Dì qualcosa di (centro-)sinistra ή γιατί το «μεταρρυθμιστικό κέντρο» δεν υπάρχει

Γιάννης Μπαλαμπανίδης
τχ. 121, σ. 7-10 (pdf)

«Όταν με ρωτούν εάν η τομή ανάμεσα σε κόμματα της Δεξιάς και της Αριστεράς έχει ακόμη νόημα, το πρώτο που μου έρχεται στο νου είναι ότι αυτός που ρωτάει σίγουρα δεν είναι αριστερός.»
Alain

Στις εκλογές του 2012, ανάμεσα στα πολλά πρωτόγνωρα της τελευταίας τριετίας, προέκυψε και ένας αγνώριστος πολιτικός χάρτης. Πολυδιάσπαση στα δεξιά, με κόμματα της λαϊκής Δεξιάς, της νεοφιλελεύθερης τάσης, ένα ανοιχτά ναζιστικό· μεγαλύτερη αναταραχή στα αριστερά: κατάρρευση του ΠΑΣΟΚ, το ΚΚΕ σε θέση ουραγού, εκτόξευση του ΣΥΡΙΖΑ, ανάδυση της ΔΗΜΑΡ. Ό,τι σταθερό, εξαερώνεται· πρώτα στο οικονομικό και κοινωνικό πεδίο, τώρα στο πολιτικό.
Ένα χρόνο μετά, βρίσκεται στην ημερήσια διάταξη μια συζήτηση για την ανα-συγκρότηση ενός «τρίτου πόλου», ενδιάμεσου μεταξύ των δύο μεγάλων παγιωμένων ανταγωνιστών ΝΔ-ΣΥΡΙΖΑ. Λογικό· με όρους ευρωπαϊκής πολιτικής, η Ελλάδα είναι ανορθογραφία, ιδίως στο κομμάτι που στην πολιτική τοπογραφία κείται αριστερά του Kέντρου: το ισοδύναμο της σοσιαλδημοκρατίας κόμμα έχει καταρρεύσει, ηγεμονεύει το κόμμα της ριζοσπαστικής Αριστεράς και συνολικά ο «κεντρο-αριστερός» χώρος διεκδικείται από τρία τουλάχιστον σχήματα.
Κάπως παράδοξοι είναι, όμως, οι όροι με τους οποίους διεξάγεται η συζήτηση. Σχηματοποιώντας: μια συζήτηση «από πάνω», ανάμεσα σε κύκλους και προσωπικότητες παρά σε πραγματικούς κοινωνικούς χώρους. Ακόμη περισσότερο παράδοξοι οι ιδεολογικο-πολιτικοί τονισμοί που μοιάζει να κυριαρχούν: στόχος ορίζεται συνήθως η συγκρότηση ενός «φιλελεύθερου, μεταρρυθμιστικού Κέντρου» με μια εσάνς της πάλαι ποτέ «κεντροαριστεράς» και σπανιότερα σοσιαλδημοκρατίας, και ως κοινοί τόποι η παραδοχή της αναγκαιότητας των «μεταρρυθμίσεων» (χωρίς, συνήθως, να εξειδικεύονται), η αποδοχή των καταναγκασμών που θέτει το διεθνές πλαίσιο των «αγορών», η καταγγελία των δυνάμεων της «συντήρησης» που υπεραμύνονται κεκτημένων και αγκυλώσεων του παρελθόντος, η δαιμονοποίηση του μεταπολιτευτικού «κρατισμού» και η σαφής επιλογή υπέρ του ιδιωτικού-επιχειρηματικού – κυρίως, η απόφανση ότι στα σημερινά εθνικά προβλήματα δεν υπάρχουν αριστερές ή δεξιές απαντήσεις.
Η πιο παράδοξη απόληξη αυτού του παστίς είναι το κάλεσμα για συσπείρωση σε μια ενιαία παράταξη δυνάμεων «μεταρρυθμιστικών» που ξεκινούν από την αριστερή ΔΗΜΑΡ, περνούν από το αναπόφευκτο ΠΑΣΟΚ και φτάνουν μέχρι τη ρητά νεοφιλελεύθερη ΔΡΑΣΗ. Αυτός ο σουρεαλιστικός μεταρρυθμιστικός συναγερμός, ωστόσο, είναι μια πολιτική α-δυνατότητα. Ένας χώρος που δεν μπορεί να υπάρξει – και αν συντεθεί εκ του προχείρου, λίγους θα αφορά και ελάχιστα πράγματα θα εκπροσωπεί. Σε μια φάση που κρίνεται η εθνική μας πορεία τα επόμενα χρόνια, οποιαδήποτε απόπειρα πολιτικής εκπροσώπησης οφείλει επί ποινή ανυποληψίας να συγκεντρώνει ορισμένες προϋποθέσεις. Ας πούμε, μια αφήγηση κι ένα πολιτικό σχέδιο για την κρίση και πέρα από αυτήν· μια ομόρροπη αξιακή πλαισίωση και πρόταση· μια ελάχιστη επαφή με το κοινωνικό πεδίο.

Εθνικό σχέδιο σημαίνει πολιτικό σχέδιο
Από την αρχή της κρίσης, αποκλειστικό πλαίσιο της εθνικής πολιτικής αποτέλεσαν οι «conditionalities», οι αυστηροί όροι της δανειακής σύμβασης. Ήταν όμως το Μνημόνιο ως πρόταση πολιτικής η μοναδική, εξαναγκαστική επιλογή για να επανέλθει η ελληνική οικονομία σε βιώσιμο δρόμο; Ήταν, μήπως, μια «τεχνική», «πολιτικά ουδέτερη» δέσμη σκληρών μεν αλλά «αναγκαίων» ή «αναπόφευκτων» μεταρρυθμίσεων; Όχι ακριβώς.
Η ποικιλία κρίσεων που εκδηλώθηκαν σε χώρες της ευρωζώνης (κρίσεις δημοσίου χρέους, τραπεζικές, στεγαστικές) αντιμετωπίστηκε με μια συνταγή προσαρμογής «one-size-fits-all» σε μια συγκεκριμένη εκδοχή μιας συγκεκριμένης καπιταλιστικής ποικιλίας, της Ελεύθερης Οικονομίας της Αγοράς.[1] Μάλιστα, έπεσε δραματικά έξω από τις προβλέψεις της –ή δραματικά μέσα στη δραστικότητα των μετασχηματισμών που σκόπευε να προκαλέσει. Το Ινστιτούτο Bruegel έχει δείξει ότι τα προγράμματα σταθεροποίησης του ΔΝΤ έχουν πάντοτε αποτελέσματα πολύ χειρότερα από τα προβλεπόμενα (σε όρους ύφεσης, χρέους, ανεργίας ή προσαρμογής των τιμών), αλλά πουθενά, στις χώρες της ασιατικής κρίσης ή της Λατινικής Αμερικής, δεν ξαστόχησαν τόσο όσο στην Ελλάδα, την Πορτογαλία, την Ιρλανδία[2] –με την εξαίρεση του δείκτη «wage-based competitiveness» (της ανταγωνιστικότητας που βασίζεται στη μείωση των μισθών), της μόνης μεταρρύθμισης που προωθήθηκε απαράκαμπτα μέχρι τώρα (πέραν των δημοσιονομικών περικοπών).
Η πρόσφατη έκθεση του ΔΝΤ επιχαίρει για τη μείωση του ελλείμματος, την αύξηση της ανταγωνιστικότητας μέσω μείωσης των μισθών, την απελευθέρωση από τις «δυσκαμψίες» της αγοράς εργασίας (την κατάργηση ουσιαστικά των συλλογικών διαπραγματεύσεων) –την ώρα που αποδίδει την αστοχία του προγράμματος στην άνευρη πολιτική υποστήριξη και στην αντίσταση «συμφερόντων» (vested interests) στις αναγκαίες μεταρρυθμίσεις: στην απελευθέρωση της οικονομίας, τις ιδιωτικοποιήσεις, τις απολύσεις στο Δημόσιο.[3] Η φόρμουλα απορρύθμιση + ιδιωτικοποίηση + φτηνή εργασία, όμως, μας είναι οικεία από τη Συναίνεση της Ουάσινγκτον,[4] το ιδεολογικο-πολιτικό πρόσημο της οποίας είναι περιττό να υπενθυμιστεί.
Η ελληνική οικονομία κατέρρευσε το 2009. Καμία χώρα με τέτοιο χρέος και έλλειμμα δεν θα μπορούσε να αποφύγει μια περίοδο λιτότητας, πέρα από μια συνήθη κυκλική ύφεση. Αλλά οι πολιτικές δυνάμεις που (δημιούργησαν και) διαχειρίστηκαν την κρίση δεν θέλησαν να προωθήσουν μια «δίκαιη λιτότητα», έναν ορθολογικό καταμερισμό των βαρών, ούτε επέλεξαν να προστατεύσουν από τις περικοπές κρίσιμα υποσυστήματα, όπως την παιδεία ή την υγεία (παρά μόνο την εθνική άμυνα) ή τις πιο ευάλωτες μερίδες του πληθυσμού. Η πιλοτική εφαρμογή του ελάχιστου εγγυημένου εισοδήματος, το 2014, η διαρκής εξαγγελία ενός ανεύρετου εθνικού φορολογικού συστήματος (απλού, δίκαιου κλπ.) είναι απλώς «too little, too late». Το χειρότερο: αποδέχθηκαν χωρίς ενστάσεις μια μεταρρυθμιστική ατζέντα με σαφές πρόσημο, που προωθήθηκε με τη συνέργεια του ΔΝΤ, από μια Ευρώπη κυριαρχούμενη από το Ευρωπαϊκό Λαϊκό Κόμμα.
Σήμερα επείγει η ανάκαμψη, η ανίχνευση μιας νέας θέσης της Ελλάδας στον παγκόσμιο καταμερισμό εργασίας με εξειδίκευση στα δυνάμει συγκριτικά της πλεονεκτήματα (πέραν της οικοδομής ή του τουρισμού). Αλλά η στρατηγική επιλογή για τα επόμενα χρόνια γίνεται ήδη: η Ελλάδα, μια οικονομία άλλοτε stuck-in-the-middle, συμπιεζόμενη ανάμεσα στις οικονομίες «γνώσης-καινοτομίας» και στις οικονομίες «έντασης της εργασίας», οδηγείται μοιραία στη δεύτερη κατεύθυνση, σε μια φτηνιάρικη ανάπτυξη, βασισμένη στην απορρύθμιση και στους χαμηλούς (εξαιτίας της πρωτόγνωρης και ανεξέλεγκτης εφεδρικής ανεργίας) μισθούς.
Οποιαδήποτε «εθνική αφήγηση» φιλοδοξεί να υπερβεί την εποχή των μνημονίων θα πρέπει είτε να οικειοποιείται πλήρως αυτή τη δεξιόστροφη ατζέντα είτε να έρχεται σε ρήξη μαζί της –παρακολουθώντας, άλλωστε, το εθνικό αίτημα που εκφράστηκε στις εκλογές του 2012 για μια (συναινετική ή/και συγκρουσιακή) επαναδιαπραγμάτευση του προγράμματος. Εφόσον μιλάμε για έναν χώρο προοδευτικό, «κεντρο-αριστερό» κ.ο.κ., είναι σαφές ότι μια κάποια ρήξη με τη μνημονιακή ατζέντα είναι απαράβατος όρος για να συζητήσουμε περαιτέρω. Όπως και να το κάνουμε, η αποθέωση της ελεύθερης αγοράς, η συμπίεση της εργασίας, η μίνιμουμ δημόσια παρέμβαση, είναι πολιτικές επιλογές, πολιτικά πατενταρισμένες.

«Παναγιώτατε, τέλος όλα αυτά»[5]
Στους «μνημονιακούς» καιρούς, το παλαιότερο επιχείρημα ότι η διάκριση Αριστερά-Δεξιά έχει ξεπεραστεί διακινήθηκε από πολλές μεριές, ενώ νέες διαιρετικές τομές υποδείχθηκαν. Η Ελλάδα χωρίστηκε στα μπλοκ του ευρώ ή της δραχμής, των μεταρρυθμιστών και των αντιμεταρρυθμιστών, της εθνικής ενότητας για μια έξοδο από την κρίση σε ευρωπαϊκό δρόμο, της εθνικής-λαϊκής ενότητας για μια έξοδο από τη μνημονιακή καταστροφή, μέχρι και του αντιπολιτικού συναγερμού ενάντια συνολικά στο πολιτικό σύστημα (γεννώντας το τέρας της ΧΑ).
Είναι, λοιπόν, αλήθεια ότι στη χώρα μας η κλασική, καθολική πολιτική διαίρεση της νεωτερικότητας εξεμέτρησε τον βίο της; Ότι η βασική πολιτική αρχή δυιστικής οργάνωσης των σύγχρονων κοινωνιών («organisation dualiste de nos sociétés»), όπως έχει αξεπέραστα γράψει ο Μαρσέλ Γκωσέ,[6] τελεύτησε υπό το βάρος της κρίσης; Πολίτες και κόμματα διαβάζουν πια τα πράγματα και τον κόσμο μέσα από διαφορετικά πρίσματα;
Η απάντηση θα ήταν «ναι και όχι». Ναι, διότι αν η τομή μνημόνιο-αντιμνημόνιο δεν είχε σχετικοποιήσει κάθε άλλη διάκριση, το «μετα-υλιστικό» σοσιαλιστικό ΠΑΣΟΚ του Γ. Α. Παπανδρέου δεν θα εφάρμοζε κατά κεραία ένα πρόγραμμα σαν αυτό, η ΝΔ δεν θα έσερνε πρώτη τον αντιμνημονιακό χορό, ο ριζοσπαστικός ΣΥΡΙΖΑ δεν θα οικειοποιούνταν μοτίβα του παλαιού ΠΑΣΟΚ και δεν θα φλέρταρε με το τυπικά ακροδεξιό κόμμα των ΑΝΕΛ, η ανανεωτική ΔΗΜΑΡ δεν θα συμμετείχε σε κυβέρνηση της οποίας πυρήνας είναι η αλήστου μνήμης ακροδεξιά Πολιτική Άνοιξη.
Αλλά και όχι, διότι η διάκριση Αριστερά-Δεξιά, αυτό το γνωσιακό σχήμα που μας επιτρέπει να κατανοούμε την πολιτική ως αυτό που είναι, ένας ριζικός ανταγωνισμός («antagonisme radical»),[7] και να τοποθετούμαστε εντός του, ήταν πάντα εδώ. Πολύ περισσότερο παρούσα είναι από τον περασμένο Ιούνιο, όταν η υπόθεση ΕΡΤ σήμανε μια αλλαγή παραδείγματος μαζί με τη διάλυση της τρικομματικής κυβέρνησης.
Η ΝΔ του Αντώνη Σαμαρά, εκλογικά τραυματισμένη μετά την προσχώρησή της στο μνημονιακό στρατόπεδο, βρέθηκε να συγκυβερνά σε ένα πρωτοφανές συνεργατικό σχήμα με το καταρρεύσαν ΠΑΣΟΚ και τη ΔΗΜΑΡ, από τη θέση τού σχετικά ισχυρότερου, αλλά όχι κυρίαρχου παίκτη. Στριμωγμένη σε μια άβολη συγκατοίκηση και στη δυσχερή διαχείριση ενός προγράμματος με διαλυτικές κοινωνικές συνέπειες, απασφάλισε, διεκδικώντας μια πολύ παραδοσιακή δεξιά ταυτότητα – μακριά από τις τριγωνοποιήσεις και τον μεσαίο χώρο της καραμανλικής εποχής.
Η στρατηγική που ξεκίνησε να εκδιπλώνεται δειλά με το καταχώνιασμα του νόμου για την ιθαγένεια, κορυφαίας προοδευτικής παρέμβασης της κυβέρνησης Γ. Α. Παπανδρέου, και με την απόρριψη της αναγκαιότητας για ένα αντιρατσιστικό νομοσχέδιο, κορυφώθηκε με την ανακοίνωση από τον γκροτέσκο Κεδίκογλου του ξαφνικού θανάτου της «κουλτουριάρικης» ΕΡΤ. Στο εξής, οι όποιες «μεταρρυθμίσεις» θα επιβάλλονται διά της πυγμής, με το Κοινοβούλιο σε ρόλο παρατηρητή (εφόσον η καταψήφιση νομοσχεδίου ισοδυναμεί με εκλογές) και με κλείσιμο του ματιού στα πιο συντηρητικά κοινωνικά αντανακλαστικά (ακόμη και προς τη ΧΑ, δια του γενικού γραμματέα της Κυβέρνησης μάλιστα).
Αν η έκβαση του προγράμματος σταθεροποίησης καθορίζει το μοντέλο ανασυγκρότησης της ελληνικής οικονομίας για τα επόμενα χρόνια, το συντηρητικό ύφος επιδιώκει να επενδύσει την αλλαγή εποχής με μια ιστορική ρεβάνς στο πεδίο των ιδεών και των αξιών. Ο λεπενικός Μάκης Βορίδης, από το βήμα του συνεδρίου της ΝΔ, συνέδεσε την ανάκαμψη με τη μεγάλη ιδεολογική «ήττα της Αριστεράς και [τη] νίκη της παράταξής μας»· ο πρόεδρος του Ινστιτούτου «Κ. Γ. Καραμανλής», Κωνσταντίνος Τασούλας, κήρυξε στη Βουλή την εκ δεξιών υπέρβαση της Μεταπολίτευσης: «μόνο η Αριστερά στην Ελλάδα, τα τελευταία 30 χρόνια, λέει την άποψή της. Εμείς ακούμε σαν χάνοι».
Το επεισόδιο της ΕΡΤ χώρισε και τους στρατηγικούς δρόμους των δύο πολιτικών δυνάμεων που διεκδικούν να εκφράσουν τον μεταξύ ΝΔ και ΣΥΡΙΖΑ χώρο. Η ΔΗΜΑΡ μοιάζει απελευθερωμένη να διαφοροποιείται από αυταρχικές «μεταρρυθμίσεις» ή σε αξιακά ζητήματα, όπως πρόσφατα η διδασκαλία των θρησκευτικών στο σχολείο –τοποθέτηση που ο ίδιος ο πρωθυπουργός κατακεραύνωσε, ενώπιον του μητροπολίτη Άνθιμου, μαζί με «εκείνους που τους ενοχλεί η θρησκευτική παράδοση της Ορθοδοξίας». Το ΠΑΣΟΚ, έχοντας κάνει τη μόνη ορθολογική για το ίδιο επιλογή, να συνεχίσει να υπάρχει όντας εντός κράτους-κυβέρνησης,[8] αδυνατεί να διαφοροποιηθεί από αυτή την ατζέντα, χαρίζοντας ελαφρά τη καρδία προοδευτικές φιλελεύθερες αξίες στον εθνικό στόχο για πρωτογενές πλεόνασμα.
Ωστόσο, η διαφοροποίηση αυτή είναι απαράκαμπτη για οποιαδήποτε απόπειρα συγκρότησης μιας πολιτικής θέσης που θα αφίσταται από τη διαπαιδαγώγηση της κοινωνίας υπό καθεστώς φόβου, πατερναλιστικής απειλής, αυταρχισμού και συντηρητικής αναδίπλωσης. Όμως, στη συζήτηση περί «μεταρρυθμιστικού, φιλελεύθερου, προοδευτικού Κέντρου» μοιάζει να λησμονείται η ισχυρή θέση του Νορμπέρτο Μπόμπιο, που στα 1996 είχε μεγάλη επιτυχία στους κόλπους τής τότε υπαρκτής κεντροαριστεράς. Στο βιβλίο του Δεξιά και Αριστερά, ο Μπόμπιο εξηγούσε ότι προσπάθησε να ανασυγκροτήσει θεωρητικά τη θεμελιώδη πολιτική διάκριση, ακριβώς επειδή στην Ιταλία, μετά την πολιτική κρίση των αρχών του ’90, διαχεόταν στον δημόσιο διάλογο η ιδέα ότι στη ρίζα της εθνικής κρίσης ήταν η «ηγεμονία των διανοουμένων της Αριστεράς» και ότι «μια κουλτούρα της Δεξιάς, που μέχρι τότε είχε κρατηθεί στο περιθώριο, έχει αποκτήσει και πάλι δύναμη διείσδυσης».[9]

Ο φόβος των μαζών
Μια τελευταία δομική αδυναμία της συζήτησης περί ενδιάμεσου μεταρρυθμιστικού χώρου είναι ένας ορισμένος ελιτισμός. Η σύνδεση του μεταρρυθμιστικού προγράμματος με την τακτική ενοχοποίησης ως «συντεχνιακών»/«συντηρητικών» της μίας κοινωνικής ομάδας μετά την άλλη, που εγκαινίασε ο Γ. Α. Παπανδρέου, είναι ακόμη πιο παράταιρη, όταν συνοδεύεται με μια επίκληση της σοσιαλδημοκρατίας. Όσο αναντίρρητα λαϊκιστική είναι η υποδοχή κάθε αιτήματος ή ο απροϋπόθετος εναγκαλισμός με τον κακής ποιότητας καθ’ ημάς συνδικαλισμό, άλλο τόσο άστοχη είναι η παραγνώριση ότι η σοσιαλδημοκρατική «μορφή διακυβέρνησης» βασίστηκε σε μια οργανική σχέση με τον κόσμο της εργασίας.[10] Το σοσιαλδημοκρατικό καθεστώς δεν ήταν άλλο από ένας δεσμός κυβέρνησης, κόμματος και οργανωμένων κοινωνικών συμφερόντων, μαζί με ένα αξιακό πλαίσιο αλληλεγγύης και πολιτικής μετριοπάθειας. Εκεί που η σοσιαλδημοκρατία πέτυχε να αντιμετωπίσει την κρίση του ’70 (Γερμανία, Αυστρία, Σκανδιναβία), το κατάφερε μέσα από ένα συμβιβαστικό quid pro quo με τα συνδικάτα: μισθολογική συγκράτηση και ήπια λιτότητα με αντάλλαγμα μεταρρυθμίσεις κοινωνικής προστασίας, μείωσης των ανισοτήτων με αναδιανομή, αντικυκλική πολιτική· ό,τι ακριβώς δηλαδή δεν συνέβη στην Ελλάδα της κρίσης.
Ελιτισμός, όμως, είναι και μια άλλη εκούσια παραγνώριση. Τα κόμματα που εφάρμοσαν την πολιτική του Μνημονίου έχασαν τις κοινωνικές τους αναφορές. Όχι απλώς επειδή οι λαϊκιστικές δυνάμεις «μετακόμισαν» στον ΣΥΡΙΖΑ (ή αλλού δεξιότερα), κατά μία βολική αλλά ανεπαρκή ερμηνεία, αλλά κυρίως επειδή ταυτόχρονα τους εγκατέλειψαν τα πιο δυναμικά στρώματα του πληθυσμού. Οι μετρήσεις από τις εκλογές του 2012 και εξής δείχνουν ότι η ΝΔ και ιδίως το ΠΑΣΟΚ βασίζουν την εκλογική τους δύναμη στους συνταξιούχους, τους αγρότες και την περιφέρεια. Στα αριστερά του Κέντρου, είναι σαφές ότι ο ΣΥΡΙΖΑ έχει καταφέρει να σταθεροποιήσει την προτίμηση των κλασικών outsiders, των ανέργων, των στρωμάτων νεαρής ηλικίας και υψηλότερης μόρφωσης, των αστικών κέντρων. Οι πιο δυναμικές μερίδες του πληθυσμού δεν υπέκυψαν τάχα μαζικά στις σειρήνες του λαϊκισμού· αντιδρούν σε ένα πρόγραμμα αναδιάρθρωσης που δεν τους προσφέρει παρά έναν ορίζοντα μιζέριας και ασύλληπτης ανεργίας στις πιο παραγωγικές ηλικίες (σχεδόν 60% στις ηλικίες 15-24 και 40% στις ηλικίες 25-34).
Κατόπιν όλων αυτών, ας αναρωτηθούμε: είναι δυνατή οποιαδήποτε συγκρότηση ενός μεταρρυθμιστικού, προοδευτικού, κεντροαριστερού, σοσιαλδημοκρατικού «πόλου/Κέντρου» με αυτούς τους όρους; Η απάντηση εδώ είναι όχι, μονολεκτικά. Η «στιγμή» είναι μακρο-ιστορικά κρίσιμη. Όπως το μπαλάκι του τένις στο Match Point του Γούντι Άλεν έχει χτυπήσει στο δίχτυ και αιωρείται χωρίς να ξέρουμε αν τελικά θα πέσει από τη μία ή την άλλη μεριά, έτσι και η προοπτική της χώρας παίζεται σε πολλά επίπεδα –οικονομικά, κοινωνικά, πολιτικά, αξιακά. Οποιαδήποτε στρατηγική προϋποθέτει σαφήνεια, με όρους προγραμματικούς (εντός ή εκτός της αυταρχικής «μεταρρυθμιστικής» ατζέντας του Μνημονίου), με όρους αξιακούς-πολιτισμικούς (συντηρητική ή προοδευτική υπέρβαση της Μεταπολίτευσης), με όρους προτάγματος, δηλαδή εκπροσώπησης υπαρκτών κοινωνικών δυνάμεων. Μια «κεντρώα» απάντηση που δεν αφίσταται από τον μονόδρομο σημερινό «μεταρρυθμισμό», που συνομιλεί με τη σαμαρική Δεξιά παρά με τον έστω λαϊκιστικό ΣΥΡΙΖΑ (ή ακόμα χειρότερα διακινεί θεωρίες των «δύο άκρων»), είναι καταδικασμένη, στην καλύτερη περίπτωση, σε έναν ρόλο εμβαλωματικό. Υπό αυτό το πρίσμα, η διάκριση Αριστερά-Δεξιά σήμερα είναι πιο παρούσα από ποτέ –και καμία προσπάθεια πολιτικής (ανα-)συγκρότησης δεν μπορεί να την παρακάμψει.

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
1. Βλ. «Liberal Market Economy», στην ορολογία των Hall και Soskice για τις ποικιλίες καπιταλισμού, στο περίφημο βιβλίο David Coates (επιμ.), Varieties of Capitalism, Varieties of Approaches, Palgrave MacMillan, Basingstoke 2005.
2. Bruegel, «EU-IMF Assistance to Euro-area Countries: An Early Assessment», Jean Pisani-Ferry / André Sapir / Guntram Wolff, Μάιος 2013.
3. IMF, GREECE, Country Report 13/154, Ιούνιος 2013.
4. Τη «μεταρρυθμιστική ατζέντα» αντιμετώπισης κρίσεων στον ώριμο καπιταλισμό, που καταστρώθηκε στη δεκαετία του 1980 από το ΔΝΤ, την Παγκόσμια Τράπεζα και το Υπουργείο Οικονομικών των ρηγκανικών ΗΠΑ.
5. Αντώνης Σαμαράς, απευθυνόμενος στον μητροπολίτη Θεσσαλονίκης Άνθιμο, ΔΕΘ, 7.9.2013.
6. Marchel Gauchet, «La droite et la gauche», στο Pierre Nora (επιμ.), Les lieux de mémoire, τόμ. 3: Les France. 1. Conflits et partages, Gallimard, Παρίσι 1992.
7. Αυτ., σ. 404.
8. Κατάληξη της πορείας απομάκρυνσής του από την κοινωνική του βάση και της πλήρους απορρόφησής του από το κράτος, όπως δείχνουν οι Κώστας Ελευθερίου / Χρύσανθος Τάσσης, ΠΑΣΟΚ. Η άνοδος και η πτώση (;) ενός ηγεμονικού κόμματος, Σαββάλας, Αθήνα 2013.
9. Νορμπέρτο Μπόμπιο, Δεξιά και Αριστερά. Σημασία και αίτια μιας πολιτικής διάκρισης, μτφρ. Ελεονώρα Ανδρεδάκη, Πόλις, Αθήνα 2006 [1995], σ. 66.
10. Βλ. το κλασικό Alain Bergounioux / Bernard Manin, Le régime social-démocrate, PUF, Παρίσι 1989.

Ο Γιάννης Μπαλαμπανίδης είναι πολιτικός επιστήμονας.
([email protected])

Tags  

Δείτε Επίσης

Comment

  • Αγαπητέ Γιάννη Μπαλαμπανίδη

    Χάρηκα διαβάζοντας τον πλούσιο και ώριμο προβληματισμό σου σχετικά με τους όρους ανασυγκρότησης της Κεντρο-Αριστερής ή Σοσιαλδημοκρατικής Παράταξης.
    Και βέβαια αν δεν προηγηθεί ανάλυση και η μεγαλύτερη δυνατή συμφωνία πάνω στο “γιατί φτάσαμε εδώ”, θα οδηγηθούμε σε λάθος “διά ταύτα”.
    Ενα “δια ταύτα” που θα ορίζει πρώτα το περιεχόμενο (εργασία, κοινωνική προστασία,δηλαδή παιδεία,υγεία ,κοινωνική ασφάλιση,και αξιακό σύστημα που θα διαπνέεται απο πολιτική ελευθερία,κοινωνική και οικονομική δημοκρατία)και μετά θα αναζητεί ταμπέλες(Αριστερή ή Σοσιαλδημοκρατική Παράταξη κ.ο.κ. )
    Ορίζοντας το περιεχόμενο δεν θα “ξανα-ανακαλύψουμε την Αμερική” ,αλλά θα επαναφέρουμε στο προσκήνιο ιδέες ,προτάσεις και αξίες που οι διάφοροι “μονόδρομοι” (που ο πυρήνας τους ακουμπάει στην οικονομική Σχολή του Friedman )έθαψαν ,για να αναγάγουν τις καταστροφικές επιλογές τους ως μοναδικές και αδιαμφισβήτητες.
    Όμως , ο όποιος γόνιμος προβληματισμός,καθόλα χρήσιμος,πρέπει να μετουσιώνεται σε πράξη. Αυτή η αναγκαιότητα υπαγορεύει την συγκρότηση ή ανασυγκρότηση πολιτικού σχηματισμού υπέρβασης των σημερινών ,εν πολλοίς,δοκιμασμένων σχημάτων.
    Ιδού η Ρόδος.

Αφήστε μια απάντηση

ΕΙΔΟΠΟΙΗΣΕΙΣ

Εισάγετε το email σας για να ενημερώνεστε για τα νέα άρθρα