκολα ούτε αναθεωρούνται χωρίς κόστος. Τι έχει διαμορφωθεί; Η αντίληψη, ας πούμε, ότι το διαχειριστικό πρόβλημα είναι η άρνηση της πραγματικής πολιτικής. Η ιδέα πως η πραγματική, η αυθεντική πολιτική δεν καλείται κυρίως να διαχειριστεί αποτελεσματικά, αλλά να αναδείξει τις ευθύνες και τα αδιέξοδα από τη διαχείριση κάποιων άλλων, των αντιπάλων. Με άλλα λόγια, η διεύθυνση των θεσμών και η διαχείριση αυτού του κράτους θεωρήθηκαν περίπου ως αποπροσανατολισμός από τις ουσιαστικές σχέσεις εξουσίας και την κατανομή ισχύος μεταξύ των κοινωνικών συμφερόντων και των πολιτικών εκφραστών τους. Το κυβερνάν, στην πεζότητα και στις σύνθετες παραμέτρους του, έχει ταυτιστεί με τη μεταπολιτική τεχνοκρατία ή με το νεοφιλελεύθερο μάνατζμεντ. Η αφηρημένη κριτική των αξιών υπήρξε, άλλωστε, ο συνηθισμένος τρόπος προσέγγισης των ριζοσπαστών στα ζητήματα του κράτους και των θεσμών. Κοινός τόπος ήταν (και είναι) η καταγγελία της κακής ουσίας που κρύβεται στην εκάστοτε νομοθετική ή νομοτεχνική παρέμβαση. Μαζί, βεβαίως, με την παραγνώριση, αν όχι τη σνομπ υποτίμηση, των θεσμικών και διοικητικών διαστάσεων της πολιτικής.

Η αναγωγή στην κοινωνικο-ταξική ουσία ή στο «δομικό πλαίσιο» υπήρξε η μεγάλη μήτρα για τη συνοπτική –και πάντα βεβαίως αρνητική–  κριτική  την οποία άσκησαν οι δυνάμεις της αριστεράς στους κοινωνικούς και μαζικούς χώρους. Αυτό καθόρισε τις επιμέρους οπτικές για τα πανεπιστημιακά πράγματα, για τα ασφαλιστικά ταμεία, για την αυτοδιοίκηση, για τα φορολογικά, για τις επενδύσεις. Μια προδιάθεση εχθροπαθούς παρεμπόδισης των πάντων, η οποία οδήγησε σε διαστήματα αδράνειας και σύγχυσης και στη συνέχεια βέβαια σε μεγαλύτερη σκλήρυνση των τεχνοκρατικών («νεοφιλελεύθερων») απαιτήσεων. Μπλοκάρισμα άρνησης, αδράνεια και ακινησία, πολιτική κόπωση. Αυτό ήταν, δυστυχώς, το μοτίβο «συλλογικής δράσης» που επικράτησε τα τελευταία χρόνια.

Πώς επιβιώνουν, όμως, αυτές οι προ-κυβερνητικές στάσεις στη νέα φάση της διακυβέρνησης; Τι έχει αλλάξει ως προς αυτά ακριβώς; Απαντώ: όλα φαίνεται να επιβιώνουν και συγχρόνως έχουν απλώς κατασιγάσει ή λουφάζουν σε έναν κενό χώρο, σε μια συντηρητική αγρανάπαυση. Όταν μάλιστα η σιωπή δεν είναι πλέον δυνατή, επανέρχεται απλώς το τυπικό λεξιλόγιο και το στιλ επιχειρήματος που χρησιμοποιήθηκε κατά κόρον στην προηγούμενη περίοδο. Σιωπές, λοιπόν, και συγχρόνως η ταρίχευση ενός μοραλιστικού αντιπολιτευτισμού σε εναλλαγή και αμοιβαία υποστήριξη.

 

2

Το πρόβλημα της «ΑΝΕΛοποίησης» του Σύριζα –στα πλαίσια της συμμαχίας με το κόμμα του Πάνου Καμμένου ̶ είναι η δεύτερη από τις κρίσιμες μεταβλητές της περιόδου. Διάφορα σημεία και γεγονότα όλων αυτών των μηνών έδειξαν ότι το θέμα δεν αποτελεί εν τέλει μια προπαγανδιστική κατασκευή των αντιπάλων του για να πλήξουν τον Αλέξη Τσίπρα και τον Σύριζα. Στην πραγματικότητα, η «ΑΝΕΛοποίηση» συνιστά μια ιδιόμορφη εμπειρία απο-ριζοσπαστικοποίησης. Η ριζοσπαστική αριστερά αρνήθηκε και δεν θέλει ακόμα να σκεφτεί το ενδεχόμενο να μετουσιωθεί σε μια ρεαλιστική δημοκρατική και φιλελεύθερη αριστερά. Φάνηκε, αντίθετα, να γοητεύεται από την προοπτική να γίνει μια κεντρική «ελληνική» δύναμη, μια αριστερογενής πατριωτική «οντότητα». Ακόμα και σήμερα (και παρά τις τριβές με τον «αυτονομημένο» Καμμένο) μοιάζει να προτιμά τις ευαισθησίες μιας αντιστασιακής λαϊκής δεξιάς από το φιλελεύθερο κέντρο ή τη σοσιαλδημοκρατική κεντροαριστερά. Είναι λάθος να επιμένει κανείς ότι απορρίπτει γενικά και αορίστως κάθε κέντρο. Επιλέγει, ωστόσο, τα πιο αναχρονιστικά στοιχεία του ελληνικού «αστικού» ριζοσπαστισμού και του κεντρώου πατριωτισμού.

Φυσικά θα μπορούσε να σκεφτεί κανείς ότι όλα αυτά είναι τακτική ή συνοδευτικά μιας κακής περίστασης, μιας άτυχης και δραματικής συγκυρίας. Ότι συνιστούν κινήσεις αγοράς χρόνου σε ένα πεδίο ασφυκτικών προσαρμογών με πολλούς δυσάρεστους κλυδωνισμούς εξαιτίας της εφαρμογής του νέου Μνημονίου. Η «τακτική», ωστόσο, επιβεβαιώνει μια ήδη διαμορφωμένη ατμόσφαιρα: το σταδιακό ρίζωμα του Σύριζα στην ελληνική πραγματικότητα όχι ως δύναμης θετικών αλλαγών στάσεων και δομών αλλά ως προέκταση/ συμπύκνωση μιας πολύ «παραδοσιακής» πολιτικής.

Ο μετα-ριζοσπαστισμός διαμορφώνεται κυρίως όχι ως κάποια προσπάθεια για θετική υπέρβαση των αδιεξόδων του αντιμνημονιακού κινηματισμού αλλά ως ένα σύνολο από τεχνικές προσαρμογής στους ρυθμούς της κυβερνητικής καθημερινότητας. Αυτό, ως έναν βαθμό, θα συνέβαινε ούτως ή άλλως. Μόνο ο αριστερισμός δεν μπορεί ποτέ να διαπραγματευτεί την απώλεια της αύρας και την πρόζα των προβλημάτων τα οποία και δεν αντιμετωπίζονται με τη στεντόρεια φωνή του κινήματος. Μόνο ο αριστερισμός, είτε στην παλαιά είτε στις πιο σύγχρονες μορφές του, αναζητεί πάντα τη συμφωνία του γράμματος με το αρχικό πνεύμα των γραφών και αρνείται κάθε απόσταση ανάμεσα στην ιδρυτική βούληση της αριστεράς και στις ιδιαίτερες καταστάσεις.

Αλλά ο αριστερισμός τουλάχιστον μιλάει για το πρόβλημα. Θέλει να καταλάβει –φυσικά με τους δικούς του εμμονικούς όρους– τι στ’ αλήθεια συμβαίνει με το πολιτικό υποκείμενο και τις μεταβολές του μέσα στο χρόνο. Η άλλη πλευρά, αυτή η οποία εν προκειμένω εμφανίζεται ως ο χώρος του «κυβερνώντος Σύριζα», δείχνει να μην ενδιαφέρεται καθόλου για εξηγήσεις. Πάει να χειριστεί καταστάσεις, να ασκήσει διοίκηση ή να ανοίξει θέματα δίχως επικαιροποιημένο πολιτικό πλαίσιο μέσα στο οποίο να εντάσσεται η φάση στην οποία έχουμε βρεθεί. Πετάει σιωπηλά δεκάδες σελίδες προγραμματικών θέσεων δίχως να υπάρχει το σκαρίφημα κάποιας νέας πολιτικής πρότασης.

Στην κυβέρνηση υπάρχουν, φυσικά, δείγματα γραφής που διαφέρουν, και χειρονομίες που έχουν  ενδιαφέρον. Ο τρόπος, ας πούμε, που ο αναπληρωτής υπουργός Μεταναστευτικής Πολιτικής Γιάννης Μουζάλας ανοίγεται σε μια πολιτική θεσμικής και πολιτικής συνεννόησης για το προσφυγικό, δείχνει έναν δρόμο. Είναι και μεθοδολογικά και επί της ουσίας ένα σημείο ελπίδας. Το ίδιο πρέπει να ειπωθεί και για όποιες νομοθετικές κινήσεις ξαναπιάνουν το νήμα της λησμονημένης λέξης πρόοδος, είτε στο πεδίο των δικαιωμάτων είτε στο πεδίο της οικονομικής διοίκησης και της μεταρρύθμισης του κράτους.

Επιστρέφω τώρα στη δική μου υπόθεση εργασίας. Ο ριζοσπαστισμός της αγανακτισμένης εκδοχής κέντησε στο κοινωνικό σώμα αυταπάτες για την ελληνική κρίση και για τους τρόπους εξόδου από αυτήν. Φόρτωσε στους ώμους μιας –μέχρι πρόσφατα μικρής– ελληνικής πολιτικής δύναμης την ιδέα μιας διεθνούς αντι-νεοφιλελεύθερης εξέγερσης και την αμφίβολη υπόθεση ενός ευρωπαϊκού ριζοσπαστικού ντόμινο. Πότε όμως όλα αυτά; Όταν ήδη ήταν ορατό και εν εξελίξει ένα κύμα δεξιών, εθνικιστικών και αντιφιλελεύθερων ριζοσπαστισμών σε μεγάλο μέρος της Ευρώπης.

Τώρα, όμως, και στο φως του χρόνου που πέρασε έχουμε να κάνουμε με έναν άλλο κίνδυνο: την οπορτουνιστική πρακτική των συμβιβασμών «χωρίς αρχές». Στη θέση του κινηματικού και ανορθόδοξου Σύριζα βλέπει κανείς να αναδύεται ένα αγνώστου ταυτότητας πολιτικό αντικείμενο, ένας οργανισμός δίχως φυσιογνωμία και σώμα. Έχει πρόεδρο, κυρίαρχες φιγούρες, πρωταγωνιστές της επικαιρότητας ή των ρεπορτάζ της παραπολιτικής, έχει κάμποσα ατυχή και κάποια (λίγα όμως) ευτυχή στιγμιότυπα∙ δεν έχει, όμως, πολιτικό στίγμα ούτε κάποια ιδιαίτερη υπόσχεση να δώσει. Παρ’ όλα αυτά κυβερνά.

 

3

Η απειλή είναι πραγματική και καθόλου προϊόν της φαντασίας του παρατηρητή. Οι απογοητεύσεις που συνοδεύουν το σχήμα Σύριζα-Ανελ και τη δύσκολη θητεία του μπορεί να τροφοδοτήσουν έναν καινούριο κύκλο αγανάκτησης: μια νέα υποτροπή κοινωνικής βίας, η οποία θα στρέφεται μεν κατά του κόσμου της πολιτικής εκπροσώπησης συνολικά, αλλά και ιδιαιτέρως εναντίον της αριστεράς. Γιατί; Διότι η αριστερά εμφανίστηκε ως ο τόπος-λόγος της «υπόσχεσης» και διεκδίκησε τις πυκνές αξίες μιας απαιτητικής δημόσιας ηθικής. Προσέδωσε στην παρέμβασή της στο τοπίο της κρίσης έναν εξαγνιστικό και θεραπευτικό χαρακτήρα: μη ξεχνάμε πως αυτοχαρακτηριζόταν ως κυβέρνηση «κοινωνικής σωτηρίας». Δεν χρειάζεται να πω εδώ πόσο βάρος έχει αυτή η λέξη και γιατί θα έπρεπε πια να την αποφεύγουν όλα τα πολιτικά υποκείμενα μιας συνταγματικής δημοκρατίας, αριστερά ή όχι. Ακριβώς γι’ αυτόν τον λόγο, όμως, η απογοήτευση από τον «Τσίπρα» είναι πιθανό να εκλάβει χαρακτηριστικά της μνησίκακης αντιστροφής, δηλαδή ενός μίσους για καθετί αριστερό ή αριστερίζον στην κοινωνία. Και αυτό θα έχει βέβαια συμβεί για πρώτη φορά, θα είναι δηλαδή η παράδοξη μεταστροφή του περίφημου «πρώτη φορά αριστερά» σε πρώτη φορά (αληθινή πια και δίχως μεταμφιεσμένα ψελλίσματα) δεξιά.

Παράλληλα όμως και μάλλον περισσότερο από την αγανάκτηση, ο δεύτερος κερδισμένος της συγκυρίας φαίνεται να είναι μια απάθεια με κυνικούς ή πικρόχολους τόνους. Εδώ η εναντίωση υποχωρεί για να διαχυθεί η διαψευσμένη απόγνωση ή μια διάθεση αναχωρητισμού, κυρίως στα περιβάλλοντα των νέων και όσων έχουν εξουθενωθεί ψυχικά από την παραγωγική στασιμότητα της ελληνικής κοινωνίας.

Ο συνδυασμός μιας αγανάκτησης που γυρεύει αποδιοπομπαίους τράγους και μιας απάθειας, η οποία βαλτώνει στον απορριπτικό κυνισμό, θα ήταν μια επικίνδυνη εξέλιξη. Θα υπονόμευε ανοιχτά την όποια οικονομική σταθεροποίηση αλλά θα ήταν πολύ χειρότερη για το σύστημα των πολιτικών ηθών. Ήδη η σχέση κυβέρνησης και αντιπολίτευσης τείνει να επαναλάβει, αντεστραμμένο, το δίπολο μνημόνιο-αντιμνημόνιο. Αυτή η επανάληψη παράγει απλώς αυταπάτες κομματικής αυτοσυντήρησης στην αντιπολίτευση και ευφημισμούς ή άνευ νοήματος στρεψοδικίες στην κυβερνητική πλειοψηφία.

«Από κάτω», ωστόσο, δουλεύει η απροσδιόριστη ακόμα δυσφορία. Συγχρόνως η άνοδος των νέων δεξιών λαϊκισμών στην Ευρώπη και η έκταση της προσφυγικής κρίσης στη χώρα βαραίνουν την ατμόσφαιρα.

Νομίζω ότι το ενδεχόμενο ενός κινηματισμού εκ δεξιών δεν μπορεί να αποκλειστεί, ακόμη και αν δεν πάρει την ιδιαίτερη μορφή του χρυσαυγίτικου συμμορίτικου εξτρεμισμού. Αυτός ο τελευταίος, παρά τα πλήγματα που έχει υποστεί εδώ και δυο χρόνια, παραμένει ενεργός και ικανός να δημιουργεί πολιτικά γεγονότα. Το είδαμε περίτρανα στον απόηχο της «ποντιακής» εμπλοκής του υπουργού Παιδείας και με το επεισόδιο ξυλοδαρμού εναντίον του βουλευτή Γιώργου Κουμουτσάκου.

Ο «κυβερνών Σύριζα» και το περιβάλλον του έχουν πολιτικές ευθύνες για την εργαλειακή χρήση των κοινωνικών θυμών με εθνικούς όρους (ρητορική της εθνικής-λαϊκής και ταξικής ταπείνωσης). Οι αντιδράσεις, όμως, στην «υπόθεση Φίλη» φανέρωσαν και τον ρηχό αντιπολιτευτισμό ή το παιχνίδι με τα εθνικά συναισθήματα ως βασικές έξεις όλων των πολιτικών δυνάμεων. Και εκείνων –στο σοσιαλδημοκρατικό κέντρο– που υποτίθεται πως έχουν «κάνει τους λογαριασμούς τους» με την πολιτική της ευκολίας. Είναι ορατή, πάντως, η προσπάθεια πολλών να μιμηθούν τον ηθικό καταγγελτισμό και τον μεγαλόφωνο αρνητισμό του Σύριζα της προτεραίας.

Ο ευέλικτος μεν, αλλά δίχως κάποια κινητήρια ιδέα, οπορτουνισμός των κυβερνώντων και ο πειρασμός για την κλασική, μετωπική εκμετάλλευση όλων των δυσαρεσκειών –ροπή της αντιπολίτευσης– φτιάχνουν ένα προβληματικό δίδυμο. Ανεξάρτητα από την επιβίωση ή και τη μακροημέρευση της κυβέρνησης, είναι φανερό ότι το καθεστώς της κρίσης επεκτείνεται χωρίς σοβαρά πολιτικά αντίβαρα. Αυτό ίσως είναι πιο κρίσιμο και από το δράμα του ΦΠΑ και των ισοδύναμων μέτρων που πάντα λείπουν ή ποτέ δεν επαρκούν.

Το μόνο που μπορεί κανείς να ευχηθεί είναι να υπάρξουν λοιπόν αντίρροπες δυνάμεις: δυνάμεις ικανές να δουν κάτι περισσότερο από την ακυρωμένη ή την τάχατες επιβεβαιωμένη ταυτότητά τους μέσα στην κρίση.

Ο Νικόλας Σεβαστάκης είναι συγγραφέας και διδάσκει πολιτική και κοινωνική φιλοσοφία στο Τμήμα Πολιτικών Επιστημών του ΑΠΘ

 

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

  1. «Ο ΣΥΡΙΖΑ όμως χρειάζεται την ισχυρή εντολή που ζητά απ’ το λαό για να ξεκινήσει την απελευθέρωση  της χώρας από το βραχνά του χρέους, την ανασυγκρότηση του κράτους, την αναδιανομή του πλούτου, την αλλαγή των συσχετισμών στην Ευρώπη, την αποκατάσταση της δημοκρατίας στη χώρα,  τη σύγκρουση με τη φοροδιαφυγή, τη διαφθορά και διαπλοκή»∙ Μαριάνθη Τουτουντζίδου, «To κοινωνικό πρόσημο της επτάμηνης διακυβέρνησης Σύριζα», toideologio.gr, 15.9.2015.
  2. Πέτρος Σταύρου, «Ο ελληνικός ορντοφιλελευθερισμός. Αριστερή βιοπολιτική και ζητήματα οικονομικής πολιτικής μετά το Μνημόνιο 3», rednotebook.gr, 20.10.2015.
  3. Για την ακρίβεια: υπήρξε μια συζήτηση το καλοκαίρι και γύρω από τη νέα συμφωνία «υπό εκβιασμό» και βεβαίως μια μεγάλη διαδικτυακή σφαίρα διαμάχης γύρω και μετά τη διάσπαση του κόμματος∙ βλ. Παναγιώτης Πάντος, «Τι γίνεται στη συνάντηση δύο τομών;», Αυγή, 23.7.15.
  4. Τα άρθρα και οι αναφορές στον εκβιασμό της συμφωνίας και στους κακούς ευρωπαϊκούς συσχετισμούς είναι αναρίθμητα∙ βλ. χαρακτηριστικά Κώστας Σταμάτης, «Ανασύνταξη και ενότητα», Αυγή, 20.7.15 καθώς και Στέφανος Δημητρίου, «Το ριζοσπαστικό πολιτικό ζήτημα», Αυγή, 11.10.15.
Tags  

Δείτε Επίσης

Αφήστε μια απάντηση

ΕΙΔΟΠΟΙΗΣΕΙΣ

Εισάγετε το email σας για να ενημερώνεστε για τα νέα άρθρα