«Και όμως κινείται»: με αφορμή τις δηλώσεις Φίλη σχετικά με τη γενοκτονία των Ποντίων

Δημήτρης Χριστόπουλος

τχ. 130-131

Υπάρχουν «εκείνα που δεν λέγονται» [1] και πολλές φορές επιβάλλονται στις λέξεις. Ποιος είναι αυτός που ορίζει, και μέσω ποιων διαδικασιών τίθενται εκείνα που δεν λέγονται; Αυτό είναι το κυριαρχικό ερώτημα που αναδεικνύεται. Διότι κατεξοχήν παραπέμπει στο ζήτημα της εξουσίας με τη φουκωϊκή έννοια, την εσωτερικευμένη εξουσία σε κάθε κοινωνική σχέση. [2] Η άρνηση της γενοκτονίας των Ποντίων κατεξοχήν, λοιπόν, ανήκει σε εκείνα που δεν λέγονται. Ακόμη και αν δεν το ήξεραν κάποιοι, η δημόσια διαπόμπευση που βίωσε ο υπουργός Παιδείας μετά τις σχετικές δηλώσεις του, νομίζω, είναι αρκετή για να πείσει. Ο Νίκος Φίλης δεν είπε ότι οι Πόντιοι δεν υπήρξαν θύματα. Είπε ότι υπήρξαν θύματα εθνοκάθαρσης. Κι όμως, αυτό δεν φτάνει. Έπρεπε να ομολογήσει ότι επρόκειτο περί γενοκτονίας, λες κι η εθνοκάθαρση είναι αγαθή ενέργεια… Ας υποθέσουμε ότι ο Φίλης έκανε όντως λάθος. Ότι οι Πόντιοι δεν ήταν θύματα εθνοκάθαρσης, αλλά γενοκτονίας. Αυτό μήπως αιτιολογεί τη στοχοποίησή του; Το «λάθος» του; Φυσικά και όχι.

Τα «εθνικά» θέματα ως άβατα

Στην Ελλάδα, ολοένα και περισσότερο, από το 1990 και ύστερα, υπάρχει ένας λόγος, του οποίου η εκφορά διέπεται από κανόνες που δεν φαίνονται, και υπαγορεύεται από σκοπιμότητες που επίσης είναι θεμιτό να μην αναδεικνύονται. Ο λόγος αυτός κανοναρχεί το ορατό και το αόρατο, το υπαρκτό και το ανύπαρκτο. Έχει τα άβατά του, τα οποία με τη σειρά τους επιτελούν σταθεροποιητικό ρόλο στην εθνική κοινότητα. Με αυτοαναφορικό τρόπο, οι (περισσότεροι) Έλληνες είναι βέβαιοι ότι έγινε γενοκτονία των Ποντίων, διότι είναι Έλληνες. Όποιος το αμφισβητεί, λοιπόν, είναι αποσυνάγωγος της εθνικής κοινότητας: το ίδιο συμβαίνει με όποιον έχει άλλη άποψη από αυτήν που υπαγορεύει πως «στην Ελλάδα δεν υπάρχουν μειονότητες, παρά μία μουσουλμανική». Το ίδιο συμβαίνει με αυτόν που θα τολμήσει να ονομάσει τη γειτονική δημοκρατία με το συνταγματικό της όνομα.

Ο λόγος περί των «εθνικών» θεμάτων στηλιτεύει τις αποκλίσεις από τη δική του ορθότητα. Αναπαράγεται εποικίζοντας το παρελθόν με τους δικούς του χρησμούς και αφορισμούς. Αυτό είναι η ειδοποιός του ιδιότητα. Είναι κάτι σαν τη θεολογία και τη βλασφημία. Τα «εθνικά» θέματα είναι αυτά για τα οποία δεν μπορεί να γίνεται (άλλος) λόγος. Αν γίνει, είναι ύβρις. Για τα θέματα αυτά δεν υπάρχει θεμιτός αντίλογος. Μπορεί όλοι να συμφωνούμε σήμερα ότι το δημόσιο χρέος της χώρας μας είναι το μεγαλύτερο πρόβλημά της, αλλά –παραδόξως πώς– το χρέος δεν είναι «εθνικό» ζήτημα. Όλοι μπορούν να μιλάνε γι’ αυτό –ειδήμονες και μη– και να λένε ό,τι τους έρχεται∙ να διαφωνούν αυτοί που λένε ότι πρέπει να το πληρώσουμε με τους άλλους που λένε πως είναι επονείδιστο, αλλά όλοι να λένε ό,τι νομίζουν. Και καλά κάνουν. Δημοκρατία έχουμε.

Όμως, για τα «εθνικά» θέματα; Σιωπή. Ο λόγος περί αυτών επιθυμεί να ελέγξει τη μνήμη, δηλαδή την «απαραίτητη λήθη» της κοινότητας. Τα ανομολόγητα του άλλου τα περιφέρει στην κοινή θέα, διογκώνοντάς τα μέσα από φακούς χειραγώγησης. Γράφει ένας από τους σημαντικούς ιστορικούς και φιλοσόφους των καιρών μας: «Η συναισθηματική φόρτιση όλων όσα σχετίζονται με το παρελθόν είναι τεράστια και εκείνοι που την αισθάνονται δυσπιστούν μπροστά στις προσπάθειες διαύγασης, στις εκκλήσεις για μια ανάλυση που θα – έστω και μάταια ̶ προσπαθεί να προηγείται της οιασδήποτε κρίσης» (Τοντόροφ 2003:181).

Ο άνευ όρων εγκωμιασμός της μνήμης, όταν γενικεύεται και χειραγωγείται, αποβαίνει με τη σειρά του πρόβλημα, το οποίο δεν τιθασεύεται εύκολα. Για τον λόγο αυτό, τα «εθνικά» θέματα πρέπει σταδιακά να περάσουν από τον χώρο του ανομολόγητου σε αυτό της ιστορικής έρευνας και πολιτικής-παροντικής διαβούλευσης. Αυτό είναι ο ρόλος της επιστήμης και της έρευνας στη νεωτερικότητα. Τούτο παλεύουμε στα πανεπιστήμιά μας και γι’ αυτό τα παιδιά που έρχονται από το σχολείο και διδάσκονται ιστορία για πρώτη φορά στο πανεπιστήμιο κοιτούν αμήχανα. Διότι η μια με την άλλη Ιστορία είναι ουσιαστικά άλλο σύμπαν.

Η ανασύσταση των συμβάντων έναντι του εποικισμού του παρελθόντος

Σε μια πρώτη φάση, αυτό σημαίνει ανασύσταση των όσων συνέβησαν: θεμέλιο της όποιας έλλογης κατασκευής και προαπαιτούμενο οιασδήποτε συνέχειας. Πρόκειται για μια μάλλον δύσκολη αποστολή: να ξεχωρίσουμε την ιστορία από την προπαγάνδα, τη στιγμή που πολλοί ιστορικοί, συνειδητά ή ασύνειδα, αντί για ιστορία αναπαράγουν ιδεολογία και παραμύθια. Αλλά μήπως και στην απλή καθημερινότητα αυτό δεν συμβαίνει; Διαρκώς αναζητούμε να διακρίνουμε αξιόπιστα πρόσωπα, μαρτυρίες, θεωρίες. Κάπως έτσι, ξεκαθαρίζοντας τις φερέγγυες από τις υπόλοιπες μαρτυρίες, τα δικαστήρια προσπαθούν να αποδώσουν δικαιοσύνη. [3] Οι παραχαράξεις και εθνικά επιλεκτικές αναγνώσεις απέχουν από το να ξαναζωντανέψουν το παρελθόν. Μάλλον συμβάλλουν στην εδραίωση προειλημμένων συμπερασμάτων για αυτό.

Η ανασύσταση αυτών που έγιναν, κατά κανόνα δεν αρκεί, παρά μόνο στις περιπτώσεις που οι ένθεν και ένθεν εθνικές αναγνώσεις αναπαράγουν παιδαριώδη ψέματα. Αυτό κατεξοχήν συμβαίνει στα «εθνικά» θέματα: η νοηματοδότηση του παρελθόντος, η αξιολόγηση και κατανόηση των δρώντων υποκειμένων σε συγκεκριμένα ιστορικοπολιτικά συμφραζόμενα είναι ένα απαραίτητο, πλην όμως ακόμη πιο δύσκολο εγχείρημα. Πόσο αυτονόητο είναι σήμερα να εποικίζουμε τις αρχές του 20ού αιώνα με τη γενοκτονία, μια λέξη που απέκτησε κανονιστικό περιεχόμενο μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο; Και φυσικά, αυτό δεν ισχύει μόνο για τη «δική μας» γενοκτονία, αυτή των Ποντίων, αλλά και για όσες άλλες κατά καιρούς ανασύρονται στις συλλογικές εθνικές μνήμες ως αδιάσειστα δεδομένα. Ορθώς επισημαίνεται πως «αυτό το γαϊτανάκι μπορεί να είναι ατελείωτο και εντέλει, πέρα από πολιτικές σκοπιμότητες, αποδυναμώνει την απαξία της γενοκτονίας σύμφωνα με όσα επιδίωκαν αυτοί που τη θέσπισαν» (Μπαλτσιώτης 2014).

Τα γεγονότα ανασυγκροτούνται, ερμηνεύονται, αλλά συνάμα, εργαλειοποιούνται. Η μνήμη καθίσταται πολιτικό διακύβευμα που μορφοποιείται από την κυρίαρχη ιδεολογία. Και εδώ τα πράγματα γίνονται δύσκολα. Αυτό που ο ένας απωθεί, ο άλλος το συντηρεί ως ανεπούλωτο τραύμα στη συλλογική του μνήμη. Έτσι συνήθως γίνεται. Τότε το «εθνικό» θέμα εισάγεται στη δημόσια σφαίρα με όρους που παραπέμπουν κατεξοχήν στο θυμικό των κοινοτήτων, μακριά από κάθε προσπάθεια ή πρόσχημα οικειοποίησης του ορθού λόγου. Αυτό έχει συμβεί με τη γενοκτονία των Ποντίων ως ζήτημα και αυτό εξηγεί το τι ακολούθησε τις δηλώσεις του υπουργού Παιδείας.

 

Μη-αποφάσεις και (εθνικά) μη-ζητήματα

Σε αυτό το σημείο εντοπίζεται ένας ανησυχητικός αυταρχισμός που διαπνέει την πολιτική κουλτούρα της Ελλάδας: «δεν μπαίνουμε στον κόπο να αντιπαρατεθούμε διότι πολύ απλά ξέρουμε ότι η δύναμη δεν βρίσκεται στα επιχειρήματα αλλά στη σιωπή και τη λήθη». Η αλήθεια είναι ότι τα «εθνικά» ζητήματα και αλλού στην Ευρώπη προσφέρονται για «εθνικώς ευαίσθητες» –βλέπε κοινωνικά αναίσθητες και πολιτικά αυταρχικές– αναγνώσεις κυρίως δε σε περιοχές με μεγαλύτερη χρονική εγγύτητα στους πολέμους και κυρίως, χωρίς καμία πολιτική κουλτούρα αναστοχασμού και αυτοκριτικής του παρελθόντος, όπως η δικιά μας. Πολύ δύσκολα ο πολιτικός λόγος των κρατών σχετικά με τα «εθνικά» τους θέματα αντέχει σε αναμετρήσεις με «ηθικές αξίες» αξιώσεων καθολικής εφαρμογής. Δεν είναι τυχαίο πως σε κανένα από τα δικά μας «εθνικά» θέματα δεν έχουμε πείσει παρά ελάχιστους μη Έλληνες. Τα «εθνικά» είναι θέματα των οποίων την αλήθεια μόνο εμείς γνωρίζουμε. Οι άλλοι –στην καλύτερη περίπτωση ̶ απλώς δεν μας καταλαβαίνουν∙ στη χειρότερη, μας απειλούν. Ελάχιστοι διεθνώς πείθονται ότι στην Ελλάδα «δεν υπάρχουν μειονότητες». Ελάχιστοι διεθνώς συμμερίζονται την ελληνική σπουδή στο Μακεδονικό, και ακόμη πιο λίγοι είναι διατεθειμένοι να αναγνωρίσουν ότι στον Πόντο έγινε γενοκτονία.

Με τον τρόπο αυτό, ένα μείζον τμήμα του επίμαχου πολιτικού γίγνεσθαι μένει στο άβατο της δημόσιας διαβούλευσης και διευθετείται με αποφάσεις που (είτε καθαυτές, είτε τα κίνητρά τους) δεν δύνανται να δημοσιοποιηθούν. Η μη-απόφαση έχει ως αντικείμενο αυτό που δεν συζητείται. Είναι ένας «μηχανισμός μέσω του οποίου αιτήματα για αλλαγή στην υπάρχουσα κατανομή των απολαβών και των προνομίων στην κοινότητα μπορούν να καταπνιγούν πριν καν διατυπωθούν ή να εξουδετερωθούν πριν αυτά κερδίσουν πρόσβαση στους συναφείς με τη λήψη αποφάσεων χώρους, ή, αν όλα αυτά αποτύχουν, να ακρωτηριάζονται ή να καταστρέφονται κατά το στάδιο εφαρμογής των αποφάσεων.» (Bachrach / Baratz 1970:44 στο Καϊτατζή-Γουίτλοκ 2007:35). Είναι αυτές ακριβώς οι αποφάσεις που σε τελευταία ανάλυση συγκροτούν τις ηγεμονικές σχέσεις διότι ακριβώς «υπάρχει κάτι πολύ περισσότερο στο μη λεγόμενο απ’ ό,τι στο λεγόμενο» (Attali 1976:77). Με απλά λόγια, εάν η απόφαση αποφασίζει για το πολιτικό ζήτημα, η μη απόφαση αποφασίζει για το τι δεν πρέπει να είναι πολιτικό ζήτημα, ακριβώς επειδή παραμένει μείζον πολιτικό διακύβευμα, στη διαχείριση του οποίου η βία έχει διαδραματίσει εξέχοντα ρόλο. Η απόφαση περί γενοκτονίας των Ποντίων είναι κατεξοχήν μια μη-απόφαση. Η γενοκτονία των Ποντίων είναι κατεξοχήν ένα μη-ζήτημα.

Εδώ, λοιπόν, όπως και με τα μειονοτικά ή το μακεδονικό στην Ελλάδα, κατά κανόνα, σημασία δεν έχει τόσο το τι λέει κανείς, αλλά απλώς το ότι (δεν) το λέει. Σύμφωνα με τον επίσημο – διπλωματικό ή άλλο– λόγο, για τα θέματα αυτά δεν υπάρχει περιθώριο επιλογής ανάμεσα σε εναλλακτικούς τρόπους πρόσληψης, στο πλαίσιο μιας συναινετικής-πλουραλιστικής θεώρησης. Τα εθνικά είναι μη-ζητήματα. Το πάση θυσία επιθυμητό για τα θέματα των μη-αποφάσεων είναι να μην περιληφθούν στην πολιτική ατζέντα με τρόπους διαφορετικούς από τους παγίως αποδεκτούς. Η αμφισβήτησή τους είναι κάτι σαν βλασφημία. Και τιμωρείται δια της χρήσης βίας για την παρεμπόδιση της εισόδου τους, είτε δια της αποτροπής της έγερσής τους, είτε μέσω απειλής κυρώσεων εκφοβισμού ή καταναγκασμού, είτε τέλος δια της εκτόνωσής τους (Bachrach / Baratz 1970:42-46). Τέτοια μέσα αποτροπής της δημόσιας διαβούλευσης έχουν κατά κόρον χρησιμοποιηθεί στο παρελθόν και χρησιμοποιούνται ακόμη και σήμερα σχετικά με τα μειονοτικά ζητήματα στην Ελλάδα.

Έτσι δημιουργείται μια κρυφή ατζέντα των «εθνικών» θεμάτων το περιεχόμενο της οποίας δεν μπορεί να υπαχθεί σε κάποιον μηχανισμό κοινωνικοπολιτικού ελέγχου ή λογοδοσίας από συντεταγμένες πολιτικές δυνάμεις ή θεσμούς, ούτε βέβαια μπορεί να μελετηθεί με όρους επιστημονικής έρευνας για λόγους που σχετίζονται με τον φερόμενο ως «εθνικά ευαίσθητο» χαρακτήρα των «εθνικών» (μη) ζητημάτων στη χώρα. Οι ενίοτε λυσσαλέες αντιδράσεις, όταν «ανακινούνται» τα ζητήματα αυτά από ερευνητές, δημοσιογράφους ή πολιτικούς –όπως στην περίπτωση Φίλη ̶  είναι το αποτέλεσμα αυτής της κρυφής ατζέντας. Με απλά λόγια, οι διαφωνίες στα σημεία της πολιτικής θεματολογίας είναι κατά κανόνα ανεκτές και αναμενόμενες. Η διαφωνία όμως στον καθορισμό θεματολογίας (agenda setting) με την ανάδειξη σημείων που δεν έχουν θέση στην επίσημη εκδοχή της, παρά μόνο στην αθέατη όψη της, ούτε αναμενόμενη είναι, ούτε ανεκτή.

 

Ο κίνδυνος του πατερναλιστικού αυταρχισμού

Μπορεί, λοιπόν, κανείς να διερωτηθεί ή εύλογα να θέσει το ερώτημα: «τι νόημα έχει η αναφορά σε αυτά; Τι τα θέλετε και τα σκαλίζετε; Αφού έτσι νομίζουμε, έτσι είναι». Το ακούσαμε αυτό από πολλούς φίλους: «τι θέλει και μιλάει;» Γιατί να μη δεχθούμε τη λήθη, δηλαδή την επιλεκτική μνήμη που αποτελεί δομικό στοιχείο της εθνικής «οικοδόμησης» και αφήγησης; Σε τελευταία ανάλυση, το εθνικό θέσφατο έχει μια αναντίρρητη κοινωνική λειτουργία. Δεν είναι τυχαία εκείνα που δεν λέγονται. Είναι αυτά που μετά από σώφρονα σκέψη μια κοινότητα αφήνει στο παρασκήνιο της ιστορίας της ή εμβληματικά τοποθετεί στο μαξιλάρι ως φυλαχτά της. Είναι αυτά που, στο όνομα μιας έστω και ακραίας εκδοχής ή ενστίκτου αυτοσυντήρησης, οι άνθρωποι αφήνουν στο περιθώριο του νου τους. Είναι αυτά που σοκάρουν, που ενοχλούν ή, αντιθέτως, αυτά που ενώνουν, επιτελώντας μια συγκεκριμένη πολιτική λειτουργία απέναντι στον αντίπαλο. Αυτό κατεξοχήν είναι η γενοκτονία του Πόντου απέναντι στην Τουρκία. Νομίζοντας πως τακτοποιεί το παρελθόν της, η κοινότητα νοικοκυρεύει το μέλλον της.

Η αποκάλυψη εκείνου που δεν λέγεται είναι μια επώδυνη διαδικασία. Όχι μόνο γιατί μας εξοικειώνει με τα ανείπωτα, αλλά κυρίως διότι απομυθοποιεί αυτά που μάθαμε. Σε τελευταία ανάλυση, δεν είναι και πολύ βλαβερό να (καλο)μάθουμε στα ψέματα… Μια πολιτική κοινότητα έχει πάντα ανάγκη τους μύθους της, όπως υπαινίσσονται ή υπαγορεύουν οι περισσότερες σύγχρονες θεωρίες για τον εθνικισμό, και μπορούμε χωρίς δυσκολίες να συμφωνήσουμε. Ας θυμηθούμε τη συζήτηση γύρω από το βιβλίο της ιστορίας της έκτης δημοτικού, το οποίο αποσύρθηκε μόλις ύστερα από ένα χρόνο κυκλοφορίας από απόφαση του υπουργού Παιδείας, το φθινόπωρο του 2008. Υπήρξαν φωνές που εναντιώθηκαν στο βιβλίο όχι επειδή υποστήριζαν την πραγματολογική εγκυρότητα του επιχειρήματος ότι «κρυφό σχολείο υπάρχει», αλλά επειδή υποστήριζαν την ιδεολογική του λειτουργία στο όνομα της συνοχής της ελληνικής πολιτικής κοινότητας, και προφανώς σε πείσμα των ιστορικών δεδομένων. Κοινώς: «το ξέρουμε πως είναι παραμύθι, αλλά τι να κάνουμε, με αυτό μεγαλώσαμε». «Μη μας στενοχωρείτε με τις αποκαλύψεις και τις ερμηνείες σας».

Το επιχείρημα αυτό διέπεται από ένα συχνά ανεπίγνωστο, ωστόσο ανελέητο κυνισμό: «σημασία δεν έχει τι έγινε, αλλά τι ξέρουμε ότι έγινε». Επίσης, ελέγχεται για έναν αφόρητο πατερναλισμό, που δεν είναι δυνατό να μας αφήνει αδιάφορους. Σε τελευταία ανάλυση, οι άνθρωποι κάλλιο να είναι ανώριμοι, παρά ανασφαλείς υπό τον διαρκή φόβο να μάθουν αυτά που δεν πρέπει. Η γενοκτονία των Ποντίων έγινε. Συμφωνούν όλοι: από τον Κλάους Αναστασιάδη, εξτρέμ του ΠΑΟΚ, τον Αντώνη Ρέμο, ελαφρολαϊκό τραγουδιστή, πρώην πρόεδρου του «Γηραιού» και φυσικά σύσσωμα όλα τα κόμματα του συνταγματικού και μη τόξου.

Ο αρνητής της, στην καλύτερη περίπτωση, έχει δικαίωμα να εκφράζει τις προσωπικές του απόψεις σε επιστημονικό επίπεδο: το «προσωπικές» και το «επιστημονικό» ουσιαστικά παραπέμπουν στην ιδιωτική του ζωή ή στα ερευνητικά εργαστήρια. Ουσιαστικά, όχι στον δημόσιο χώρο. Στη μέση περίπτωση είναι ανιστόρητος. Στη χειρότερη Εφιάλτης. Η Βουλή των Ελλήνων με νόμο της καθόρισε ότι η γενοκτονία έγινε. Ο νόμος αυτός υπαγορεύει στην ιστορία την ορθότητα των αποφάνσεών της. Συζήτηση τέλος.

Η ελληνική πολιτεία έχει επενδύσει στη θυματοποίηση δια της γενοκτονίας, θεωρώντας ότι θα αποκτήσει κάποια πλεονεκτήματα έναντι της Τουρκίας. Η «εθνοκάθαρση» δεν φτάνει… Σου λέει, «αφού το κατάφεραν οι Αρμένιοι, γιατί όχι και εμείς»; Σε αυτό μπορεί να έχει δίκιο, αλλά πλέον αντιλαμβάνεστε ότι το επιχείρημα δεν αφορά την ιστορική αλήθεια, αλλά την πολιτική χρήση του παρελθόντος για λόγους διεθνούς διπλωματίας.

 

Ο εθνικισμός ως «αντιρατσισμός»

Ελληνική Δημοκρατία 2015: ο καθηγητής πανεπιστημίου (πριν την πολιτική του καριέρα) και συνάδελφός μου στο Πάντειο Ανδρέας Λοβέρδος δήλωσε: «Η Βουλή πρέπει να πάρει θέση και με ψηφοφορία, τα σκέρτσα των σαλονιών της επιστήμης δεν αφορούν την πολιτική», ενώ φυσικά άλλοι συνάδελφοί του, από το συνταγματικό τόξο και μη, ξεκίνησαν τη βιομηχανία των μηνύσεων σε βάρος του Νίκου Φίλη με βάση τον γνωστό «αντιρατσιστικό νόμο» του 2014 (Ν. 4285) που απερίσκεπτα συμπεριέλαβε και σχετική διάταξη που προβλέπει πως τιμωρείται «όποιος με πρόθεση, δημόσια, προφορικά ή δια του τύπου, μέσω του διαδικτύου ή με οποιοδήποτε άλλο μέσο ή τρόπο επιδοκιμάζει, ευτελίζει ή κακόβουλα αρνείται την ύπαρξη ή τη σοβαρότητα εγκλημάτων γενοκτονιών, εγκλημάτων πολέμου, εγκλημάτων κατά της ανθρωπότητας, του Ολοκαυτώματος και των εγκλημάτων του ναζισμού που έχουν αναγνωριστεί με αποφάσεις διεθνών δικαστηρίων ή της Βουλής των Ελλήνων».

Φυσικά, το ότι η Χρυσή Αυγή υπέβαλε μήνυση στον Φίλη χρησιμοποιώντας τον «αντιρατσιστικό νόμο» είναι ένας τραγέλαφος για την Ελληνική Δημοκρατία το 2015,  πλην όμως, δυστυχώς, πλήρως αναμενόμενος με τον νόμο που η Βουλή των Ελλήνων ασύγγνωστα ψήφισε το 2014. [4] Ήδη από τότε, είχαμε υποστηρίξει πως καλύτερα είναι να μην έχουμε «αντιρατσιστικό» νόμο, παρά να τον ψηφίσουμε με αυτή την εκτρωματική διάταξη, η οποία με βεβαιότητα θα άνοιγε τον δύσοσμο δρόμο της ποινικοποίησης της άρνησης της γενοκτονίας των Ποντίων. [5] Τα όργανα, λοιπόν, ξεκίνησαν. Ακόμη κι αν η υπόθεση αρχειοθετηθεί, σημασία έχει ότι η ελληνική έννομη τάξη έχει δώσει το σινιάλο ηθικής δικαίωσης της διαπόμπευσης και της αποδοκιμασίας.

Ας θυμίσουμε ότι ο μεγάλος φιλελεύθερος θεωρητικός του δικαίου R. Dwarkin με αφορμή την υπόθεση των δανέζικων σκίτσων που έσειε την ανθρωπότητα τον χειμώνα του 2006, δήλωνε πως «σε μια δημοκρατία κανείς –όσο ισχυρός ή ανίσχυρος κι αν είναι– δεν μπορεί να έχει ένα γενικό δικαίωμα στη μη προσβολή». Να σκεφτούμε πού θα οδηγούσε αν στις κοινωνίες μας οι άνθρωποι διαρκώς διεκδικούσαν πως είναι φορείς ενός γενικευμένου δικαιώματος μη προσβολής. Όλοι θα εξεγείρονταν διότι κάτι θα τους έθιγε και επομένως θα υιοθετούσαμε την πρακτική μιας συνολικής σίγασης προκειμένου να αποφύγουμε τα χειρότερα: ο απόλυτος κόλαφος της φιλελεύθερης δημοκρατίας… Ο καθείς θα μπορεί να κοιτάει στο παρελθόν του, να βρίσκει γεγονότα που ονομάζει γενοκτονίες και κατόπιν να κολάζει όποιον τα αρνείται. Και επειδή είναι πολλοί οι λαοί που πιστεύουν ότι έχουν υπάρξει θύματα γενοκτονιών, τυχόν υιοθέτηση της συλλήβδην ποινικοποίησης του λόγου που τις αρνείται ισοδυναμεί με τον απόλυτο ολοκληρωτισμό. Έτσι, οι κοινωνίες καταδικάζονται να γίνουν φυλές με τα δικά τους θέσφατα, έτοιμες να τιμωρήσουν ή να κατασπαράξουν όποιον πιθανώς τους τα αμφισβητήσει. Όπως ακριβώς σήμερα με την περίπτωση του υπουργού Παιδείας.

Κατ’ αυτόν τον τρόπο, αναπαράγεται μια τάξη βασισμένη στην άγνοια, τη μεροληψία και τον αυταρχισμό. Αρκούν λίγα λεπτά στο διαδίκτυο για να αντιληφθεί κανείς το μέγεθος του προβλήματος. Το θέμα μας δεν είναι οι φασίστες που θέλουν τον Φίλη στην πυρά. Αυτό θα ήταν αναμενόμενο εξάλλου. Το θέμα είναι ότι κανονικοί άνθρωποι που ειλικρινά πιστεύουν ότι απεχθάνονται τον αυταρχισμό απορούν για το πώς είναι δυνατόν ο υπουργός να είπε κάτι τέτοιο, «ενώ η Βουλή με νόμο της έχει κλείσει το θέμα».

Κάπως έτσι το χειρίστηκαν όλα τα πολιτικά κόμματα, της κυβέρνησης συμπεριλαμβανομένης, λες και οι νόμοι είναι υπεράνω κριτικής. Έτσι, δημοκράτες άνθρωποι, δεξιοί, κεντρώοι και αριστεροί, άνθρωποι που έχουν ψηφίσει όλα τα κόμματα της Βουλής, δεν δείχνουν να αντιλαμβάνονται ότι πεμπτουσία της δημοκρατίας είναι – ανάμεσα στα άλλα ̶ και να διαφωνούμε για τους νόμους. Όπως, εξάλλου, είμαι βέβαιος ότι όλοι το έχουν κάνει πολλές φορές στη ζωή τους, χωρίς να μπουν στον κόπο να σκεφτούν ότι αυτό είναι κάτι προβληματικό. Τουναντίον, το θεωρούν δικαίωμά τους και καλά κάνουν.

Κατακλείδα: «Και όμως κινείται»

Η απάντηση στο ολοκληρωτικό αυτό ντελίριο αναγκαστικά θα έχει κάτι από τον τρόπο με τον οποίο πριν από κάτι λιγότερο από τετρακόσια χρόνια ένας έκτοτε γνωστός αστρονόμος φέρεται να απάντησε στους ιεροεξεταστές του, όταν τον τιμώρησαν διότι υποστήριξε πως η γη περιστρέφεται γύρω από τον ήλιο. Ειδάλλως, οδηγούμαστε άρδην στο βασίλειο της αυτολογοκρισίας. Τελειώνοντας την απαγγελία της «απαρνήσεως» των πεποιθήσεών του, που έκανε γονατιστός μπροστά στην Ιερά Εξέταση, και καθώς σηκωνόταν, ο Γαλιλαίος φέρεται να χτύπησε το πόδι του στο έδαφος και να πρόσθεσε: “Και όμως κινείται”. Κατά πάσα πιθανότητα, τη φράση αυτή ή δεν την είπε ποτέ ή  ̶ και αν την είπε ̶  δεν την άκουσαν οι δικαστές του.

Σε κάθε περίπτωση, το «και όμως κινείται» απέμεινε ως σύμβολο της δύναμης του λόγου, της έρευνας και της επιστήμης έναντι σε κάθε προσπάθεια να φιμωθεί και να σιγάσει. Και όμως κινείται, λοιπόν. Κινείται όμως για έναν λόγο παραπάνω από αυτόν της ελεύθερης έκφρασης. Στις δύσκολες μέρες μας –σε Ελλάδα και Ευρώπη– όλοι οι άνθρωποι έχουν κάθε καλό λόγο να τιμούν τη μνήμη των παππούδων τους. Δεν έχουν όμως κανέναν λόγο να κοιμούνται αγκαλιά με τα κόκαλά τους.

 

Υστερόγραφο επί του πιεστηρίου

Τη στιγμή που τελείωνε αυτό το κείμενο, συνέβη το περιστατικό του ξυλοδαρμού του βουλευτή της ΝΔ Γιώργου Κουμουτσάκου. Η αποδοκιμασία δεν εξατομικεύεται στο πρόσωπο του υπουργού Παιδείας. Δεν αρκείται εκεί. Τα ποντιακά σωματεία δεν φάνηκαν διατεθειμένα να περιφρουρήσουν την πορεία τους από τους ναζιστές της Χρυσής Αυγής και τη μήνη τους πλήρωσε ο Κουμουτσάκος. Την 5η Νοεμβρίου 2015 ήταν ο βουλευτής της ΝΔ. Αύριο θα είναι άλλος. Αυτό γίνεται, όταν ένα κράτος, ένα πολιτικό σύστημα, μια κοινωνία υποθάλψει τον αυταρχικό εθνικισμό ή δεν έχει το θάρρος να αναμετρηθεί μαζί του. Το φίδι σαν το θρέψεις, δεν διακρίνει ποιον θα χτυπήσει. Και μετά, αφού χρόνια βολεύεσαι με το ότι στα «εθνικά» δεν πρέπει να υπάρχει ούτε λόγος ούτε αντίλογος, δεν πρέπει να διερωτάσαι γιατί τμήμα της κοινωνίας εκφασίζεται. Διότι απλώς το άφησες. Το ότι ο ίδιος ο Κουμουτσάκος, η ΝΔ και το ΠΑΣΟΚ, κατονόμασαν ως «ηθικό αυτουργό» του ξυλοδαρμού του τον Φίλη είναι ακριβώς η ένδειξη αυτού του τρομακτικού προβλήματος, μέρος του οποίου είναι και το ίδιο το θύμα του ξυλοδαρμού. Με αυτή την εφιαλτική λογική, και ο Φύσσας είναι ηθικός αυτουργός της δολοφονίας του, διότι με τα τραγούδια του προκάλεσε τους ναζί.

Ο Δημήτρης Χριστόπουλος διδάσκει στο Τμήμα Πολιτικής Επιστήμης και Ιστορίας του Παντείου Πανεπιστημίου και είναι αντιπρόεδρος της Διεθνούς Ομοσπονδίας Δικαιωμάτων του Ανθρώπου

 

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

  1. Το «Εκείνα που δε λέγονται» είναι τίτλος τραγουδιού –ποιήματος ̶ του Άκη Πάνου, που τραγούδησε η Λίτσα Διαμάντη το 1974, το οποίο χρησιμοποίησα στον τίτλο του συλλογικού τόμου «Όλα μπορούν να λεχθούν» ή υπάρχουν «εκείνα που δεν λέγονται»; (Βιβλιόραμα, 2015) με αφορμή τη μαζική δολοφονία στο Charlie Hebdo.
  2. Στην «Ιστορία της σεξουαλικότητας» η εξουσία ορίζεται ακολούθως: «Με τον όρο εξουσία, νομίζω πως πρέπει καταρχήν να εννοούμε το πλήθος των σχέσεων δύναμης που ενυπάρχουν στον χώρο όπου ασκούνται και είναι συστατικές της οργάνωσής τους. Το παιχνίδι που μέσα από αδιάκοπους αγώνες και συγκρούσεις τις μεταμορφώνει, τις ενδυναμώνει, τις αντιστρέφει. Τα στηρίγματα που αυτές οι σχέσεις δύναμης βρίσκουν αναμεταξύ τους έτσι που σχηματίζουν αλυσίδα ή σύστημα, ή αντίθετα τις αναντιστοιχίες, τις αντιφάσεις που απομονώνουν τη μία από την άλλη. Τις στρατηγικές τέλος, μέσα στις οποίες ενεργοποιούνται και που το γενικό τους σχέδιο ή η θεσμική τους αποκρυστάλλωση υλοποιούνται στους κρατικούς μηχανισμούς, στη διατύπωση του νόμου, στις κοινωνικές ηγεμονίες» (σ. 117).
  3. Διόλου δεν είναι στις προθέσεις μας να παρουσιάσουμε απλουστευμένα μια «σύγκλιση καθηκόντων» των λειτουργιών του ιστορικού και του δικαστή. Νομίζουμε πως ακόμη και εάν ο ιστορικός το απωθεί, η ιστορική γραφή δίπλα στη διαμεσολάβηση των πηγών και την αφηγηματικότητα έχει τη δική της κανονιστικότητα, ενώ αντίστροφα ο δικαστής, μολονότι σε τελευταία ανάλυση αποδίδει το δέον γενέσθαι, εν πολλοίς καλείται να βασισθεί σε πηγές για να αποδώσει δικαιοσύνη. Όπως όμορφα έχει ειπωθεί «οι διαδρομές του δικαστή και του ιστορικού συμπίπτουν για ένα διάστημα, και στη συνέχεια αποκλίνουν αναπόφευκτα. Όποιος αποπειράται να συρρικνώσει τον ιστορικό σε ρόλο δικαστή υπεραπλουστεύει και καθιστά ελλιπέστερη την ιστοριογραφική γνώση. Αλλά όποιος αποπειράται να περιορίσει τον δικαστή σε ρόλο ιστορικού διαβρώνει ανεπανόρθωτα την άσκηση δικαιοσύνης […] Ένας ιστορικός έχει το δικαίωμα να διακρίνει ένα πρόβλημα εκεί που ένας δικαστής θα αποφάσιζε το “πέρας της διαδικασίας”» (Γκινζμπούργκ 2003:27).
  4. Για την ιστορία, να πούμε πως η τότε Κοινοβουλευτική Ομάδα του ΣΥΡΙΖΑ δεν ψήφισε τη συγκεκριμένη διάταξη, ορθώς επικαλούμενη το ότι ανοίγει τη δυνατότητα για εγκλήματα φρονημάτων, ενώ το ίδιο έπραξε από πλευράς της ΔΗΜΑΡ και η Μαρία Ρεπούση.
  5. Βλ. κείμενο στην Εφημερίδα των Συντακτών, τον Αύγουστο του 2014, με τίτλο «Αντιρατσιστικές παρενέργειες», το οποίο βρίσκεται και στο ηλεκτρονικό βιβλίο που είναι ανοιχτό στο διαδίκτυο: Η κρίση των δικαιωμάτων (σ. 44-46).
Tags  

Δείτε Επίσης

Αφήστε μια απάντηση

ΕΙΔΟΠΟΙΗΣΕΙΣ

Εισάγετε το email σας για να ενημερώνεστε για τα νέα άρθρα