Το παιγνίδι της καταπάτησης: παρατήρηση για τον τρόπο ύπαρξης του νόμου στην Ελλάδα

Γιώργος Φαράκλας

τχ. 124, σ. 10-11 (pdf)

Σχεδὸν ἀπ᾽ ὅταν ἐπανιδρύθηκε ἡ Ἀθήνα, ἄτομα προσποιοῦνται ὅτι εἶναι ἰδιοκτῆτες, γιὰ νὰ γίνουν, προσποιοῦνται ὅτι τὸ σπίτι τους εἶναι νόμιμο, γιὰ νὰ γίνει. Ἔτσι ἔχουν κτισθεῖ ὁλόκληρες συνοικίες. Τὰ οἰκόπεδα πωλοῦνταν ὑπὸ τὸν ὅρο νὰ οἰκοδομηθοῦν γρήγορα, ὥστε ἡ δικαιοσύνη νὰ βρεθεῖ πρὸ τετελεσμένου καὶ ἐν τέλει ἡ περιοχὴ νὰ μπεῖ στὸ σχέδιο. Τὸ μεμονομένο αὐθαίρετο ἐπίσης νομιμοποιεῖται ἐκ τῶν ὑστέρων. Ἡ μελέτη τοῦ 1993 τῶν Ἴψεν, Χάιντενράιχ καὶ Χτούρη περιγράφει πῶς γίνονται αὐτά.[1] Ὑπάρχει ἐδῶ μιὰ ἔννοια «μπλόφας» μὲ ὀργανικὴ κοινωνικὴ σημασία. Προσποιοῦμαι ὅτι ἔχω κάτι, φέρομαι σὰν νὰ τὸ εἶχα, κι ἔτσι τὸ ἀποκτῶ, ὑποχρεώνω τὴν πολιτεία νὰ μοῦ τὸ δώσει. Ἂς ποῦμε ὅτι πρόκειται γιὰ ἕνα παιγνίδι, τὸ παιγνίδι τῆς καταπάτησης. Δὲν εἶναι περιθωριακὸ φαινόμενο, αὐτὸ τὸ πρωθύστερον χαρακτηρίζει πολλῷ μᾶλλον τὸν τρόπο ὕπαρξης τοῦ νόμου στὴν χώρα. Γι᾽ αὐτὸ ἀξίζει νὰ σταθοῦμε σὲ αὐτό.

Ἡ προσποίηση πετυχαίνει ἕνα ἀποτέλεσμα πράττοντας σὰν νὰ ὑπάρχει ἡ αἰτία του. Ἔτσι στὰ χαρτιὰ ἐκμεταλλευόμαστε τὴν ἔλλειψη προσοχῆς τοῦ ἀντιπάλου, ὁ ὁποῖος, ὅταν παρέλθει ἡ εὐκαιρία παρέμβασής του, χάνει. Ἀντίστοιχα, ὁ κεφαλαιοῦχος ἐδῶ μπλοφάρει γιὰ ν᾽ αὐξήσει τὸ κεφάλαιό του ἢ καὶ νὰ τὸ ἀποκτήσει. Καὶ ὅταν φανεῖ ὅτι δὲν ἦταν ἰδιοκτήτης, εἶναι ἀργά. Ὁ ἰδιοκτήτης σπιτιοῦ μπλοφάρει γιὰ νὰ μεγαλώσει τὸ σπίτι του ἢ καὶ ν᾽ ἀποκτήσει σπίτι. Καμώνεται πὼς ἰσχύει ὅ,τι θέλει νὰ ἰσχύσει, κι ἔτσι τὸ κάμνει νὰ ἰσχύσει. Ὕστερα εἶναι πιὰ ἀργά, ἡ ὁμαδικὴ παραβίαση τοῦ νόμου γίνεται ὁ νόμος. Ὅπως νικᾶς στὸ πόκερ ἐπειδὴ φέρεσαι σὰν νὰ εἶχες χαρτί, ἀποκτᾶς τὴν ἄδεια ἐπειδὴ φέρεσαι σὰν νὰ τὴν εἶχες, ὅσο δὲν προσέχει ὁ ἀντίπαλος, τὸ κράτος.

Αὐτὴ ἡ ἀντιστροφὴ προϋποθέτει ἕναν χῶρο ὅπου τὸ θεωρούμενο ὡς ἰσχῦον ἰσχύει, ὅπως ἀκριβῶς στὸ παιγνίδι, τόσο στὸ παιδικὸ «θὰ λέγαμε ὅτι…» ὅσο βέβαια καὶ στὴν ντοστογιεφσκικὴ ἀσθένεια τοῦ παίκτη. Αὐτὴ ἡ ἀντιστροφὴ ἔχει ὅμως κάποια ὅρια, τὸ παιγνίδι ἐγγράφεται στὸν μεταβατικὸ χῶρο μεταξὺ πραγματικότητας καὶ φαντασίας.[2] Ἡ προσποίηση τοῦ καταπατητῆ δὲν θὰ ἦταν ἐφικτὴ ἂν τὸ δίκαιο δὲν εἶχε μιὰ τέτοια, «ἐπιτελεστικὴ» λειτουργία.[3] Ἐπιτελεστικὸ εἶναι τὸ γεγονὸς ὅτι, ἀπὸ νομικὴ ἄποψη, τὸ πῶς κατακτήθηκε ἡ νομιμοποίηση δὲν ἐπηρεάζει τὴν ἰσχύ της. Τελικὰ τὸ σπίτι εἶναι δικό σου διότι ἔχεις τὴν ἄδεια, σὲ ἐπίπεδο νόμου, ἄσχετα ἄν, πραγματολογικά, τὴν ἀπέκτησες διότι τὸ ἔκτισες. Τὸ ὅριο μιᾶς τέτοιας ἀντιστροφῆς ὑπάρχει ὅμως καὶ σὲ αὐτὴ τὴν περίπτωση. Ἀρκεῖ νὰ ἐξετάσουμε ἀπὸ πιὸ κοντὰ πῶς παίζεται τὸ παιγνίδι.

Παρίσταται μιὰ ἄλλου τύπου προσποίηση. Ἡ ἐξουσία διαφωνεῖ χωρὶς νὰ τὸ ἐννοεῖ. Ἀντὶ νὰ προτάξει τὸ σχέδιο πόλεως, περιμένει νὰ νομιμοποιήσει ἐκ τῶν ὑστέρων τήν, ὣς τότε παράνομη, δόμηση. Στὴν πρώτη περίπτωση, ὅταν ἐξετάζαμε τὸ παιγνίδι ἀπὸ τὴν μεριὰ τοῦ ἰδιώτη, ἡ προσποίηση γεννοῦσε μιὰ δύναμη ποὺ ἀρχικὰ δὲν ὑπῆρχε. Σὲ αὐτὴ τὴν περίπτωση, δηλαδὴ ὅταν ἐξετάζουμε τὸ ἴδιο παιγνίδι ἀπὸ τὴν σκοπιὰ τῆς ἐξουσίας, ἡ προσποίηση δὲν γεννᾶ δύναμη, ἐνισχύει μιὰ δύναμη ποὺ προϋπάρχει. Δὲν εἶναι μπλόφα, εἶναι παζάρι. Πράγματι ὅταν παζαρεύουμε ἀργοῦμε νὰ συμφωνήσουμε, ἀκόμη κι ἂν δὲν ἔχουμε σκοπὸ νὰ ποῦμε ὄχι, μόνο καὶ μόνο γιὰ νὰ μεγιστοποιήσουμε τὸ κέρδος. Ἐδῶ ἡ ἐξουσία αὐξαίνει τὸ κέρδος παρατείνοντας τὴν πλειοδοσία, ὅπου «κέρδος» εἶναι ἡ πελατεία. Διότι ἂν ὁ ἐπίδοξος ἰδιοκτήτης δὲν ἔπρεπε νὰ χτίζει νύχτα καὶ νὰ φοβᾶται τὴν ἀστυνομία, πῶς θὰ χρωστοῦσε χάρη στὸν βουλευτή; Ἐν τέλει θὰ διώκονται ὅσοι δὲν δέχονται νὰ παίξουν αὐτὸ τὸ παιγνίδι, τὸ ὁποῖο ἐμφανίζεται πλέον ὡς ἐκβιασμός.[4] Ὁ ἐπιτελεστικὸς χαρακτήρας τοῦ δικαίου λειτουργεῖ δηλαδὴ ἐδῶ ὡς μέσον ἐκβιασμοῦ. Αὐτὴ ἐδῶ ἡ προσποίηση, ἡ προσποίηση τοῦ ἰσχυροῦ παίκτη ποὺ κάμνει παζάρια καὶ ἐκβιάζει, ὄχι ἡ προσποίηση τοῦ ἀδύναμου παίκτη ποὺ καταφέρνει νὰ βελτιώσει τὴν θέση του, εἶναι ὅμως ἐκείνη ποὺ κυριαρχεῖ. Δὲν εἶναι ἀλήθεια ὅτι τὸ ἄτομο ἐκμεταλλεύθηκε τὴν ἀπροσεξία τῆς ἐξουσίας. Πίσω ἀπὸ τὴν μπλόφα κρυβόταν τὸ παζάρι. Ἀπέκτησα ἕνα ἀγαθὸ σημαντικὸ γιὰ τὴν ἐπιβίωση τῆς οἰκογένειάς μου, ἀλλὰ τὸ ἀντάλλαξα μὲ τὴν πολιτικὴ ὑποτέλειά της.

Γιὰ χρόνια παίζεται αὐτὸ τὸ παιγνίδι στὴν Ἀθήνα. Εἶναι προσποίηση προσποίησης. Ἡ φαινομενικὴ μπλόφα τοῦ ἀτόμου ἔναντι τοῦ κράτους εἶναι συμφωνημένη κίνηση, δῆθεν μπλόφα, προσποιητὴ προσποίηση. Ἡ συναλλαγὴ φαίνεται νὰ συνδέει ἄτομο καὶ κράτος, μὲ ἥρωα τὸ ἄτομο, στ᾽ ἀλήθεια συνδέει τὴν οἰκογένεια καὶ τὸν βουλευτή. Τὸ πρῶτο εἶδος προσποίησης θέτει ἐνώπιόν μας ἕνα ἄτομο ποὺ παίζει μὲ τὴν ἐξουσία. Πίσω ἀπὸ τὸ ζεῦγος ἄτομο-κράτος ἔχουμε ὅμως τὸ ζεῦγος οἶκος-πόλις. Οἱ Ἀθηναῖοι τοῦ 1930 ἀγαποῦσαν τὶς μονοκατοικίες, ὅπως παρατηροῦσε ὁ Ὀκτὰβ Μερλιέ,[5] γιατὶ λειτουργοῦσαν ὡς μέλη οἰκογενειῶν. Τὰ ἄτομα ζητοῦν μιὰ οἰκογενειακὴ στέγη, καὶ δὲν δεσμεύουν μόνο τὴν δική τους ψῆφο, ἀλλὰ ὅλης τῆς οἰκογένειας. Ὅταν τὰ ἄτομα ἐξαπατοῦν τὸ κράτος γιὰ νὰ τοὺς νομιμοποιήσει τὰ σπίτια, στὴν πράξη ἡ οἰκογένεια ὑποτάσσει τὸ ἄτομο στὸν πολιτικό. Φαινομενικὰ τὸ ἄτομο ἐξαπατᾶ τὸ κράτος, στὴν πραγματικότητα τὸ κράτος ἐκβιάζει τὴν οἰκογένεια. Παγίως τὰ ἄτομα δικαιολογοῦν τὶς ἀπάτες τους ἐνάντια στὴν πολιτεία ἐπικαλούμενα τὸ καλὸ τῆς οἰκογένειάς τους.

Τὰ ἄτομα δὲν παίζουν ὡς ἄτομα. Αὐτὸ ὅμως ἔχει ἕνα διπλὸ τίμημα, γίνεται εἰς βάρος τῆς ἀτομικῆς ἐλευθερίας καὶ τοῦ δημόσιου χώρου. Ἂν τὸ σχέδιο δὲν ἐρχόταν πάντα ἐκ τῶν ὑστέρων, τὰ ἄτομα θὰ ψήφιζαν ἐλεύθερα, καὶ θὰ ὑπῆρχε περισσότερος χῶρο γιὰ τὶς δημόσιες λειτουργίες ποὺ τώρα πνίγονται ἀνάμεσα στὰ ἰδιόκτητα σπίτια. Βέβαια, οἱ πόλεις ποὺ σχεδιάζονται διατρέχουν ἄλλους κινδύνους. Συγκροτήματα ποὺ ἀκολουθοῦν τὴν κάθετη δόμηση τῆς Χάρτας τῶν Ἀθηνῶν[6] εἶναι συχνὰ ἀπάνθρωπα κι ὁλοένα γκρεμίζονται μετὰ τὸ 1972.[7] Ἡ κρατικὴ οὐτοπία γίνεται εὔκολα ἐφιαλτική, ἀρκεῖ ν᾽ ἀναλογιστοῦμε τὶς «κοσμικὲς πόλεις» τοῦ Ἰάννη Ξενάκη, ποὺ ἡ κάθε μιὰ θὰ ἦταν ἕνα κτήριο μὲ πέντε χιλιάδες μέτρα ὑψόμετρο καὶ πέντε ἑκατομμύρια ἐνοίκους.[8] Ἡ αὐτορρύθμιση ἀντιπροτείνει μιὰ ἐλευθεριακὴ οὐτοπία, ποὺ εἶναι ὁπωσδήποτε πιὸ ἀνθρώπινη. Δὲν ὑπάρχουν παραγκουπόλεις στὴν Ἀθήνα, γιατὶ οἱ παράγκες γίνονται σπίτια ἀκολουθώντας τὸ παιγνίδι τῆς ἐκ τῶν ὑστέρων νομιμοποίησης.[9] Ὡστόσο, ἡ οἰκογενειακὴ αὐτορρύθμιση πνίγει τοὺς χώρους ἄσκησης τῆς ἀτομικῆς ἐλευθερίας.

Σήμερα τὸ παιγνίδι τῆς καταπάτησης χρωματίζει ὅλη τὴν ἀστικὴ ζωή, ὄχι μόνο δὲν ἔχουμε ἀρκετὰ πάρκα, σχολεῖα, πολιτιστικὲς στέγες ἢ παιδικὲς χαρές, ἀλλὰ οἱ δίοδοι εἶναι φραγμένες ἀπὸ ὀχήματα, ζαρντινιέρες, σκαλιά, στύλους, κλιματιστικά, δηλαδὴ ὁ ἰδιωτικὸς χῶρος καταπατᾶ τὸν δημόσιο χῶρο σὲ ὅλη τὴν κλίμακα, εἴτε κοιτάζουμε μιὰ ἀεροφωτογραφία εἴτε κοιτάζουμε νὰ μὴ χτυπήσουμε βαδίζοντας στὸ πεζοδρόμιο. Ἡ οἰκογενειακὴ αὐτορρύθμιση γίνεται ἐν τέλει ἀπάνθρωπη κι αὐτή.

Μιὰ ἐλευθεριακὴ οὐτοπία τῆς πόλης θέλει ὅμως ἄτομα. Δηλαδὴ πρέπει νὰ ἀφήνει περιθώρια στὴν ἀτομικὴ διερεύνηση ἀντὶ νὰ ὑποτάσσει τὰ ἄτομα στὶς οἰκογένειες καὶ τὴν παραδεδομένη «σοφία» τους.[10] Ἂν «ὁ ἀέρας τῆς πόλης ἐλευθερώνει», ἂν στὴν πόλη ἀνθεῖ ἡ ἀνεξαρτησία καὶ ἡ πρωτοτυπία τῶν ἀτόμων, ὅπως λέει ὁ Ζίμμελ,[11] εἶναι γιατὶἡ πόλη, καλύπτοντας τὶς ἀνάγκες τῶν ἀτόμων ἐξωοικογενειακά, περιέχοντας, ὅπως ἔχει εὔστοχα εἰπωθεῖ, μιὰ «πολιτικὴ οἰκονομία χωρὶς οἰκογένεια»,[12] γλιτώνει τὰ ἄτομα ἀπὸ τὶς οἰκογένειες. Αὐτὸ λείπει σὲ αὐτὴν ἐδῶ τὴν πόλη ποὺ δομήθηκε ἀπὸ τὸ παιγνίδι οἰκογενειῶν καὶ πολιτείας, ἀπὸ τὸ παζάρι τῆς ἐξουσίας μὲ τὶς οἰκογένειες. Ὅταν οἱ νόμοι προκύπτουν ἀπὸ τὸ παζάρι τῆς πόλεως μὲ τὸν οἶκο, δύσκολα ὑπάρχει ὁ δημόσιος χῶρος τῆς κοινωνίας πολιτῶν, ὅπου τὰ ἄτομα θὰ ὑπάγονταν στὸν νόμο ποὺ θὰ ἔθεταν αὐτά.[13]

 

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

1. S. Chtouris / E. Heidenreich / D. Ipsen, Von der Wildnis zum urbanen Raum. Zur Logik der peripheren Verstädtung am Beispiel Athen, Campus, Φραγκφούρτη-Νέα Ὑόρκη 1993, σ. 84-86, 96-98.

2. Βλ. D. W. Winnicott, Playing and Reality, Penguin, Harmondsworth 1971· Ντ. Βίννικοτ, Τὸ παιδί, τὸ παιχνίδι καὶ ἡ πραγματικότητα, Καστανιώτης, Ἀθήνα 1979· στηρίζομαι ἐδῶ σὲ μιὰ ἀνάλυση αὐτοῦ τοῦ πεδίου ποὺ πρότεινα στὸ Θέση καὶ ἀλήθεια, Κριτική, Ἀθήνα 1997,σ. 19-198.

3. Γιὰ τὴν ἐπιτελεστικὴ λειτουργία τοῦ λόγου, βλ. J. L. Austin, How to do Things with Words, OUP, Ὀξφόρδη 1962· μτφρ. Πῶς νὰ κάνουμε πράγματα μὲ τὶς λέξεις, Ἑστία, Ἀθήνα 2003.Γιὰ τὸ δίκαιο ὡς ἐπιτελεστικό, βλ. M. Serres, Le contrat naturel [1990], Flammarion, Παρίσι 1992, σ. 120· μτφρ. Τὸ φυσικὸ συμβόλαιο, ΠΕΚ, Ἡράκλειο 2001, σ. 120.

4. Chtouris / Heidenreich / Ipsen, Von der Wildnis zum urbanen Raum,ὅ.π.,σ. 108 κ.ἑ.

5. O. Merlier, Athènes moderne, Les Belles Lettres, Παρίσι 1930, σ. 23.

6. Le Corbusier, La Charte d᾽Athènes [1941], Minuit, 1957, σειρὰ Points, Παρίσι 1971.

7. Βλ. J. Harvey, The Condition of Postmodernity.An Enquiry into the Origins of Cultural Change, Blackwell, Ὀξφόρδη 1989, σ. 39.

8. Ἰ. Ξενάκης, «Ἡ κοσμικὴ πόλη» [1965], εἰς Κείμενα περὶ μουσικῆς καὶ ἀρχιτεκτονικῆς, Ψυχογιός, Ἀθήνα 2001, σ. 95-104.

9. Chtouris/ Heidenreich / Ipsen, Von der Wildnis zum urbanen Raum,ὅ.π.,σ. 99.

10. Βλ. A. Cauquelin, Cinévilles, UGE, σειρὰ 10/18, Παρίσι 1979, σ. 371-398. Ἡ Κωκελὲν ἀντιτάσσει ἔτσι τὴν «doxa vaga» στὴν «doxa formée», δηλ. στὶς προκαταλήψεις (σ. 304, 314-317, 320, 323-370).

11. G. Simmel, «Die Großstädte und das Geistesleben» [1903], εἰς Brücke und Tür, Kohler, Στουτγάρδη 1957, σ. 227-242, ἐδῶ σ. 241-242.

12. Fr. Fourquet / L. Murard, Les équipements du pouvoir.Villes, territoires et équipementscollectifs, Recherches 13/1973, UGE, σειρὰ 10/18, Παρίσι 1976, σ. 257-299.

13. Ἡ ἀρχικὴ μορφὴ αὐτοῦ τοῦ κειμένου διαβάσθηκε στὴν Agora. 4th Athens Biennale, στὶς 26.11,2013, στὸ παλαιὸ κτήριο τοῦ Χρηματιστηρίου Ἀθηνῶν, στὴν στρογγυλὴ τράπεζα μὲ τίτλο «Κυριαρχία καὶ δεξιοτεχνία στὴν πόλη: Πρόσκληση σὲ πόκερ» ποὺ διοργανώθηκε ἀπὸ τὴν Χριστίνα Βασιλοπούλου καὶ τὸν Φάνη Καφαντάρη, τοὺς ὁποίους εὐχαριστῶ γιὰ τὴν πρόσκληση.

 

Γιῶργος Φαράκλας διδάσκει πολιτική φιλοσοφία στ Τμήμα Πολιτικής Επιστήμης και Ιστορίας τοῦ Παντείου Πανεπιστημίου.  

Tags  

Δείτε Επίσης

Comment

  • Πολύ ενδιαφέρον και διαφωτιστικό, ευχαριστούμε 🙂

Αφήστε μια απάντηση

ΕΙΔΟΠΟΙΗΣΕΙΣ

Εισάγετε το email σας για να ενημερώνεστε για τα νέα άρθρα